Τι συμβαίνει στην Πολωνία: Γιατί δυνάμεις καταστολής εισέβαλαν στο Συνταγματικό Δικαστήριο (Video)
Στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας εισέβαλαν δυνάμεις καταστολής, καθώς διαμαρτυρίες ξέσπασαν μετά την ανακοίνωση της παύσης από τα καθήκοντά τους του προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας, Μπογκντάν Σφιεντσκόφσκι, και του αναπληρωτή του, Μπαρτλομιέι Σοχάνσκι.
Οι εξελίξεις αυτες έρχονται εν μέσω διαφωνιών που κρατούν εδώ και χρόνια αναφορικά με τη νομιμότητα της σύνθεσης του δικαστικού σώματος. Η τελευταία αυτή κίνηση, ωστόσο, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του δεξιού κόμματος της αντιπολίτευσης «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS), με τον αρχηγό του, Γιαροσλάβ Κατσίνσκι (Jarosław Kaczyński), να καταγγέλλει αυτό που χαρακτήρισε «επίθεση» κατά του δικαστηρίου.
Τι συμβαίνει στην Πολωνία
Το δικαστήριο αποφαινόταν συχνά υπέρ της υπεροχής της πολωνικής νομοθεσίας έναντι του δικαίου της ΕΕ, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να κατηγορήσει το ανώτατο δικαστήριο της Πολωνίας ότι βρισκόταν υπερβολικά κοντά στην εθνικιστική πολιτική εξουσία της εποχής.
Ο συντηρητικός πρόεδρος της χώρας, Κάρολ Ναβρότσκι (Karol Nawrocki), που υποστηρίζεται από το PiS και είναι στενός σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ, άλλαξε πορεία με το αεροπλάνο του, ενώ κατευθυνόταν προς τη Σενεγάλη για επίσημη κρατική επίσκεψη, προκειμένου να επιστρέψει στη Βαρσοβία και να παρέμβει στην κρίση του δικαστηρίου το βράδυ της Παρασκευής.
Εκατοντάδες διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και βουλευτές της αντιπολίτευσης, συγκεντρώθηκαν έξω από το κτίριο για να εκφράσουν τη στήριξή τους στους δικαστές που τέθηκαν σε αναστολή.
Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι συνέλαβε τρία άτομα, αφού ορισμένοι διαδηλωτές πέρασαν τον φράχτη του δικαστηρίου και άλλοι πέταξαν αντικείμενα εναντίον των αστυνομικών.
Επεισόδιο του Ναβρότσκι με δικαστές
Λίγο πριν από τη 1 τα ξημερώματα του Σαββάτου (31/10), ο Ναβρότσκι εμφανίστηκε έξω από το δικαστήριο και πέρασε μέσα από τον αστυνομικό κλοιό. Σε βίντεο καταγράφεται ο πρόεδρος να έρχεται σε αντιπαράθεση με το προσωπικό ασφαλείας και άλλους δικαστές, προκειμένου να εξασφαλίσει την είσοδό του στο κτίριο. Μέχρι τις 4 τα ξημερώματα, τοπική ώρα, ο πρόεδρος παρέμενε εντός του κτιρίου.
Σε βίντεο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, ο Ναβρότσκι ακούγεται να δηλώνει ότι οι κυβερνητικά διορισμένοι «δεν ήταν δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου».
Σε ανακοίνωση που διαβάστηκε εκ μέρους του έξω από το δικαστήριο στις 5 το πρωί, ο Ναβρότσκι επέκρινε «την παραβίαση της συνταγματικής τάξης της Πολωνίας», υποστηρίζοντας ότι «ένα συνταγματικό όργανο καταλήφθηκε διά της βίας». Παράλληλα, κάλεσε τις δυνάμεις ασφαλείας να αποχωρήσουν από τις εγκαταστάσεις.
Η πολυετής σύγκρουση
Η νέα αυτή σύγκρουση αναμένεται να εντείνει περαιτέρω την πόλωση στη χώρα, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια δραματική πολιτική αναμέτρηση στις βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η λαϊκιστική δεξιά έχει πιθανότητες να επιστρέψει στην εξουσία στην Πολωνία.
Το δικαστήριο βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διαμάχης που ξεκίνησε το 2015, όταν η απερχόμενη κεντρώα κυβέρνηση και η επερχόμενη δεξιά κυβέρνηση προχώρησαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε αμφιλεγόμενες από νομική άποψη κινήσεις, επιχειρώντας να διαμορφώσουν τη σύνθεση του δικαστηρίου με πρόσωπα της επιλογής τους.
Η διαμάχη γύρω από τους διορισμούς παρέλυσε τη λειτουργία του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδει ο Guardian. Ακολούθησαν νέες προσπάθειες αποδυνάμωσής του κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών διακυβέρνησης του PiS, μιας περιόδου αυταρχικής διακυβέρνησης, η οποία σημαδεύτηκε από συγκρούσεις με την ΕΕ σχετικά με το κράτος δικαίου.
Από την επιστροφή του στην εξουσία το 2023, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ (Donald Tusk), έχει δεσμευτεί επανειλημμένα να ανατρέψει τις αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις, επιδιώκοντας την αποκατάσταση των σχέσεων με τις Βρυξέλλες, ενώ παράλληλα αρνείται να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του δικαστηρίου υπό τη σημερινή του μορφή.
