Global Sumud Flotilla: Σεξουαλική κακοποίηση στις φυλακές του Ισραήλ – Ακτιβίστρια περιγράφει τη φρίκη
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΔΟΥΛΙΑ
Το Ισραήλ χρησιμοποιεί τη σεξουαλική βία κατά των Παλαιστινίων κρατουμένων στις φυλακές του ως όπλο. Αυτό είναι γεγονός, που μάλιστα έχει βάλει τη χώρα σε μαύρη λίστα του ΟΗΕ, για χρήση σεξουαλικής βίας σε ένοπλες συγκρούσεις. Όταν οι ακτιβιστές του Global Sumud Flotilla ξεκινούσαν τις αποστολές τους προς τη Γάζα, γνώριζαν πως αν βρεθούν στα χέρια του κράτους-γενοκτόνου, η σεξουαλική κακοποίηση και ο βιασμός είναι κάτι που ίσως αντιμετωπίσουν. Κι όμως, πάντοτε έλεγαν πως αυτό που πέρασαν αυτοί, δεν είναι τίποτα μπροστά στη φρίκη που βιώνουν καθημερινά οι Παλαιστίνιοι.
Η Άννα Λίντκε, ακτιβίστρια, είναι από τους ανθρώπους που μίλησαν πρώτοι για τον βιασμό και τη σεξουαλική κακοποίηση που έζησε στις ισραηλινές φυλακές. Εκείνη μαζί με τη νομική της ομάδα, έχουν προχωρήσει σε καταγγελίες σε βάρος του Ισραήλ.
Μιλώντας στον Guardian, περιέγραψε αυτές τις στιγμές και έστειλε το μήνυμα πως η ίδια δεν έχει κανέναν λόγο να ντρέπεται γι’ αυτό που της έκαναν. «Κάθε φορά που σωπαίνουμε, θα το κάνουν σε κάποιον άλλον».
Δεν σιώπησε
Η 25χρονη συμμετείχε στον αλληλέγγυο στόλο που έφυγε από την Ευρώπη για τη Γάζα το περασμένο φθινώπορο. Το Ισραήλ κατέλαβε το σκάφος που βρισκόταν στις 8 Οκτωβρίου και απήγαγε τους ακτιβιστές, κρατώντας τους για 5 μέρες στις φυλακές.
Κατά τη διάρκεια της επίθεσης που δέχτηκε από γυναίκες στρατιωτικούς, άνδρες δεσμοφύλακες γελούσαν. Η ίδια πιστεύει πως παρακολουθούσαν και ενδέχεται να βιντεοσκοπούσαν, καθώς όλα συνέβησαν σε χώρο που χωριζόταν από τους διαδρόμους με μια κουρτίνα, η οποία ήταν μισάνοιχτη.
«Είναι ξεκάθαρο ότι θέλουν να λυγίσουν τη θέλησή μας και να μας φιμώσουν, κάνοντας αυτή την εμπειρία τόσο τραυματική ώστε να μη μιλήσουμε ποτέ ξανά για την Παλαιστίνη», δήλωσε. Εκείνη, αποφάσισε αμέσως να μιλήσει για όσα πέρασε.
Μέσα σε λίγες μέρες, επικοινώνησε με φίλους και γιατρούς. Τον περασμένο Δεκέμβριο, έγινε η πρώτη ακτιβίστρια του Global Sumud Flotilla που μίλησε δημόσια για βιασμό στο Ισραήλ. Πλέον, πάνω από 12 ακτιβιστές έχουν καταγγείλει, οι περισσότεροι ανώνυμα.
Οι δικηγόροι που την εκπροσωπούν στο Ισραήλ έχουν καταθέσει επίσημη καταγγελία, ζητώντας από τις αρχές να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς της. Η ισραηλινή νομοθεσία ορίζει ως βιασμό κάθε μη συναινετική διείσδυση.
Η καταγγελία, που απευθύνθηκε στον γενικό εισαγγελέα του Ισραήλ, στον νομικό σύμβουλο της Υπηρεσίας Φυλακών του Ισραήλ, στο Τμήμα Διερεύνησης Δεσμοφυλάκων (Yahas) και στον διοικητή της φυλακής Γκιβόν, αποτελεί πρόκληση απέναντι σε μια «κουλτούρα ατιμωρησίας» για την κακομεταχείριση κρατουμένων στο Ισραήλ, σύμφωνα με τη δικηγόρο της, Μούνα Χαντάντ.
«Η Άννα επιθυμεί να αναζητήσει δικαιοσύνη και να εξαντλήσει κάθε νομικό μέσο ώστε οι υπεύθυνοι αυτών των πράξεων να λογοδοτήσουν. Θέλουμε επίσης να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη και να δούμε πώς θα αντιδράσει το ισραηλινό σύστημα όταν βρεθεί αντιμέτωπο με το αίτημά μας για τη διενέργεια έρευνας», δήλωσε η Χαντάντ, δικηγόρος της οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Adalah στο Ισραήλ. «Η σεξουαλική βία και ο βιασμός αποτελούν επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις που διαπράττονται εις βάρος Παλαιστινίων κρατουμένων εδώ και σχεδόν τρία χρόνια… Τώρα βλέπουμε μια κλιμάκωση, όπου το Ισραήλ φαίνεται διατεθειμένο να επεκτείνει αυτή τη συμπεριφορά και σε αλλοδαπούς πολίτες που εκδηλώνουν αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους».
