«Δεν αγοράζω, δεν αγοράζω» η νέα τάση λόγω ακρίβειας

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΟΛΙΑ

Καμία ανάσα από την ακρίβεια στα τρόφιμα δεν έχουν να προσδοκούν τα νοικοκυριά βάσει των τελευταίων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ που έδειξαν σημαντικές αυξήσεις των τιμών στο ράφι τον Ιανουάριο και ανοδικές τάσεις στις τιμές των εισαγόμενων τροφίμων και πρώτων υλών της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων. Αυτό σημαίνει ότι και τους επόμενους μήνες οι αυξήσεις θα συνεχιστούν.

Τον Ιανουάριο φάνηκε να καταγράφεται μείωση του γενικού πληθωρισμού στο 2,5%, αυτό όμως έγινε επειδή η ΕΛΣΤΑΤ συμπεριέλαβε για πρώτη φορά στο καλάθι αγαθών τα τυχερά παιχνίδια. Τα ελληνικά νοικοκυριά όμως, που στην πλειονότητά τους είναι χαμηλόμισθα και δαπανούν μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους για τρόφιμα, σήκωσαν ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος ακρίβειας δεδομένου ότι ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έφτασε στο 4,5%.

Διαρκείς ανατιμήσεις

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ μάλιστα τον Ιανουάριο, για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, καταγράφηκαν τεράστιες ανατιμήσεις της τάξης του 24,5% στο μοσχάρι, 20,3% στις σοκολάτες και στα σοκολατοειδή, 17,7% στον καφέ, 11,8% στα φρέσκα φρούτα, 9,8% στις μαργαρίνες, 8,5% στο αρνί και το κατσίκι, 6,3% στα προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Μικρότερες αλλά υπαρκτές αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στο χοιρινό με 4,8%, στα γαλακτοκομικά και αυγά με 4,7%, στα ψάρια και θαλασσινά με 4,3%, στα πουλερικά με 3,5% στο ψωμί, άλλα προϊόντα αρτοποιίας και σε μαρμελάδες – μέλι με 3,3% καθώς και στα φρέσκα λαχανικά με 3,1%. Σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες τροφίμων οι τιμές αυξήθηκαν, με μόνη σοβαρή εξαίρεση στην τιμή του ελαιολάδου, που χάρη στην αποκατάσταση της μεσογειακής παραγωγής μειώθηκε κατά 30% συγκρατώντας έτσι και τον πληθωρισμό των τροφίμων στο 4,5%.

Πέρα από τις αυξήσεις στο ράφι ωστόσο, ανησυχητικά μηνύματα έστειλαν τον Ιανουάριο και οι πρόδρομοι δείκτες: ειδικότερα η άνοδος κατά 3,5% του δείκτη τιμών εισαγωγών αγαθών και πρώτων υλών, που αντιπροσωπεύει αυξημένο κόστος εισαγωγών για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων, αλλά και η αύξηση κατά 7,7% στις τιμές παραγωγού ζωικής παραγωγής, που αντιπροσωπεύει άνοδο του κόστους παραγωγής στα ζωικά προϊόντα. Οι αυξήσεις και στους δύο αυτούς δείκτες προμηνύουν νέα κύματα ακρίβειας.

Τα διαδοχικά κύματα ακρίβειας που έχουν αποτέλεσμα «ο μισθός να τελειώνει στις 18 του μήνα» εξηγούν και τη νέα δραματική καθίζηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Ιανουάριο που κατέγραψε το ΙΟΒΕ στις -50,3 μονάδες (από -47 τον Δεκέμβριο 2025 και από -43,4 πριν από έναν χρόνο), αλλά και γιατί οι Ελληνες καταναλωτές τα βλέπουν εντέλει όλα μαύρα, όντας οι πιο απαισιόδοξοι στην ΕΕ και διατυπώνοντας τις πιο αρνητικές προβλέψεις τόσο για τα δικά τους τα οικονομικά όσο και για την οικονομική κατάσταση στη χώρα.

Η εμπέδωση της ακρίβειας ως προβλήματος που «ήρθε για να μείνει» και ως εκ τούτου «επιβάλλει αλλαγές καταναλωτικών προτύπων και τάσεων» καταγράφηκε ως κεντρικό συμπέρασμα και της καθιερωμένης ετήσιας έρευνας για τις καταναλωτικές συνήθειες των νοικοκυριών που διεξήγαγε τον Ιανουάριο 2026 το Οικονομικό Πανεπιστήμιο υπό την εποπτεία του καθηγητή Γεώργιου Μπάλτα.

Η μελέτη

Το κυρίαρχο καταναλωτικό πρότυπο, σημειώνεται ειδικότερα στα συμπεράσματα της έκθεσης, «είναι η επιδίωξη της μείωσης του λογαριασμού του σουπερμάρκετ μέσω της στροφής σε φτηνότερες και λιγότερες αγορές».

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν επισημαίνεται στην έρευνα του ΟΠΑ ότι τέσσερις στους δέκα καταναλωτές δηλώνουν ότι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προϊόντα, ενώ ο ένας στους δέκα δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα στοιχειώδη. Το 45% δηλώνει ότι περιορίζει την κατανάλωση κρέατος από 36% πέρυσι, το 42% τα τυποποιημένα τρόφιμα από 26% πέρυσι, το 52% τα αναψυκτικά από 28% πέρυσι, το 44% τα αλκοολούχα ποτά από 62% πέρυσι, το 24% το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα από 11% πέρυσι.

Και βέβαια, για τρίτο συνεχόμενο έτος καταγράφεται νέο ρεκόρ στην επιλογή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας από τα νοικοκυριά, με τέσσερις στις δέκα αγορές να αφορούν τα συγκεκριμένα προϊόντα.

Πηγή : documentonews.gr