Για απότομη και ιστορική αύξηση των τιμών στα αεροπορικά εισιτήρια το 2027 προειδοποιεί ο CEO της Ryanair, Μάικλ Ο’ Λίρι, σημειώνοντας παράλληλα ότι η εταιρεία του θα προχωρήσει σε περικοπές ενός εκατομμυρίου θέσεων στο Βέλγιο αυτό τον χειμώνα.
Σε συνέντευξή του στο Euronews, ο ίδιος απαίτησε από τις ξένες αεροπορικές να καταβάλουν το μερίδιο που τους αναλογεί, ενώ χαρακτήρισε «άχρηστη» την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατηγορώντας την ότι μιλά για ανταγωνιστικότητα χωρίς να κάνει τίποτα για να την επιτύχει.
«Έχουμε αυτό το “πλοίο των ανόητων” στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που καταστρώνει νέους κανονισμούς οι οποίοι έχουν ως στόχο να αυξήσουν το κόστος των αεροπορικών ταξιδιών, τη στιγμή που οι καταναλωτές επιθυμούν χαμηλότερους ναύλους», δήλωσε ο Ο’ Λίρι.
Ο Ο’ Λίρι επέκρινε επίσης τους περιβαλλοντικούς φόρους της ΕΕ, οι οποίοι εφαρμόζονται μόνο σε πτήσεις εντός του ευρωπαϊκού μπλοκ. Οι αμερικανικές, ασιατικές και κινεζικές αεροπορικές εταιρείες εξαιρούνται, παρόλο που, σύμφωνα με τον ίδιο, ευθύνονται για περισσότερες από τις μισές εκπομπές ρύπων της αεροπορίας στην Ευρώπη.
«Φορολογήστε τους Αμερικανούς»
«Κανείς δεν θα σχεδίαζε ένα τόσο ανόητο σύστημα, εκτός από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Αν μιλάτε σοβαρά για την ανταγωνιστικότητα, φορολογήστε τους Αμερικανούς όταν προσγειώνονται εδώ, στην Ευρώπη».
Τα δρομολόγια μεγάλων αποστάσεων, τα οποία εκτελούνται τόσο από ευρωπαϊκές όσο και από αμερικανικές, ασιατικές και κινεζικές αεροπορικές εταιρείες, υπάγονται σε ένα σύστημα του ΟΗΕ για την αντιστάθμιση του άνθρακα, με χαμηλότερες απαιτήσεις. Σύμφωνα με τον οργανισμό ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας Eurocontrol, οι πτήσεις αυτές αποτελούν μόλις το 6% των αναχωρήσεων, αλλά ευθύνονται για περισσότερες από τις μισές εκπομπές CO2 της ευρωπαϊκής αεροπορίας.
Τον Ιούλιο, η Κομισιόν πρότεινε την επέκταση της ευρωπαϊκής εισφοράς και σε ορισμένες πτήσεις που αναχωρούν από την Ευρώπη, με ισχύ από το 2029.
Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, δρομολόγια όπως το Φρανκφούρτη–Ντουμπάι και το Φρανκφούρτη–Κωνσταντινούπολη θα ενταχθούν στην αγορά άνθρακα, ενώ διαδρομές μεγαλύτερης απόστασης, όπως το Φρανκφούρτη–Τόκιο, θα εξαιρεθούν. Οι πτήσεις που καταφθάνουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα θα εξαιρούνται επίσης.
«Άχρηστη η φον ντερ Λάιεν, μόνο μιλάει»
«Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν φοβάται να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να μιλάει. Ξέρετε, είναι άχρηστη», δήλωσε ο Ο’ Λίρι στην εκπομπή «Europe Today». «Η Ευρώπη διαθέτει έναν οδικό χάρτη για να γίνει πιο ανταγωνιστική, ο οποίος ονομάζεται “Έκθεση Ντράγκι”. Δύο χρόνια αργότερα, καμία από τις συστάσεις της δεν έχει υλοποιηθεί, και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κρύβεται στο κτίριο Berlaymont, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο παρά να εκφωνεί ομιλίες». Ζήτησε την επιβολή μιας «δίκαιης και εύλογης» χρέωσης σε κάθε πτήση που προσγειώνεται ή απογειώνεται από την Ευρώπη.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, δημοσίευσε την έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2024. Σε αυτήν προειδοποιούσε ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει μια «αργή αγωνία» εάν δεν προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, ενώ απηύθυνε έκκληση για πρόσθετες επενδύσεις ύψους έως και 800 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Τον περασμένο μήνα, έκθεση της πρωτοβουλίας «Joint European Disruptive Initiative» ανέφερε ότι η ΕΕ έχει υλοποιήσει το 26% των συστάσεων του Ντράγκι, επισημαίνοντας ότι «η πρόοδος είναι υπαρκτή, αλλά δεν συμβαδίζει με τους ρυθμούς του υπόλοιπου κόσμου».
«Βέλγιο, Γαλλία και Γερμανία δεν είναι ανταγωνιστικές χώρες»
Ο Ο’ Λίρι βρέθηκε στις Βρυξέλλες για να ανακοινώσει το χειμερινό πρόγραμμα της Ryanair. Η αεροπορική εταιρεία περικόπτει ένα εκατομμύριο θέσεις και 20 δρομολόγια από το Βέλγιο, καθώς η κυβέρνηση του Μπαρτ Ντε Βέβερ αύξησε τον φόρο αεροπορικών ταξιδιών κατά 2 ευρώ, φτάνοντας τα 7 ευρώ ανά εισιτήριο.
Η αύξηση αυτή ήταν μικρότερη από την αρχική πρόταση –η οποία προέβλεπε άνοδο στα 10 ευρώ– έπειτα από πιέσεις του κλάδου, ωστόσο δεν κρίθηκε επαρκής για να ικανοποιήσει τη Ryanair.
«Μεταφέρουμε αεροσκάφη σε χώρες που είναι ανταγωνιστικές», δήλωσε ο Ο’ Λίρι. «Το Βέλγιο δεν είναι ανταγωνιστικό. Η Γαλλία δεν είναι ανταγωνιστική. Η Γερμανία είναι απελπιστικά μη ανταγωνιστική».
Η νέα χρέωση στο Βέλγιο παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τις γειτονικές χώρες. Η Ολλανδία επιβάλλει ήδη χρέωση 30,25 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη, ενώ η Γερμανία χρεώνει 13,03 ευρώ για τις περισσότερες ευρωπαϊκές πτήσεις.
Η περικοπή των χειμερινών δρομολογίων της Ryanair ακολουθεί παρόμοιες στρατηγικές με τη σουηδική SAS και την EasyJet, οι οποίες επίσης μείωσαν τις πτήσεις τους φέτος.
«Οι επιβάτες να αναμένουν υψηλότερες τιμές»
Ο Ο’ Λίρι προειδοποίησε μάλιστα τους επιβάτες να αναμένουν υψηλότερους ναύλους.
Η Ryanair έχει «κλειδώσει» την τιμή των καυσίμων για φέτος στα περίπου 67 δολάρια ανά βαρέλι, έχοντας συμφωνήσει την τιμή εκ των προτέρων – μια κίνηση που την προστατεύει από την άνοδο του κόστους του πετρελαίου. Ωστόσο, εκτιμά ότι η τιμή αυτή θα διπλασιαστεί το επόμενο έτος, καθώς λήγει η εν λόγω προστασία.
«Εγγυόμαστε ότι δεν θα υπάρξουν πρόσθετες χρεώσεις για τα καύσιμα», δήλωσε ο Ο’ Λίρι, «αλλά είναι βέβαιο ότι οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων θα αυξηθούν σημαντικά το 2027, λόγω των πολύ υψηλότερων τιμών του πετρελαίου».
Η προειδοποίησή του έρχεται σε μια συγκυρία όπου ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδηγεί σε απότομη άνοδο τις τιμές του πετρελαίου. Το αργό πετρέλαιο Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς, έκλεισε την Παρασκευή στα 109,86 δολάρια το βαρέλι – το υψηλότερο δηλαδή επίπεδό από τον Μάιο – ενώ έκτοτε ξεπέρασε τα 110 δολάρια, καθώς επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων απειλούν τον εφοδιασμό από τον Περσικό Κόλπο.
