Γερμανία: 105χρονος πρώην φρουρός του ναζιστικού στρατοπέδου Stalag 326 ερευνάται για συνέργεια σε δολοφονίες
ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΟΤΡΩΤΣΙΟΥ
Η Χάνα Άρεντ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «Schreibtischtäter» –τον «δράστη του γραφείου»– για να περιγράψει εκείνους που, χωρίς απαραίτητα να σκοτώνουν με τα ίδια τους τα χέρια, αποτελούσαν μέρος ενός μηχανισμού που οργάνωνε και επέτρεπε τη μαζική εξόντωση. Οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή ακριβώς η αντίληψη βρίσκεται πίσω από μία από τις τελευταίες προσπάθειες της γερμανικής Δικαιοσύνης να λογοδοτήσουν άνθρωποι που υπηρέτησαν τον ναζιστικό μηχανισμό.
Στο επίκεντρο της τελευταίας υπόθεσης βρίσκεται ένας άνδρας 105 ετών, ο οποίος ερευνάται ως ύποπτος για συνέργεια σε πολλαπλές δολοφονίες. Σύμφωνα με τον Guardian, οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές θεωρούν ότι υπηρέτησε ως φρουρός στο Stalag 326 VI K, στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην περιοχή Σένε της δυτικής Γερμανίας, στη σημερινή Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία.

Το Stalag 326 (VI K) Senne δεν ήταν ένα περιφερειακό στρατόπεδο αιχμαλώτων. Αποτελούσε σημαντικό κόμβο του συστήματος καταναγκαστικής εργασίας των Ναζί: σύμφωνα με το μνημείο και κέντρο τεκμηρίωσης που λειτουργεί σήμερα στον χώρο, περίπου ένας στους τρεις Σοβιετικούς
αιχμαλώτους πολέμου που μεταφέρθηκαν στο Γερμανικό Ράιχ πέρασε από το δίκτυό του. Το στρατόπεδο λειτουργούσε κυρίως ως κέντρο καταγραφής, επιλογής και μεταφοράς εργατικού δυναμικού για τη στρατιωτική περιφέρεια VI, που αντιστοιχούσε σε μεγάλο βαθμό στη σημερινή Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Χιλιάδες αιχμάλωτοι διοχετεύονταν από εκεί σε εργοστάσια, επιχειρήσεις και στην εξόρυξη πρώτων υλών, μεταξύ άλλων στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ.
Οι πρώτοι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι έφτασαν στο Stalag 326 στις 10 Ιουλίου 1941, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τον αμερικανικό στρατό, στις 2 Απριλίου 1945, είχαν καταγραφεί εκεί περίπου 180.000 έως 200.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι. Οι συνθήκες κράτησής τους χαρακτηρίζονταν από υποσιτισμό, ελλιπή ιατρική περίθαλψη, άθλιες συνθήκες υγιεινής και εξαντλητική καταναγκαστική εργασία. Πολλοί πέθαναν από την πείνα, τις ασθένειες και τις συνέπειες της εργασιακής εκμετάλλευσης.
Η τύχη των κρατουμένων του Stalag 326 εντάσσεται στη γενικότερη μεταχείριση των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου από το ναζιστικό καθεστώς. Από τα περίπου 5,3 έως 5,7 εκατομμύρια Σοβιετικούς στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν, υπολογίζεται ότι 2,3 έως 3 εκατομμύρια δεν επέζησαν της γερμανικής αιχμαλωσίας. Παρότι η ναζιστική Γερμανία είχε επικυρώσει τις Συμβάσεις της Γενεύης και της Χάγης, δεν εφάρμοσε τις προβλεπόμενες εγγυήσεις απέναντι στους Σοβιετικούς αιχμαλώτους, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με υποσιτισμό, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη, άθλιες συνθήκες υγιεινής και καταναγκαστική εργασία. Οι περισσότεροι από όσους έχασαν τη ζωή τους πέθαναν από την πείνα, σοβαρές ασθένειες και τις συνέπειες της εξαντλητικής εργασίας.
