Η Ελίφ Εράλπ δεν γεννήθηκε στο Βερολίνο. Ηρθε στη γερμανική πρωτεύουσα το 2010. Αλλά ίσως γι’ αυτό αντιπροσωπεύει καλύτερα «το πρόσωπο της πόλης». Στις εκλογές της περασμένης Κυριακής ο ένας στους τρεις σημερινούς κατοίκους της γερμανικής πρωτεύουσας, κάτι λιγότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι, δεν ψήφισε επειδή δεν έχει γερμανική υπηκοότητα. Μπορεί να μιλάμε για «δήμαρχο», αλλά οι εκλογές ήταν κρατιδιακές, όχι δημοτικές, συνεπώς υπόθεση μόνο για τους Γερμανούς πολίτες. Αλλά έτσι κι αλλιώς ο όρος «Βερολινέζος» έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες, καθώς η πόλη συνεχίζει να μαγνητίζει ανθρώπους από ολόκληρη τη Γερμανία και ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας τη φήμη μιας κοσμοπολίτικης και ανεκτικής μητρόπολης.
Οχι ότι δεν υπάρχουν και αυτοί που έχουν αρχίσει να κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση, βλέποντας μια πόλη που ασφυκτιά στην προσπάθειά της να συναγωνιστεί σε τάσεις, «φάσεις», ρυθμούς και ξενύχτι το Λονδίνο και το Παρίσι. Μια πόλη που αντιμετωπίζει ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτές. Κοινωνικές αντιθέσεις που φουντώνουν, σπίτια που μετατρέπονται σε είδος πολυτελείας, σκουπίδια που ξεχειλίζουν στις πιο «δεύτερες» γειτονιές, υποδομές που παλεύουν καθημερινά με τα όριά τους.
Φυσικά ανάμεσα σε αυτούς που ψήφισαν υπάρχουν και πολλοί με μεταναστευτικές ρίζες. Οπως η Ελίφ. Γεννήθηκε πάντως στη Γερμανία, ως πρόσφυγας στο Μόναχο το 1981, εκεί όπου προσωρινά είχαν βρει καταφύγιο οι γονείς της, πολιτικά δραστήριοι στην Τουρκία, που έναν χρόνο πριν είχε βιώσει ακόμα ένα δεξιό πραξικόπημα. Η Ελίφ λοιπόν δεν πρόλαβε να έχει τέτοιες μνήμες. Μεγάλωσε αρχικά στο Ντόρτμουντ και μετά στο Αμβούργο, όπου σπούδασε νομικά. Στις δημοσιεύσεις της ασχολήθηκε με το δικαίωμα στη μετανάστευση, τη συνεπή καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την καταστολή του «δομικού ρατσισμού» εντός της αστυνομίας.
Το 2017, η Εράλπ εντάχθηκε στην Αριστερά και ίδρυσε μια ομάδα εργασίας με την οποία προώθησε τις ανησυχίες ατόμων με προσφυγικό και μεταναστευτικό υπόβαθρο. Σύντομα εισήλθε στη Βουλή του Βερολίνου. Προηγουμένως, είχε εργαστεί ως νομική σύμβουλος για την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στην ομοσπονδιακή Βουλή. Υποστήριξε μια πρωτοβουλία για την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε αλλοδαπούς. Ανάμεσα στους συμβούλους της τώρα ήταν και ο Μόριτς Κατς, ο οποίος είχε εργαστεί και στην καμπάνια του Ζόχραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη. Πριν ακόμα διαφανεί η νίκη της κάποιοι της είχαν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «θηλυκός Μαμντάνι στον ποταμό Σπρέε».
Τίναξε την κάλπη στον αέρα
Το περασμένο Σάββατο ο προεκλογικός αγώνας ολοκληρωνόταν με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν στην Ελίφ ένα αχνό προβάδισμα απέναντι στον άχρωμο υποψήφιο της Χριστιανοδημοκρατίας, Στέφαν Εβερς. Εναν εκπρόσωπο του πολιτικού κατεστημένου, από τους κλασικούς χαρτογιακάδες πολυτελείας, που η αλήθεια είναι ότι έχουν αυξηθεί αριθμητικά, αλλά συνεχίζουν να ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα όταν τολμήσουν να κινηθούν μέσα στην πόλη. Ο θρίαμβος της Εράλπ ήταν πολύ πιο ξεκάθαρος από ό,τι είχαν τολμήσει να προβλέψουν οι δημοσκόποι. Κάποιοι έγραψαν ότι τίναξε την κάλπη στον αέρα. Ποσοστό 25,7%, οκτώ μονάδες μπροστά από τον αντίπαλο, με διπλασιασμό των ποσοστών της Αριστεράς και απώλειες σχεδόν 10% για το CDU.
Το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο. Το Βερολίνο παραμένει πάντα Βερολίνο. Ατίθασο, πολύχρωμο, συχνά και αντιφατικό. Γιατί την πόλη αυτή την αγαπούν ακόμα και αυτοί που δυσκολεύονται να την αντέξουν. Η Εράλπ σε όλη την προεκλογική της εκστρατεία κράτησε ήπιους τόνους, αλλά στο περιεχόμενό της ήταν ανένδοτη. «Το Βερολίνο πρέπει να είναι μια πόλη για όλους». Και για τους μετανάστες και για τους πιο φτωχούς και για τους διαφορετικούς κάθε είδους.
Ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος της παραμένει η απαλλοτρίωση των κατοικιών, που έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό στα χέρια μεγαλοκαρχαριών του χώρου. Αλλωστε και οι Βερολινέζοι είχαν ψηφίσει υπέρ του μέτρου σε ένα σχετικό μη δεσμευτικό δημοψήφισμα το 2021. Επιχειρηματίες και «παλιά» κόμματα έπεσαν σε πανικό. Η κυβέρνηση Μερτς θέλει να περάσει άρον άρον έναν νόμο που θα απαγορεύει τις απαλλοτριώσεις από τις κυβερνήσεις κρατιδίων γενικώς και απολύτως, αν και κορυφαίοι συνταγματολόγοι προειδοποιούν ότι αυτό είναι αντισυνταγματικό. Οι εκπρόσωποι των εταιρειών βρίσκουν άπλετο χώρο στα μέσα άλλων μεγιστάνων για να προειδοποιήσουν ότι ένα τέτοιο μέτρο θα φέρει την απόλυτη καταστροφή. Ενα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να βάλει επικίνδυνες ιδέες και σε άλλες πόλεις. Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι με τους οποίους θα πρέπει να συγκυβερνήσει η Εράλπ αν θέλει να μπει στο «Κόκκινο Δημαρχείο» έχουν λιγοψυχήσει προκαταβολικά και πετούν την μπάλα στην εξέδρα. Ζητούν από την Αριστερά δηλώσεις μετανοίας για όσα μπορεί να έχουν πει στελέχη της για εγκλήματα στη Γάζα. Και η Δεξιά και τα μέσα της ασχολούνται με την εμφάνιση του Ισα Ρέμο, που θεωρείται επικεφαλής μιας αραβικής συμμορίας από αυτές που δρουν εδώ και δεκαετίες στην πόλη, σε ένα μετεκλογικό πάρτι σε μια γειτονιά στο Νόικελν. Οι υπεύθυνοι της Αριστεράς επιμένουν ότι ούτε τον κάλεσαν ούτε τον άφησαν να μείνει εκεί, αλλά τα υπόλοιπα κόμματα έχουν αναγάγει το ζήτημα σε κυρίαρχο της μετεκλογικής συζήτησης. Πριν προλάβει να χαρεί για τη νίκη της η Εράλπ βλέπει τώρα ένα ολόκληρο σύστημα, που δεν μπορεί να αποδεχτεί την ήττα του και θα κάνει κάθε προσπάθεια να την κατασπαράξει. Ο αγώνας δεν τελείωσε στις 20 Σεπτεμβρίου. Αλλά αυτό λογικά το γνώριζε από την αρχή.
ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΠΙΛΕΞΑΜΕ
Γιατί με τον εκλογικό της θρίαμβο στο Βερολίνο έδωσε λίγο φως μέσα στο σκοτάδι της Ακροδεξιάς.
Η Χάνα Άρεντ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «Schreibtischtäter» –τον «δράστη του γραφείου»– για να περιγράψει εκείνους που, χωρίς απαραίτητα να σκοτώνουν με τα ίδια τους τα χέρια, αποτελούσαν μέρος ενός μηχανισμού που οργάνωνε και επέτρεπε τη μαζική εξόντωση. Οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή ακριβώς η αντίληψη βρίσκεται πίσω από μία από τις τελευταίες προσπάθειες της γερμανικής Δικαιοσύνης να λογοδοτήσουν άνθρωποι που υπηρέτησαν τον ναζιστικό μηχανισμό.
Στο επίκεντρο της τελευταίας υπόθεσης βρίσκεται ένας άνδρας 105 ετών, ο οποίος ερευνάται ως ύποπτος για συνέργεια σε πολλαπλές δολοφονίες. Σύμφωνα με τον Guardian, οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές θεωρούν ότι υπηρέτησε ως φρουρός στο Stalag 326 VI K, στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην περιοχή Σένε της δυτικής Γερμανίας, στη σημερινή Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία.
Το Stalag 326 (VI K) Senne δεν ήταν ένα περιφερειακό στρατόπεδο αιχμαλώτων. Αποτελούσε σημαντικό κόμβο του συστήματος καταναγκαστικής εργασίας των Ναζί: σύμφωνα με το μνημείο και κέντρο τεκμηρίωσης που λειτουργεί σήμερα στον χώρο, περίπου ένας στους τρεις Σοβιετικούς
αιχμαλώτους πολέμου που μεταφέρθηκαν στο Γερμανικό Ράιχ πέρασε από το δίκτυό του. Το στρατόπεδο λειτουργούσε κυρίως ως κέντρο καταγραφής, επιλογής και μεταφοράς εργατικού δυναμικού για τη στρατιωτική περιφέρεια VI, που αντιστοιχούσε σε μεγάλο βαθμό στη σημερινή Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Χιλιάδες αιχμάλωτοι διοχετεύονταν από εκεί σε εργοστάσια, επιχειρήσεις και στην εξόρυξη πρώτων υλών, μεταξύ άλλων στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ.
Οι πρώτοι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι έφτασαν στο Stalag 326 στις 10 Ιουλίου 1941, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τον αμερικανικό στρατό, στις 2 Απριλίου 1945, είχαν καταγραφεί εκεί περίπου 180.000 έως 200.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι. Οι συνθήκες κράτησής τους χαρακτηρίζονταν από υποσιτισμό, ελλιπή ιατρική περίθαλψη, άθλιες συνθήκες υγιεινής και εξαντλητική καταναγκαστική εργασία. Πολλοί πέθαναν από την πείνα, τις ασθένειες και τις συνέπειες της εργασιακής εκμετάλλευσης.