Στην Ιταλία μεταφέρθηκε το Σάββατο (17/10) το κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας για την ακρίβεια, με κινητοποιήσειςσε μεγάλες πόλεις να εξελίσσονται σε συγκρούσεις μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών, προκαλώντας τραυματισμούς, προσαγωγές και εκτεταμένες υλικές ζημιές.
Το σοβαρότερο σκηνικό έντασης καταγράφηκε στο Μιλάνο, μπροστά από τον καθεδρικό ναό Ντουόμο, όπου εκατοντάδες συγκεντρωμένοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.
Ομάδες νεαρών εκτόξευσαν πέτρες και αντικείμενα, ενώ οι αστυνομικοί απάντησαν με επεμβάσεις, δακρυγόνα και αύρες, επιχειρώντας να απομακρύνουν τους διαδηλωτές από την κεντρική πλατεία.
Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, αυτοκίνητο των Καραμπινιέρων υπέστη σοβαρές ζημιές και λεηλατήθηκε, ενώ ορισμένοι διαδηλωτές έστησαν πρόχειρα οδοφράγματα χρησιμοποιώντας κάδους και μεταλλικά κιγκλιδώματα.
Η ένταση επεκτάθηκε προς την εμπορική στοά Βιτόριο Εμανουέλε και την ομώνυμη λεωφόρο, με καταστήματα να κλείνουν προληπτικά και τον σταθμό του μετρό Ντουόμο να διακόπτει προσωρινά τη λειτουργία του.
Ανάλογες εικόνες καταγράφηκαν στην Μπολόνια, όπου η περιοχή γύρω από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό μετατράπηκε σε πεδίο συγκρούσεων.
Κουκουλοφόροι πέταξαν πέτρες, μπουκάλια και άλλα αντικείμενα προς τις αστυνομικές γραμμές, ενώ αναποδογύρισαν κοινόχρηστα ποδήλατα και χρησιμοποίησαν αντικείμενα του δρόμου για να εμποδίσουν την επέμβαση.
Οι αρχές απάντησαν με δακρυγόνα και εκτοξεύσεις νερού, προχωρώντας σε επτά προσαγωγές, σύμφωνα με το ιταλικό πρακτορείο ANSA.
Ο δήμαρχος Ματέο Λεπόρε καταδίκασε τις καταστροφές, τονίζοντας ότι η βία δεν δικαιολογείται και καλώντας τους διαδηλωτές να απομονώσουν όσους εκμεταλλεύονται τις κινητοποιήσεις για βανδαλισμούς.
Στο Τορίνο σημειώθηκαν σπρωξίματα και έντονες αντιπαραθέσεις όταν φοιτητικές ομάδες προσπάθησαν να συνεχίσουν την πορεία τους πέρα από την πλατεία Καστέλο, παρά τους αστυνομικούς περιορισμούς.
Στο Μπέργκαμο αναφέρθηκαν επίσης βανδαλισμοί κατά τη διάρκεια μαθητικής πορείας, με περίπου δέκα νέους να οδηγούνται στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων από αστυνομικούς.
Οι συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν υπό το σύνθημα «Italia in Piazza», με αιτήματα για χαμηλότερες τιμές, καλύτερους μισθούς και ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης και υγείας.
Την ίδια ημέρα, στη Ρώμη, ο επικεφαλής του συνδικάτου CGIL, Μαουρίτσιο Λαντίνι, ανακοίνωσε γενική απεργία για τις 20 Νοεμβρίου, ζητώντας απαντήσεις από την κυβέρνηση ενόψει του νέου προϋπολογισμού.
Το κοινό στοιχείο των κινητοποιήσεων ήταν η πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά από τις αυξήσεις σε τρόφιμα, λογαριασμούς και καύσιμα, με την κοινωνική δυσαρέσκεια να εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλές ιταλικές πόλεις.
Τη στιγμή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη λαμβάνει μέτρα με το σταγονόμετρο ή επαναπαύεται σε βραχυπρόθεσμες «λύσεις» για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, όπως την ανεπαίσθητη αύξηση της επιδότησης του diesel κίνησης κατά 5 λεπτά το λίτρο, η Κύπρος προχωρά σε ένα πακέτο επτά ουσιαστικών μέτρων.
Οι προτάσεις του υπουργείου Οικονομικών που ενέκρινε σήμερα, Πέμπτη το Υπουργικό Συμβούλιο της Κύπρου για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και της ακρίβειας αφορούν, μεταξύ άλλων, επιδοτήσεις στο ρεύμα, μηδενικό ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα, μειωμένο φόρο στο πετρέλαιο θέρμανσης και εφάπαξ στήριξη 200 ευρώ σε ευάλωτες οικογένειες.
Σύμφωνα με το philenews.com, τα επτά ουσιαστικά μέτρα είναι τα εξής:
Ηλεκτρικό ρεύμα: Η επιδότηση για ευάλωτους καταναλωτές (κατηγορία 08) και εμπορική χρήση (κατηγορία 10) ανανεώνεται για όλο το 2027. Ωφελούνται 23.300 νοικοκυριά με κάλυψη 100% της αύξησης και περίπου 82.500 επιχειρήσεις με επιδότηση έως 85%.
Μηδενικός ΦΠΑ σε βασικά είδη για όλο το 2027: φρέσκα φρούτα, λαχανικά, γάλα, παιδικές πάνες, πάνες ενηλίκων και είδη γυναικείας υγιεινής.
Μηδενικός ΦΠΑ σε κρέατα, ψάρια και πουλερικά: Το μέτρο ανανεώνεται και επεκτείνεται σε ψωμί, γαλακτοκομικά, καφέ, ζάχαρη και βρεφικές τροφές. Ισχύει από 12 Οκτωβρίου 2026 έως 31 Μαΐου 2027.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Ο φόρος κατανάλωσης μειώνεται από 7,4 σε 2,1 σεντ/λίτρο, από 1 Νοεμβρίου 2026 έως 30 Απριλίου 2027.
Φωτοβολταϊκά: Ο ΦΠΑ για οικιακούς καταναλωτές μειώνεται από 19% σε 9%, με άμεση ισχύ.
Έκτακτη στήριξη €200: Καταβάλλεται εφάπαξ σε 53.511 ευάλωτους δικαιούχους.
Ορεινές περιοχές: Το επίδομα αυξάνεται για 10.500 νοικοκυριά και 24.000 δικαιούχους, με +€50 ανά νοικοκυριό ανάλογα με το υψόμετρο και +€35 ανά άτομο.
«Τα πλεονάσματα επιστρέφουν στην κοινωνία»
Όπως ανέφερε ο Υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, η δυνατότητα για πρόσθετα μέτρα «πηγάζει ακριβώς από την εφαρμογή μιας οικονομικής πολιτικής, η οποία δημιουργεί πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και μείωση του δημόσιου χρέους», προσθέτοντας ότι «αυτά τα πλεονάσματα μεταφέρονται με αυτόν τον απτό τρόπο στην κοινωνία και στους συμπολίτες μας».
Σύμφωνα με τον κ. Κεραυνό, δύο από τα μέτρα που εγκρίθηκαν αποτελούν ανανέωση υφιστάμενων μέτρων που λήγουν το επόμενο διάστημα και επεκτείνονται για ολόκληρο το 2027, ενώ άλλο μέτρο ανανεώνεται και διευρύνεται με νέα προϊόντα βασικής καθημερινής χρήσης. Παράλληλα, περιλαμβάνονται νέα μέτρα, καθώς και ξεχωριστή παρέμβαση για τις ορεινές περιοχές.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών στην Ελλάδα μέσα από τα στοιχεία της Eurostat, με τη χώρα να καταγράφει μεγάλη υποχώρηση του διάμεσου εισοδήματος σε βάθος 15ετίας, αλλά και πολύ υψηλά ποσοστά σε δείκτες που αποτυπώνουν τις δυσκολίες κάλυψης των καθημερινών αναγκών, το κόστος στέγασης και την υποκειμενική αίσθηση φτώχειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, την περίοδο 2010-2025 το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 22,3%.
Η πορεία αυτή βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τη συνολική εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 25,4%.
Ελλάδα και Γαλλία οι μόνες χώρες με μείωση
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα και η Γαλλία ήταν οι μοναδικές χώρες της ΕΕ που κατέγραψαν πτώση του διάμεσου εισοδήματος κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.
