Συνηθίζοντας την ιδέα του πολέμου

ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ

Μεγαλώσαμε χωρίς πόλεμο. Αυτή ήταν μία από τις υποσχέσεις που μας δόθηκαν. Για όσους θυμόμαστε τα πρώτα μας χρόνια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η ειρήνη ήταν και αυτή μια υπόσχεση συγκρότησης. Ενα αυτονόητο. Κάτι το οποίο δεν θα άλλαζε ό,τι κι αν συνέβαινε. Ομοια με το γεγονός πως αν πας στο πανεπιστήμιο θα βρεις δουλειά, όμοια με την παραδοχή πως κάθε γενιά είναι καταδικασμένη να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Οι βεβαιότητές μας άρχισαν να καταρρέουν μαζί με την κρίση, αποδεικνύοντάς μας πως ήταν εξίσου έωλες με το σύστημα που τις έτρεφε.

Ο πόλεμος, ακόμα κι αν υπήρχε, έμοιαζε εξωτικός. Ενα γεγονός για μέρη μακρινά όπως τα Βαλκάνια ή η Μέση Ανατολή. Τόσο συμπυκνωμένες ήταν οι βεβαιότητές μας που δεν μας άφηναν να συνειδητοποιήσουμε πόσο κοντά ήταν τα μέρη αυτά, πόσο μας αφορούσαν οι πόλεμοι αυτοί.

Και τώρα, εγκλωβισμένοι στο μετατραυματικό σοκ των πολυκρίσεων, μαθαίνουμε να ξηλώνουμε μία μία τις βεβαιότητες που συγκρότησαν την αντίληψή μας. Και ξαφνικά συνειδητοποιούμε πως η ειρήνη είναι η τελευταία από αυτές. Το έσχατο όριο μιας πραγματικότητας που ξέμεινε στα χέρια μας. Ενα λείψανο, μια ανάμνηση, μια πικρή υπενθύμιση της απόστασης που διένυσε η πραγματικότητά μας. Μετά την οικονομική κατάρρευση, τη συνολική επισφάλεια, την επιτήρηση της πανδημίας, την καταστροφή του κράτους πρόνοιας έρχεται και αυτό. Αυτός είναι ο τελευταίος σταθμός. Το τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσης. Ο κόσμος που ζούμε δεν είναι ο κόσμος που μας δόθηκε. Δεν είναι ο κόσμος που μας υποσχέθηκαν. Είναι ένας άλλος κόσμος, που πρέπει να συνηθίσουμε να ονομάζουμε δικό μας.

Ο πόλεμος δεν γίνεται πια κάπου μακριά. Ακόμα και αν η απόλυτη απόσταση είναι όμοια με αυτή που μάθαμε κάποτε να αγνοούμε. Ο πόλεμος αυτός είναι και δικός μας πόλεμος. Οχι μόνο λόγω της άμεσης εμπλοκής της Κύπρου και της Ελλάδας. Αλλά γιατί μπορούμε να προβάλουμε σε όσα συμβαίνουν ένα μέλλον που, ακόμα κι αν δεν έρθει, δεν μπορούμε πια να αποκλείσουμε ως δικό μας ενδεχόμενο. Στο ενδεχόμενο αυτό γεννιόμαστε ξανά. Σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας μέσα σε τεράστιες δυσκολίες και διλήμματα, μαθαίνουμε να μας φανταζόμαστε αλλιώς, αναζητώντας έναν εαυτό που αποφεύγαμε ως αχρείαστο.

Αυτό που δεν αντέχω είναι τον πόλεμο που τρυπώνει. Που από μη τόπος ξαφνικά γίνεται κάτι ορατό, υπαρκτό, αναγνωρίσιμο. Δείτε, για παράδειγμα, μια ταινία με θέμα τον πόλεμο ή διαβάστε ένα βιβλίο με αντίστοιχη θεματική. Το περιεχόμενο δεν είναι πια το ίδιο.

Ο βαθμός ταύτισης δεν είναι πια ο ίδιος. Ακόμα και αχνά είναι οι δικές μας φιγούρες που ξεπροβάλλουν πίσω από τα αγκομαχητά των ηρώων, πίσω από όσα περνάνε, πίσω από την επιβίωσή τους. Δεν είναι πια ταινίες εποχής. Είναι ταινίες της δικής μας εποχής.

Ο πόλεμος αυτός του μη τόπου ξαφνικά αποκτά γεωγραφία. Συγκεκριμένο μήκος και πλάτος. Και αμέσως μετά τα καταργεί. Στην αρχή περιγράφει μια χώρα. Στη συνέχεια μαθαίνουμε πως εξαπλώνεται και στη συνέχεια νιώθουμε πως πλησιάζει. Από γεγονός γίνεται ανάσα. Και τη νιώθουμε στον σβέρκο μας. Ο πόλεμος αρχίζει να φωλιάζει. Αλλάζει τους ανθρώπους. Τους χωρίζει και πάλι από την αρχή. Σε αυτούς που τον αποδέχονται και σε αυτούς που τον πολεμάνε. Φέρνει στο προσκήνιο έναν διαχωρισμό. Εναν διαχωρισμό που ήδη μεταλλάσσει τις κοινωνίες μας με τρόπο απόλυτο. Ενα όριο. Και αυτούς που στέκονται από τη μία μεριά. Και αυτούς που στέκονται από την άλλη. Είναι ένας διχασμός που έρχεται. Ενας πόλεμος πριν από τον πόλεμο. Μια συνθήκη ικανή να μας πείσει πως ο παλιός μας κόσμος είναι κιόλας νεκρός.

Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