«Τίποτα δεν μπορεί πραγματικά να σε προετοιμάσει»
Πριν αποπλεύσει από τη νότια Ιταλία στις 30 Σεπτεμβρίου, με ένα μεγάλο πρώην επιβατηγό πλοίο και περίπου 100 ακόμη ακτιβιστές, η Λίντκε ενημερώθηκε από μέλη προηγούμενων στολίσκων για το τι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει.
Προσπάθησε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για το ενδεχόμενο να υποστεί βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής κακοποίησης, κατά την κράτησή της στο Ισραήλ, όμως αργότερα συνειδητοποίησε ότι κάτι τέτοιο ήταν σχεδόν αδύνατο.
Όπως είπε: «Μπορεί να ξέρεις ότι θα σε κακοποιήσουν σεξουαλικά και να λες στον εαυτό σου: “Εντάξει, θα συμβεί”. Και τη στιγμή που συμβαίνει είναι σαν να μην έχεις ακούσει ποτέ γι’ αυτό. Γιατί δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσει το σώμα σου».
Η συμβουλή της προς άλλους ακτιβιστές σήμερα είναι τόσο πολιτική όσο και πρακτική: «Πρέπει να είσαι πεπεισμένος ότι αυτή είναι η σωστή αποστολή. Και στο τέλος να καταλάβεις ότι τίποτα δεν μπορεί πραγματικά να σε προετοιμάσει».
«Είπα “όχι”»
Όπως περιγράφει η Άννα Λίντκε, όταν έφτασε στο Ισραήλ μεταφέρθηκε για καταγραφή. Τότε, ένας υπάλληλος που μιλούσε άπταιστα γερμανικά την αποκάλεσε «ναζί τσούλα».
Η πρώτη σεξουαλική επίθεση σημειώθηκε λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας με πλήρη αφαίρεση των ρούχων.
Σύμφωνα με τη δικηγόρο της, η ισραηλινή νομοθεσία απαιτεί τη συναίνεση του κρατουμένου πριν από μια τέτοια έρευνα. Αν ο κρατούμενος αρνηθεί, ανώτερος αξιωματικός οφείλει να ακούσει τις αντιρρήσεις του και να εγκρίνει γραπτώς οποιαδήποτε μεταγενέστερη έρευνα. Επιπλέον, οι έρευνες αυτού του τύπου περιορίζονται σε οπτική επιθεώρηση του γυμνού σώματος και πρέπει να πραγματοποιούνται σε κλειστό χώρο, παρουσία μόνο γυναικών υπαλλήλων.
Η Λίντκε δήλωσε ότι αρνήθηκε να υποβληθεί στην έρευνα, αλλά παρ’ όλα αυτά εξαναγκάστηκε να βγάλει τα ρούχα της σε χώρο που καλυπτόταν μερικώς από μια κουρτίνα. Το γυμνό σώμα της ήταν ορατό σε άνδρες στρατιώτες που περνούσαν από εκεί. «Μερικοί από αυτούς μας κοιτούσαν καθώς περνούσαν», είπε.
Στη συνέχεια αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα για την άμεση απέλασή της, επειδή ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με παραδοχή ότι είχε εισέλθει παράνομα στο Ισραήλ, ενώ, όπως επισημαίνει, στην πραγματικότητα μεταφέρθηκε διά της βίας στο Ισραήλ από διεθνή ύδατα.
Αργότερα εκείνο το βράδυ μεταφέρθηκε, με δεμένα τα μάτια και χειροπέδες, στη φυλακή Κετσιότ, όπου υποβλήθηκε ξανά σε πλήρη σωματική έρευνα χωρίς τη συναίνεσή της. «Τους είπα ότι δεν ήθελα να το κάνουν και ότι με είχαν ήδη ψάξει λίγες ώρες νωρίτερα, οπότε γιατί έπρεπε να το κάνουν ξανά;» είπε.
Στη συνέχεια της δόθηκαν ρούχα φυλακής και οδηγήθηκε σε ένα βρόμικο κελί, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό. Όπως περιγράφει, στερήθηκε τον ύπνο όλη τη νύχτα εξαιτίας της δυνατής μουσικής και των επανειλημμένων ερευνών στο κελί, ακόμη και με τη χρήση σκύλων, ενώ άκουγε κραυγές από άλλα σημεία της φυλακής.
Στις 10 Οκτωβρίου μεταφέρθηκε ξανά, αυτή τη φορά στη φυλακή Γκιβόν. Εκεί οδηγήθηκε για ακόμη μία φορά σε χώρο που ήταν μόνο μερικώς απομονωμένος από τα βλέμματα με μια κουρτίνα και της δόθηκε εντολή να γδυθεί.