Η Εισαγγελία του Ντόρτμουντ ερευνά πλέον κατά πόσο ο 105χρονος, μέσω της υπηρεσίας του ως φρουρός, συνέβαλε στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκεί. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πως ο ίδιος σκότωσε κάποιον με τα χέρια του. Η παρουσία και η δράση ενός φρουρού μέσα σε έναν μηχανισμό συστηματικών δολοφονιών μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν τη βάση για κατηγορία συνέργειας.

Το προηγούμενο που άλλαξε τις διώξεις
Καθοριστική για αυτή τη μετατόπιση της γερμανικής Δικαιοσύνης υπήρξε η υπόθεση του Τζον Ντεμιάνιουκ. Ο πρώην φρουρός του στρατοπέδου εξόντωσης Σομπιμπόρ, στην κατεχόμενη Πολωνία, καταδικάστηκε το 2011 για συνέργεια στη δολοφονία περισσότερων από 28.000 Εβραίων.
Οι εισαγγελείς δεν διέθεταν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Ντεμιάνιουκ είχε σκοτώσει προσωπικά κάποιον. Υποστήριξαν όμως ότι η υπηρεσία του στο Σομπιμπόρ ήταν αρκετή για να θεωρηθεί ότι συνέβαλε στη λειτουργία του μηχανισμού εξόντωσης.
Ο Ντεμιάνιουκ πέθανε το 2012, σε ηλικία 91 ετών, ενώ εκκρεμούσε η έφεσή του. Η υπόθεσή του, ωστόσο, άνοιξε τον δρόμο για τη δίωξη ανθρώπων που για δεκαετίες είχαν παραμείνει εκτός δικαστικών αιθουσών επειδή ο ρόλος τους θεωρούνταν δευτερεύων.
Έκτοτε, ενώπιον της γερμανικής Δικαιοσύνης έχουν βρεθεί υπερήλικες πρώην φρουροί και εργαζόμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ίρμγκαρντ Φούρχνερ, η οποία εργάστηκε από το 1943 έως το 1945 ως γραμματέας του διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Στούτχοφ. Καταδικάστηκε σε διετή ποινή φυλάκισης με αναστολή για συνέργεια σε φόνο. Η υπόθεσή της προκάλεσε ιδιαίτερη δημοσιότητα όταν, την ημέρα που επρόκειτο να αρχίσει η δίκη της, εγκατέλειψε τον οίκο ευγηρίας όπου διέμενε.
Το 2022, ο Γιόζεφ Σιτς, πρώην φρουρός στο Ζάξενχαουζεν, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για συνέργεια σε φόνο. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία 102 ετών.
Μια τελευταία δικαστική μάχη με τον χρόνο
Η υπόθεση του 105χρονου εντάσσεται πλέον σε μια δικαστική μάχη με τον χρόνο. Οι γερμανικές αρχές επιχειρούν να εξετάσουν τις τελευταίες υποθέσεις ανθρώπων που φέρονται να συμμετείχαν στον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς οι περισσότεροι από τους επιζώντες υπόπτους βρίσκονται πλέον σε εξαιρετικά προχωρημένη ηλικία.
Την προκαταρκτική έρευνα για τον 105χρονο πραγματοποίησε η Κεντρική Υπηρεσία Διερεύνησης Εγκλημάτων του Εθνικοσοσιαλισμού στο Λούντβιχσμπουργκ, η οποία στη συνέχεια διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Ντόρτμουντ. Μαζί είχε ερευνηθεί και ένας δεύτερος πρώην φρουρός, ο οποίος, σύμφωνα με γερμανικά μέσα ενημέρωσης, έχει στο μεταξύ πεθάνει.
Αν η υπόθεση φτάσει τελικά στο δικαστήριο, δεν θα αφορά μόνο τις πράξεις ενός 105χρονου. Αναμένεται να επαναφέρει στο προσκήνιο ολόκληρο το σύστημα των Stalag και ιδιαίτερα όσα συνέβησαν στο Σένε.
Συνολικά, έως και 5,7 εκατομμύρια Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου βρέθηκαν υπό γερμανική αιχμαλωσία. Περισσότεροι από τους μισούς δεν επέζησαν.
Πηγή: in.gr