Η τύχη των κρατουμένων του Stalag 326 εντάσσεται στη γενικότερη μεταχείριση των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου από το ναζιστικό καθεστώς. Από τα περίπου 5,3 έως 5,7 εκατομμύρια Σοβιετικούς στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν, υπολογίζεται ότι 2,3 έως 3 εκατομμύρια δεν επέζησαν της γερμανικής αιχμαλωσίας. Παρότι η ναζιστική Γερμανία είχε επικυρώσει τις Συμβάσεις της Γενεύης και της Χάγης, δεν εφάρμοσε τις προβλεπόμενες εγγυήσεις απέναντι στους Σοβιετικούς αιχμαλώτους, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με υποσιτισμό, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη, άθλιες συνθήκες υγιεινής και καταναγκαστική εργασία. Οι περισσότεροι από όσους έχασαν τη ζωή τους πέθαναν από την πείνα, σοβαρές ασθένειες και τις συνέπειες της εξαντλητικής εργασίας.
Η Εισαγγελία του Ντόρτμουντ ερευνά πλέον κατά πόσο ο 105χρονος, μέσω της υπηρεσίας του ως φρουρός, συνέβαλε στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκεί. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πως ο ίδιος σκότωσε κάποιον με τα χέρια του. Η παρουσία και η δράση ενός φρουρού μέσα σε έναν μηχανισμό συστηματικών δολοφονιών μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν τη βάση για κατηγορία συνέργειας.
Το προηγούμενο που άλλαξε τις διώξεις
Καθοριστική για αυτή τη μετατόπιση της γερμανικής Δικαιοσύνης υπήρξε η υπόθεση του Τζον Ντεμιάνιουκ. Ο πρώην φρουρός του στρατοπέδου εξόντωσης Σομπιμπόρ, στην κατεχόμενη Πολωνία, καταδικάστηκε το 2011 για συνέργεια στη δολοφονία περισσότερων από 28.000 Εβραίων.
Οι εισαγγελείς δεν διέθεταν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Ντεμιάνιουκ είχε σκοτώσει προσωπικά κάποιον. Υποστήριξαν όμως ότι η υπηρεσία του στο Σομπιμπόρ ήταν αρκετή για να θεωρηθεί ότι συνέβαλε στη λειτουργία του μηχανισμού εξόντωσης.
Ο Ντεμιάνιουκ πέθανε το 2012, σε ηλικία 91 ετών, ενώ εκκρεμούσε η έφεσή του. Η υπόθεσή του, ωστόσο, άνοιξε τον δρόμο για τη δίωξη ανθρώπων που για δεκαετίες είχαν παραμείνει εκτός δικαστικών αιθουσών επειδή ο ρόλος τους θεωρούνταν δευτερεύων.
Έκτοτε, ενώπιον της γερμανικής Δικαιοσύνης έχουν βρεθεί υπερήλικες πρώην φρουροί και εργαζόμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ίρμγκαρντ Φούρχνερ, η οποία εργάστηκε από το 1943 έως το 1945 ως γραμματέας του διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Στούτχοφ. Καταδικάστηκε σε διετή ποινή φυλάκισης με αναστολή για συνέργεια σε φόνο. Η υπόθεσή της προκάλεσε ιδιαίτερη δημοσιότητα όταν, την ημέρα που επρόκειτο να αρχίσει η δίκη της, εγκατέλειψε τον οίκο ευγηρίας όπου διέμενε.
Το 2022, ο Γιόζεφ Σιτς, πρώην φρουρός στο Ζάξενχαουζεν, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για συνέργεια σε φόνο. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία 102 ετών.
Μια τελευταία δικαστική μάχη με τον χρόνο
Η υπόθεση του 105χρονου εντάσσεται πλέον σε μια δικαστική μάχη με τον χρόνο. Οι γερμανικές αρχές επιχειρούν να εξετάσουν τις τελευταίες υποθέσεις ανθρώπων που φέρονται να συμμετείχαν στον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς οι περισσότεροι από τους επιζώντες υπόπτους βρίσκονται πλέον σε εξαιρετικά προχωρημένη ηλικία.
Την προκαταρκτική έρευνα για τον 105χρονο πραγματοποίησε η Κεντρική Υπηρεσία Διερεύνησης Εγκλημάτων του Εθνικοσοσιαλισμού στο Λούντβιχσμπουργκ, η οποία στη συνέχεια διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Ντόρτμουντ. Μαζί είχε ερευνηθεί και ένας δεύτερος πρώην φρουρός, ο οποίος, σύμφωνα με γερμανικά μέσα ενημέρωσης, έχει στο μεταξύ πεθάνει.
Αν η υπόθεση φτάσει τελικά στο δικαστήριο, δεν θα αφορά μόνο τις πράξεις ενός 105χρονου. Αναμένεται να επαναφέρει στο προσκήνιο ολόκληρο το σύστημα των Stalag και ιδιαίτερα όσα συνέβησαν στο Σένε.
Συνολικά, έως και 5,7 εκατομμύρια Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου βρέθηκαν υπό γερμανική αιχμαλωσία. Περισσότεροι από τους μισούς δεν επέζησαν.
Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν, μετά το Βερολίνο», λέει ο Λέοναρντ Κόεν στο τραγούδι “First We Take Manhattan” και ο στίχος αυτός ταιριάζει με το χθεσινό εκλογικό αποτέλεσμα στη γερμανική πρωτεύουσα.
Η επικράτηση της Αριστεράς (“Die Linke”) έφερε μνήμες από την ιστορική νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι στις δημαρχιακές εκλογές της Νέας Υόρκης στις 4 Νοεμβρίου του 2025. Τονίζεται μάλιστα ότι η επικεφαλής του κόμματος της γερμανικής “Die Linke” Έλιφ Εράλπ, χαρακτηρίζεται συχνά ως ο «θηλυκός Μαμντάνι».
Η Εράλπ, κόρη Τούρκων αριστερών που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μετά το πραξικόπημα του 1980, δήλωσε ότι εντάχθηκε στο κόμμα της Αριστεράς το 2017, την ημέρα δηλαδή που η ακροδεξιά AfD εισήλθε για πρώτη φορά στο γερμανικό κοινοβούλιο.
Ποια είναι η Έλιφ Εράλπ
Η σταδιακή αλλά σταθερή άνοδος της 45χρονης Εράλπ ως υποψήφιας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την ίδια ως προσωπικότητα, αλλά με το πολιτικό της προφίλ, το οποίο ευθυγραμμίζεται με τη νέα δυναμική που έχει φέρει το Die Linke στη γερμανική πολιτική σκηνή τα τελευταία δύο χρόνια, σχολιάζει μεταξύ άλλων σε πρόσφατο δημοσίευμά της η El Pais.
«Δεν είναι σύνηθες για κάποια σαν εμένα να γίνεται δήμαρχος. Ως κόρη προσφύγων, αγωνίζομαι ενάντια στην αδικία από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Είδα από κοντά πώς αντιμετωπίζονταν με διαφορετικό τρόπο οικογένειες σαν τη δική μας. Γι’ αυτό σπούδασα νομικά: για να υπερασπιστώ την ισότητα για όλους», εξηγεί η Εράλπ στο βίντεο με το οποίο ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της τον περασμένο Οκτώβριο.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Εκπέμπει την εικόνα ενός ήρεμου, έως και πράου ανθρώπου. Παρόλο που είναι μέλος του κοινοβουλίου του Βερολίνου από το 2021 – και αναπληρώτρια επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Die Linke – αξιοποιεί προσωπικά της βιώματα για να έρθει πιο κοντά στους ψηφοφόρους.
Είναι μητέρα δύο παιδιών που φοιτούν σε ένα τυπικό δημόσιο σχολείο, ζει σε ένα απλό νοικιασμένο διαμέρισμα – όπως οι περισσότεροι κάτοικοι του Βερολίνου – και αποτελεί μέλος της ποικιλόμορφης κοινότητας της γειτονιάς της, του Κρόιτσμπεργκ, εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
«Μπορεί να φαίνεται κάπως τραχιά περιοχή, αλλά εδώ υπάρχει μια υπέροχη κοινότητα. Άνθρωποι αυθεντικοί που στηρίζουν ο ένας τον άλλον – κι αυτό είναι κάτι που δεν αγοράζεται με χρήματα», λέει η ίδια.
Σε γενικές γραμμές, το προφίλ της Εράλπ αντικατοπτρίζει εκείνο πολλών ανθρώπων στο Βερολίνο – αλλά και πολλών Γερμανών που, παρόλο που γεννήθηκαν στη χώρα, χρειάστηκε να παλέψουν για να κερδίσουν τη θέση τους στην κοινωνία.
Πώς έφτασε η οικογένειά της στη Γερμανία
Το φθινόπωρο του 1980 – όπως έχει εξιστορήσει η ίδια σε διάφορες συνεντεύξεις της σε γερμανικά ΜΜΕ – οι γονείς της εγκατέλειψαν την Τουρκία μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που έλαβε χώρα την ίδια χρονιά. Έφυγαν ενώ η μητέρα της ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα, φοβούμενοι την καταστολή και τις πολιτικές διώξεις που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζαν ως σοσιαλιστές και συνδικαλιστές.
Έτσι, η πολιτικός της Αριστεράς γεννήθηκε στο Μόναχο, αντί για την Κωνσταντινούπολη, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί. Δύο χρόνια αργότερα, αφού τους χορηγήθηκε άσυλο, η οικογένεια μετακόμισε στο Ντόρτμουντ, όπου ο πατέρας της βρήκε δουλειά ως γιατρός. Η μητέρα της, ωστόσο, δεν στάθηκε τόσο τυχερή· χρειάστηκε να περιμένει 15 ολόκληρα χρόνια μέχρι οι γερμανικές αρχές να αναγνωρίσουν τα επαγγελματικά της προσόντα ως εκπαιδεύτριας νοσηλευτικής.
Όταν ήταν οκτώ ετών, οι γονείς της αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Αμβούργο· εκεί μεγάλωσε και σπούδασε νομικά, εστιάζοντας πάντα στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο εβδομαδιαίο περιοδικό Der Spiegel, περιέγραψε πώς, κατά τη διάρκεια της νεαρής της ηλικίας – μετά τις ρατσιστικές επιθέσεις του 1993 στο Μέλν και το Ζόλινγκεν που είχαν στόχο μετανάστες τουρκικής καταγωγής – ζούσε με τον φόβο ότι θα έβλεπε και το δικό της σπίτι να πυρπολείται.
Η επαγγελματική της πορεία την οδήγησε τελικά στο Βερολίνο. Αρχικά, έκανε πρακτική άσκηση στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Αργότερα, το 2010, άρχισε να εργάζεται ως νομική σύμβουλος για το κόμμα Die Linke στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Έκτοτε, το Βερολίνο αποτελεί την έδρα της.
Εντάχθηκε στο αριστερό κόμμα μερικά χρόνια αργότερα, το 2017, κυρίως λόγω του σοκ που προκάλεσε η είσοδος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) στην Μπούντεσταγκ, τη γερμανική κάτω βουλή. Το 2021 εξελέγη στο Κοινοβούλιο του Βερολίνου, όπου γρήγορα εστίασε στη στέγαση, τη μεταναστευτική πολιτική και την καταπολέμηση των διακρίσεων – τους τρεις δηλαδή πυλώνες της πρόσφατης προεκλογικής της εκστρατείας.
