«Δουλεύουμε σε τουριστικά “φέρετρα”»: Οι εργαζόμενοι λένε στη ROSA γιατί δεν επιλέγουν πια τη σεζόν
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΚΙΜΠΟΡΟΠΟΥΛΟΥ
Η Ελλάδα έχει εδώ και χρόνια αναδειχθεί σε έναν από τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς στον κόσμο
για τον ήλιο, τα όμορφα τοπία της, τα νησιά της, τις παραλίες της, αλλά και την ξεγνοιασιά που προσφέρει σε όσους την επισκέπτονται. Ωστόσο, όπως σε κάθε χώρα που χρόνο με τον χρόνο πλημμυρίζει από κόσμο και πλήττεται από τον υπερτουρισμό, την αναψυχή και την ξεγνοιασιά των τουριστών την «πληρώνουν» οι εργαζόμενοι στη θερινή σεζόν.
Οι εργαζόμενοι κάποτε επέλεγαν την εργασία στον τουρισμό, την εστίαση ή τη φιλοξενία προκειμένου να βγάλουν «χαρτζιλίκι» και να ενισχύσουν το εισόδημά τους για τον υπόλοιπο χρόνο. Οι πιο νέοι προτιμούσαν αυτού του είδους την προσωρινή απασχόληση εάν ήταν φοιτητές που άφηναν πίσω τους την ιδέα των διακοπών και εργάζονταν τα καλοκαίρια προκειμένου να μπορούν να βγάλουν την υπόλοιπη χρονιά. Στις μέρες μας, τα στοιχεία δείχνουν ότι η σεζόν φαντάζει ολοένα και λιγότερο ελκυστική με την πάροδο των χρόνων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία από το ΕΡΓΑΝΗ και από τα πρωτοβάθμια σωματεία σε όλη την χώρα, οι εργαζόμενοι στον επισιτισμό-τουρισμό προσεγγίζουν τις 500.000.
Ο αριθμός φαίνεται μεγάλος, όμως, σύμφωνα με στοιχεία της Deloitte φέτος υπάρχουν 85.000 κενές θέσεις εργασίας, με τον ξενοδοχειακό κλάδο να αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες ελλείψεις.
Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;
«Είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2021 μετά την επανεκκίνηση του κλάδου από την πανδημία. Οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, τα εξαντλητικά ωράρια σε συνδυασμό με την πενιχρή στήριξη των εργαζομένων τους χειμερινούς μήνες – το ταμείο ανεργίας των εποχικά εργαζόμενων παραμένει με μνημονιακό νόμο καθηλωμένο στους τρεις μήνες – εξηγούν το φαινόμενο της μεγάλης φυγής!», λέει στη ROSA o Γιώργος Χότζογλου, πρόεδρος της ΠΟΕΕΤ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στον Επισιτισμό – Τουρισμό).
«Δουλεύουμε σε τουριστικά “φέρετρα”»
«Τι μας υποχρεώνει να φύγουμε για σεζόν; Η μεγάλη ακρίβεια των αγαθών, όλων των προϊόντων διαβίωσης και φυσικά, οι ανατιμήσεις της ενέργειας που υποβαθμίζουν σταθερά την αγοραστική δύναμη των αμοιβών μας και κατά συνέπεια αποδομούν, το βιοτικό μας επίπεδο. Το γεγονός πως “δε βγαίνει” ο μήνας, πως δηλαδή πιεζόμαστε να πληρώσουμε το νοίκι μας, να κάνουμε τις αγορές μας από το σούπερ μάρκετ, να ξοφλήσουμε τους λογαριασμούς μας και να ανταποκριθούμε σε όποιο άλλο έξοδο προκύψει στο μεταξύ», λέει στη ROSA η Αναστασία Θεοχαρίδη, μέλος του συνδικάτου επισιτισμού τουρισμού «Λάντζα» που εργάζεται σεζόν τα τελευταία χρόνια.