Η υποχώρηση στην Ελλάδα έφθασε το 22,3%, ενώ στη Γαλλία ήταν πολύ μικρότερη και διαμορφώθηκε στο 0,6%.
Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη άνοδο παρουσίασε η Ρουμανία, όπου το διάμεσο εισόδημα αυξήθηκε κατά 160,2%.
Ισχυρή αύξηση, τουλάχιστον κατά 50%, καταγράφηκε επίσης στη Βουλγαρία, την Πολωνία, την Κροατία, τη Μάλτα και την Ουγγαρία, καθώς και στις τρεις βαλτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το 87,1% στην Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα που προκύπτει από τον δείκτη των βιοτικών δυσκολιών.
Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το 87,1% των πολιτών αντιμετωπίζει δυσκολίες να ανταποκριθεί στις ανάγκες διαβίωσης.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Βουλγαρία με 76,9%, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στο 42,5%.
Στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκονται η Γερμανία και η Ολλανδία, όπου τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 18,3% και 19,8%.
Στο 18,1% όσοι δεν μπορούν να κρατήσουν επαρκώς ζεστό το σπίτι τους
Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν παράλληλα τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά ως προς τη θέρμανση της κατοικίας τους.
Το 2025, το 8,8% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν 9,2%, γεγονός που αποτυπώνει μικρή βελτίωση σε επίπεδο ΕΕ.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ποσοστό ανέρχεται στο 18,1%, το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Φινλανδία, όπου μόλις το 2,6% του πληθυσμού δηλώνει ότι αδυνατεί οικονομικά να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση στο σπίτι του.
Πάνω από το 40% του εισοδήματος για στέγαση
Ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση καταγράφεται στην Ελλάδα και σε ό,τι αφορά το κόστος στέγασης.
Ο δείκτης υπερφόρτωσης του κόστους στέγασης αποτυπώνει το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά στα οποία οι συνολικές δαπάνες για τη στέγαση ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φθάνει το 26,4%, το υψηλότερο μεταξύ των χωρών που αναφέρονται στα στοιχεία.
Ακολουθεί η Δανία με 23,4%, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στην Κύπρο, όπου περιορίζεται μόλις στο 2,4%.
Στο 67,2% η υποκειμενική φτώχεια στην Ελλάδα
Μεγάλη είναι η απόσταση της Ελλάδας από τις υπόλοιπες χώρες και στον δείκτη της λεγόμενης υποκειμενικής φτώχειας, ο οποίος αποτυπώνει κατά πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν ότι βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας.
Στην Ελλάδα το σχετικό ποσοστό ανέρχεται στο 67,2%, ενώ ακολουθεί η Βουλγαρία με 36,1%.
Πολύ χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στο Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και τη Γερμανία. Συγκεκριμένα, στο Λουξεμβούργο η υποκειμενική φτώχεια βρίσκεται στο 7,1%, στην Ολλανδία στο 7,3% και στη Γερμανία στο 7,5%.
Συνολικά, τα δεδομένα της Eurostat αποτυπώνουν για την Ελλάδα μια σημαντικά διαφορετική εξέλιξη του διάμεσου εισοδήματος σε σχέση με την ευρωπαϊκή τάση από το 2010 έως το 2025, ενώ παράλληλα καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις σε βασικές παραμέτρους της καθημερινής διαβίωσης, από τη στέγαση και τη θέρμανση έως τη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν το έτος 2025, ενώ η έκδοση της Eurostat στην οποία περιλαμβάνονται δημοσιεύθηκε το 2026.
Υπάρχουν οικονομικοί δείκτες που περιγράφουν τη δυστοπική καθημερινότητα των μικρομεσαίων: παραδοσιακός φούρνος και φρεσκοζυμωμένο ψωμί. Μια αγαπημένη συνήθεια των ελληνικών νοικοκυριών έχει σαλπίσει «ισπανική υποχώρηση». Αιτία; Οι ασκούμενες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη πολιτικές που επιταχύνουν τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας και αφήνουν τις μικρές επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν άνισους όρους ανταγωνισμού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων οι φούρνοι. Το τρίπτυχο μικρός φούρνος – συγκέντρωση αγοράς – ακριβότερο ψωμί που έχει καθιερωθεί στον συγκεκριμένο κλάδο περιγράφει επακριβώς τα αδιέξοδα.
Ας ξεκινήσουμε από την ακρίβεια. Από τα 87 λεπτά το μισό κιλό το 2019 στις σημερινές τιμές. Ενέργεια, πρώτες ύλες, εργατικό κόστος και συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης συνθέτουν ένα μοντέλο οικονομίας στο οποίο ο μικρός πιέζεται, ο μεγάλος κερδίζει χώρο και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα.
Το 2019, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έρευνα της RASS για λογαριασμό της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος και της ΓΣΕΒΕΕ κατέγραφε την τιμή του ψωμιού στα 0,87 ευρώ τα 500 γραμμάρια. Στην ίδια έρευνα το 80% των καταναλωτών δήλωνε ότι αγόραζε συχνότερα ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς έναντι μόλις 15% από σουπερμάρκετ. Επτά χρόνια αργότερα με διακυβέρνηση Μητσοτάκη η εικόνα είναι δραματικά διαφορετική. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, που δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο του 2026, το απλό λευκό ψωμί από αλεύρι τύπου 70% είχε φτάσει περίπου στα 3,15 ευρώ το κιλό, ενώ το χωριάτικο στα 3,40 ευρώ. Σε αναγωγή τα 3,15 ευρώ το κιλό αντιστοιχούν σε περίπου 1,58 ευρώ τα 500 γραμμάρια. Σε σχέση με τα 0,87 ευρώ του 2019, η αριθμητική διαφορά είναι περίπου 81%.
Στραγγαλίζονται οι φούρνοι
Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ που επικαλείται η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, μέσα σε μία πενταετία έκλεισαν περίπου 800 παραγωγικά αρτοποιεία. Η ίδια η ομοσπονδία υπολογίζει όμως ότι περίπου ένα στα τρία λουκέτα συνδέεται με συνταξιοδότηση. Το κρίσιμο όμως είναι ότι, σε αντίθεση με το παρελθόν, πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις δεν βρίσκουν διάδοχο ή αγοραστή, ακριβώς επειδή η οικονομική εξίσωση του μικρού παραγωγικού φούρνου έχει επιδεινωθεί.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την ομοσπονδία, δημιουργήθηκαν περίπου 600 νέα σημεία στα οποία ψήνεται κατεψυγμένη ζύμη. Οι δύο αριθμοί προφανώς και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμοι και τα 600 σημεία δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην σουπερμάρκετ. Καταγράφουν όμως μια σαφή διαρθρωτική μετατόπιση: μειώνονται οι επιχειρήσεις που παράγουν ψωμί από την αρχή και αυξάνονται τα σημεία bake-off, όπου ολοκληρώνεται το ψήσιμο προϊόντων ζύμης που έχουν παραχθεί κεντρικά. Είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο η μεγάλη επιχείρηση διαθέτει πλεονέκτημα κλίμακας απέναντι στον οικογενειακό φούρνο. Ο μικρός αρτοποιός αγοράζει ακριβότερη ενέργεια, πληρώνει αυξημένο εργατικό κόστος και αντιμετωπίζει τις διακυμάνσεις των πρώτων υλών χωρίς την αγοραστική δύναμη και τις οικονομίες κλίμακας μιας μεγάλης βιομηχανίας ή μιας αλυσίδας λιανεμπορίου.
Στις πρώτες ύλες το σοκ υπήρξε ακόμη εντονότερο. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η τιμή του αλεσμένου σιταριού ανέβηκε από περίπου 230 ευρώ τον τόνο τον Αύγουστο του 2021 στα 400 ευρώ τον Ιούνιο του 2022. Στην ενέργεια η Ομοσπονδία Αρτοποιών αναφέρει ότι ένα αρτοποιείο πλήρωνε περίπου 9 λεπτά ανά κιλοβατώρα το 2019, 35 λεπτά στο αποκορύφωμα του 2022, ενώ το 2026 ένα σταθερό επαγγελματικό τιμολόγιο κινούνταν περίπου στα 13 λεπτά.