Μια εκστρατεία σε άνοδο
Όταν η Εράλπ ορίστηκε επικεφαλής υποψήφια του κόμματός της τον Οκτώβριο του 2025, οι δημοσκοπήσεις κατέτασσαν το Die Linke στην πέμπτη θέση, πίσω από το κυβερνών συντηρητικό CDU, τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους, ακόμη και την AfD.
Ο γερμανικός Τύπος έχει αρχίσει να στρέφει την προσοχή του στην αντισυμβατική αυτή υποψήφια. Η κάλυψη των ειδήσεων υπήρξε μάλλον επιφυλακτική, εστιάζοντας στο προσωπικό της υπόβαθρο και ταυτόχρονα εγείροντας πολλά ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα του προγράμματός της. Δεν θεωρείται, ωστόσο, ότι διαθέτει ιδιαίτερο χάρισμα και η άνοδος της εκστρατείας της αποδίδεται σε παράγοντες άσχετους με το πρόσωπό της, οι οποίοι πηγάζουν από άλλες συνθήκες.
Ένας τέτοιος παράγοντας είναι η θριαμβευτική επιστροφή του Die Linke στο πολιτικό προσκήνιο κατά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, μετά τα πλήγματα που υπέστη το κόμμα λόγω της ρήξης με τη Σάρα Βάγκενκνεχτ και της επακόλουθης αποχώρησής της. Η εμφανής αδυναμία του κόμματος δημιούργησε μια ευκαιρία για ανανέωση – τουλάχιστον στο Βερολίνο. Η «νέα» Αριστερά κατάφερε να καλλιεργήσει μια πιο αστική, νεανική και προοδευτική εικόνα, γεγονός που αποτυπώθηκε στην κάλπη.
Τι σημαίνει “Mietendeckel”
Ένας ακόμη παράγοντας ήταν η κρίση που αντιμετώπιζε ο συντηρητικός δήμαρχος, Κάι Βέγκνερ, η δημόσια εικόνα του υπέστη τέτοια φθορά, ώστε αναγκάστηκε να αποσύρει την υποψηφιότητά του ως επικεφαλής του CDU τον Ιούλιο. Οι κάτοικοι του Βερολίνου δεν του συγχώρησαν τους κακούς χειρισμούς κατά τη διάρκεια της γενικευμένης διακοπής ρεύματος που έπληξε την πόλη στην καρδιά του χειμώνα, τον περασμένο Ιανουάριο.
Μέσα στην κρίση – με χιλιάδες νοικοκυριά να μένουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή θέρμανση και αποκομμένα από κάθε επικοινωνία— ο Βέγκνερ επέλεξε να παίξει τένις με τη σύντροφό του. Η έλλειψη διαφάνειας και σαφήνειας εκ μέρους του δημάρχου τού κόστισε σημαντική υποστήριξη, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στις τάξεις του ίδιου του κόμματός του.
Τέλος – αλλά εξίσου σημαντικό – ήταν το οξύ στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο ο κυβερνητικός συνασπισμός απέτυχε να διαχειριστεί με την αποτελεσματικότητα που είχε υποσχεθεί. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τα ενοίκια στο Βερολίνο συνεχίζουν να ανεβαίνουν, φτάνοντας σε επίπεδα που καθιστούν τη στέγαση ουσιαστικά απρόσιτη για την πλειονότητα του πληθυσμού.
Σε αυτή τη βάση, η Εράλπ οικοδόμησε την εκστρατεία της γύρω από μια πολύ σαφή ιδέα: να καταστήσει το Βερολίνο ξανά μια πόλη με προσιτό κόστος διαβίωσης για όλους. Το ζήτημα της στέγασης αποτέλεσε το κυριότερο σημείο όπου εστίαζε – όπως μαρτυρά και το χρυσό μενταγιόν στην αλυσίδα που φορά πάντα, το οποίο έχει πάνω τη λέξη “Mietendeckel” (δηλαδή «πλαφόν στα ενοίκια»).
Ο Μαμντάνι ως σημείο αναφοράς
Τονίζεται ότι η Εράλπ άντλησε έμπνευση από την εκλογική νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι, ο οποίος είναι πλέον δήμαρχος της πολυπληθέστερης πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Αν ένας αριστερός υποψήφιος μπορεί να κερδίσει στη Νέα Υόρκη, μπορεί να το κάνει και στο Βερολίνο», είχε δηλώσει τότε. Οι επικριτές της αντέτειναν αμέσως ότι η Νέα Υόρκη δεν είναι Βερολίνο.
Υπενθυμίζεται ότι ο Μαμντάνι είχε θέσει το ζήτημα του κόστους ζωής στο επίκεντρο της υποψηφιότητάς του και, τώρα, η Εράλπ κέρδισε τις εκλογές στο Βερολίνο με μια πρόταση που δίνει επίσης μεγάλο βάρος στο ζήτημα της στέγασης και στους νέους, που αποτελούν δύο από τους βασικούς πυλώνες της.
Αυτή η ομοιότητα μεταξύ τους δίνει φέρνει στο προσκήνιο το φαινόμενο μιας αστικής Αριστεράς που μοιάζει να ανακτά τον έλεγχο της κατάσταση. Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιες διαφορές που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην εξέταση του εν λόγω φαινομένου.
Ο Μαμντάνι κέρδισε τη δημαρχία. Η Έλιφ Εράλπ έθεσε το κόμμα της στην κορυφή ενός κατακερματισμένου κοινοβουλίου. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, μεσολαβεί μια απόσταση που αφορά συνεργάτες, διαπραγματεύσεις και την ικανότητα μετατροπής των υποσχέσεων σε αποφάσεις, σημειώνει η ισπανική ιστοσελίδα Democrata.
Από τα λόγια… στα βιώματα
Η σημαντικότερη ομοιότητα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο παρατηρείται κάθε μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό των κατοίκων τους.
Το ζήτημα της στέγασης αφήνει χώρο μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τις ιδεολογικές συζητήσεις στα άμεσα βιώματα των πολιτών: πόσο κοστίζει η διαμονή, πόσο μακριά από την εργασία του πρέπει να μετακομίσει κανείς και ποιο μέρος του μισθού εξανεμίζεται χωρίς να επιτρέπει την ουσιαστική διαβίωση; Μια πόλη μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες και, ταυτόχρονα, να καταστεί απρόσιτη για όσους επιθυμούν να τις αξιοποιήσουν.
Ο Μαμντάνι ανέδειξε το «πάγωμα» των ελεγχόμενων ενοικίων σε κεντρικό αίτημα της εκστρατείας του. Τον Ιούνιο, η αρμόδια υπηρεσία της Νέας Υόρκης για τον καθορισμό των αυξήσεων ενέκρινε το πάγωμα των ενοικίων για περίπου ένα εκατομμύριο κατοικίες, μέτρο που θα ισχύει για τις ανανεώσεις συμβολαίων από τον Οκτώβριο του 2026 και μετά. Έτσι, μια προεκλογική υπόσχεση άρχισε να μετουσιώνεται σε δημόσια πολιτική.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Στο Βερολίνο, ανάλυση του ZDF -του μεγαλύτερου δημόσιου, μη κερδοσκοπικού τηλεοπτικού δικτύου στη Γερμανία – έδειξε ότι τα ενοίκια και η αγορά ακινήτων αποτελούν τα ζητήματα που απασχολούν περισσότερο τους ψηφοφόρους, ενώ αναγνώρισε στο κόμμα Die Linke τη μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή τους. Το κόμμα έχει επίσης ταχθεί υπέρ της μεταβίβασης κατοικιών από μεγάλους ιδιοκτήτες σε καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας – μια παρέμβαση διαφορετική και πιο ριζοσπαστική από το «πάγωμα» ορισμένων ενοικίων.
Η πολιτική σύνδεση μεταξύ Νέας Υόρκης και Βερολίνου θα μπορούσε, λοιπόν, να διατυπωθεί ως εξής: Το δικαίωμα στη συνέχιση της διαβίωσης στην πόλη μετατρέπεται σε πρόταση για το μέλλον.
Ισχυρή στήριξη από τη νεολαία
Παρατηρείται επίσης μια ομοιότητα σε ό,τι αφορά την ηλικία των υποστηρικτών του Μαμντάνι και της Εράλπ, αν και δεν θα ήταν ασφαλές να γίνουν άμεσες συγκρίσεις μεταξύ των ποσοστών τους.
Το ερευνητικό κέντρο CIRCLE του Πανεπιστημίου Tufts υπολόγισε ότι το 75% των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 29 ετών υποστήριξε τον Μαμντάνι. Η ανάλυσή του CIRCLE, η οποία βασίστηκε στα exit polls, ανέδειξε τους νέους ως την ηλικιακή ομάδα που τον στήριξε περισσότερο. Στις νέες γυναίκες, το ποσοστό στήριξης έφτασε το 82%.
Στο Βερολίνο, το ινστιτούτο Forschungsgruppe Wahlen διαπιστώνει ότι το Die Linke συγκεντρώνει τη στήριξη σχεδόν των μισών ατόμων ηλικίας κάτω των 30 ετών, με μεγαλύτερη απήχηση στις γυναίκες: 55%, έναντι 40% στους άνδρες. Τα δημογραφικά στοιχεία και οι εκλογικές αναμετρήσεις διαφέρουν βέβαια μεταξύ τους, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις διαπιστώνεται ιδιαίτερη δυναμική μεταξύ των νέων ψηφοφόρων.
Τα εν λόγω στοιχεία επισκιάζουν μάλιστα το αφήγημα περί αναπόφευκτης στροφής των νέων προς τα δεξιά. Αντιθέτως, δείχνουν πως κάποια εκλογικά αποτελέσματα μπορούν να επηρεαστούν από το ποιος θα καταφέρει να εκφράσει τις ανησυχίες της συγκεκριμένης γενιάς και να προσφέρει μια απάντηση που θα γίνει αντιληπτή και αποδεκτή.
Μια σημαντική στρατηγική διαφορά
Ο Μαμντάνι έθεσε υποψηφιότητα στις δημαρχιακές εκλογές ως υποψήφιος των Δημοκρατικών, αν και προηγουμένως είχε αμφισβητήσει τον προσανατολισμό του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Κέρδισε τον Νοέμβριο του 2025 απέναντι στον Άντριου Κουόμο, ο οποίος κατέβηκε ως ανεξάρτητος, και τον Ρεπουμπλικάνο Κέρτις Σλίβα.
Το κόμμα Die Linke, από την πλευρά του, δραστηριοποιείται αυτόνομα και ανταγωνίζεται τους σοσιαλδημοκράτες και τους οικολόγους. Η ενίσχυσή του ενδέχεται να ισχυροποιήσει την ηγετική του θέση εντός της Αριστεράς, αποδυναμώνοντας παράλληλα εκλογικά τους σχηματισμούς με τους οποίους θα χρειαστεί αργότερα να συνεργαστεί.