«Ο μισθός μας, τα χρήματα από την εργασία μας δεν επαρκούν να βγούμε βόλτα, να ψυχαγωγηθούμε, να έχουμε ικανοποιητική ποιότητα ζωής. Κάτω υπό αυτές τις συνθήκες αναγκαζόμαστε να πάμε για δουλειά σε κάποιο τουριστικό “φέρετρο” κι όχι θέρετρο, με σκοπό να εξοικονομήσουμε κάποια χρήματα για το κόστος ζωής του χειμώνα, προκειμένου να είμαστε λίγο πιο άνετα», προσθέτει.
Οι συνθήκες εργασίας για τον μέσο άνθρωπο που επιλέγει τη σεζόν ως διέξοδο από το οικονομικό του τέλμα είναι τουλάχιστον απάνθρωπες. Τα εξαντλητικά ωράρια και η θερμική καταπόνηση (για την περίοδο του καλοκαιριού τουλάχιστον) είναι συνθήκες που θεωρούνται πλέον αναμενόμενες – αν όχι δεδομένες.
«Αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε 10 και 12 ώρες μέσα στον ήλιο και τον καύσωνα. Για ρεπό ούτε λόγος. Το επταήμερο έχει κανονικοποιηθεί πλήρως, λόγω της εντατικοποίησης της εργασίας μας. Οι υπερωρίες δεν πληρώνονται φυσικά, αφού υπάρχει πλέον η δυνατότητα αποπληρωμής τους, με ρεπό στο τέλος της σεζόν», μας λέει η Αναστασία.
Στο κόκκινο οι αυθαιρεσίες των εργοδοτών
Φυσικά, δεν είναι να απορεί κανείς που οι Έλληνες εργοδότες εκμεταλλεύονται στο έπακρο το γεγονός ότι η χώρα «πνίγεται» στους τουρίστες κάθε καλοκαίρι και κρύβονται πίσω από τους δήθεν μεγάλους μισθούς που δίνουν προκειμένου να δίνουν όσο λιγότερες παροχές γίνεται.
«Στα περισσότερα μαγαζιά δεν δίνονται δώρα, ενώ ακόμα και τα ένσημα είναι μισά ή σε κάποιες περιπτώσεις δε δίνονται καθόλου. Είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε μέσα σε πολύ μικρά σπιτάκια, αρκετά άτομα μαζί και όπως καταλαβαίνεις αυτό προκαλεί ένα γενικότερο εκνευρισμό, γιατί μετά από μια κουραστική βάρδια, θες τον ιδιωτικό σου χώρο, ώστε να χαλαρώσεις και να ξεκουραστείς. Επίσης, πολλές φορές δεν προσφέρεται ούτε το κυρίως γεύμα μέσα στη μέρα ή για το προσωπικό δίνεται αρκετά κακής ποιότητας φαγητό», λέει η Αναστασία.
Αν και η Αναστασία εξακολουθεί να εργάζεται σεζόν, υπάρχουν πολλά παραδείγματα εργαζομένων που εγκατέλειψαν τον κλάδο εξαιτίας της καταχρηστικής συμπεριφοράς των εργοδοτών τους.
«Σταμάτησα να δουλεύω σεζόν μετά από κοροϊδία εργοδότη στα χρήματα μου. Δεν μου πλήρωσε ποτέ τις υπερωρίες και τα “μαύρα” που είχαμε συμφωνήσει. Όταν τα ζήτησα μου είπε πως του χρωστάω εγώ χρήματα, επειδή είχα σπάσει κάποια ποτήρια», λέει στη ROSA o 27χρονος Ν.Ζ. για την εργασιακή του εμπειρία ως μπάρμαν σε ξενοδοχείο σε γνωστό νησί των Κυκλάδων.