Ο μικρός φούρνος αντιμετωπίζει ωστόσο και μια δεύτερη πίεση: τον πελάτη που δεν αντέχει άλλες αυξήσεις. Την ασφυξία του μικρού φούρνου συμπληρώνει η ασφυξία του ίδιου του πελάτη. Στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2026, καταγράφεται ότι το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα. Στο σύνολο των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα φτάνει μεσοσταθμικά μόλις για 23 ημέρες.
Είναι ο άλλος κόφτης για τον φούρνο της γειτονιάς: από τη μία ακριβότερη παραγωγή και από την άλλη ένας πελάτης που έχει χάσει την οικονομική δυνατότητα να απορροφήσει νέες ανατιμήσεις. Ετσι δημιουργείται μια ασφυκτική μέγγενη: ο φούρνος δεν μπορεί να απορροφήσει άλλο το κόστος, αλλά ούτε να το μετακυλίσει απεριόριστα στον καταναλωτή.
Η μεγάλη αποτυχία
Κάπου εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη αποτυχία της οικονομικής πολιτικής της τελευταίας επταετίας. Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να χρεώσει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη τον πόλεμο στην Ουκρανία ή τη διεθνή ενεργειακή κρίση. Η κυβέρνηση όμως κρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε αυτές τις κρίσεις. Το αποτέλεσμα στην αρτοποιία είναι συγκεκριμένο καθώς εκατοντάδες παραγωγικοί φούρνοι έχουν κλείσει, το bake-off επεκτείνεται και η οργανωμένη αγορά του τυποποιημένου ψωμιού ενισχύεται.
Πλέον η Συντεχνία Αρτοποιών Αθηνών προειδοποιεί για νέες αυξήσεις μετά το καλοκαίρι, επικαλούμενη ενεργειακό, φορολογικό και λειτουργικό κόστος. Αυτό είναι το τελικό παράδοξο της κυβερνητικής «ανάπτυξης»: ο μικρός παραγωγός υποχωρεί, ο μεγάλος καταλαμβάνει τον χώρο και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα το ίδιο προϊόν. Ο φούρνος της γειτονιάς μετατρέπεται έτσι σε μικρογραφία της ελληνικής οικονομίας όπου καταγράφεται η ανάπτυξη στους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά σημειώνονται μεγαλύτερη πίεση για τη μικρή επιχείρηση και βαρύτερος λογαριασμός στο ταμείο για το νοικοκυριό.
Ακόμα και όσοι θα καταφέρουν να πάνε διακοπές το φετινό καλοκαίρι, περίπου δηλαδή οι μισοί πολίτες, θα πρέπει να ξοδέψουν αρκετά χρήματα στην παραλία, απλά και μόνο για να βρουν ξαπλώστρα.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ, για να απολαύσει κάποιος την παραλία σε γνωστό beach bar στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής θα πρέπει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη.
Μάλιστα, η πρώτη σειρά των ξαπλωστρών έχει χωριστεί σε τμήματα. Όποιος κάθεται στο κέντρο, πρέπει να δώσει 120 ευρώ (το άτομο), ενώ αυτοί που θα κάτσουν στο πλάι δίνουν 80 ευρώ. Στη δεύτερη σειρά η τιμή είναι 75 ευρώ, και στην τρίτη πέφτει στα 35.
Στη Σκιάθο ένα σετ από ξαπλώστρες θα κοστίσει 70 ευρώ.
Στην Κρήτη και τη Σητεία, μία βουτιά σε beach bar κοστίζει:
1η σειρά 50 ευρώ το σετ
2η σειρά 45 ευρώ
Στις Κυκλάδες και συγκεκριμένα τη Νάξο, η πρώτη σειρά κοστίζει 60 ευρώ και η τιμή πέφτει ελάχιστα, στα 50, για την δεύτερη σειρά.
Όποιος βρεθεί στη Ζάκυνθο και θέλει να κάνει βουτιά σε οργανωμένη παραλία, θα πληρώσει 60 ευρώ για την πρώτη σειρά και 40 ευρώ για τη δεύτερη.
Στις παραλίες της Αττικής και συγκεκριμένα στη Βουλιαγμένη, η τιμή αλλάζει ανάλογα την περίοδο.
Από Δευτέρα έως Παρασκευή οι ξαπλώστρες φτάνουν ακόμα και τα 120 ευρώ το άτομο, ενώ Σάββατο και Κυριακή η τιμή φτάνει στα 150 ευρώ.
Στη Μύκονο, σε γνωστό beach bar, κάποιος καλείται να δώσει 120 ευρώ το άτομο, ωστόσο οι θέσεις στις πρώτες σειρές της παραλίες είναι απαγορευτικές, καθώς μπορεί να χρειαστεί να πληρώσει κανείς…χιλιάδες ευρώ.
Μπροστά σε ένα σαρωτικό κύμα ακρίβειας στα ράφια των σουπερμάρκετ έχουν βρεθεί από το 2022 τα ελληνικά νοικοκυριά και ιδιαίτερα οι οικονομικά ασθενέστεροι που δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τη διατροφή.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να κλείσει πρόχειρα τον φάκελο «ακρίβεια στα ράφια» μέσω μιας συμφωνίας κυρίων με σουπερμάρκετ και βιομηχανία –συμφωνία που φαίνεται να έχει εκλογικό ορίζοντα– ενώ «αγνοεί» από το 2021 (!) τα «διπλά βιβλία» των σουπερμάρκετ που αποκαλύφθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και επηρεάζουν καταλυτικά τη διαμόρφωση των τιμών και της κερδοφορίας τους.
Το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών σουπερμάρκετ, όπως αναφέρουν έμπειρα στελέχη της αγοράς, δεν είναι ένα απλό επιχειρηματικό μοντέλο όπου η εμπορική επιχείρηση αγοράζει προϊόντα από έναν προμηθευτή σε μια συμφωνημένη τιμή και τα πουλάει στον καταναλωτή σε μια υψηλότερη τιμή για να κερδίσει. Τα ελληνικά σουπερμάρκετ γράφουν σε ένα βιβλίο τις συμφωνημένες τιμές με τους προμηθευτές και σε ένα δεύτερο βιβλίο τα ποσά που θα τους επιστρέψουν οι προμηθευτές αργότερα με ένα ή περισσότερα ξεχωριστά πιστωτικά τιμολόγια. Αυτή είναι μια πρόσθετη αμοιβή, κάτι σαν «ενοίκιο» για το προνόμιο να έχει ένας προμηθευτής μια θέση για τα προϊόντα του στο ράφι.
Αυτές οι «παροχές» από τους προμηθευτές αλλάζουν εντελώς την εικόνα της τιμολόγησης των προϊόντων και τελικά της κερδοφορίας των σουπερμάρκετ, καθώς αντιστοιχούν σε πολύ υψηλό ποσοστό της αξίας των προϊόντων. Αυτός είναι και ένας βασικός παράγοντας που τροφοδοτεί την ακρίβεια στα ράφια: οι προμηθευτές γνωρίζουν ότι, εκτός από την τιμή που θα εισπράξουν για τα προϊόντα τους, θα πρέπει να υπολογίσουν στην εξίσωση και το κόστος των πρόσθετων παροχών και εκπτώσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να «φουσκώνουν» την ονομαστική τιμή πώλησης, για να μη βγαίνουν ζημιωμένοι –και βεβαίως τον τελικό λογαριασμό πληρώνει ο καταναλωτής.
Ο μηχανισμός των παροχών και εκπτώσεων επιτρέπει στα σουπερμάρκετ (σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με τα μεγέθη τους) να διαχειρίζονται τεράστια ρευστότητα εκτός των βασικών τους εμπορικών λογαριασμών, την οποία χρησιμοποιούν για την επέκτασή τους. Οσο μεγαλύτερη μια αλυσίδα, τόσο μεγαλύτερα «ενοίκια για το ράφι» εξασφαλίζει από τους προμηθευτές και τόσο ισχυρότερο «οπλοστάσιο» έχει για την επεκτατική της πολιτική. Ετσι συμβάλλει στην ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης στην αγορά. Σύμφωνα με μελέτη της ICAP, πέντε μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν πάνω από το 70% του συνολικού τζίρου.
