Πώς οι αυξήσεις στον μισθό καταλήγουν στο κράτος
ΤΖΩΡΤΖΗΣ ΡΟΥΣΣΟΣ
Στην οικονομική επιστήμη υπάρχει ο όρος της «χρηματικής ψευδαίσθησης» (money illusion). Περιγράφει την τάση των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται τον πλούτο τους με βάση τα ονομαστικά χρηματικά ποσά και όχι με βάση την πραγματική αγοραστική τους δύναμη. Σε αυτή ακριβώς την ψευδαίσθηση φαίνεται να επενδύει η κυβέρνηση εγκαινιάζοντας πρόωρα μια προεκλογικού τύπου παροχολογία. Τα «πανηγύρια» ξεκίνησαν νωρίς φέτος, με το Μέγαρο Μαξίμου να προαναγγέλλει αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και να θέτει φιλόδοξους στόχους για τον μέσο μισθό, την ώρα που η «πώληση ελπίδας με το κιλό» αδυνατεί να καλύψει την οδυνηρή πραγματικότητα στα ράφια των σουπερμάρκετ και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών.
Οι κυβερνητικές διαρροές κάνουν λόγο για μια «κλειδωμένη» αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 5,5%, οδηγώντας τον στα 930 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026, ενώ καταβάλλονται επικοινωνιακές προσπάθειες το ποσό να αγγίξει ακόμη και τα 950 ευρώ. Ο διακηρυγμένος στόχος για μέσο μισθό 1.500 ευρώ το 2027 παραμένει η «σημαία» του κυβερνητικού αφηγήματος. Ωστόσο πίσω από την ονομαστική ευημερία των αριθμών κρύβεται μια στρεβλή πραγματικότητα: μια αχαλίνωτη ακρίβεια και μια ύπουλη φορολογική πολιτική που ακυρώνουν στην πράξη κάθε προσπάθεια ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η «μέγγενη» των φόρων
Το βασικότερο εργαλείο με το οποίο το κράτος «ροκανίζει» τις αυξήσεις προτού καν αυτές φτάσουν στην τσέπη του εργαζομένου είναι η άρνηση τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας. Η κυβέρνηση αυξάνει τους ονομαστικούς μισθούς για να αντισταθμίσει –υποτίθεται– τον πληθωρισμό, αλλά αφήνει αμετάβλητα τα φορολογικά κλιμάκια. Το αποτέλεσμα; Οι εργαζόμενοι μεταπηδούν σε υψηλότερες κλίμακες φόρου, επιστρέφοντας σημαντικό μέρος της αύξησής τους στα κρατικά ταμεία.
Ας εξετάσουμε τα δεδομένα με τη γλώσσα των αριθμών: Ενας εργαζόμενος που το 2026 θα λάβει τον νέο κατώτατο μισθό των 930 ευρώ, θα δει τις κρατήσεις του να εκτοξεύονται. Θα πληρώνει 124 ευρώ μηνιαίως για ασφάλιση και 27 ευρώ φόρο, καταλήγοντας με καθαρό μισθό 779 ευρώ. Συγκριτικά με τον σημερινό κατώτατο των 880 ευρώ οι καθαρές αποδοχές είναι 744 ευρώ (με φόρο μόλις 18 ευρώ). Η ονομαστική αύξηση των 50 ευρώ στην πραγματική οικονομία μεταφράζεται σε καθαρή αύξηση μόλις 35 ευρώ. Τα υπόλοιπα 15 ευρώ χάνονται στη «μαύρη τρύπα» ενός κράτους που αυξάνει φορομπηχτικά τα έσοδά του, εκμεταλλευόμενο τον πληθωρισμό. Πρόκειται για χαράς ευαγγέλια για τα δημόσια ταμεία, αλλά για εμπαιγμό των μισθωτών.