Όταν αρνήθηκε, οι δεσμοφύλακες τής έβγαλαν με τη βία τα ρούχα, την άγγιξαν στα γεννητικά όργανα και την ανάγκασαν να γονατίσει. Σύμφωνα με τη Λίντκε, μία από αυτές εισήγαγε τα δάχτυλά της πρώτα στον κόλπο της και στη συνέχεια στον πρωκτό της.
«Ήταν δύο γυναίκες στρατιώτες και αργότερα έγιναν τρεις, που μου είπαν να βγάλω τα ρούχα μου», αφηγήθηκε. «Άρχισαν να με αγγίζουν. Είπα “όχι”. Τους είπα ότι δεν ήθελα να με αγγίζουν και ότι με πονούσαν. Τότε μου άρπαξαν τα χέρια ώστε να μην μπορώ να κινηθώ, με έσπρωξαν κάτω και προσπάθησα ακόμη να φωνάξω. Μετά μου έκλεισαν το στόμα ώστε να μην μπορώ να ουρλιάξω».
Η ταπείνωση, όπως λέει, προστέθηκε στον σωματικό πόνο της επίθεσης. «Θυμάμαι τους άνδρες στρατιώτες να γελούν, απλώς να στέκονται εκεί και να γελούν. Ξέρω ότι μπορούσαν να βλέπουν τα πάντα, επειδή η κουρτίνα δεν ήταν εντελώς κλειστή.»
Η Λίντκε πιστεύει επίσης ότι η επίθεση ενδέχεται να καταγράφηκε σε βίντεο, λόγω του μεγάλου αριθμού καμερών ασφαλείας και καμερών σώματος που χρησιμοποιούνται στις φυλακές. Στο Ισραήλ έχουν δημοσιοποιηθεί κατά καιρούς βίντεο και εικόνες που απεικονίζουν κακοποίηση και βασανιστήρια Παλαιστινίων κρατουμένων και ακτιβιστών.
Οι ακτιβιστές απελάθηκαν στην Ιορδανία στις 12 Οκτωβρίου. Η Λίντκε βρισκόταν σε απεργία πείνας καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής της. Σε ξενοδοχείο στο Αμμάν, η ομάδα συναντήθηκε με γιατρούς και ψυχολόγους. Εκεί η Λίντκε έκανε το πρώτο βήμα για να μιλήσει δημόσια, λέγοντας σε μια φίλη της και συνάδελφο δημοσιογράφο: «Φρόντισε να συμπεριλάβεις στο ρεπορτάζ σου ότι τουλάχιστον μία γυναίκα υπέστη σεξουαλική επίθεση».
«Φοβόμουν ότι ο κόσμος θα αμφισβητούσε αν αυτό που συνέβη ήταν πράγματι βιασμός»
Επιστρέφοντας στη Γερμανία, αποφάσισε να μιλήσει δημόσια για τον βιασμό σε συνέδριο σχετικά με τους πολιτικούς κρατούμενους τον Δεκέμβριο.
Όπως λέει, όταν το έκανε, ο φόβος και ο εκφοβισμός αντικαταστάθηκαν από μια απρόσμενη αίσθηση ανακούφισης. «Ήταν σαν να λυνόταν σιγά σιγά ένας κόμπος».
Άλλες γυναίκες από το ίδιο πλοίο επικοινώνησαν μαζί της, λέγοντάς της ότι είχαν βιώσει «την ίδια εμπειρία», ενώ τα μηνύματα συμπαράστασης ήταν πολύ περισσότερα από τις επιθέσεις που δέχτηκε από αγνώστους στο διαδίκτυο.
«Ανησυχούσα για τα κακόβουλα σχόλια, ειδικά επειδή επρόκειτο για γυναίκες δεσμοφύλακες. Φοβόμουν ότι ο κόσμος θα αμφισβητούσε αν αυτό που συνέβη ήταν πράγματι βιασμός. Υπήρχαν άνθρωποι στο διαδίκτυο που διαφωνούσαν για το πώς θα έπρεπε να χαρακτηριστεί αυτό που έζησα, αλλά όχι σε βαθμό που να με επηρεάσει ιδιαίτερα».
Η ίδια λέει ότι εξακολουθεί να ζει με το τραύμα της επίθεσης. «Αυτή τη στιγμή είμαι καλά. Υπάρχουν μέρες που δεν θυμάμαι τίποτα και άλλες που πιστεύω ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνω καλύτερα. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι φυσιολογικό».
Παρά τα όσα βίωσε, δηλώνει ότι αντλεί δύναμη από την πολιτική δέσμευση που την οδήγησε αρχικά να συμμετάσχει στον στολίσκο, καθώς και από την υποδοχή που επιφύλαξαν οι κάτοικοι της Γάζας σε ένα από τα πλοία, το οποίο προσάραξε άδειο στις ακτές της. «Άξιζε τον κόπο. Όλα όσα πέρασα άξιζαν, αν ήταν να προσφέρουν έστω και λίγη ελπίδα ότι θα υπάρξει και ο επόμενος στολίσκος».
Πηγή: rosa.gr