Αποκάλυψη από την Επ. Ανταγωνισμού
Το δομικό αυτό πρόβλημα της αγοράς δεν είναι άγνωστο στις Αρχές, παρότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει εδώ και χρόνια να μην προχωρήσει σε παρεμβάσεις. Ερευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού που έγινε το 2021, πριν ακόμη σηκωθεί το «κύμα» της ακρίβειας, είχε αποκαλύψει τεράστιες εκπτώσεις (της τάξης του 40%) που εξασφαλίζουν οι αλυσίδες σουπερμάρκετ από τους προμηθευτές τους. Οι προμηθευτές όμως συνυπολογίζουν το κόστος των παροχών και το συμπεριλαμβάνουν στην τιμή χονδρικής, η οποία τελικά μετακυλίεται στον καταναλωτή.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μέσα από την ενδελεχή έρευνά της έθεσε τον κλάδο στο μικροσκόπιο εντοπίζοντας τις πρακτικές, τις ανισορροπίες, αλλά και προτείνοντας συγκεκριμένες θεσμικές λύσεις. Η συστηματική καταγραφή της αποκάλυψε ότι μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων το πραγματικό κόστος αγορών για τα σουπερμάρκετ κυμάνθηκε ιστορικά από 59,63% έως 63,59%. Η Επιτροπή τονίζει ότι οι εν λόγω εκπτώσεις είναι συχνά μη συστηματικές και ετεροχρονισμένες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ενσωματώνονται απευθείας στο κόστος αγοράς κατά τη στιγμή της προμήθειας.
Τα είδη των εκπτώσεων και παροχών ποικίλλουν και περιλαμβάνουν: εκπτώσεις τζίρου με τη μορφή πιστωτικών τιμολογίων, εκπτώσεις προωθητικών ενεργειών, εκπτώσεις γκάμας και τοποθέτησης στο ράφι, καθώς και εποχικές παροχές ή εκπτώσεις μικτής δεσμοποίησης (προσφορές πολλαπλών προϊόντων). Το ζητούμενο είναι σε ποιον βαθμό αυτές οι παροχές στα σουπερμάρκετ περνούν στον καταναλωτή και κατά πόσο μένουν στα κέρδη των αλυσίδων. Η Επιτροπή δεν κατέληξε σε συμπέρασμα, το 2021, και άφησε τη διερεύνηση για το μέλλον, σημειώνοντας ότι «η ενδεχόμενη μετακύλιση στους καταναλωτές θα αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικής επικαιροποίησης». Ομως αυτή η επικαιροποίηση τελικά δεν έγινε…
Πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, μια αύξηση τιμής κατά 1% από τον προμηθευτή μεταφράζεται σε αύξηση 0,43% περίπου για τον τελικό καταναλωτή μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό τιμολόγησης που ακολουθούν τα σουπερμάρκετ, ενσωματώνοντας και ένα μέρος των εκπτώσεων και παροχών από τον προμηθευτή στην τελική τιμή.
Οι προτάσεις της Επιτροπής και η απομάκρυνση Λιανού
Για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στις σχέσεις προμηθευτών και λιανεμπορίου και την εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού είχε καταθέσει από το 2021 ένα πλέγμα προτάσεων, στις οποίες συμφωνούν οι αρχές ανταγωνισμού της Ευρώπης. Ωστόσο η κυβέρνηση δεν έδειξε ιδιαίτερη διάθεση να εφαρμόσει τις προτάσεις αυτές. Στην έρευνα προτείνονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας στις σχέσεις προμηθευτών και σουπερμάρκετ:
• Προώθηση ενός αυστηρού κώδικα συμπεριφοράς και οδηγιών που θα διέπουν τις διαπραγματεύσεις στο λιανεμπόριο.
• Αμεση αντιμετώπιση αθέμιτων πρακτικών που κινούνται σε νομικά «γκρίζες περιοχές» (όπως συστήματα προκαταβολικών πληρωμών και δυσανάλογες χρεώσεις για τοποθέτηση σε ράφι).
• Θέσπιση συγκεκριμένων κανονισμών για την τοποθέτηση των προϊόντων στα ράφια και τους όρους πληρωμής.
• Δημιουργία ενός ευέλικτου μηχανισμού επίλυσης διαφορών, με τη θεσμοθέτηση του ρόλου του διαμεσολαβητή για την αγορά.
Η παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν άλλαξε πολλά στις κατευθύνσεις της κυβέρνησης, που άφησε τον κλάδο των σουπερμάρκετ να λειτουργεί χωρίς παρεμβάσεις. Ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Ιωάννης Λιανός, που είχε προκαλέσει «ενόχληση» στα σουπερμάρκετ όπως και σε άλλους ισχυρούς επιχειρηματικούς κλάδους, απομακρύνθηκε μετά τη λήξη της θητείας του.
Οι σωρευτικές αυξήσεις πληθωρισμού είναι πρωτοφανές φαινόμενο για τα χρόνια που η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρώ | (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI
Πώς «απογειώθηκε» κατά 35% το κόστος της διατροφής μας
Ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής έγινε ο εφιάλτης των ελληνικών νοικοκυριών ύστερα από το άνοιγμα της οικονομίας, μετά από την πανδημία και το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γενικό επίπεδο τιμών (Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή – τιμάριθμος) έχει αυξηθεί από το 2021 έως τον Μάιο του 2026 κατά 25%, ενώ στον δείκτη τιμών διατροφής η σωρευτική αύξηση της ίδιας περιόδου ήταν της τάξης του 35%, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Για να βρει κανείς τόσο μεγάλες, σωρευτικές αυξήσεις πληθωρισμού και ειδικότερα του τιμάριθμου στη διατροφή, πρέπει να ανατρέξει στα χρόνια της «πληθωριστικής» δεκαετίας του ’80, ενώ είναι πρωτοφανές φαινόμενο για τα χρόνια που η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρώ. Στην ευρωζώνη οι αντίστοιχες σωρευτικές αυξήσεις στον τιμάριθμο των ειδών διατροφής ήταν επίσης μεγάλες, ξεπερνώντας το 30% την ίδια περίοδο. Παρ’ όλο που η ευρωζώνη κατέγραψε μια υψηλότερη κορύφωση στον πληθωρισμό των τροφίμων στις αρχές του 2023, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αποδείχθηκε δομικά πιο «επίμονος», παραμένοντας στο 3,5% τον Μάιο του 2026, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης είχε αποκλιμακωθεί στο 1,6%.
Πίσω από τη «βιτρίνα» της αύξησης κατά 3,5% στον τιμάριθμο διατροφής αυτόν τον Μάιο, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ένα κύμα αυξήσεων σε νωπά και συσκευασμένα προϊόντα. Καταγράφει ειδικότερα αυξήσεις σε: ψωμί και άλλα προϊόντα αρτοποιίας, μοσχάρι, χοιρινό, αρνί και κατσίκι, πουλερικά, αλλαντικά, παρασκευάσματα με βάση το κρέας, ψάρια αλίπαστα, γαλακτοκομικά και αυγά, μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη, φρούτα (γενικά), λαχανικά (γενικά), ζάχαρη – σοκολάτες – γλυκά – παγωτά, καφέ. Μέρος αυτών των αυξήσεων, όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ, αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: δημητριακά για πρωινό, ψάρια νωπά ή κατεψυγμένα και ελαιόλαδο.
Δεν είναι τυχαίο ότι με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην κατάταξη με βάση την αγοραστική δύναμη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, διαμορφώθηκε στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2025 (σημειώνοντας μάλιστα μικρή πτώση σε σχέση με το 2024). Η Ελλάδα κατατάσσεται προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε αγοραστική δύναμη, ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία (η οποία βρίσκεται στο 66% και καλύπτει τη διαφορά).
Σε φάση επιστροφής ο πληθωρισμός απληστίας;
Ανησυχητικό στην παρούσα φάση είναι ότι φαίνεται να επιστρέφει στην ελληνική οικονομία το φαινόμενο του «πληθωρισμού απληστίας» («greedflation»), ο οποίος βρίσκεται πίσω από το αρχικό και πολύ μεγάλο κύμα ανατιμήσεων που εκδηλώθηκε από το 2022, καθώς οι επιχειρήσεις μετακύλησαν –και με το παραπάνω– τις διεθνείς ανατιμήσεις για να αυξήσουν την κερδοφορία τους. Η διαφαινόμενη επάνοδος του «πληθωρισμού απληστίας» γίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική ειδικά στον τομέα των τροφίμων, όπου οι επιχειρήσεις (σουπερμάρκετ και προμηθευτές) έχουν μεγαλύτερα περιθώρια να περάσουν ανατιμήσεις, λόγω του μεγάλου βαθμού συγκέντρωσης της αγοράς και της ανελαστικότητας της ζήτησης για βασικά αγαθά διατροφής.
Οπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδας στην τελευταία έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, οι εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις άρχισαν να εντείνονται το 2021 και κλιμακώθηκαν περαιτέρω το 2022 και το 2023. Εως τα μέσα του 2023 τα μοναδιαία κέρδη είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο του αποπληθωριστή του ΑΕΠ, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις μετακύλησαν στις τελικές τιμές τις αυξήσεις του κόστους που συνδέονταν με τη μεγάλη άνοδο των τιμών της ενέργειας και των λοιπών ενδιάμεσων προϊόντων.
Το 2024 και το 2025 ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ παρέμεινε σχετικά υψηλός σε μεγάλο βαθμό, λόγω της ανόδου του μοναδιαίου κόστους εργασίας (σ.σ. οι μισθοί αυξήθηκαν λόγω της πίεσης να καλυφθεί η αρχική αύξηση του πληθωρισμού). Το α’ τρίμηνο του 2026 τα κέρδη ανά μονάδα προϊόντος αποτέλεσαν και πάλι τον κύριο παράγοντα που οδήγησε στην αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ.
Η περίοδος του πληθωριστικού σοκ ήταν για τις ελληνικές επιχειρήσεις μια «χρυσή εποχή» υψηλών περιθωρίων κέρδους. Οπως επισημαίνει η ΤτΕ, το μερίδιο καθαρού κέρδους ανήλθε σε 27,3% το 2025, από 26,9% το 2024, και τα επιχειρηματικά κέρδη σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα έναντι της προ της πανδημίας περιόδου (25,2% κατά μέσο όρο την τριετία 2017-19).
Τι (δεν) κερδίζουν οι καταναλωτές
Συμφωνίες κυρίων με ορίζοντα… κάλπης
Σε μια προσπάθεια να εκτονώσει τη δυσφορία των καταναλωτών για την ακρίβεια στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η κυβέρνηση επαναφέρει το μοντέλο των «συμφωνιών κυρίων», που είχαν γίνει βασικό εργαλείο πολιτικής στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν η τότε κυβέρνηση, με υπουργό Εμπορίου τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, προσπαθούσε να αναχαιτίσει την ακρίβεια μέσω συνεννοήσεων με τις επιχειρήσεις για να πιάσει η Ελλάδα το κριτήριο του πληθωρισμού για την εισαγωγή στην ευρωζώνη – όλοι γνωρίζουμε τι ακολούθησε: το φαινόμενο του ελατηρίου στις τιμές μετά την είσοδο στην ευρωζώνη.
Η συμφωνία του υπουργού Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκου, με τα σούπερ μάρκετ και τις βιομηχανίες τροφίμων προσφέρει κάτι χειροπιαστό στις επιχειρήσεις: από το τέλος Ιουνίου καταργήθηκε η «ενοχλητική» διάταξη για το πλαφόν του περιθωρίου κέρδους, το οποίο ήταν ούτως ή άλλως ένα μέτρο προσωρινού χαρακτήρα που από τις επιχειρήσεις επισημαινόταν -ορθά σε μεγάλο βαθμό- ότι δημιουργούσε μεγάλο κόστος διαχείρισης και στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, καθώς για μια επιχείρηση ή ένα προϊόν μπορεί να τύχαινε το περιθώριο κέρδους να «κλείδωνε» σε υψηλό ποσοστό και για μια άλλη σε χαμηλό.
Αυτά ήταν τα χειροπιαστά οφέλη για τις επιχειρήσεις από τη συμφωνία κυρίων. Για τους καταναλωτές όμως είναι πολύ αμφίβολο τι ακριβώς επιτεύχθηκε. Οι επιχειρήσεις δεσμεύονται για πάγωμα τιμών τη θερινή περίοδο και για μειώσεις από το φθινόπωρο.
Παραδόξως δηλαδή η κυβέρνηση επιτρέπει αυξήσεις πάνω από το παλιό πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, για να εξασφαλίσει πάγωμα και μειώσεις. Σε κάθε περίπτωση, πέραν αυτών των γενικών εννοιών («πάγωμα», «μειώσεις»), η συμφωνία δεν ενσωματώνει κάποιο μηχανισμό παρακολούθησης και επιβεβαίωσης της τήρησής της, ούτε έχει περισσότερες «λεπτομέρειες» για τις μειώσεις τιμών που θα ακολουθήσουν σε ένα πολύ βολικό πολιτικό χρόνο για την κυβέρνηση, δηλαδή στην τελική ευθεία για τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν.
Αλλωστε αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα σε τέτοιες «συμφωνίες κυρίων»: το δίκαιο για τον ανταγωνισμό απαγορεύει «διά ροπάλου» τις οριζόντιες συμφωνίες για τις τιμές στην αγορά είτε αυτές γίνονται μεταξύ επιχειρήσεων ή με την παρέμβαση της πολιτείας. Ετσι η «συμφωνία κυρίων» παραμένει σε πλαίσιο «εποικοδομητικής ασάφειας» και το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι δεν θα ξαναδούμε βαριά πρόστιμα σε προμηθευτές και σούπερ μάρκετ για υπέρβαση του πλαφόν στα περιθώρια κέρδους.
Πόσο είναι τελικά το πρωτογενές υπερ-πλεόνασμα το 2025; Ακούγεται -και είναι- παράδοξο να τίθεται τέτοιο ζήτημα όταν η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat ανακοίνωσαν τα οριστικά στοιχεία για το 2025. Η ανάγκη αυτή προκύπτει από τη συντριπτική σύγκριση μεταξύ των 6 δισ. ευρώ του υπερ-πλεονάσματος και των μέτρων ύψους 500 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε. Η ίδια τακτική εφαρμόζεται από την κυβέρνηση και στο άλλο σημαντικό ζήτημα: πώς προκύπτει το υπερ-πλεόνασμα; Η ίδια ανάγκη, τέλος, επιβάλλει την παραπειστική αξιοποίηση του ευρωπαϊκού «κόφτη» δαπανών σαν άλλοθι: «Ο "κόφτης" δεν μας επιτρέπει να δώσουμε περισσότερα».
Συγκεκριμένα:
1. Πόσο είναι το υπερ-πλεόνασμα;
Εδώ η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το εξής τρικ: όταν κατατίθεται και ψηφίζεται ο προϋπολογισμός για κάθε επόμενο έτος, βάζει τον πήχη του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα χαμηλά, ενώ γνωρίζει από πριν ότι θα κινηθεί πολύ υψηλότερα.
Στο τέλος του δημοσιονομικού έτους με την κατάθεση και έγκριση του προϋπολογισμού του επόμενου έτους κάνει μια σημαντική αναθεώρηση του στόχου για… το προηγούμενο έτος. Οταν τον Απρίλιο ανακοινώνονται τα οριστικά στοιχεία από ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat… έκπληξη: το υπερ-πλεόνασμα είναι μεγαλύτερο και από τον αναθεωρημένο στόχο, αλλά όχι πλέον… προκλητικά μεγαλύτερο. Παράδειγμα: στον προϋπολογισμό του 2025 ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα ήταν 2,4% του ΑΕΠ. Στα οριστικά στοιχεία ανήλθε σε 4,9% του ΑΕΠ. Διαφορά, δηλαδή υπερ-πλεόνασμα, ίσο με 2,5% του ΑΕΠ ή 6 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση όμως υπολογίζει το υπερ-πλεόνασμα με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία του προϋπολογισμού του 2006 (!), δηλαδή το 3,7% του ΑΕΠ, οπότε βγαίνει μόλις 1,2% του ΑΕΠ, ήτοι κάτι λιγότερο από 3 δισ. ευρώ…
2. Πώς παράγεται το υπερ-πλεόνασμα;
Για να αποσείσει τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης ότι το υπερ-πλεόνασμα στηρίζεται στην υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση, ο Κυριάκος Πιερρακάκης δήλωσε ότι το υπερ-πλεόνασμα οφείλεται μόνο κατά 10% στην υπέρβαση των στόχων στα φορολογικά έσοδα. Πράγματι τα έσοδα πάνω από τον στόχο (υπερέσοδα) ήταν «μόνο» 393 εκατ. ευρώ. Ναι, αλλά αυτό είναι μια υπέρβαση πάνω από τον πήχη των στόχων που όλα τα προηγούμενα χρόνια τέθηκε πολύ ψηλά.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο κ. υπουργός απέφυγε να πει πού οφείλεται το υπόλοιπο 90% του υπερ-πλεονάσματος. Στο προχθεσινό φύλλο μας (βλέπε άρθρο «Βαφτίζουν τα ψίχουλα... μέτρα στήριξης») αποδείξαμε, με βάση τα αδιαμφισβήτητα επίσημα στοιχεία, ότι αυτό οφείλεται ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΑΡΑΠΑΝΩ σε υποεκτέλεση-περικοπές δαπανών ύψους 3,482 δισ. ευρώ και σε συνειδητό «παρκάρισμα» πόρων ύψους 3,986 δισ. ευρώ με τη μορφή επιχορήγησης στα Λοιπά Νομικά Πρόσωπα (ΛΝΠ) – επιχορήγησης που ήταν αχρείαστη αφού τα ΛΝΠ κατέγραψαν πλεόνασμα 4,569 δισ. ευρώ.
