Τέμπη: Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες των επιζώντων – «Την ώρα της σύγκρουσης κοιταζόμασταν με την Ελπίδα»
Συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων της πολύνεκρης σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών ακούστηκαν στη δικαστική αίθουσα της Λάρισας, όπου συνεχίστηκε η δίκη για το δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Οι καταθέσεις περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές μετά τη σύγκρουση, τις προσπάθειες απεγκλωβισμού μέσα σε καπνούς και φλόγες, αλλά και το ψυχικό βάρος που εξακολουθούν να κουβαλούν όσοι επέζησαν.
Σύμφωνα με πληροφορίες του onlarissa.gr, ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η κατάθεση της Μυρσίνης Πρασσά, η οποία επέβαινε στο δεύτερο βαγόνι μαζί με τη φίλη της, Ελπίδα Χούπα, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα. Η ίδια τραυματίστηκε βαρύτατα, έμεινε σε κώμα για 30 ημέρες και υποβλήθηκε σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις, ενώ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανάκληση των γεγονότων εκείνης της νύχτας.
Η Μυρσίνη Πρασσά καθόταν δίπλα στην Ελπίδα, η οποία είχε τη θέση στο παράθυρο, ενώ απέναντί τους βρίσκονταν ο Γεράσιμος και ο Κυπριανός. Όπως κατέθεσε, είχε προτείνει στη φίλη της να παρατείνουν την παραμονή τους, ωστόσο εκείνη έπρεπε να επιστρέψει για να παραδώσει μια εργασία.
Η τελευταία ανάμνησή της πριν από τη σύγκρουση ήταν ένα τηλεφώνημα στον πατέρα της, στον οποίο είχε αναφέρει ότι το τρένο είχε σταματήσει ξανά. Από εκείνο το σημείο και μετά, οι μνήμες της είναι αποσπασματικές. «Βρέθηκα έξω από το βαγόνι. Δεν θυμάμαι ποιοι με έβγαλαν», ανέφερε, εξηγώντας ότι το σοβαρότερο τραύμα της ήταν στο κρανίο.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει και χρειάστηκε λογοθεραπεία για να σχηματίσει ξανά λέξεις. Αναφερόμενη στις τελευταίες στιγμές που θυμάται μαζί με την Ελπίδα Χούπα, είπε: «Την στιγμή της σύγκρουσης θυμάμαι πως κοιταζόμασταν με την Ελπίδα».
Η επιζήσασα εξέφρασε επίσης την οργή της για την απουσία των κατηγορουμένων από τη δικαστική αίθουσα, ζητώντας να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για την τραγωδία. «Εγώ δεν θα ηρεμήσω αν δεν βρεθεί η αλήθεια», τόνισε, ενώ αναφέρθηκε και στα χρήματα που, όπως υποστήριξε, διατέθηκαν μετά το δυστύχημα για παρεμβάσεις στον χώρο.
Η μάχη μιας μητέρας να σώσει τον επτάχρονο γιο της
Συγκλονιστική ήταν και η μαρτυρία της Ζωής Σιώζη, η οποία ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι μαζί με τον επτάχρονο γιο της. Το παιδί είχε μόλις ολοκληρώσει θεραπεία μετά από σοβαρή επέμβαση και οι δυο τους επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια εξήγησε ότι είχε επιλέξει το τρένο επειδή το θεωρούσε ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς.
Αρχικά βρίσκονταν μόνοι τους στο κουπέ, ωστόσο κάποια στιγμή πήγαν στο κυλικείο, όπου επικρατούσε συνωστισμός και αρκετοί επιβάτες ήταν όρθιοι. Μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα, το τρένο άρχισε σταδιακά να αναπτύσσει ταχύτητα. Ακολούθησε ένα απότομο φρενάρισμα και στη συνέχεια η σφοδρή σύγκρουση.
Η Ζωή Σιώζη έπεσε πάνω στο παιδί της και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια. Το βαγόνι είχε παραμορφωθεί και τα αντικείμενα είχαν μετακινηθεί, ενώ η ίδια προσπαθούσε απεγνωσμένα να εντοπίσει τον γιο της. «Φώναζα για να βρω το παιδί. Προσπάθησα να τον σηκώσω καθώς δεν ήταν κοντά μου», κατέθεσε.
Μέσα στο διαλυμένο βαγόνι εντόπισε ένα στενό άνοιγμα προς τη διπλανή καμπίνα. Άλλοι επιβάτες, που είχαν ήδη καταφέρει να βγουν, την καλούσαν να εγκαταλείψει γρήγορα το τρένο, εκείνη όμως προσπαθούσε να απεγκλωβίσει το παιδί της.
Καθοριστική ήταν η βοήθεια του νεαρού συνεπιβάτη Δημήτρη Κωσταρέλου, ο οποίος, μαζί με έναν ακόμη επιβάτη, βοήθησε μητέρα και γιο να βγουν από το βαγόνι. Χρειάστηκε να κατέβουν από ύψος περίπου δύο μέτρων, ενώ γύρω τους υπήρχαν καπνοί και εστίες φωτιάς.
Η προσπάθεια απομάκρυνσης από το σημείο της σύγκρουσης ήταν εφιαλτική. Η γυναίκα αναγκάστηκε να κινηθεί πάνω στα συντρίμμια του κυλικείου, ενώ έβλεπε άλλους επιβάτες και παιδιά να σκαρφαλώνουν στα βαγόνια αναζητώντας διέξοδο. «Όλα καίγανε», ανέφερε, περιγράφοντας τις φλόγες στο βαγόνι όπου επέβαινε.
