Δισεκατομμύρια, στοίχημα και γεωπολιτική / Ποιος ελέγχει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο;

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΜΠΟΥΛΗΣ

Η σύγκρουση ανάμεσα στον πρόεδρο της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο και την UEFA δεν αφορά απλώς μια ακόμη διαφωνία για τη διοίκηση του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Πίσω από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος θα ελέγχει πλέον το πιο κερδοφόρο αθλητικό προϊόν του πλανήτη.

Η αφορμή ήταν η πρόταση της FIFA για τη δημιουργία της FIFA Forward Enterprise, μιας νέας εταιρείας στην οποία θα μεταφέρονταν τα εμπορικά δικαιώματα των κορυφαίων διοργανώσεων της FIFA, με την πώληση περίπου του 20% σε ιδιώτες επενδυτές.

Η αποτίμηση της νέας εταιρείας έφθανε τα 20 δισ. δολάρια, ενώ η πώληση του ποσοστού θα απέφερε περίπου 4,2 δισ. δολάρια για επενδύσεις και αναδιανομή στις ομοσπονδίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες διεθνών μέσων.

Η UEFA κατηγόρησε τη FIFA ότι επιχειρεί να «πουλήσει την ψυχή του ποδοσφαίρου», υποστηρίζοντας πως το μέλλον του αθλήματος δεν μπορεί να καθορίζεται από επενδυτές, των οποίων μοναδικός στόχος είναι η μεγιστοποίηση της οικονομικής απόδοσης.

Λίγες ημέρες αργότερα η FIFA αναγκάστηκε να αποσύρει την πρόταση και, σύμφωνα με το Reuters, απέστειλε επιστολή συγγνώμης στις 211 εθνικές ομοσπονδίες, αναγνωρίζοντας λάθη στη διαδικασία, ενώ δεσμεύτηκε να επανεξετάσει τον τρόπο λήψης τέτοιων αποφάσεων.

Το ερώτημα όμως παραμένει: γιατί προκάλεσε τόσο μεγάλη αντιπαράθεση μια εμπορική πρόταση; Η απάντηση βρίσκεται στα ποσά που πλέον παράγει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Διαβάστε: Σέφερ / «Μη βιώσιμη» η παραμονή Ινφαντίνο στη FIFA

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζάνι Ινφαντίνο στον Λευκό Οίκο (EPA/ANNABELLE GORDON)

Από την εμπορευματοποίηση στα υπερκέρδη

Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Από τη δεκαετία του 1970 και κυρίως του 1980, το ποδόσφαιρο άρχισε να μετατρέπεται σε εμπορικό προϊόν. Η ιδιωτική τηλεόραση, οι χορηγίες, τα τηλεοπτικά δικαιώματα και, αργότερα, η δημιουργία του Champions League και της Premier League άλλαξαν οριστικά το οικονομικό μοντέλο του αθλήματος. Σήμερα όμως η κατάσταση είναι διαφορετική.

Δεν μιλάμε πλέον απλώς για εμπορευματοποίηση. Μιλάμε για μια βιομηχανία στην οποία συγκρούονται επενδυτικά κεφάλαια, πολυεθνικές, στοιχηματικές εταιρείες και κρατικά επενδυτικά ταμεία για τον έλεγχο ενός προϊόντος που παράγει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Η πρόταση της FIFA για την είσοδο ιδιωτικών επενδυτών στα εμπορικά δικαιώματα του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι χαρακτηριστική αυτής της μετάβασης.

Οι 48 ομάδες που μπορεί να γίνουν 64

Η αύξηση των ομάδων στο Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί μία από τις κεντρικές επιλογές της εποχής Τζάνι Ινφαντίνο στη FIFA. Το 2017 το Συμβούλιο της FIFA αποφάσισε την επέκταση της διοργάνωσης από 32 σε 48 εθνικές ομάδες, με εφαρμογή από το Μουντιάλ του 2026 στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό.