Ωστόσο, οι προσπάθειές του έχουν προσκρούσει σε προέδρους που πρόσκεινται στην αντιπολίτευση, οι οποίοι αξιοποίησαν το δικαίωμα αρνησικυρίας τους (βέτο), καθώς και τις ευρείες ερμηνείες των προεδρικών αρμοδιοτήτων, για να μπλοκάρουν τις μεταρρυθμίσεις.
Η τελευταία εξέλιξη της υπόθεσης
Στην τελευταία εξέλιξη της υπόθεσης, φέτος, ο Ναβρότσκι, ο οποίος κέρδισε απροσδόκητα τις περσινές προεδρικές εκλογές απέναντι στον υποψήφιο του Τουσκ, αρνήθηκε να ορκίσει πέντε δικαστές που είχαν εκλεγεί από το σημερινό κοινοβούλιο, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τη νομική κατάσταση.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για το κράτος δικαίου, η Επιτροπή της Βενετίας, δήλωσε ότι η άρνηση του προέδρου δεν θα πρέπει να εμποδίσει τους δικαστές να αναλάβουν τα καθήκοντά τους.
Το βράδυ της Παρασκευής, ομάδα δικαστών που είχαν εκλεγεί από την κυβερνητική πλειοψηφία προχώρησε στην αναστολή καθηκόντων του Σβιεντσκόφσκι, πρώην υπουργού επί κυβέρνησης PiS, αναλαμβάνοντας παράλληλα τον διαδικαστικό έλεγχο του δικαστηρίου.
Η Άννα Κορβίν-Πιοτρόφσκα (Anna Korwin-Piotrowska), μία από τους πέντε δικαστές που δεν αναγνωρίστηκαν από τον Ναβρότσκι, δήλωσε ότι ανέλαβε την κορυφαία θέση, επικαλούμενη τη μεγαλύτερη δικαστική εμπειρία της.
Οι ειδικοί εμφανίζονται βαθιά διχασμένοι ως προς τη νομιμότητα της αναστολής του δικαστή. Ο Μάρτσιν Μάτσακ (Marcin Matczak), διακεκριμένος νομικός και έντονος επικριτής του PiS, δήλωσε ότι «δεν πίστευε ποτέ πως θα έφτανε στο σημείο να υπερασπίζεται» τον Σβιεντσκόφσκι, ωστόσο θεωρεί ότι η νομική βάση για την αναστολή του «δεν υφίσταται».
Σε ξεχωριστή εξέλιξη, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Βάλντεμαρ Ζούρεκ (Waldemar Żurek), ανακοίνωσε ότι ζήτησε την άρση της νομικής ασυλίας του Σβιεντσκόφσκι και του αναπληρωτή προέδρου Σοχανσκι, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους για παρεμπόδιση της λειτουργίας του δικαστηρίου.
Παρά τις επικρίσεις, ο Τουσκ επέμεινε ότι «η αποκατάσταση του κράτους δικαίου αποτελεί καθήκον μας».
«Ύστερα από χρόνια ανομίας επί διακυβέρνησης του PiS, πρόκειται για μια δύσκολη διαδικασία, μερικές φορές επώδυνη, η οποία απαιτεί αποφασιστική δράση. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος», υποστήριξε.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, είχε δεσμευτεί ότι «το δικαστήριο θα αρχίσει να λειτουργεί σύμφωνα με το Σύνταγμα, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι».
Ο υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, Ράντοσλαβ Σικόρσκι (Radosław Sikorski), δήλωσε σε δημοσιογράφους, στο περιθώριο της συνόδου της G20 στην Ατλάντα, ότι «το Συνταγματικό Δικαστήριο πολιτικοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κυβέρνησης».
«Αυτό που συμβαίνει έχει ως στόχο να επιτρέψει στην πλειοψηφία των νομίμως εκλεγμένων δικαστών να επαναφέρουν τη λειτουργία του δικαστηρίου», ανέφερε.
«Πραξικόπημα»
Ηγέτες της αντιπολίτευσης, καθώς και ο λογαριασμός του δικαστηρίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι προχώρησε σε δικαστικό «πραξικόπημα». Αρκετές προσωπικότητες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, μεταξύ των οποίων ο Βρετανός Νάιτζελ Φάρατζ, η Λιζ Τρας και ο Ολλανδός Γκερτ Βίλντερς, καταδίκασαν επίσης την κίνηση.
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Πολωνία, Τομ Ρόουζ, έγραψε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X:
«Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται απόψε […] είναι εξαιρετικά σοβαρά».
«Οι δύο πλευρές παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικές εκδοχές για το τι συνέβη και για ποιον λόγο», ανέφερε. «Όποια κι αν είναι τελικά τα πραγματικά περιστατικά, η συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων έξω από το δικαστήριο καθιστά μια ήδη επικίνδυνη κατάσταση ακόμη πιο εκρηκτική. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Πολωνία είναι μια αντιπαράθεση που θα ξεφύγει από τον έλεγχο και θα εξελιχθεί σε κάτι πολύ χειρότερο».