Ο ίδιος αναφέρεται και στην πρώτη του επαφή στον κλάδο του τουρισμού, την περίοδο 2018- 2019, όταν στα πλαίσια της πρακτικής του σε άλλο ξενοδοχείο, όπου «οι αποδοχές μου για ρεσεψιόν ήταν 500ευρώ την πρώτη χρόνια και 600 ευρώ τη δεύτερη ενώ οι “κανονικοί” συνάδελφοι που κάναμε την ίδια δουλειά χωρίς ρεπό να επισημανθεί έπαιρναν 1.500 το λιγότερο».
«Μου επιτέθηκε η σύζυγος του εργοδότη»
Η 24χρονη Α. διηγούμενη τις εμπειρίες της ως εργαζόμενη σε διάφορα ελληνικά νησιά αναφέρει πως κουράστηκε να δουλεύει κάτω από κακές συνθήκες και να αλλάζει περιβάλλον εργασίας κάθε 6 μήνες, χωρίς να παίρνει ούτε ένα ρεπό.
«Το 2025 στην Κέρκυρα απολύθηκα, επειδή πηγα τον γάτο μου στον κτηνίατρο όσο πάθαινε επιληπτικές κρίσει, ενώ είχε ενημερώσει ότι θα καθυστερούσα. Αφού μετά από μία ώρα πηγα στη δουλεια, η σύζυγος του εργοδότη μού επιτέθηκε σωματικά δυο φορές – μια φορά με έσπρωξε και μια άλλη πήγε να μου πάρει τα λεφτά από το χέρι και να μου τα σκίσει. Την ίδια χρονιά στη Τζια, ο εργοδότης μου δεν ήθελε να συζητήσουμε για τον μισθό, μου γιατί “δεν είναι ωραίο να μιλάμε για λεφτά”. Μέχρι να παραιτηθώ, δεν μου έδωσε ποτέ ξεκάθαρη απάντηση για το πόσα θα έπαιρνα. Σε φετινό περιστατικό, ενώ από κοινού συμφωνήσαμε σε λήξη της συνεργασίας μας με τους εργοδότες μου, δίνοντάς τους λίγες να βρουν άτομο και να εξετάσω κι εγώ τις επόμενες κινήσεις μου, το ακριβώς επόμενο πρωί μου έδωσαν 15 λεπτά να μαζέψω τα πράγματα μου και να φύγω», μας λέει.
«Το 2023 μετα από 5αμηνη σεζόν στη Σαντορίνη με 4 ρεπό όλη τη σεζόν βίωσα κατάθλιψη τόσο έντονη που δεν βγήκα από το σπίτι μου για 3 μήνες ουτε για να παρω τσιγάρα», λέει η Α.
«Την πρώτη φορά που πήγα σεζόν δεν είχα ιδέα πού πήγαινα. Δεν ήξερα κανέναν. Βρήκα μια αγγελία στο ίντερνετ για δουλειά στη Σκόπελο, μίλησα με τον ιδιοκτήτη και επειδή έτυχε να είμαστε και οι δύο στην Αθήνα εκείνη την περίοδο, βρεθήκαμε για μια συνέντευξη. Πολύ χαλαρά, σε φάση “πάμε να γνωριστούμε”. Η συμφωνία τότε μου φάνηκε τέλεια. 1.200 ευρώ τον μήνα συν τα τιπς και τους καλοκαιρινούς μήνες θα ανέβαινε ο μισθός. Σκέψου ότι στην Αθήνα έπαιρνα γύρω στα 800 ευρώ. Οπότε στο μυαλό μου έλεγα “εννοείται, φεύγω αύριο”. Μετά ήρθε η κουβέντα για το ωράριο. “Άνοιγμα με κλείσιμο”, μου λέει. Αυτό σημαίνει ότι ανοίγεις στις 6 το απόγευμα και φεύγεις όταν φύγει και ο τελευταίος πελάτης. Μόνο που ο τελευταίος πελάτης ειδικά τον Αύγουστο μπορεί να φύγει στις 4 ή στις 5 το πρωί. Και φυσικά δεν μπορείς να πας να του πεις “παιδιά, κλείσαμε, σηκωθείτε”», λέει στη ROSA η 26χρονη Η, που εργαζόταν ως μπαργούμαν.
Περιγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσής της, η Η. μας περιγράφει πως ζούσε σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα με άλλα δύο άτομα, δουλεύοντας 7 ημέρες ενώ είχε συμφωνήσει για 6.
«Και εκεί που είχα συμφωνήσει για εξαήμερο, ξαφνικά έγινε επταήμερο. Η κλασική ατάκα ήταν: “Έχει πολλή δουλειά, δεν έχω άλλον για το πόστο σου, είσαι αναντικατάστατη”. Που ακούγεται πολύ ωραίο σαν κομπλιμέντο… μέχρι να καταλάβεις ότι σημαίνει πως δεν θα πάρεις ποτέ ρεπό. Το επόμενο σοκ ήταν το σπίτι. Ήξερα ότι θα μένω με άλλα δύο άτομα. Λέω, οκ, δεν με πειράζει. Αλλά άλλο συγκατοίκηση και άλλο αυτό. Τρεις κοπέλες σε ένα μικρό δωμάτιο, με ένα κουζινάκι και ένα ψυγείο μέσα στον ίδιο χώρο, χωρίς πλυντήριο, χωρίς θερμοσίφωνα και με την οικογένεια του αφεντικού ακριβώς δίπλα. Μεσοτοιχία “χαρτί”. Ό,τι λέγαμε στο σπίτι το ήξερε την επόμενη μέρα. Ιδιωτική ζωή… μηδέν. Και φυσικά δεν επιτρεπόταν να φέρουμε ούτε φίλο ούτε συγγενή. Θυμάμαι είχε έρθει η μαμά μου να δει πού μένω και πραγματικά λίγο έλειψε να τη διώξουν», συνεχίζει η ίδια.
Για το ζήτημα της στέγης στην εποχιακή εργασία μας μιλάει και η 21χρονη Μ., η οποία περιγράφει τις συνθήκες διαβίωσης ως έναν από τους λόγους που την οδήγησαν στο να μην επιλέξει ξανά τη σεζόν.
«Στην αρχή θέλαν να μας δώσουν ένα δωμάτιο τύπου αποθήκη, κυριολεκτικά δεν είχε ούτε παράθυρο και πόρτα μπάνιου, ενώ το μπάνιο αποτελούνταν από μία λεκάνη και μια ντουζιέρα που χωριζόταν απλώς με μια κουρτίνα από τον υπόλοιπο χώρο. Ευτυχώς εμείς καταφέραμε κάπως να μείνουμε σε κάτι πιο νορμάλ. Κατά βάση, όμως, τα δωμάτια είχαν κοινόχρηστα μπάνια, 3-4 ντουζιέρες και τουαλέτες δηλαδή εξυπηρετούσαν 20 άτομα.», δηλώνει η Μ.
Στη συνέχεια, η Η. μας μιλάει για την εκμετάλλευση των εργαζομένων που καταλήγουν να εργάζονται σε παραπάνω από μία επιχειρήσεις καθώς «όλοι οι επιχειρηματίες γνωρίζονται μεταξύ τους».