Η FIFA παρουσίασε την αλλαγή ως μια προσπάθεια να γίνει η διοργάνωση «πιο παγκόσμια» και να δοθούν ευκαιρίες συμμετοχής σε περισσότερες χώρες, με τον Ινφαντίνο να υποστηρίζει ότι το ποδόσφαιρο «δεν ανήκει μόνο στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική».

Πίσω όμως από το επιχείρημα της διεύρυνσης της συμμετοχής υπήρχαν και σημαντικές οικονομικές προοπτικές. Η ίδια η FIFA είχε υπολογίσει ότι το νέο format θα αύξανε τα έσοδα της διοργάνωσης, κυρίως μέσω των τηλεοπτικών δικαιωμάτων, των εμπορικών συμφωνιών και των χορηγιών. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε  το BBC, η FIFA προέβλεπε ότι ένα Παγκόσμιο Κύπελλο 48 ομάδων θα μπορούσε να αυξήσει τα έσοδα περίπου στα 5,29 δισ. λίρες, με επιπλέον κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων.

Παρόμοια ανάλυση του Guardian ανέφερε ότι η FIFA εκτιμούσε πως η επέκταση θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 1 δισ. δολάρια επιπλέον έσοδα, κυρίως από μεγαλύτερη εμπορική αξιοποίηση της διοργάνωσης.

Η απονομή του τροπαίου στην Ισπανία για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 (EPA/WILL OLIVER)

Αυξήθηκε και η πολιτική επιρροή

Η αύξηση του αριθμού των ομάδων δεν ενίσχυσε μόνο τα οικονομικά μεγέθη της FIFA, αλλά και την πολιτική της επιρροή. Με περισσότερες εθνικές ομοσπονδίες να αποκτούν πρόσβαση σε χρήματα από το Παγκόσμιο Κύπελλο και τα προγράμματα ανάπτυξης, η ηγεσία της FIFA διεύρυνε τη βάση υποστήριξής της παγκοσμίως. Η ίδια η ομοσπονδία ανακοίνωσε ότι για το Μουντιάλ του 2026 οι 48 συμμετέχουσες χώρες θα λάβουν αυξημένες οικονομικές διανομές, συνολικού ύψους σχεδόν 900 εκατ. δολαρίων, ενισχύοντας τον ρόλο της FIFA ως βασικού χρηματοδότη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Η συζήτηση πλέον έχει μεταφερθεί ακόμη πιο μακριά. Σύμφωνα με το Reuters, η FIFA εξετάζει την πιθανότητα επέκτασης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2030 από 48 σε 64 ομάδες, μετά από πρόταση της CONMEBOL για την επετειακή διοργάνωση των 100 χρόνων από το πρώτο Μουντιάλ.

Η παγκόσμια ομοσπονδία ανακοίνωσε ότι θα αναθέσει σε ανεξάρτητο φορέα μελέτη για τις επιπτώσεις μιας τέτοιας αλλαγής, εξετάζοντας τόσο αγωνιστικά ζητήματα όσο την πιθανή αύξηση εσόδων από τηλεοπτικά δικαιώματα, χορηγίες και εισιτήρια για ακόμη μία φορά.

Το ποδόσφαιρο των δισεκατομμυρίων

Πριν ακόμη ξεκινήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, η FIFA υπολόγιζε ότι θα εισπράξει περίπου 11 δισ. δολάρια από τηλεοπτικά δικαιώματα, χορηγίες, εισιτήρια και εμπορικές συμφωνίες.

Μετά την ολοκλήρωση της διοργάνωσης, ο Τζάνι Ινφαντίνο ανακοίνωσε ότι τα συνολικά έσοδα θα φτάσουν τα 15 δισ. δολάρια, σημειώνοντας νέο ιστορικό ρεκόρ.

Σύμφωνα με τον Guardian, σημαντικό μέρος της αύξησης προήλθε από τις πωλήσεις εισιτηρίων και τα πακέτα φιλοξενίας (hospitality), καθώς και από τη δευτερογενή αγορά εισιτηρίων, όπου η FIFA εισπράττει προμήθεια 15% από τον αγοραστή και 15% από τον πωλητή.