Πρόκειται για μια σημαντική στρατηγική διαφορά. Στη Νέα Υόρκη, η διαμάχη για το ποιος εκπροσωπεί το προοδευτικό εκλογικό σώμα εκτυλίχθηκε στο πλαίσιο της υποψηφιότητας του Μαμντάνι με τους Δημοκρατικούς. Στο Βερολίνο, η διαμάχη αυτή συνεχίζεται και μετά την επανακαταμέτρηση των ψήφων, γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η νίκη στο Βερολίνο δεν σημαίνει αυτοδυναμία
Η εκτίμηση του ZDF για το εκλογικό αποτέλεσμα στις 21:56 δίνει στο Die Linke ποσοστό 25,1%, έναντι 19,2% για το CDU. Το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάζει το 12,2% του 2023, ωστόσο το κόμμα απέχει πολύ από την αυτοδυναμία.
Η προβλεπόμενη κατανομή εδρών επιτρέπει τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Die Linke, Πρασίνων και SPD, με συνολικά 77 έδρες, αριθμός που υπερβαίνει το όριο των 66 εδρών που απαιτούνται. Παράλληλα, καθίσταται δυνατός ένας κυβερνητικός συνασπισμός υπό την ηγεσία του CDU, με τη συμμετοχή των Πρασίνων και του SPD, ο οποίος θα διέθετε 68 έδρες. Και στα δύο σενάρια, η τελική διαμόρφωση εξαρτάται από το τελικό ποσοστό του κόμματος BSW, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή κυμαινόταν στο 4,9%.
Είναι προφανές ότι εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: η Εράλπ μπορεί να πετύχει την καθαρή νίκη και, παρ’ όλα αυτά, να χρειαστεί τη συγκατάθεση άλλων κομμάτων προκειμένου να μετατρέψει αυτή τη νίκη σε κυβερνητικό σχήμα.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Τα εμπόδια και η ευκαιρία της Αριστεράς
Υπάρχει, πάντως, ένα ακόμα στοιχείο που «συννεφιάζει» το τοπίο και δεν αφήνει περιθώρια για υπερβολικό ενθουσιασμό. Η ανάλυση της Forschungsgruppe Wahlen στη Γερμανία καταγράφει βαθιά δυσαρέσκεια μεταξύ των κατοίκων του Βερολίνου: το 45% πιστεύει ότι κανένα κόμμα δεν είναι κατάλληλο για να επιλύσει τα προβλήματα της πόλης. Συγχρόνως, μόλις το 37% θεωρεί ότι η απαλλοτρίωση μεγάλων εταιρειών διαχείρισης κατοικιών θα έλυνε τα προβλήματα της αγοράς ακινήτων.
Η κατάκτηση της εμπιστοσύνης στο ζήτημα της στέγασης δεν ταυτίζεται με την εξασφάλιση πλειοψηφικής στήριξης για όλα τα προτεινόμενα μέτρα. Ούτε αρκούν οι νίκες σε δύο αστικά κέντρα για να καταδείξουν έναν γενικότερο πολιτικό μετασχηματισμό.
Επιτρέπουν, ωστόσο, να αναδυθεί μια ευκαιρία: μια Αριστερά που συνδέει την ταυτότητά της με τα καθημερινά προβλήματα μπορεί να διευρύνει το πεδίο δράσης της. Το κόστος των ενοικίων, οι μετακινήσεις και η δυνατότητα οικοδόμησης μιας σταθερής ζωής προσφέρουν μια γλώσσα που συνδέει το πολιτικό πρόγραμμα με τα βιώματα των πολιτών.
Ο Μαμντάνι βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με τη δοκιμασία της υλοποίησης όσων υποσχέθηκε. Από την πλευρά της, η Εράλπ θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει την πλειοψηφία που θα της επιτρέψει να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο. Μια κοινή υπόσχεση ταξιδεύει ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο: ότι η διαβίωση σε μια μεγάλη πόλη δεν πρέπει να φτάσει σε σημείο να αποτελεί προνόμιο.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μίλησε ήδη νωρίς το απόγευμα της Κυριακής για “καταστροφή”.
Κι αυτό προτού καν η καταμέτρηση δείξει ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) μένει τελικά εκτός κοινοβουλίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο θα είναι η ιστορική αποτυχία να είναι η τελευταία;
Στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το CDU ουδέποτε είχε αποτύχει να εξασφαλίσει την είσοδό του σε κρατιδιακό κοινοβούλιο. Το ταμπού έσπασε – και μάλιστα στην πρώην εκλογική περιφέρεια της Άγγελας Μέρκελ.
Κατά τα μέχρι στιγμής, επίσημα αποτελέσματα, το CDU περιορίζεται στο 4,9% και μένει οριακά κάτω από το εκλογικό μέτρο εισόδου στη Βουλή. Ο ίδιος ο κ. Μερτς, υπό εντεινόμενη πίεση το τελευταίο διάστημα, τόσο από το κόμμα του όσο και από τις δημοσκοπήσεις, εξάντλησε την στρατηγική διαχείρισης της κρίσης αποπειρώμενος να (περι)ορίσει εγκαίρως το αφήγημα.
Η δήλωσή του για το αποτέλεσμα των εκλογών ήρθε ασυνήθιστα νωρίς, 14 λεπτά μετά την ανακοίνωση της πρώτης πρόβλεψης του αποτελέσματος.
Προηγουμένως, είχε εξασφαλίσει τη στήριξη της ηγεσίας του κόμματός του προκειμένου να παραμείνει στην καγκελαρία και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις.
Η σπουδή ωστόσο έμοιαζε λιγότερο με επίδειξη δύναμης, περισσότερο με απέλπιδα προσπάθεια να δώσει «γραμμή» στα στελέχη της παράταξης για τις δημόσιες δηλώσεις τους το υπόλοιπο βράδυ.
“Τίθεται ζήτημα καγκελάριου”
«Το γεγονός ότι ο Μερτς έκανε καν δήλωση το βράδυ των κρατιδιακών εκλογών δείχνει την τεράστια εσωτερική πίεση που δέχεται. Θέλει τώρα να διασφαλίσει ότι θα υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερες εικασίες σχετικά με τον μελλοντικό του ρόλο τις ημέρες που ακολουθούν τις εκλογές (…) Η στρατηγική του: παιχνίδι με τον χρόνο. Δεν υπάρχουν κρατιδιακές εκλογές ως τον Απρίλιο του 2027 και ο Μερτς ελπίζει σε καλύτερα πρωτοσέλιδα από τις επιχειρήσεις, εν μέρει επειδή οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το ειδικό ταμείο αρχίζουν να αποδίδουν», εκτίμησε το πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD.
«Ασφαλώς και τίθεται ζήτημα καγκελάριου», έκρινε το περιοδικό DerSpiegel σε σχόλιό του επισημαίνοντας ότι οι τρεις κρατιδιακές εκλογές του φετινού καλοκαιριού επιτέλους τελείωσαν.
«Ο καγκελάριος Μερτς και ο συνασπισμός του έχουν τώρα την ευκαιρία να μεταρρυθμίσουν τη Γερμανία. Θα μπορούσαν να κάνουν τη χώρα ανθεκτική στις κρίσεις. Η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να πάρει μια ανάσα και να επικεντρωθεί στην πραγματική δουλειά: την καλή διακυβέρνηση», νουθέτησε το περιοδικό προσθέτοντας ότι «εάν υπάρχουν δυνάμεις εντός CDU που θέλουν να αντικαταστήσουν τον Φρίντριχ Μερτς, δύσκολα μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει, αλλά θα πρέπει να βγουν αμέσως από την κρυψώνα τους και να τον αντικαταστήσουν ή να παραμείνουν εντελώς σιωπηλοί». Για τη χώρα, για αυτήν την κυβέρνηση, κατά το δημοσίευμα, το παρατεταμένο αδιέξοδο στην καγκελαρία, μια παρακμή του Μερτς το φθινόπωρο, θα ήταν ταπεινωτική.
«Ο Μερτς αγοράζει χρόνο – αλλά για ποιον λόγο ακριβώς;», διερωτάται αρθρογράφος της εφημερίδας Handelsblatt: «Οι άνθρωποι θέλουν να λειτουργήσει ξανά σωστά το κράτος και να βελτιωθεί η ζωή τους. Δεν θέλουν να αλλάξουν πολλά. Αυτό προσδιορίζει τον πραγματικό ηττημένο της βραδιάς: τον Φρίντριχ Μερτς. Ο δύο ψηφοφορίες ήταν επίσης μια αναμέτρηση με τις πολιτικές του και πιθανώς με αυτόν ως καγκελάριο. Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοί του δεν είναι ούτε οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων του CDU, ούτε η AfD. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του είναι η γερμανική ακινησία», κατά το άρθρο.
Οι πρώτες δηλώσεις του Φρίντριχ Μερτς AP Photo/Markus Schreiber
Η Welt είδε τον «θάνατο του αστικού κέντρου»: ο θρίαμβος της Αριστεράς στο Βερολίνο συνιστά για μια αστική κοινωνία μεγαλύτερο πρόβλημα από την AfD, υποστήριξε. Το έδαφος για αυτό το είχαν προετοιμάσει τα ίδια τα αστικά κόμματα. Αναφερόμενος στον καγκελάριο, αρθρογράφος της εφημερίδας σημειώνει ότι «οι φυγόκεντρες δυνάμεις ενισχύονται», ενώ αναδεικνύει το γεγονός ότι π.χ. στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών το CDU έλαβε μόλις 2% και στους ψηφοφόρους 25-34 ετών 3%.
«Η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος είναι πλέον σκληρή για όσους δεν προσφέρουν είτε εξαιρετική προσωπικότητα, είτε συναρπαστικό μήνυμα», εκτίμησε η SüddeutscheZeitung περιγράφοντας το CDU με όρους όπως «τόσο διασκεδαστικό όσο το ξερό ψωμί και τόσο ζωντανό όσο το νεκρό ψάρι».
Το CDU, «σκιά του εαυτού του, κατέρρευσε απόψε και κάηκε στο όριο του 5%. Πρόκειται για ταπείνωση που όμοιά της δεν έχει ξαναζήσει αυτός ο πυλώνας του κράτους», υπογραμμίζεται στο σχόλιο.
Η εφημερίδα Tagesspiegel ανέδειξε σε σχόλιό της την «απώλεια εμπιστοσύνης στους βασικούς παράγοντες της ομοσπονδιακής πολιτικής» και την «ενίσχυση των άκρων και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος». Όσο για το μέλλον του καγκελάριου: «Το κόμμα του θα χρειαστεί επομένως μια διέξοδο για την απογοήτευσή του. Αυτό θα τον ωθήσει σε ταχύτερες και πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις, ενώ μπορεί σύντομα να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την προεδρία του CDU, κίνηση που θα του έδινε την ευκαιρία να κατευνάσει τους επικριτές του και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην καγκελαρία. Αν θέλει ακόμα να την κάνει επιτυχημένη, θα πρέπει να υιοθετήσει πιο αδιάλλακτη στάση απέναντι στον εταίρο του στον συνασπισμό. Αυτό είναι επικίνδυνο. Αλλά δεν έχει πολλά να χάσει», είναι η «ανάγνωση» της εφημερίδας του Βερολίνου.