Επομένως το υπερ-πλεόνασμα ήταν προϊόν α) λιτότητας (υποεκτέλεση - περικοπή δαπανών) και β) δημοσιονομικού τρικ με τα πλεονάσματα των ΛΝΠ.
3. Το απαγορεύει ο «κόφτης»;
Εδώ το κυβερνητικό τρικ συνίσταται στον ισχυρισμό ότι ο «κόφτης» δαπανών του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας βάζει ένα ανελαστικό πλαφόν στις πρωτογενείς δαπάνες του προϋπολογισμού. Πρόκειται για ανακρίβεια που ισοδυναμεί με ψέμα. Ο «κόφτης» έχει ελαστικότητα, αναγνωρίζοντας έκτακτη διεύρυνση του πλαφόν δαπανών έως και 2,5 δισ. ευρώ, που μπορεί να συνδυαστεί με έκτακτη ή μόνιμη αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού με κυβερνητικά μέτρα που… επιτρέπονται απολύτως, όπως έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών σε τράπεζες, εταιρείες ενέργειας, διυλιστήρια. Με βάση και ευρωπαϊκό προηγούμενο αυτή η έκτακτη φορολόγηση μπορεί να αποφέρει από 1 έως και 2,5 δισ. ευρώ ανάλογα με τον συντελεστή.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Παππάς, επιμένει ότι με βάση τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες η κυβέρνηση έχει δυνατότητα να επιστρέψει στους πολίτες κοντά στο 1% του ΑΕΠ | ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
Να φύγουν μια ώρα αρχύτερα
Δήλωση στην «Εφ.Συν.» του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκου Παππά:
Χθες στη Βουλή αποτυπώθηκε για ακόμα μία φορά η αδυναμία της κυβέρνησης της Ν.Δ. να εξηγήσει πώς από ένα υπερ-πλεόνασμα-γίγας των 6 δισ. φτάσαμε στα πενιχρά μέτρα των 500 εκατ. ευρώ.
Η αμηχανία του παριστάμενου υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γιώργου Κώτσηρα, ήταν έκδηλη, ειδικά όταν του θέσαμε δύο απλά ερωτήματα: πρώτον, αν υπάρχει η δυνατότητα, με βάση τον νέο δημοσιονομικό κανόνα, για μεγαλύτερες δαπάνες, κοντά στο 1% του ΑΕΠ. Και, δεύτερον, αν το υπερ-πλεόνασμα φτάνει όντως στα 6 δισ.
Ο κ. Κώτσηρας δεν απάντησε σε κανένα από τα δύο ερωτήματα. Οχι από άγνοια, αλλά από αμηχανία.
Παρότι υπάρχει ισχυρός δημοσιονομικός χώρος και παρότι ο δημοσιονομικός κανόνας επιτρέπει έκτακτα μέτρα και δαπάνες έως και το 1% του ΑΕΠ (2,5 δισ. ευρώ), η κυβέρνηση επιλέγει:
● Ανακοίνωσε μέτρα μόλις 500 εκατ. ευρώ, τα οποία δεν ανακουφίζουν εν μέσω πολέμου.
● Δεσμεύει 7 δισ. ευρώ για να αποπληρώσει πρόωρα χρέος που αρχίζει να λήγει από το 2030 στερώντας πολύτιμους πόρους από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ας κάνει και ακόμη μία επιλογή: ας φύγει μια ώρα αρχύτερα.
Ο πόλεμος πιέζει τις τιμές ενέργειας και ανοίγει νέα μέτωπα κόστους για τους Έλληνες πολίτες. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η κυβερνητική πολιτική στην ενέργεια στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, καθώς η τιμή του ρεύματος καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής, που προκύπτει από το φυσικό αέριο, η τιμή του οποίου έχει ήδη εκτοξευθεί κατά 50-60% από την έναρξη του πολέμου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αυξανόμενων πιέσεων στις τιμές ενέργειας, πολιτικές παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιχειρούν να αναδείξουν τις ευθύνες της ενεργειακής πολιτικής. Έτσι, η ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ απεύθυνε ερώτηση προς την Κομισιόν, επιχειρώντας όπως υποστηρίζει, να αναδείξει τις μεγάλες ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Την κατάθεση του ερωτήματος ανέλαβε ο ευρωβουλευτής του κόμματος Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος.
Οι ευθύνες στον λαό
Σε αυτή σημειώνει μεταξύ άλλων:
«Η πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή συμπεριλαμβάνει αλλεπάλληλες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, διυλιστήρια κ.ο.κ., με αποτέλεσμα οι τιμές της Ενέργειας και καυσίμων να έχουν εκτοξευθεί, καταληστεύοντας την εργατική – λαϊκή οικογένεια την ώρα που οι ενεργειακοί όμιλοι και οι εφοπλιστές θησαυρίζουν. […] Μάλιστα, από τις πρώτες μέρες του πολέμου υπήρξαν αλματώδεις αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, στη βενζίνη κ.ά. που με τη σειρά τους προκαλούν συνεχείς αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών».
Στην ίδια ερώτηση τονίζεται ότι τη στιγμή που η ΕΕ και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν για τις μεγάλες ελλείψεις καυσίμων, «προετοιμάζοντας προπαγανδιστικά τον λαό για “δελτίο” στα καύσιμα, την ίδια ώρα παίρνουν προσχηματικά μέτρα, όπως κάνει τώρα η κυβέρνηση της ΝΔ με το “fuel pass”, τα οποία αποτελούν “σταγόνα στον ωκεανό” […] καθώς το μερίδιο των φόρων στη λιανική τιμή των καυσίμων φτάνει έως και το 60%».
«Μπόνους καινοτομίας»
Το documentonews.gr επικοινώνησε με τον ευρωβουλευτή, ζητώντας του να σχολιάσει το συνολικό πλαίσιο της πορείας της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης, μετά το «ενεργειακό σοκ» που προκάλεσε η εισβολή των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και τα αντίποινα. Όσα αναφέρει ο ευρωβουλευτής πιθανά καταδεικνύουν έναν σχεδιασμό δύο μέτρων και δύο σταθμών από τις Βρυξέλλες.
Όπως λέει, από τη μία «η Κομισιόν, μετά τη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας, “κουνά το δάχτυλο” στους εργαζόμενους απαιτώντας να περιορίσουν μετακινήσεις, να κάνουν τηλεργασία, να μειώσουν την κατανάλωση, να “υιοθετήσουν πιο αποδοτικές πρακτικές οδήγησης”». Από την άλλη, συνεχίζει, «προϋπολογίζει 700 εκατ. ευρώ επιδοτήσεις για ενεργοβόρους βιομηχανικούς ομίλους, και συνολικά 1,2 τρισ. ευρώ για “ενεργειακούς διαδρόμους” που θα ταΐσουν τους μεγάλους ομίλους».
Η αναφορά αυτή περιγράφεται στο λεγόμενο «Accelerate EU», τονίζει ο Λ. Νικολάου-Αλαβάνος, εξηγώντας ότι αυτό ομολογήθηκε «ξεδιάντροπα» από την πρόεδρο της Κομισιόν, δηλαδή ότι «”τα δισεκατομμύρια που συγκεντρώνει η ΕΕ από τα δικαιώματα εκπομπών ρύπων” θα επιστρέφουν στους ίδιους τους ομίλους ως “μπόνους καινοτομίας”!».