«Αν ένας φίλος του αφεντικού ήθελε προσωπικό, πήγαινες εσύ. Όχι επειδή το ήθελες. Επειδή “να βοηθήσουμε, μας βοηθάνε κι αυτοί”. Κάπως έτσι έφτασε ο Αύγουστος και υπήρχαν μέρες που δούλευα 10 το πρωί με 5 το απόγευμα σε ένα μαγαζί και μετά 6 το απόγευμα μέχρι 5 το πρωί στο δικό μου. Ναι, τα έξτρα μεροκάματα τα πλήρωναν. Δεν θα πω ψέματα. Αλλά ήταν 30 ευρώ. Και πραγματικά, σήμερα μπορώ να πω ότι δεν άξιζαν. Γιατί δεν πουλούσα μόνο τον χρόνο μου. Πουλούσα τον ύπνο μου, την ξεκούρασή μου, την ψυχική μου ηρεμία… Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχα κάνει κι ένα λάθος… είχα πάρει το αυτοκίνητό μου στο νησί. Την πρώτη φορά που το είδε το αφεντικό, τελείωσε. Έγινα το ταξί της επιχείρησης. Και το αστείο ξέρεις ποιο είναι; Δεν ρωτούσαν ποτέ “αν μπορείς”. Ήταν δεδομένο ότι θα το κάνεις. Ούτε για τη βενζίνη πληρώθηκα ποτέ, ούτε για τη φθορά του αυτοκινήτου, ούτε φυσικά για τον χρόνο που έχανα. Ήταν απλά άλλη μία υποχρέωση που προστέθηκε χωρίς να το έχω συμφωνήσει ποτέ. Και κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι πολλές φορές στη σεζόν, αν δεν βάλεις εσύ όρια, δυστυχώς δεν θα βάλει κανείς για σένα.», λέει η Η.
Μόνο το 5% των επιχειρήσεων εφαρμόζουν τη συλλογική σύμβαση εργασίας
Όπως μας εξηγεί ο κ. Χόντζογλου, στους μεγάλους τουριστικούς προορισμούς που ο όγκος των επιχειρήσεων και εργαζόμενων είναι μεγάλος και όπου δεν υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί όπως π.χ. Μύκονος, Σαντορίνη, Πάρος, οι καταγγελίες που φτάνουν στην ΠΟΕΕΤ αφορούν κυρίως την 7ημερη εργασία, παραβίαση της εφαρμογής της ψηφιακής κάρτας εργασίας, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της εργατικής νομοθεσίας εν γένει.
«Οι εργοδότες λειτουργούν ασύδοτα εκμεταλλευόμενοι τα άθλια νομοθετήματα Κεραμέως για 13ωρη εργασία και την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών οδηγούν στην αύξηση αυτών των πρακτικών», λέει ο πρόεδρος της ΠΟΕΕΤ.
Σύμφωνα με την ομοσπονδία, μόλις το 5% από τις περίπου 80.000 επιχειρήσεις του επισιτισμού εφαρμόζουν την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας που υπεγράφη στον επισιτισμό.
«Με βάση την υπογραφή της τελευταίας ΣΣΕ, οι αυξήσεις στους μισθούς δεν μας καλύπτουν καθόλου, αφού δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές μας ανάγκες, εξαιτίας τους πληθωρισμού και της ακρίβειας. Πλέον, η εξαήμερη εργασία έχει νομιμοποιηθεί σε διάφορους κλάδους, το ωράριο είναι πιο απελευθερωμένο από ποτέ και όλα αυτά εξαιτίας των αντεργατικών νόμων που έχουν περάσει επί σειρά ετών όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις και η τωρινή της ΝΔ», θα πει η Αναστασία.
Αρκετοί εργοδότες προτείνουν ως λύση την εισροή εργαζομένων από τρίτες χώρες, κίνηση που κατά την ΠΟΕΕΤ «δεν λύνει το πρόβλημα και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν βελτιώνει τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο».
«Η επιστροφή των εργαζομένων στον κλάδο απαιτεί τρεις τομές-μεταρρυθμίσεις: πιστή εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών ώστε να ελέγχονται οι επιχειρήσεις αν τηρούν την νομοθεσία και επαναφορά της χρονικής ισχύος του επιδόματος ανεργίας στα προ μνημονίου επίπεδα, ώστε οι εποχικά εργαζόμενοι να μην μένουν χωρίς εισόδημα τους χειμερινούς μήνες», καταλήγει ο κ. Χόντζογλου.
Πηγή: rosa.gr