Σε ανάλογο πνεύμα, η Bild τόνισε ότι με το CDU κάτω από το 5% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, «δεν υπάρχουν εγγυήσεις». Προειδοποίησε για πιθανή «εξέγερση της βάσης» του CDU εναντίον του Φρίντριχ Μερτς.
Η επόμενη hμέρα
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, παρότι δεύτερη μετά την AfD, η Μανουέλα Σβέζιγκ του SPD θα παραμείνει κατά πάσα πιθανότητα πρωθυπουργός, σε συνασπισμό με την Αριστερά και τους Πράσινους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν δίστασε να δηλώσει κατ’ επανάληψη τη δυσαρέσκειά της για τον καγκελάριο και τη διαφωνία της ειδικά για την πολιτική στο συνταξιοδοτικό, ακόμη και όταν ήρθε σε αντιπαράθεση με τον αρχηγό της και υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ.
H επιβίωσή της ωστόσο, παρά την πίεση της AfD, καθιστά σήμερα την κυρία Σβέζιγκ ίσως την ισχυρότερη πολιτικό εντός SPD.
H αμηχανία του αρχηγού του SPD ήταν εμφανής όταν η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας υποστήριζε ότι έχασε ψήφους λόγω της στήριξης της Ουκρανίας και της διακοπής προμήθειας ενέργειας από τη Ρωσία, πολιτικές που υποστηρίζει και το κόμμα της.
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ελίφ Εράλπ θα γίνει η πρώτη τουρκικής καταγωγής κυβερνήτης-δήμαρχος της γερμανικής πρωτεύουσας, τόπου κατοικίας της μεγαλύτερης τουρκικής κοινότητας εκτός Τουρκίας. Θα κυβερνήσει, εκτός απροόπτου, σε συνεργασία με το SPD και τους Πράσινους.
Οι θέσεις της για κοινωνικοποίηση κατοικιών, αποδυνάμωση της αστυνομίας και οι υποψίες περί αντισημιτισμού του κόμματός της δυσκολεύουν πάντως τον σχηματισμό συμμαχίας, ιδίως με τους Σοσιαλδημοκράτες. Το πρώτο «σκάνδαλο» ήρθε ήδη το βράδυ του εκλογικού θριάμβου της «Μαμντάνι του Βερολίνου», όπως περιγράφουν πολλοί την κυρία Εράλπ.
Στο πάρτι της Αριστεράς για τη νίκη της το «παρών» έδωσε και o Ίσα Ρέμο, επικεφαλής της διαβόητης συμμορίας των Ρέμο και δήλωσε μάλιστα ότι «για πρώτη φορά αισθάνεται ότι υποστηρίζεται από κόμμα του Βερολίνου». Εκπρόσωπος της Αριστεράς δικαιολόγησε την παρουσία του Ίσα Ρέμο λέγοντας ότι οι οικοδεσπότες δεν έκαναν έλεγχο των παριστάμενων. «Μετά θέλαμε να πιούμε ίσως την τρίτη ή την πέμπτη μπίρα μας χωρίς τα ΜΜΕ. Φαίνεται ότι θα εκλέξουμε δήμαρχο και μόνο αυτό έχει σημασία. Όλα τα άλλα θα τα βρούμε μετά», δήλωσε η εκπρόσωπος.
Η οικογένεια Ρέμο, με αραβικές ρίζες, είναι ευρέως γνωστή στη Γερμανία για τις σχέσεις της με το οργανωμένο έγκλημα, ενώ μέλη της έχουν συνδεθεί με εμπορία ναρκωτικών, ξέπλυμα χρήματος και θεαματικές ληστείες, με χαρακτηριστικότερη την κλοπή χρυσού νομίσματος 100 κιλών από το Μουσείο Bode του Βερολίνου το 2017.
Σε κάθε περίπτωση η Αριστερά στο Βερολίνο έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει – ακόμη περισσότερο επειδή αναδείχθηκε το «κόμμα της νεολαίας». Στους ψηφοφόρους μεταξύ 16 και 24 ετών έλαβε 43% των ψήφων, στους 25-34 ετών το 49%.
Λίγες ημέρες μετά την εκλογική του νίκη στη Σαξονία-Άνχαλτ, το ακροδεξιό κόμμα AfD βρίσκεται αντιμέτωπο με ερωτήματα για το παρελθόν και την καταλληλότητα ορισμένων από τους νέους βουλευτές του.
Κατά την παρουσίαση της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος στο Μαγδεμβούργο την Πέμπτη (10/9), από τον επικεφαλής υποψήφιο του AfD στο κρατίδιο, Ούλριχ Ζίγκμουντ, ήρθαν στο φως στοιχεία για ορισμένους από τους εκλεγμένους εκπροσώπους, μεταξύ άλλων ποινικά μητρώα, παρελθόν στη Στάζι και διασυνδέσεις με ακροδεξιά δίκτυα.
Γερμανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι ανάμεσα στους 39 βουλευτές που θα εκπροσωπήσουν το AfD στο κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ περιλαμβάνεται ένας άνδρας που φέρεται να έχει συμμετάσχει σε πορνογραφικές ταινίες και να έχει πλαστογραφήσει ακαδημαϊκά προσόντα, καθώς και ένας πρώην αξιωματικός της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας, της Στάζι.
Παράλληλα, αρκετοί ακόμη εκλεγμένοι βουλευτές βρίσκονται υπό ποινική έρευνα για συμμετοχή σε νεοναζιστικές οργανώσεις.
Πρώην πορνοστάρ και νεοναζί
Ο πρώην πορνοστάρ είχε καταδικαστεί για κλοπή μεγάλων ποσοτήτων κλινοσκεπασμάτων από ξενοδοχείο, ενώ είχε επίσης πλαστογραφήσει το απολυτήριο λυκείου του προκειμένου να γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο.
Στους εκλεγμένους βουλευτές περιλαμβάνεται και ένας 78χρονος πρώην αξιωματικός της Στάζι, ο οποίος έχει παραδεχτεί ότι εργαζόταν για το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας της κομμουνιστικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Αντικείμενο της αποστολής του ήταν ο έλεγχος πολιτών της Ανατολικής Γερμανίας που επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν μόνιμα.
Την ίδια ώρα, έρευνα του ραδιοτηλεοπτικού φορέα ZDF αποκάλυψε ότι ορισμένοι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του AfD, οι οποίοι ήταν μέλη και της προηγούμενης κοινοβουλευτικής ομάδας, διατηρούσαν δεσμούς με ακροδεξιές εξτρεμιστικές ομάδες.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, αρκετοί διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με το Κρεμλίνο, ενώ άλλοι είχαν επισκεφθεί μέλη του κινήματος MAGA στην Ουάσινγκτον.
Η απάντηση Ζίγκμουντ για τις ποινικές έρευνες
Ερωτηθείς για τα ερωτήματα που προκαλούν τα αμφιλεγόμενα βιογραφικά, και ειδικά για τους βουλευτές που βρίσκονται υπό ποινική έρευνα, ο Ούλριχ Ζίγκμουντ αντιμετώπισε με χιούμορ την ερώτηση.
Αφού χαρακτήρισε αστειευόμενος τα μέλη του κόμματός του ως «τους κακούς», δήλωσε: «Θα περιμένουμε τα αποτελέσματα των ερευνών και στη συνέχεια θα τα συζητήσουμε».
Ο ίδιος, πάντως, προκάλεσε έντονη κριτική και κατά την παρουσίαση της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD, όταν συνέδεσε την παραγωγή όπλων στη Γερμανία με τη σχεδιαζόμενη πολιτική απελάσεων του κόμματός του.
Το 44% των εδρών και το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης
Στις εκλογές, το AfD εξασφάλισε το 44% των εδρών και, εφόσον καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, θα είναι το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που θα ανέλθει στην εξουσία στη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο σχηματισμός κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από το αν το AfD καταφέρει να εξασφαλίσει τη στήριξη βουλευτών που ενδέχεται να αποστατήσουν από άλλους σχηματισμούς ή από κάποιο κόμμα που θα ήταν πρόθυμο να συνεργαστεί μαζί του.
Μέχρι στιγμής, τα κυρίαρχα κόμματα έχουν αρνηθεί να συμμετάσχουν σε συνασπισμό με το AfD, το οποίο διαθέτει 39 από τις συνολικά 83 έδρες του κοινοβουλίου του κρατιδίου.
Την ίδια ώρα, διαμαρτυρίες κατά του AfD έχουν προγραμματιστεί σε περισσότερες από 20 πόλεις σε ολόκληρη τη Γερμανία αυτό το Σαββατοκύριακο, ενόψει και των νέων κρίσιμων εκλογών σε δύο κρατίδια στις 20 Σεπτεμβρίου, στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Φόρπομεν.
Η Σαξονία-Άνχαλτ φαίνεται πως αποτελεί μόνο την αρχή για την AfD, η οποία βάζει πλέον στο στόχαστρο την ομοσπονδιακή εξουσία – Οι σχεδιασμοί για δημόσια ΜΜΕ, εκπαίδευση και κρατικό μηχανισμό
Η εκλογική επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν αντιμετωπίζεται από την ηγεσία της γερμανικής Ακροδεξιάς ως ένας μεμονωμένος περιφερειακός θρίαμβος. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως το πρώτο βήμα ενός πολύ ευρύτερου σχεδίου για την ενίσχυση της επιρροής του κόμματος σε ολόκληρη τη Γερμανία.
Όπως αναφέρει σε εκτενές δημοσίευμά του το Der Spiegel, η AfD σχεδιάζει βαθιές παρεμβάσεις στη λειτουργία του κρατιδίου, με αιχμή τη δραστική συρρίκνωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, τις αλλαγές στην εκπαίδευση αλλά και την τοποθέτηση στελεχών της σε καίριες θέσεις εξουσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο οποίος μετά την εκλογική του νίκη θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος πολιτικός της AfD που αναλαμβάνει την ηγεσία ενός γερμανικού κρατιδίου.
Ο ίδιος, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Βερολίνο την επομένη της νίκης του, έστειλε μήνυμα ότι οι φιλοδοξίες του κόμματος ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της Σαξονίας-Άνχαλτ.
«Αυτό αφορά τη Γερμανία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Από τη Σαξονία-Άνχαλτ στην καγκελαρία
Η συγκεκριμένη φράση αποτυπώνει και τη στρατηγική που φαίνεται να διαμορφώνεται στο εσωτερικό της AfD: η κατάκτηση της εξουσίας σε ένα κρατίδιο να λειτουργήσει ως πρότυπο και εφαλτήριο για την επέκταση του κόμματος σε εθνικό επίπεδο.
Ο Ζίγκμουντ μιλά ήδη ανοιχτά για το ενδεχόμενο μιας «καγκελαρίου Άλις Βάιντελ», υποστηρίζοντας ότι θέλει μαζί με τη συμπρόεδρο της AfD να «γράψουν ιστορία».