Η παράλληλη οικονομία του στοιχήματος

Ακόμη μεγαλύτερη είναι όμως η οικονομία που αναπτύσσεται γύρω από το ποδόσφαιρο. Η εταιρεία ανάλυσης αγορών H2 Gambling Capital εκτιμά ότι κατά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 πραγματοποιήθηκαν νόμιμα στοιχήματα συνολικής αξίας περίπου 60 δισ. δολαρίων παγκοσμίως, ποσό αυξημένο κατά 71% σε σχέση με την εκτίμησή της για το Μουντιάλ του 2022.

Η ίδια εταιρεία υπολογίζει ότι τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα (Gross Gaming Revenue) των στοιχηματικών εταιρειών από τη διοργάνωση ανήλθαν περίπου στα 7,5 δισ. δολάρια, με μέσο περιθώριο κέρδους 12,5%, σημαντικά υψηλότερο από προηγούμενες διοργανώσεις.

Ανάλογη εκτίμηση έχει κάνει και η επενδυτική τράπεζα Macquarie, η οποία εκτίμησε ότι η συνολική στοιχηματική δραστηριότητα γύρω από το Μουντιάλ του 2026 θα ξεπερνούσε τα 50 δισ. δολάρια, έναντι περίπου 35 δισ. δολαρίων που υπολόγιζε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022.

Με απλά λόγια, γύρω από το Μουντιάλ κινήθηκαν στοιχήματα αξίας πολλαπλάσιας ακόμη και των εσόδων της ίδιας της FIFA.

Όταν το ποδόσφαιρο γίνεται πολιτική

Η οικονομική διάσταση δεν είναι η μοναδική. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί και σε εργαλείο πολιτικής ισχύος.

Το Κατάρ αξιοποίησε το Μουντιάλ του 2022 για να ενισχύσει τη διεθνή του εικόνα. Η Σαουδική Αραβία χρησιμοποιεί τις επενδύσεις στο ποδόσφαιρο ως βασικό εργαλείο της στρατηγικής της για διεθνή επιρροή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν στο Μουντιάλ του 2026 ως μέσο οικονομικής και γεωπολιτικής προβολής.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η στενή σχέση που έχει αναπτύξει ο Τζάνι Ινφαντίνο με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Η εμπλοκή της Thrive Capital, της εταιρείας του Τζόσουα Κούσνερ, αδελφού του Τζάρεντ Κούσνερ συζύγου της Ιβάνκα Τραμπ και πρώην συμβούλου του Ντόναλντ Τραμπ, στην πρόταση για τη FIFA Forward Enterprise, αλλά και οι δημόσιες εμφανίσεις του Ινφαντίνο δίπλα στον Τραμπ κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ, ενίσχυσαν τις επικρίσεις ότι οι οικονομικές επιλογές της FIFA συνδέονται πλέον άμεσα με πολιτικές και επιχειρηματικές επιδιώξεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο πρώην πρόεδρος της FIFA, Σεπ Μπλάτερ, έκανε λόγο για «πώληση του παιχνιδιού», ενώ αρκετές ευρωπαϊκές ομοσπονδίες αμφισβήτησαν ανοιχτά την ηγεσία της FIFA.

Η πολιτική διάσταση του ποδοσφαίρου αποτυπώνεται και στον ίδιο τον ρόλο που έχει επιλέξει να διαδραματίσει ο Τζάνι Ινφαντίνο. Παραμονές του Μουντιάλ του Κατάρ το 2022, ο πρόεδρος της FIFA υπερασπίστηκε δημόσια τη διοργάνωση απέναντι στις επικρίσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κατηγορώντας τις δυτικές χώρες για «υποκρισία» και «ρατσισμό» και δηλώνοντας ότι η Ευρώπη «θα έπρεπε να απολογείται για τα επόμενα 3.000 χρόνια πριν δίνει μαθήματα ηθικής».

Σημειώνεται ότι στην έρευνα του 2021 από την εφημερίδα «The Guardian» που αποκάλυψε ότι τουλάχιστον 6.500 μετανάστες εργάτες έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της κατασκευής των γηπέδων και των υποδομών του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Κατάρ.

Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις μεταρρυθμίσεις του Κατάρ για τους μετανάστες εργάτες και απέρριψε τις επικρίσεις για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, προκαλώντας την έντονη αντίδραση οργανώσεων όπως η Διεθνής Αμνηστία και η FairSquare, που τον κατηγόρησαν ότι αναπαράγει την επιχειρηματολογία των καταριανών αρχών.

Επιπλέον τον Οκτώβριο του 2025 όσοι παρακολοθούσανε τη σύνοδο στο Σαρμ ελ Σέιχ για την υπογραφή της πρώτης φάσης της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς θα παρατήρησαν ότι ανάμεσα στους πολιτικούς ηγέτες που βρίσκονταν εκεί και χαιρέτησαν τον Ντόναλντ Τραμπ βρισκόταν και μία γνώριμη φυσιογνωμία αλλά όχι από τον ρόλο της πολιτικής.

Ο Τζιάνι Ινφαντίνο βρέθηκε, έπειτα από πρόσκληση του Ντόναλντ Τραμπ, στην σύσκεψη ενώ δεν είχε κανέναν θεσμικό διπλωματικό ρόλο. Ο ίδιος δήλωσε ότι «ο ρόλος του ποδοσφαίρου είναι να ενώνει και να δίνει ελπίδα», υποσχόμενος ότι η FIFA θα συμβάλει στην ανοικοδόμηση των ποδοσφαιρικών εγκαταστάσεων στη Γάζα.

 

Παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο σε φαβέλα στην Βραζιλία (EPA/MICHAEL REYNOLDS)

Το ποδόσφαιρο δεν είναι πλέον ποδόσφαιρο

Η FIFA του 21ου αιώνα δεν είναι μόνο ο θεματοφύλακας των κανόνων του παιχνιδιού. Μέσω του Παγκοσμίου Κυπέλλου, των τεράστιων τηλεοπτικών συμβολαίων, των χορηγιών και των χρηματοδοτήσεων προς τις 211 εθνικές ομοσπονδίες, έχει εξελιχθεί σε έναν παγκόσμιο οργανισμό με οικονομική και πολιτική ισχύ.

Η σύνδεση ποδοσφαίρου και πολιτικής, βέβαια, δεν είναι καινούργια. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 στην Ιταλία πραγματοποιήθηκε μέσα στο πλαίσιο της φασιστικής διακυβέρνησης του Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος χρησιμοποίησε τη διοργάνωση ως εργαλείο εθνικής προβολής και προπαγάνδας του καθεστώτος.

Παρόμοια συζήτηση προκάλεσε και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το οποίο διεξήχθη ενώ η χώρα βρισκόταν υπό στρατιωτική δικτατορία. Μελέτες πολιτικής επιστήμης έχουν εξετάσει πώς η διοργάνωση χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς για διεθνή νομιμοποίηση και διαχείριση της εικόνας του, την ώρα που διεθνείς οργανώσεις κατήγγειλαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η διαφορά σήμερα είναι ότι δεν είναι απλά ένα μέσο διαφήμισης για δικτάτορες, το ίδιο το ποδοσφαιρικό οικοσύστημα έχει αποκτήσει τέτοιο οικονομικό βάρος ώστε να λειτουργεί ως αυτόνομος πολιτικός παίκτης που διαπραγματεύεται με κυβερνήσεις, επηρεάζει διεθνείς σχέσεις και διαχειρίζεται ένα παγκόσμιο δίκτυο οικονομικών εξαρτήσεων.

Το ποδόσφαιρο δεν είναι πλέον μόνο το «λαϊκό παιχνίδι» που περιέγραφαν οι προηγούμενες γενιές. Είναι μια παγκόσμια αγορά, μια βιομηχανία ψυχαγωγίας και ταυτόχρονα ένα εργαλείο επιρροής. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν το ποδόσφαιρο θα μπει στην πολιτική αυτό έχει συμβεί ήδη. Το ερώτημα είναι που θα φτάσει η πολιτική δύναμη ενός αθλητικού οργανισμού που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρώ και έχει την προσοχή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Πηγή: tvxs.gr