«Κόστος ετοιμότητας»
Στην ερώτηση της ευρωομάδας αναφέρεται ακόμη «με τη μεγάλη ενεργειακή αβεβαιότητα λόγω του πολέμου και την εξάρτηση από το αμερικανικό και καταριανό υγροποιημένο φυσικό αέριο, ο ΑΔΜΗΕ πρέπει να έχει σε ετοιμότητα μονάδες φυσικού αερίου για να επέμβουν ανά πάσα στιγμή. Και αυτό το “κόστος ετοιμότητας”, που είναι πανάκριβο, μετακυλίεται αυτούσιο στους λογαριασμούς αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τις “πολεμικές τιμές” ρεύματος».
Την ίδια στιγμή πληροφορίες αναφέρουν ότι η ελληνική αγορά ενέργειας ετοιμάζεται για αποζημιώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων σε ενεργειακούς ομίλους, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβάρυνσης των καταναλωτών, αλλά και για επενδύσεις ύψους 4,4 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Απανθρακοποίησης αποσκοπώντας στην ενίσχυση των ΑΠΕ, την αποθήκευση και τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών υποδομών.
Δύο μέτρα και σταθμά
Η ελληνική βερσιόν των δύο μέτρων και σταθμών δεν αφορά μόνο την ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και τα καύσιμα, αναφέρουν παράγοντες της αγοράς. Ομοίως, στην ερώτηση της ευρωομάδας του ΚΚΕ αναφέρεται: «Η πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ αποτελεί πρόκληση, καθώς υποκριτικά ισχυρίζεται ότι πρέπει να διατηρηθούν οι φόροι, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση όχι μόνο να μην παρέχει ουσιαστική ανακούφιση, αλλά να επιβαρύνει τα λαϊκά νοικοκυριά, αφού η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων συμπαρασύρει τους έμμεσους φόρους, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τα ματωμένα υπερπλεονάσματα».
Για τον Λ. Νικολάου-Αλαβάνο «ούτε το ευρωενωσιακό Accelerate EU, ούτε η κοροϊδία των fuel pass της κυβέρνησης της ΝΔ αποτελούν λύση». Σύμφωνα με όσα λέει στο documentonews.gr: «Λύση να δώσει ο λαός, απαιτώντας πραγματικά μέτρα στήριξης:
Κατάργηση ειδικών φόρων κατανάλωσης σε καύσιμα και ενέργεια
Κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη λαϊκής κατανάλωσης
Κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας της ΕΕ που τζογάρει τις τιμές με βάσεις την κερδοφορία των ομίλων
Πλήρης επαναφορά Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας για άμεση αύξηση των μισθών».
Καμία ανάσα από την ακρίβεια στα τρόφιμα δεν έχουν να προσδοκούν τα νοικοκυριά βάσει των τελευταίων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ που έδειξαν σημαντικές αυξήσεις των τιμών στο ράφι τον Ιανουάριο και ανοδικές τάσεις στις τιμές των εισαγόμενων τροφίμων και πρώτων υλών της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων. Αυτό σημαίνει ότι και τους επόμενους μήνες οι αυξήσεις θα συνεχιστούν.
Τον Ιανουάριο φάνηκε να καταγράφεται μείωση του γενικού πληθωρισμού στο 2,5%, αυτό όμως έγινε επειδή η ΕΛΣΤΑΤ συμπεριέλαβε για πρώτη φορά στο καλάθι αγαθών τα τυχερά παιχνίδια. Τα ελληνικά νοικοκυριά όμως, που στην πλειονότητά τους είναι χαμηλόμισθα και δαπανούν μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους για τρόφιμα, σήκωσαν ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος ακρίβειας δεδομένου ότι ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έφτασε στο 4,5%.
Διαρκείς ανατιμήσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ μάλιστα τον Ιανουάριο, για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, καταγράφηκαν τεράστιες ανατιμήσεις της τάξης του 24,5% στο μοσχάρι, 20,3% στις σοκολάτες και στα σοκολατοειδή, 17,7% στον καφέ, 11,8% στα φρέσκα φρούτα, 9,8% στις μαργαρίνες, 8,5% στο αρνί και το κατσίκι, 6,3% στα προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Μικρότερες αλλά υπαρκτές αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στο χοιρινό με 4,8%, στα γαλακτοκομικά και αυγά με 4,7%, στα ψάρια και θαλασσινά με 4,3%, στα πουλερικά με 3,5% στο ψωμί, άλλα προϊόντα αρτοποιίας και σε μαρμελάδες – μέλι με 3,3% καθώς και στα φρέσκα λαχανικά με 3,1%. Σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες τροφίμων οι τιμές αυξήθηκαν, με μόνη σοβαρή εξαίρεση στην τιμή του ελαιολάδου, που χάρη στην αποκατάσταση της μεσογειακής παραγωγής μειώθηκε κατά 30% συγκρατώντας έτσι και τον πληθωρισμό των τροφίμων στο 4,5%.
Πέρα από τις αυξήσεις στο ράφι ωστόσο, ανησυχητικά μηνύματα έστειλαν τον Ιανουάριο και οι πρόδρομοι δείκτες: ειδικότερα η άνοδος κατά 3,5% του δείκτη τιμών εισαγωγών αγαθών και πρώτων υλών, που αντιπροσωπεύει αυξημένο κόστος εισαγωγών για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων, αλλά και η αύξηση κατά 7,7% στις τιμές παραγωγού ζωικής παραγωγής, που αντιπροσωπεύει άνοδο του κόστους παραγωγής στα ζωικά προϊόντα. Οι αυξήσεις και στους δύο αυτούς δείκτες προμηνύουν νέα κύματα ακρίβειας.
Τα διαδοχικά κύματα ακρίβειας που έχουν αποτέλεσμα «ο μισθός να τελειώνει στις 18 του μήνα» εξηγούν και τη νέα δραματική καθίζηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Ιανουάριο που κατέγραψε το ΙΟΒΕ στις -50,3 μονάδες (από -47 τον Δεκέμβριο 2025 και από -43,4 πριν από έναν χρόνο), αλλά και γιατί οι Ελληνες καταναλωτές τα βλέπουν εντέλει όλα μαύρα, όντας οι πιο απαισιόδοξοι στην ΕΕ και διατυπώνοντας τις πιο αρνητικές προβλέψεις τόσο για τα δικά τους τα οικονομικά όσο και για την οικονομική κατάσταση στη χώρα.
Η εμπέδωση της ακρίβειας ως προβλήματος που «ήρθε για να μείνει» και ως εκ τούτου «επιβάλλει αλλαγές καταναλωτικών προτύπων και τάσεων» καταγράφηκε ως κεντρικό συμπέρασμα και της καθιερωμένης ετήσιας έρευνας για τις καταναλωτικές συνήθειες των νοικοκυριών που διεξήγαγε τον Ιανουάριο 2026 το Οικονομικό Πανεπιστήμιο υπό την εποπτεία του καθηγητή Γεώργιου Μπάλτα.
Η μελέτη
Το κυρίαρχο καταναλωτικό πρότυπο, σημειώνεται ειδικότερα στα συμπεράσματα της έκθεσης, «είναι η επιδίωξη της μείωσης του λογαριασμού του σουπερμάρκετ μέσω της στροφής σε φτηνότερες και λιγότερες αγορές».
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν επισημαίνεται στην έρευνα του ΟΠΑ ότι τέσσερις στους δέκα καταναλωτές δηλώνουν ότι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προϊόντα, ενώ ο ένας στους δέκα δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα στοιχειώδη. Το 45% δηλώνει ότι περιορίζει την κατανάλωση κρέατος από 36% πέρυσι, το 42% τα τυποποιημένα τρόφιμα από 26% πέρυσι, το 52% τα αναψυκτικά από 28% πέρυσι, το 44% τα αλκοολούχα ποτά από 62% πέρυσι, το 24% το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα από 11% πέρυσι.
Και βέβαια, για τρίτο συνεχόμενο έτος καταγράφεται νέο ρεκόρ στην επιλογή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας από τα νοικοκυριά, με τέσσερις στις δέκα αγορές να αφορούν τα συγκεκριμένα προϊόντα.