Το βλέμμα της παράταξης στρέφεται έτσι πλέον προς το Βερολίνο, με την ηγεσία της να επιχειρεί να μετατρέψει την αυξανόμενη εκλογική της δύναμη στα ανατολικά κρατίδια σε πραγματική πολιτική εξουσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Η Σαξονία-Άνχαλτ, σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφει το Der Spiegel, θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο «εργαστήριο» διακυβέρνησης της AfD. Εκεί το κόμμα θα έχει τη δυνατότητα να δείξει στην πράξη πώς αντιλαμβάνεται την άσκηση εξουσίας, από τη λειτουργία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης και το εκπαιδευτικό σύστημα μέχρι τη στελέχωση κρίσιμων κρατικών θέσεων.
Και για την AfD, το διακύβευμα δεν περιορίζεται πλέον σε ένα κρατίδιο της ανατολικής Γερμανίας. Η πραγματική μάχη, όπως ξεκαθαρίζουν τα ίδια τα στελέχη της, αφορά ολόκληρη τη χώρα.
Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) κατέλαβε τελικά, όπως αναμενόταν, την πρώτη θέση στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, κερδίζοντας το 44% των ψήφων.
Ωστόσο, ο αντιμεταναστευτικός και φιλορωσικός πολιτικός σχηματισμός υπολείπεται τριών εδρών από την απόλυτη πλειοψηφία, το οποίο σημαίνει ότι πρέπει είτε να βρει κάποιον εταίρο ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, είτε να προσπαθήσει να κυβερνήσει από μειοψηφική θέση.
Και οι δύο επιλογές σημαίνουν ότι πολλές από τις ιδέες του προεκλογικού τους προγράμματος μπορεί να μην υλοποιηθούν ποτέ, καθώς τα κυρίαρχα κόμματα στη Γερμανία αρνούνται εδώ και χρόνια να συνεργαστούν με το AfD, στο πλαίσιο αυτού που έχει ονομαστεί «τείχος προστασίας» κατά της ακροδεξιάς.
Μια λύση θα μπορούσε να είναι μια συμφωνία με το ακροαριστερό κόμμα BSW, το οποίο τη Δευτέρα επέκρινε το «τείχος προστασίας» και το οποίο συμμερίζεται μέρος της κριτικής του AfD για τις πολιτικές της Γερμανίας απέναντι στη μετανάστευση και την Ουκρανία.
Οι συζητήσεις σχετικά με πιθανές συμμαχίες τις επόμενες ημέρες θα είναι κρίσιμες για τη μελλοντική κατεύθυνση του κρατιδίου, καθώς το ομοσπονδιακό σύστημα της Γερμανίας δίνει στα 16 κρατίδια σημαντικό έλεγχο σε τομείς όπως η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, η αστυνόμευση και η δημόσια ραδιοτηλεόραση.
Το AfD δεν έχει κρύψει την επιθυμία του να χρησιμοποιήσει την εξουσία στη Σαξονία-Άνχαλτ ως πρότυπο και για την υπόλοιπη χώρα. Όμως πρώτα, το κόμμα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού στη Σαξονία-Άνχαλτ και τις προκλήσεις της μετάβασης από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.
Καθώς βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας, το μανιφέστο των 258 σελίδων του κόμματος αναδεικνύει τους στόχους του για το κράτος:
Μεταναστευτική πολιτική
Στην καρδιά του μανιφέστου του κόμματος βρίσκεται η αναθεώρηση της μεταναστευτικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης απέλασης παράτυπων μεταναστών, της επέκτασης των μαζικών κέντρων κράτησης και της επιστροφής μη γερμανικής καταγωγής πολιτών στη χώρα καταγωγής τους – μια πολιτική που αναφέρεται ως «επαναμετανάστευση».
Το AfD υποστηρίζει ότι η περιοχή έχει «εξαντλήσει» την ικανότητά της να δέχεται πρόσφυγες, «όχι μόνο όσον αφορά την πολιτική ασφαλείας, αλλά και την ταυτότητα».
Ωστόσο, ο Γιοχάνες Κις, Αναπληρωτής Διευθυντής του Ινστιτούτου Έλσε-Φρένκελ-Μπρούνσβικ (EFBI) για την Έρευνα για τη Δημοκρατία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, λέει ότι η μεταναστευτική πολιτική είναι από τις πιο δύσκολες στην εφαρμογή της, καθώς τα κρατίδια περιορίζονται από ομοσπονδιακούς νόμους και κανονισμούς.
Εκπαίδευση
Ο υποψήφιος πρωθυπουργός του AfD στο κρατίδιο, Ούλριχ Ζίγκμουντ, έχει δεσμευτεί να αναθεωρήσει το σχολικό πρόγραμμα της Σαξονίας-Άνχαλτ και να «αποϊδεολογικοποιήσει» το σχολείο, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της σημαίας Pride και της προώθησης των «παραδοσιακών» γερμανικών αξιών.
Οι πολιτικοί του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ θέλουν τα σχολικά μαθήματα να επικεντρωθούν στις περιόδους της γερμανικής ιστορίας πριν από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και λιγότερο στο ναζιστικό παρελθόν της χώρας, ώστε, σύμφωνα με τη δεδηλωμένη επιθυμία του κόμματος, οι Γερμανοί να ξεπεράσουν την ενοχή και να επικεντρωθούν στην εθνική υπερηφάνεια.
Το μανιφέστο του κόμματος προβλέπει επίσης διαφορετικές τάξεις για τα παιδιά των προσφύγων, αλλά και μια διδασκαλία σχεδιασμένη να μεταφέρει το μήνυμα ότι η παραμονή στη Γερμανία είναι προσωρινή.
Πολιτισμός
Το AfD έχει υποσχεθεί αυτό που αποκαλεί «νέα, πατριωτική πολιτιστική πολιτική», υποστηρίζοντας ότι οι κρατικοί θεσμοί θα πρέπει να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο στην προώθηση της γερμανικής εθνικής ταυτότητας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, το AfD έχει υποσχεθεί να σταματήσει τη χρηματοδότηση αυτού που αποκαλεί «αντιγερμανική» τέχνη και διαβεβαιώνει ότι οι καλλιτέχνες και τα ιδρύματα που επιθυμούν κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να υπογράψουν μια δέσμευση ότι δεν θα περιφρονούν τη Γερμανία και τον πολιτισμό της.
Για παράδειγμα, το κομματικό κείμενο αναφέρει ότι η προηγούμενη κυβέρνηση του κρατιδίου έδωσε υπερβολική πολιτιστική σημασία στο Μπάουχαους, την περίφημη σχολή τέχνης της Γερμανίας, ως μέρος της ατζέντας της «σύγχρονης σκέψης». Για το AfD, το κίνημα δεν διαθέτει επαρκή γερμανική ταυτότητα.
«Το AfD επιτίθεται στο Μπάουχαους, χρησιμοποιώντας ακριβώς τις ίδιες εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί πριν από 100 χρόνια», δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού Βόλφραμ Βάιμερ στο Associated Press.
«Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δημοκράτες, είτε κλίνουν συντηρητικά είτε αριστερά, αντιστέκονται σε αυτό», κατέληξε.
Στα άκρα οδηγούνται οι σχέσεις Μόσχας – Βερολίνου μετά την (κατά γενική ομολογία βιαστική και νομικά πρόχειρη) καταγγελία της κυβέρνησης Μερτς ότι Ρώσοι πράκτορες κρύβονται πίσω από την αποτυχημένη επίθεση (;) με drone προ μηνός εναντίον ουκρανικών μεταγωγικών αεροσκαφών στο αεροδρόμιο της Λιψίας.
Χθες η ρωσική κυβέρνηση προχώρησε στα πρώτα αντίποινα για το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόνη και πολιτιστικών ιδρυμάτων όπως το «Σπίτι της Ρωσίας», κλείνοντας με τη σειρά της παραρτήματα του γερμανικού ινστιτούτου Γκέτε στη Μόσχα, την Πετρούπολη και το Εκατερίνεμπουργκ – την ώρα που οι επικεφαλής της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ δεσμεύονται να εντείνουν την πίεση προς τη Μόσχα προχωρώντας σε απαγόρευση της έκδοσης βίζας για όλους τους Ρώσους πολίτες προς όλες τις χώρες της Ενωσης (!) παρά την έλλειψη αποδείξεων και τις διαδοχικές διαψεύσεις από ρωσικής πλευράς.
Η «απερισκεψία»
Οπως είπε χαρακτηριστικά η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, «το περιστατικό στη Λιψία σηματοδοτεί μια νέα κλιμάκωση στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενωσης», συμπληρώνοντας ότι «η επίθεση στη Λιψία περιελάβανε υλικό στρατιωτικού επιπέδου και πραγματοποιήθηκε από Ρώσους πράκτορες στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενωσης».
Και ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, δήλωσε ότι το σχήμα του drone, τα εξαρτήματά του, τα εκρηκτικά και ο πυροκροτητής «ήταν όλα γνωστά από άλλες ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις», χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και αψηφώντας τα δημοσιεύματα περί αντι-ρωσικής προβοκάτσιας σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για την Ουκρανία και τους «προθύμους» Ευρωπαίους υποστηρικτές της.
Νωρίτερα ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν καταδίκασε τα μέτρα της Γερμανίας ως σοβαρό λάθος που «αντιβαίνει σαφώς στα συμφέροντα του γερμανικού λαού», ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, διέψευσε και πάλι τους γερμανικούς ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για «εντελώς αβάσιμες κατηγορίες» και απαιτώντας την εμφάνιση των όποιων «αποδείξεων».
Μάλιστα ο Λαβρόφ κάλεσε τον επιτετραμμένο της Γερμανίας για να διαμαρτυρηθεί, κάνοντας ξεκάθαρα λόγο για «προβοκάτσια» της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς με σκοπό να τιναχτούν στον αέρα οι ήδη τεταμένες διμερείς σχέσεις.
Σε χθεσινή ομιλία του από το Βλαδιβοστόκ αμέσως μετά την ιστορική σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης στην Κιργισία, ο Πούτιν κατηγόρησε και πάλι το Κίεβο για «πράξεις κρατικής τρομοκρατίας» που απομακρύνουν την όποια πιθανότητα επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Επανέλαβε μάλιστα την κατηγορία ότι οι προειδοποιήσεις της Ουκρανίας σχετικά με τους κινδύνους για τα αεροσκάφη στον ρωσικό εναέριο χώρο συνιστούν «τρομοκρατική απειλή» και ότι οι δυτικοί σύμμαχοι του Κιέβου γίνονται συνεργοί στη διεθνή τρομοκρατία παραμένοντας σιωπηλοί απέναντι στις ενέργειες του Κιέβου, ενώ υποστήριξε ότι η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε επιστράτευση, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις είναι επαρκείς και κερδίζουν έδαφος σε όλα τα μέτωπα.