Παράλληλα, ακούγονταν φωνές για βοήθεια και προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο νέας έκρηξης. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, το βαγόνι εξακολουθούσε να καίγεται ακόμη και όταν είχαν απομακρυνθεί. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, με την ίδια να αισθάνεται έντονο κάψιμο στον λαιμό και δυσκολία στην αναπνοή, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την οσμή που επικρατούσε. «Ο πανικός και ο φόβος ήταν ακραίος εκείνη τη στιγμή», είπε, εξηγώντας ότι όσο απομακρυνόταν προς τις σιδηροδρομικές γραμμές τόσο ευκολότερα ανέπνεε.
«Εμείς που επιζήσαμε δεν σημαίνει ότι είναι όλα καλά»
Η Ζωή Σιώζη μίλησε και για τις συνέπειες που εξακολουθεί να έχει στη ζωή της η τραγωδία. Παρότι κατάφερε να σώσει τον γιο της, όπως εξομολογήθηκε, συνεχίζει να αναρωτιέται αν θα μπορούσε να επιστρέψει στα συντρίμμια για να βοηθήσει άλλους ανθρώπους.
«Είναι μια ζωή πριν τα Τέμπη και μια ζωή μετά τα Τέμπη», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι το γεγονός πως κάποιος επέζησε δεν σημαίνει ότι έχει αφήσει πίσω του όσα έζησε.
Αναφερόμενη στους 57 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους, ζήτησε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες της τραγωδίας. Παράλληλα, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογένειες των θυμάτων και στον σεβασμό που οφείλεται στον πόνο τους. «Αν έχανα τον γιο μου δεν θα μπορούσα να ζήσω», είπε, τονίζοντας την ανάγκη να αποκαλυφθούν όλα όσα συνέβησαν, ώστε να μην ξαναβρεθούν άλλοι επιβάτες σε αντίστοιχη κατάσταση.
«Κώστα, τρακάραμε, καιγόμαστε» – Το τηλεφώνημα μετά τη σύγκρουση
Στη δικαστική αίθουσα κατέθεσε και ο σύζυγος της Ζωής Σιώζη, Κωνσταντίνος Τσαβλής, περιγράφοντας την αγωνία που έζησε όταν δέχθηκε το τηλεφώνημά της αμέσως μετά το δυστύχημα.
Όπως ανέφερε, η σύζυγός του τον κάλεσε στις 23.38, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και προσπαθούσε να απομακρυνθεί από το κατεστραμμένο τρένο. «Κώστα τρακάραμε. Κώστα το παιδί, το παιδί», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσε. Στη συνέχεια, η γυναίκα του φώναζε ότι καίγονταν και προσπαθούσε να βγει από την αμαξοστοιχία.
Ο ίδιος κατέθεσε ότι αρχικά δεν μπορούσε να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής. Προσπαθούσε να καθησυχάσει τη σύζυγό του, ενώ η τηλεφωνική επικοινωνία διακοπτόταν και αναγκαζόταν να την καλεί ξανά. Η σοβαρότητα της κατάστασης έγινε αντιληπτή όταν είδε ασθενοφόρα και πυροσβεστικά οχήματα να κατευθύνονται προς το σημείο της σύγκρουσης.
Όταν έφτασε στο νοσοκομείο, αντίκρισε, όπως κατέθεσε, μια τραγική κατάσταση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η μεγαλύτερη αγωνία του ήταν να μάθει τι είχε συμβεί στη σύζυγο και στο παιδί του.
Δεν άντεξε να βρεθεί στη δικαστική αίθουσα η σύζυγος του Βάιου Βλάχου
Στη διάρκεια της διαδικασίας αναγνώστηκε και η κατάθεση της Δάφνης Μπρέλα, η οποία τραυματίστηκε στο σιδηροδρομικό δυστύχημα και έχασε τον σύζυγό της, Βάιο Βλάχο.
Η ίδια ενημέρωσε το δικαστήριο ότι αδυνατεί να ταξιδέψει στη Λάρισα και να καταθέσει αυτοπροσώπως, λόγω της έντονης ψυχολογικής και συναισθηματικής επιβάρυνσης που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέγνωσε και τη σχετική ιατρική γνωμάτευση που είχε προσκομιστεί για την αδυναμία της να παραστεί στη διαδικασία.
Το δυστύχημα στο Lerum της Σουηδίας
Στη σημερινή συνεδρίαση ζήτησε επίσης να καταθέσει και ο Λάζαρος Παπαζήσης, ο οποίος δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ακριβώς σε ποιο βαγόνι ήταν, αναφέροντας πως είδε δύο επιβάτες αξιωματικούς να τραβούν δύο τραυματίες από τα συντρίμμια.
Να σημειωθεί πως λίγο πριν την ολοκλήρωση της συνεδρίασης ο κ. Λεωνίδας Κουμπούρας συνήγορος συγγενών θυμάτων και τραυματιών προσκόμισε δύο έγγραφα.
Το πρώτο αφορά έξι προσομοιώσεις με την μέθοδο υπολογιστικής ρευστοδυναμικής CFD (Computational fluid dynamics) του ειδικού επιστημονικού συνεργάτη του Πανεπιστημίου της Γάνδης Γεώργιου Μαραγκού σχετικά με την πυρόσφαιρα, στις οποίες καταγράφονται αντίθετα συμπεράσματα από το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και μια μελέτη για τους κινδύνους πυρκαγιάς σε ηλεκτρικούς σταθμούς και την συμπεριφορά των ελαίων σιλικόνης.
Ο κ. Κουμπούρας ζήτησε επίσης από το δικαστήριο να αναζητήσει την έκθεση από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στην πόλη Lerum της Σουηδίας, όπου οι συνθήκες ήταν παρόμοιες με το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη για το ζήτημα της πυρόσφαιρας και της φωτιάς.
Η δίκη συνεχίζεται αύριο Τρίτη.