Τέμπη: Το τηλεφώνημα Μπρατάκου σε Τριαντόπουλο και οι οδηγίες Μητσοτάκη να αναλάβει τον συντονισμό
ΔΑΝΑΗ ΚΙΣΚΗΡΑ ΜΠΑΡΤΣΩΚΑ
Βαρύτατες πολιτικές και ποινικές ευθύνες για τη διαχείριση του εγκλήματος των Τεμπών φέρνει στο φως το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου το οποίο παραπέμπει στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, που αφορά τους χειρισμούς στον τόπο του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών μετά τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών και την αλλοίωση του χώρου πριν περισυλλεγούν όλοι οι νεκροί ή αλλιώς το λεγόμενο μπάζωμα το οποίο πραγματοποιήθηκε ενώ η ποινική έρευνα είχε ήδη ξεκινήσει, αφού στις 2 Μαρτίου 2023 είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και είχε δοθεί παραγγελία του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και η συλλογή του αποδεικτικού υλικού βρισκόταν ακόμη σε «πρώιμο αρχικό στάδιο», ενώ στο σημείο παρέμεναν αγνοούμενοι.
Το βούλευμα, το οποίο παραπέμπει ως συμμέτοχους στην παράβαση καθήκοντος τον τότε περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κώστα Αγοραστό, τον πρώην γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, Βασίλη Παπαγεωργίου, τον επικεφαλής στον τόπο του συμβάντος της Ελληνικής Αστυνομίας, Αγάπιο Χαρακόπουλο, και τον Ευάγγελο Φαλάρα, επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, σκιαγραφεί με ακρίβεια την απευθείας εμπλοκή κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών και του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος στις ενέργειες που έλαβαν χώρα στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος.
Αρμοδιότητα
Οπως αποκαλύπτεται μέσα από το βούλευμα, η κινητοποίηση και η μετάβαση του κυβερνητικού κλιμακίου στο πεδίο δεν ήταν τυχαία, αλλά προϊόν κεντρικής κυβερνητικής εντολής. «Την 2-3-2023, τον κάλεσε (σ.σ. τον Χρ. Τριαντόπουλο ο οποίος ήταν τότε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ) τηλεφωνικά ο επικεφαλής του Πρωθυπουργικού Γραφείου Ιωάννης Μπρατάκος και με εντολή του Πρωθυπουργού, ένεκα της ως άνω κυβερνητικής του αρμοδιότητας και της μέχρι τότε εμπειρίας του, του ανατέθηκαν επιπροσθέτως και τα καθήκοντα της παρακολούθησης και του συντονισμού δράσεων των συναρμοδίων φορέων στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος» σημειώνεται χαρακτηριστικά στο βούλευμα.
Στη συνέχεια αναφέρεται πως «δόθηκαν οδηγίες στον Χρήστο Τριαντόπουλο να μεταβεί στη Λάρισα ώστε να εκτελέσει τα ως άνω ανατιθέμενα σε αυτόν καθήκοντα. Οι οδηγίες αυτές του Πρωθυπουργού προκύπτουν ιδίως από τα δελτία Τύπου και τις συνεντεύξεις του Χρήστου Τριαντόπουλου», τα οποία και επικαλείται το βούλευμα όπως για παράδειγμα τη συνέντευξή του στις 24 Μαρτίου 2023 σε ραδιοφωνικό σταθμό του Βόλου, όπου είπε μεταξύ άλλων πως «εγώ έτυχε με εντολή πρωθυπουργού να το διαχειριστώ κιόλας από κοντά, να βρεθώ στο σημείο για πέντε μέρες, οπότε γνωρίζουμε από πάρα πολύ κοντά την τραγικότητα του δυστυχήματος και τη δυσκολία που είχε αυτό ως προς τη διαχείριση».
Οπως αναφέρει το βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, «τις οδηγίες δε του Πρωθυπουργού μετά από τηλεφώνημα του Ιωάννη Μπρατάκου να μεταβεί στη Λάρισα τις επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο ανωτέρω κατηγορούμενος στην απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας αρεοπαγίτη. Εξάλλου, τα έργα συντονισμού των δράσεων των αρμοδίων φορέων στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος δυνάμει των ως άνω οδηγιών του Πρωθυπουργού μέσω του επικεφαλής του πρωθυπουργικού γραφείου στον ως άνω υφυπουργό υπό την αυτονόητη συνθήκη της τήρησης της νομιμότητας παρά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 82 παρ. 2 του Συντάγματος της οποίας στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούσε και η αποφυγή οποιασδήποτε μεταβολής επιχειρησιακής επέμβασης στον ανωτέρω τόπο ώστε να μην επιφέρει δυσχέρεια στη συλλογή αποδείξεων και στην παραγγελία αυτοψίας έρευνας στον τόπο αυτόν και τούτη η επιχειρησιακή επέμβαση να προχωρά μόνο εφόσον δεν καθιστά δυσχερή την ανακριτική διαδικασία. Προς άσκηση των προαναφερόμενων καθηκόντων του ο Χρήστος Τριαντόπουλος μετέβη στη Λάρισα και τέθηκε επικεφαλής των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών ως υφυπουργός και λόγω των ως άνω ειδικών οδηγιών που έλαβε για την αποτελεσματική διαχείριση του σιδηροδρομικού πολύνεκρου δυστυχήματος».