Ολα αυτά συμβαίνουν εν μέσω καθημερινών πλέον μαζικών ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων κατά βιομηχανικών, ενεργειακών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Κίεβο, την Οδησσό και άλλες πόλεις-κλειδιά της Ουκρανίας, που είναι σαφές ότι, παρά τις συνεχείς… τζούφιες δηλώσεις στήριξης των Ευρωπαίων και τις εκκλήσεις του Ζελένσκι, έχει ξεμείνει εντελώς από δυτικούς πυραύλους αεράμυνας. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι μόνο το τελευταίο 24ωρο χτυπήθηκαν από drones δύο φορτηγά πλοία και ένα πλοίο με κοντέινερ που σύμφωνα με τους Ρώσους μετέφεραν όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία.
Το τίμημα
Το Κίεβο από τη μεριά του ανακοίνωσε ότι τον Αύγουστο έπληξε με drones και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς 12 ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, δύο μονάδες συμπίεσης φυσικού αερίου, τρεις τερματικούς σταθμούς και δεξαμενές και δύο πολεμικά εργοστάσια σε απόσταση ώς και 1.900 χιλιομέτρων από τα ρωσο-ουκρανικά σύνορα.
Αλλά το τίμημα που πληρώνει η Ουκρανία για αυτές τις «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς», όπως τις αποκαλεί ευφημιστικά ο Ζελένσκι, είναι πολλαπλάσιο – όχι μόνο στα φλεγόμενα μετόπισθεν, αλλά και στα κυρίως πεδία της μάχης όπου οι Ρώσοι όντως σφίγγουν αργά αλλά σταθερά τον κλοιό γύρω από τα τελευταία οχυρά των Ουκρανών στο Ντονμπάς, τις δίδυμες πόλεις Σλαβιάνσκ και Κραματόρσκ, ενώ καταλαμβάνουν κάθε εβδομάδα νέους οικισμούς τόσο στον Βορρά (στην επαρχία του Χάρκοβου) όσο και στον Νότο (στα περίχωρα της Ζαπορόζιε).
Σιγή ασυρμάτου για τη δολιοφθορά του Nord Stream
Να σημειώσουμε εδώ ότι οι Γερμανοί και οι λοιποί «πρόθυμοι» Ευρωπαίοι σπόνσορες του Κιέβου προχωρούν σε αυτή τη νέα απροκάλυπτη επιχείρηση οριστικής ρήξης με τη Ρωσία, την ώρα που σε σαράντα ημέρες από σήμερα ξεκινά στο Αμβούργο η δίκη ενός Ουκρανού πρώην αξιωματικού, του Σεργκίι Κουζνιέτσοφ, για τη μεγαλύτερη δολιοφθορά στην παγκόσμια ιστορία, αυτής στον γερμανο-ρωσικό αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream το 2022, την οποία είχε κυριολεκτικά προαναγγείλει ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, και έχει κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ στη γερμανική βιομηχανία και οικονομία.
Και εδώ δεν μιλάμε για μια αμφιλεγόμενη αστυνομική ανάκριση «άρπα-κόλα» σαν της Λιψίας, αλλά για μια ενδελεχή, πολυετή δικαστική έρευνα της γερμανικής Εισαγγελίας, που δεν κατηγορεί απλώς τον Ουκρανό αξιωματικό για «έγκλημα πολέμου» και «επίθεση κατά δημοσίων αγαθών», αλλά κατηγορεί ανοιχτά τις ουκρανικές αρχές ότι έδωσαν εντολή στον ύποπτο και σε «άλλους στρατιωτικούς» να προχωρήσουν στο «σαμποτάζ του αιώνα».
Ο Κουζνιέτσοφ συνελήφθη στην Ιταλία και εκδόθηκε στη Γερμανία, ενώ ένας δεύτερος Ουκρανός, ο Βλαντίμιρ Ζ., είχε συλληφθεί και απελευθερωθεί (!) στην Πολωνία, επειδή ένας δικαστής αποφάσισε, λέει, ότι το σαμποτάζ σε βάρος της συμμάχου στο ΝΑΤΟ Γερμανίας ήταν δίκαιη πράξη!
Τελικά τον συνέλαβαν και πάλι πριν από λίγες εβδομάδες στην Κροατία, όπου -σύμφωνα με γερμανικά ΜΜΕ- συμμετείχε σε γυρίσματα αμερικανικής ταινίας για τη δολιοφθορά και όπου εξακολουθεί να κρατείται παρά τα συνεχή αιτήματα έκδοσης για να δικαστεί και αυτός.
Ομως για κάποιο παράξενο λόγο κανένας Γερμανός ή… Βρυξελλιώτης αξιωματούχος δεν προχώρησε σε φλογερές δηλώσεις, κλεισίματα προξενείων και απειλές για νέες κυρώσεις κατά της Ουκρανίας: αντίθετα όλοι συζητάνε για το πώς η Ευρώπη θα μπορέσει να καλύψει τη νέα «τρύπα» 45 δισ. ευρώ που προέκυψε στον ουκρανικό προϋπολογισμό, καθώς τα 90 δισ. που ενέκριναν πριν από λίγους μήνες αποδείχτηκαν πολύ λίγα για τον ουκρανικό «πίθο των Δαναΐδων».
Ο φόρος ζάχαρης παίρνει σάρκα και οστά στη Γερμανία. Ο φόρος δεν θα ισχύει για τα ποτά χωρίς ζάχαρη που περιέχουν γλυκαντικά. Θα ισχύει όμως για τα ζαχαρούχα ενεργειακά ποτά και τα ανθρακούχα ποτά. Πότε θα ισχύσει, πόσος θα είναι και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του μαύρου-κόκκινου συνασπισμού έλαβε μια απόφαση τον Απρίλιο: τα ποτά με ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη θα γίνουν πιο ακριβά, ενώ τα πρόσθετα έσοδα προορίζονται να ανακουφίσουν τα ταμεία της υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας. Ο προγραμματισμένος φόρος ζάχαρης στο επίκεντρο: τι προβλέπει και γιατί τον ζητούν οι επαγγελματίες υγείας.
Ποια προϊόντα αφορούν
Δεν υπάρχει ακόμη οριστικός κατάλογος, καθώς η νομοθετική διαδικασία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι θα συμπεριληφθούν οι λεμονάδες και τα παραδοσιακά αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη. Σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπεϊλ (SPD), τα προϊόντα «μηδενικών θερμίδων» που περιέχουν γλυκαντικά δεν θα υπόκεινται σε επιπλέον φόρο – σε αντίθεση με ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί. Οι φυσικοί χυμοί φρούτων και το γάλα δεν αναμένεται να ακριβύνουν. Δεν είναι ακόμη σαφές σε ποιο βαθμό θα επηρεαστούν τα σιρόπια και οι συμπυκνωμένοι χυμών φρούτων.
Πότε πρόκειται να τεθεί σε ισχύ ο φόρος επί της ζάχαρης;
Το Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να θεσπίσει τον φόρο επί της ζάχαρης το 2027. Αρχικά, είχε προταθεί το 2028. Ωστόσο, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία σχετικά με αυτό στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Ποια προϊόντα αναμένεται να ακριβύνουν και κατά πόσο;
Ο βαθμός αύξησης των τιμών εξαρτάται από την περιεκτικότητα σε ζάχαρη, όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο *Deutsches Ärzteblatt*:
Από 4,5 γραμμάρια ανά 100 χιλιοστόλιτρα: φόρος ζάχαρης 26 σεντ ανά λίτρο· από 7,0 γραμμάρια ανά 100 χιλιοστόλιτρα: φόρος ζάχαρης 32 σεντ ανά λίτρο· από 10,0 γραμμάρια ανά 100 χιλιοστόλιτρα: φόρος ζάχαρης 38 σεντ ανά λίτρο.
Για αναψυκτικά τύπου κόλα με περισσότερα από 10 γραμμάρια ζάχαρης ανά 100 ml, αυτό θα σήμαινε επιβάρυνση 19 λεπτών για ένα μπουκάλι των 500 ml, εφόσον ο παραγωγός μετακυλίσει εξ ολοκλήρου το κόστος του φόρου ζάχαρης στον καταναλωτή. Ωστόσο, το νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη ψηφιστεί από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο· προς το παρόν, πρόκειται απλώς για βασικά σημεία που έχει ανακοινώσει το Υπουργείο Οικονομικών.
Ποιο είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα;
Ο προγραμματισμένος φόρος ζάχαρης αποσκοπεί στην αύξηση των εσόδων του κράτους, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την «κατάλληλη» ανακούφιση των ταμείων υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας. Παραμένει να διαπιστωθεί αν θα διοχετευθούν πράγματι χρήματα στα ταμεία ασφάλισης υγείας και, αν ναι, πόσα. Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν εκτιμώμενα έσοδα που κυμαίνονται μεταξύ 450 εκατομμυρίων και 650 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Γεωργίας εκτιμά μάλιστα – υποθέτοντας υψηλά επίπεδα κατανάλωσης – ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να φτάσει τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ.
Από πλευράς δημόσιας υγείας, ο φόρος ζάχαρης στοχεύει κυρίως στην αλλαγή της σύνθεσης των προϊόντων, ασκώντας πίεση στους κατασκευαστές να μειώσουν την περιεκτικότητα των αναψυκτικών σε ζάχαρη. Μακροπρόθεσμα, στόχος είναι να περιοριστούν τα προβλήματα υγείας που συνδέονται με τη συστηματική και υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης.
Πολλοί επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου και υπερασπιστές των δικαιωμάτων των καταναλωτών ζητούν εδώ και καιρό την επιβολή φόρου στη ζάχαρη. Στα ιατρεία και στα νοσοκομεία, οι συνέπειες – όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και η τερηδόνα – γίνονται αντιληπτές καθημερινά. Τα ποτά με προσθήκη ζάχαρης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτό.
Γιατί φόρος ζάχαρης και όχι εισφορά;
Αρχικά, η κυβερνητική συμμαχία CDU/CSU και SPD συζήτησε την επιβολή πρόσθετης εισφοράς στα ζαχαρούχα ποτά. Τελικά, η εισφορά μετατράπηκε σε φόρο. Η διαφορά είναι ότι ο φόρος δεν προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό· τα έσοδα κατατίθενται απευθείας στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Ποια είναι η θέση της Βαυαρίας σχετικά με τον προτεινόμενο φόρο ζάχαρης;
Σε αυτό το σημείο διαφωνεί η υπουργός Υγείας της Βαυαρίας, Γιούντιθ Γκέρλαχ (CSU). Απαντώντας σε ερώτηση του BR24, η Γκέρλαχ τόνισε ότι ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών Κλίνγκμπαϊλ δεν πρέπει απλώς να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από τον προγραμματισμένο φόρο επί της ζάχαρης για να καλύψει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού. Αντίθετα, είπε, τα χρήματα πρέπει να «χρησιμοποιηθούν εξ ολοκλήρου για την πρόληψη».