Κατάρρευση εισοδημάτων
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή αν αναλυθεί η σχέση μισθών και πληθωρισμού. Το 2025 αποδεικνύεται έτος-ορόσημο για την αποτυχία της εισοδηματικής πολιτικής. Ενώ ο μέσος μισθός αυξήθηκε οριακά κατά 1,56% (στα 1.363 ευρώ μεικτά), ο πληθωρισμός «έτρεξε» με 2,5%. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση του πραγματικού μέσου μισθού κατά περίπου 0,72%.
Κοιτάζοντας τη μεγάλη εικόνα της περιόδου της πληθωριστικής κρίσης (2021-2025) η αύξηση του μέσου μισθού κατά περίπου 22% έχει ουσιαστικά εξανεμιστεί από σωρευτικές ανατιμήσεις που ξεπερνούν το 19% στο γενικό επίπεδο τιμών. Ωστόσο, για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα η κατάσταση είναι δραματική. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε τρόφιμα και στέγαση, η πραγματική τους αγοραστική δύναμη έχει κατακρημνιστεί. Οταν τα τρόφιμα έχουν ανατιμηθεί κατά 30% μέσα στην κρίση, η όποια ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού φαντάζει σταγόνα στον ωκεανό της ακρίβειας. Το φαινόμενο της «απληστίας» και η άρνηση της κυβέρνησης να ελέγξει την αισχροκέρδεια δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις αυξάνουν τις τιμές δυσανάλογα με το κόστος, τα κέρδη διογκώνονται και οι μισθοί τρέχουν «λαχανιασμένοι» πίσω από τις εξελίξεις, χωρίς ποτέ να καλύπτουν το χαμένο έδαφος.
Αναμφίβολα, τα στοιχεία του Εργάνη δείχνουν μια μετατόπιση της μισθολογικής βάσης προς τα πάνω. Η μείωση των εργαζομένων που λαμβάνουν κάτω από 800 ευρώ (από 48% το 2019 σε 15,4% σήμερα) και η ενίσχυση του κλιμακίου 800-1.500 ευρώ είναι γεγονός. Ομως αυτή η στατιστική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε ευημερία. Το 76,8% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθεί να βάζει στην τσέπη λιγότερα από 1.200 ευρώ καθαρά. Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος διαβίωσης καλπάζει, αυτά τα εισοδήματα βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Επιπλέον, η σύγκλιση του κατώτατου μισθού με τον μέσο, χωρίς αντίστοιχη παραγωγική ανασυγκρότηση, συμπιέζει τις μισθολογικές κλίμακες και αποθαρρύνει την εξειδίκευση, ενώ η οριζόντια αύξηση στο δημόσιο απλώς συντηρεί το πελατειακό κράτος χωρίς να λύνει το πρόβλημα της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων.
Πολιτική χωρίς αντίκρισμα
Η στρατηγική της κυβέρνησης είναι σαφής: αφήνει τον πληθωρισμό να λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής σε βάρος των μισθωτών και υπέρ των κρατικών εσόδων (μέσω ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος) και των μεγάλων επιχειρηματικών κερδών. Στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος αυτής της λείας μέσω ονομαστικής αυξήσεως μισθών, η οποία παρουσιάζεται ως γενναιόδωρη κοινωνική πολιτική. Οσο όμως οι φορολογικές κλίμακες δεν τιμαριθμοποιούνται και όσο η αισχροκέρδεια παραμένει ανεξέλεγκτη, οι αυξήσεις των 50 ή 70 ευρώ είναι απλώς λογιστικές εγγραφές χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών θα συνεχίσει να μειώνεται, εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο που οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα. Η κυβέρνηση μπορεί να πουλάει ελπίδα και να πανηγυρίζει για τους «θηριώδεις» ονομαστικούς μισθούς, αλλά η οικονομική πραγματικότητα είναι αμείλικτη: χωρίς πραγματική προστασία του εισοδήματος από τον πληθωρισμό και τη φορολογική αφαίμαξη, η «ανάπτυξη» αφορά μόνο τα λογιστικά βιβλία του κράτους και όχι το πορτοφόλι του πολίτη.
Πηγή: documentonews.gr