Eurostat / «Βουτιά» 22,3% στο διάμεσο εισόδημα στην Ελλάδα – Το 87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα

Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών στην Ελλάδα μέσα από τα στοιχεία της Eurostat, με τη χώρα να καταγράφει μεγάλη υποχώρηση του διάμεσου εισοδήματος σε βάθος 15ετίας, αλλά και πολύ υψηλά ποσοστά σε δείκτες που αποτυπώνουν τις δυσκολίες κάλυψης των καθημερινών αναγκών, το κόστος στέγασης και την υποκειμενική αίσθηση φτώχειας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, την περίοδο 2010-2025 το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 22,3%.

Η πορεία αυτή βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τη συνολική εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 25,4%.

Ελλάδα και Γαλλία οι μόνες χώρες με μείωση

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα και η Γαλλία ήταν οι μοναδικές χώρες της ΕΕ που κατέγραψαν πτώση του διάμεσου εισοδήματος κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Η υποχώρηση στην Ελλάδα έφθασε το 22,3%, ενώ στη Γαλλία ήταν πολύ μικρότερη και διαμορφώθηκε στο 0,6%.

Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη άνοδο παρουσίασε η Ρουμανία, όπου το διάμεσο εισόδημα αυξήθηκε κατά 160,2%.

Ισχυρή αύξηση, τουλάχιστον κατά 50%, καταγράφηκε επίσης στη Βουλγαρία, την Πολωνία, την Κροατία, τη Μάλτα και την Ουγγαρία, καθώς και στις τρεις βαλτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 87,1% στην Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες

Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα που προκύπτει από τον δείκτη των βιοτικών δυσκολιών.

Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το 87,1% των πολιτών αντιμετωπίζει δυσκολίες να ανταποκριθεί στις ανάγκες διαβίωσης.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Βουλγαρία με 76,9%, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στο 42,5%.

Στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκονται η Γερμανία και η Ολλανδία, όπου τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 18,3% και 19,8%.

Στο 18,1% όσοι δεν μπορούν να κρατήσουν επαρκώς ζεστό το σπίτι τους

Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν παράλληλα τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά ως προς τη θέρμανση της κατοικίας τους.

Το 2025, το 8,8% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν 9,2%, γεγονός που αποτυπώνει μικρή βελτίωση σε επίπεδο ΕΕ.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ποσοστό ανέρχεται στο 18,1%, το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στον αντίποδα βρίσκεται η Φινλανδία, όπου μόλις το 2,6% του πληθυσμού δηλώνει ότι αδυνατεί οικονομικά να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση στο σπίτι του.

Πάνω από το 40% του εισοδήματος για στέγαση

Ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση καταγράφεται στην Ελλάδα και σε ό,τι αφορά το κόστος στέγασης.

Ο δείκτης υπερφόρτωσης του κόστους στέγασης αποτυπώνει το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά στα οποία οι συνολικές δαπάνες για τη στέγαση ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φθάνει το 26,4%, το υψηλότερο μεταξύ των χωρών που αναφέρονται στα στοιχεία.

Ακολουθεί η Δανία με 23,4%, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στην Κύπρο, όπου περιορίζεται μόλις στο 2,4%.

Στο 67,2% η υποκειμενική φτώχεια στην Ελλάδα

Μεγάλη είναι η απόσταση της Ελλάδας από τις υπόλοιπες χώρες και στον δείκτη της λεγόμενης υποκειμενικής φτώχειας, ο οποίος αποτυπώνει κατά πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν ότι βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας.

Στην Ελλάδα το σχετικό ποσοστό ανέρχεται στο 67,2%, ενώ ακολουθεί η Βουλγαρία με 36,1%.

Πολύ χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στο Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και τη Γερμανία. Συγκεκριμένα, στο Λουξεμβούργο η υποκειμενική φτώχεια βρίσκεται στο 7,1%, στην Ολλανδία στο 7,3% και στη Γερμανία στο 7,5%.

Συνολικά, τα δεδομένα της Eurostat αποτυπώνουν για την Ελλάδα μια σημαντικά διαφορετική εξέλιξη του διάμεσου εισοδήματος σε σχέση με την ευρωπαϊκή τάση από το 2010 έως το 2025, ενώ παράλληλα καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις σε βασικές παραμέτρους της καθημερινής διαβίωσης, από τη στέγαση και τη θέρμανση έως τη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν το έτος 2025, ενώ η έκδοση της Eurostat στην οποία περιλαμβάνονται δημοσιεύθηκε το 2026.