Ωστόσο οι οδηγίες αυτές και η δράση των συναρμόδιων φορέων και κυβερνητικών παραγόντων κινήθηκαν εκτός του πλαισίου της νομιμότητας, αφού, όπως αναφέρεται παραπάνω, οποιαδήποτε επιχειρησιακή επέμβαση όφειλε να μην επιφέρει δυσχέρεια στη συλλογή αποδείξεων και στην έρευνα των δικαστικών αρχών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του βουλεύματος, οι συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στο πεδίο οδήγησαν σε παρεμβάσεις που αλλοίωσαν ανεπανόρθωτα τον τόπο του εγκλήματος, στερώντας από τη Δικαιοσύνη και τις οικογένειες των θυμάτων ανεκτίμητα πειστήρια: «[…] έγινε απομάκρυνση περίπου 300 κυβικών χώματος με ό,τι υλικά και αντικείμενα περιλάμβανε αυτό και επίστρωση του δρόμου στον τόπο του ατυχήματος με χαλίκια – υλικά 3Α και Ε4 και επίστρωση τμήματος με τριμμένη πίσσα, χωρίς την άδεια των αρμοδίων δικαστικών αρχών, γεγονός που συνετέλεσε στην απώλεια σημαντικών αποδεικτικών στοιχειών από τον τόπο του εγκλήματος». Ακολούθως σημειώνεται πως οι ενέργειες αυτές δυσχέραναν τις έρευνες και την ταυτοποίηση στοιχείων, καθώς πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο που το ανακριτικό έργο βρισκόταν σε πρωιμότατο στάδιο και υπήρχαν ακόμη αγνοούμενοι και «εν τέλει παρέμεινε αγνοούμενη η επιβάτιδα της επιβατικής αμαξοστοιχίας IC-62 Εριέττα Μόλχο».
Το βούλευμα περιγράφει μάλιστα με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέγεθος της απώλειας αποδεικτικού υλικού καθώς μαζί με τα περίπου 300 κυβικά χώματος απομακρύνθηκαν, σύμφωνα με το Συμβούλιο, προσωπικά αντικείμενα επιβατών, συντρίμμια και υπολείμματα των αμαξοστοιχιών και των συστημάτων τους, αλλά και βιολογικό υλικό που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ταυτοποίηση θυμάτων.
Αναφορικά με τον Χρ. Τριαντόπουλο και τον Κ. Αγοραστό το βούλευμα αναγράφει πως «ενεργώντας στο πλαίσιο κοινής τους δράσης και κατόπιν συναπόφασής τους, ο μεν πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας έδωσε εντολή στον υπεύθυνο των οχημάτων “να προβεί α) σε επίστρωση του δρόμου στον τόπο του ατυχήματος με χαλίκια και β) σε επίστρωση τμήματος εδάφους στον τόπο του ατυχήματος με τριμμένη πίσσα”» και ο πρώην υφυπουργός «δεν προέβη σε καμία ενέργεια προκειμένου να αποτρέψει την ενέργεια αυτή, μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, παρεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα και αλλοιώνοντας τον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος και τον πέριξ αυτού χώρο […]. Είχαν δε ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή το εν λόγω σιδηροδρομικό δυστύχημα – βιοτικό συμβάν, προς τον σκοπό, αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των διερευνώμενων αδικημάτων, που και πάλι συνίστανται στη μη έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης του δυστυχήματος – εγκλήματος, δοθέντος μάλιστα ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων, καθώς και η συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, ενώ ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και αγνοούμενοι.
Βλάβη
Η εκδηλωθείσα συμπεριφορά τους ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προκαλέσει βλάβη στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και να περιποιήσει το πιο πάνω όφελος, αφού σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από αυτούς με τέτοιο τρόπο (διά της επίστρωσης του εδάφους με χαλίκια και πίσσα), που επέφερε αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος, ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές, καθώς και να προκαλέσουν τη ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος, προκαλώντας παράλληλα βλάβη στους παθόντες και στις οικογένειες των θυμάτων του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, καθώς αποστερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό προς άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων».
Αξίζει να αναφερθεί πως η δικογραφία για τρεις χαμηλόβαθμους υπαλλήλους της Πυροσβεστικής διαχωρίζεται και διαβιβάζεται στη Λάρισα για περαιτέρω έρευνα.
Πρόκειται για την έκτη φορά που θα συγκληθεί Ειδικό Δικαστήριο, ενώ για πρώτη φορά πρώην υπουργός της Ν.Δ. οδηγείται ενώπιόν του. Η διαδικασία αναμένεται να κινηθεί τους επόμενους μήνες, με πιθανό ορίζοντα έναρξης από τον Δεκέμβριο του 2026 έως τις αρχές του 2027.
ΑΠΟΡΡΙΨΗ
Το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα του Χρήστου Τριαντόπουλου για περαιτέρω κύρια ανάκριση και νέα εξέταση του Ιωάννη Μπρατάκου σχετικά με το εύρος των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί στο πεδίο. Το αίτημα κρίθηκε αβάσιμο, καθώς τα ήδη συγκεντρωμένα στοιχεία κρίθηκαν επαρκή.
Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