Ωστόσο, από πολιτική άποψη, η Γκερλάχ είναι ανοιχτή στην επιβολή φόρου ζάχαρης. Λέει ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει νόημα. «Άλλωστε, έχει αποδειχθεί ότι η τακτική κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.» Ο υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας, Χούμπερτ Άιβανγκερ (Ελεύθεροι Ψηφοφόροι), έχει διαφορετική άποψη, έχοντας χαρακτηρίσει τον φόρο ως «αστείο» και «πατερναλιστικό».
Ποια είναι τα διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από άλλες χώρες;
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η επιβολή τέλους στους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς αναψυκτικών οδήγησε σε αισθητή μείωση της περιεκτικότητας σε ζάχαρη των προϊόντων αυτών. Οι πωλήσεις αναψυκτικών παρέμειναν περίπου στα ίδια επίπεδα, αλλά η συνολική ποσότητα ζάχαρης που πωλήθηκε, μειώθηκε κατά περίπου 35 τοις εκατό. Είναι πλέον σαφές ότι έκτοτε έχει καταγραφεί μείωση τόσο της τερηδόνας όσο και των ποσοστών παχυσαρκίας στα παιδιά και τους νέους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Σύμφωνα με το DIW Berlin, ωστόσο, το παράδειγμα της Δανίας δείχνει ότι, για τα άτομα με χαμηλό αυτοέλεγχο, οι υψηλότερες τιμές που προκύπτουν από έναν φόρο επί της ζάχαρης έχουν ελάχιστη επίδραση. Η Δανία κατάργησε τον φόρο – τον οποίο οι ειδικοί χαρακτήρισαν ως περίπλοκο – το 2014, μετά από περίπου δύο χρόνια.br.de
Η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε σχέδιο νόμου που προβλέπει την άρση πολλών από τους περιορισμούς οι οποίοι είχαν επιβληθεί στις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας κατά τη μεταπολεμική περίοδο, επιχειρώντας μια ριζική αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αυτές μπορούν να δρουν απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο έντονης ανησυχίας για την ασφάλεια στη Γερμανία, μετά από δύο σοβαρά περιστατικά μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα, τα οποία ανέδειξαν σημαντικά κενά στους υφιστάμενους μηχανισμούς προστασίας.
Οι αλλαγές προκαλούν ήδη αντιδράσεις και, προτού τεθούν σε ισχύ, θα πρέπει να εγκριθούν από το γερμανικό κοινοβούλιο.
Σε μεγάλο βαθμό, πάντως, ανταποκρίνονται σε ένα σύνολο αιτημάτων που είχαν διατυπώσει τόσο η υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών όσο και οι υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας, οι οποίες υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η Γερμανία έχει μείνει πίσω όχι μόνο σε σχέση με τους συμμάχους της, αλλά και έναντι των αντιπάλων της.
Ντόμπριντ: «Μετατρέπουμε τις υπηρεσίες πληροφοριών μας σε πραγματικές μυστικές υπηρεσίες»
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ χαρακτήρισε την έγκριση του νομοσχεδίου «ιστορική», ενώ η εφημερίδα Bild έκανε λόγο για «επανάσταση» στον τομέα της ασφάλειας.
«Μετατρέπουμε τις υπηρεσίες πληροφοριών μας σε πραγματικές μυστικές υπηρεσίες», δήλωσε ο Ντόμπριντ στην εφημερίδα.
Και πρόσθεσε: «Είναι πλέον καιρός να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να είμαστε ανταγωνιστικοί και να βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο με τις συνεργαζόμενες υπηρεσίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό απαιτεί επιχειρησιακές δυνατότητες και ενεργές αρμοδιότητες, ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικότερα τη σύγχρονη κρατική τρομοκρατία και τις εξτρεμιστικές οργανώσεις».
Δύο περιστατικά που ανέδειξαν τα κενά ασφαλείας
Η συζήτηση γύρω από τις νέες αρμοδιότητες των υπηρεσιών πληροφοριών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τα πρόσφατα γεγονότα στη χώρα.
Στα τέλη Ιουλίου, ένας γεννημένος στη Γερμανία ισλαμιστής, ο οποίος ήταν ήδη γνωστός στις Αρχές, πραγματοποίησε θανατηφόρα επίθεση με αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της μεγάλης ετήσιας παρέλασης Pride στο Βερολίνο.
Λίγες ημέρες αργότερα, εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο της Λειψίας ένα drone φορτωμένο με εκρηκτικά, κοντά σε ουκρανικό μεταγωγικό αεροσκάφος. Το συγκεκριμένο αεροδρόμιο αποτελεί κομβικό σημείο για στρατιωτικές και αμυντικές μεταφορές.
Η κυβέρνηση συνασπισμού του Φρίντριχ Μερτς, στην οποία συμμετέχουν δυνάμεις της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς και η οποία αντιμετωπίζει χαμηλή δημοτικότητα, βρίσκεται πλέον υπό αυξανόμενη πίεση να αποδείξει ότι μπορεί να εκσυγχρονίσει το σύστημα ασφαλείας της χώρας, χωρίς ταυτόχρονα να υπονομεύσει τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις αρχές που κατοχυρώνονται στον γερμανικό Θεμελιώδη Νόμο.
Περισσότερες εξουσίες στην BND απέναντι σε Ρωσία και Κίνα
Η μεταρρύθμιση δεν καταρτίστηκε ως άμεση αντίδραση στα δύο περιστατικά. Οι σχετικές προτάσεις βρίσκονταν υπό επεξεργασία εδώ και μήνες και είχαν τροποποιηθεί επανειλημμένα προτού παρουσιαστούν στο υπουργικό συμβούλιο την Τετάρτη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Γερμανίας, η BND, η οποία συμπλήρωσε φέτος 70 χρόνια λειτουργίας και επικεφαλής της οποίας βρίσκεται ο πρώην πρεσβευτής στην Ουκρανία Μάρτιν Γέγκερ.
Με το νέο θεσμικό πλαίσιο, η BND πρόκειται να αποκτήσει σημαντικά διευρυμένες δυνατότητες για την αντιμετώπιση απειλών που προέρχονται από κρατικούς παράγοντες, όπως η Ρωσία και η Κίνα, με λιγότερους επιχειρησιακούς περιορισμούς και με ενισχυμένη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι γερμανικές αρχές εκτιμούν ότι το επίπεδο της απειλής έχει αυξηθεί κατακόρυφα μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία το 2022. Πράκτορες που φέρονται να συνδέονται με τη Μόσχα έχουν κατηγορηθεί για επανειλημμένες ενέργειες δολιοφθοράς, κατασκοπείας και κυβερνοεπιθέσεων εναντίον κρίσιμων υποδομών και επιχειρήσεων που κατασκευάζουν στρατιωτικό εξοπλισμό.
Ο Μάρτιν Γέγκερ έχει υποστηρίξει ότι η Γερμανία πρέπει να είναι σε θέση να δείξει στους αντιπάλους της «ότι μπορούμε να κάνουμε αντίστοιχα πράγματα, ώστε και η άλλη πλευρά να αισθανθεί τον πόνο».
Από την άμυνα στις ενεργές επιχειρήσεις
Μέχρι σήμερα, η BND είχε κατά κύριο λόγο αμυντικό προσανατολισμό, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό ως υπηρεσία συλλογής και αποθήκευσης πληροφοριών, με περιορισμένες δυνατότητες ενεργού επιχειρησιακής δράσης.
Το νέο νομοσχέδιο, το οποίο ξεπερνά τις 700 σελίδες, επιχειρεί να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα.
Μεταξύ άλλων, οι Γερμανοί πράκτορες θα μπορούν να πραγματοποιούν τις αποκαλούμενες κυβερνοεπιθέσεις «hack-back», αποκτώντας τη δυνατότητα να επεμβαίνουν σε δεδομένα, να τα αλλοιώνουν ή ακόμη και να τα διαγράφουν.
Οι δυνατότητες παρέμβασης θα μπορούσαν να επεκτείνονται ακόμη περισσότερο. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να τροποποιούνται ψηφιακές οδηγίες για την κατασκευή όπλων ή να πραγματοποιούνται παρεμβάσεις που θα καθιστούν οπλικά συστήματα μη λειτουργικά ήδη κατά τη διαδικασία παραγωγής τους.
Παράλληλα, οι γερμανικές υπηρεσίες θα μπορούν να παρεμβαίνουν σε ψηφιακές πληρωμές προς χαμηλόβαθμους, «αναλώσιμους» πράκτορες που στρατολογούνται περιστασιακά από ξένες κυβερνήσεις για την εκτέλεση μεμονωμένων αποστολών. Στόχος θα είναι να μπλοκάρεται η χρηματοδότησή τους και, κατ’ επέκταση, να αποτρέπονται σχεδιαζόμενες επιθέσεις.
Δεν αποκτά εξουσίες αντίστοιχες με CIA και Μοσάντ
Παρά τη σημαντική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων, εξακολουθούν να υπάρχουν σαφή όρια.
Η χρήση βίας από στελέχη των γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών στο εξωτερικό θα παραμείνει απαγορευμένη.
Αυτό σημαίνει ότι η BND εξακολουθεί να απέχει σημαντικά ως προς τις επιχειρησιακές της δυνατότητες από υπηρεσίες όπως η αμερικανική CIA, η ισραηλινή Μοσάντ ή η γαλλική Γενική Διεύθυνση Εξωτερικής Ασφάλειας (DGSE).
Ωστόσο, οι Γερμανοί πράκτορες θα μπορούν πλέον συχνότερα να φέρουν όπλα για λόγους αυτοάμυνας, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά ειδική άδεια.
Χαλαρώνουν οι κανόνες για τα προσωπικά δεδομένα
Η κυβέρνηση επιδιώκει να έχει θέσει το νέο πλαίσιο σε ισχύ έως την 1η Ιανουαρίου 2027.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων, καθώς πρόκειται να χαλαρώσουν κανόνες που έχουν δεχθεί επικρίσεις ως υπερβολικά αυστηροί και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιπαραγωγικοί για το έργο των υπηρεσιών ασφαλείας.
Τόσο η BND όσο και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (BfV), που είναι αρμόδια για την εσωτερική ασφάλεια, θα αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια συλλογής, αποθήκευσης και ανάλυσης πληροφοριών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αξιοποιώντας και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, θα καταστεί ευκολότερη η εξασφάλιση άδειας για διαδικτυακές έρευνες και για παρακολούθηση κατοικιών προσώπων που θεωρούνται ύποπτα για εγκληματική δραστηριότητα.
Ενισχυμένος έλεγχος, αλλά και φόβοι για υπέρβαση των ορίων
Μαζί με τις διευρυμένες εξουσίες, η κυβέρνηση σχεδιάζει να ενισχύσει και την εποπτεία των δύο υπηρεσιών.
Η BND και η BfV θα ελέγχονται επιπλέον από ανεξάρτητο συμβούλιο, πέραν των αρμοδιοτήτων που διαθέτει ήδη η κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών.
Αν και η ανάγκη μεταρρύθμισης θεωρείται ευρέως αναγνωρισμένη και, κατά πολλούς, καθυστερημένη, έχουν ήδη εκφραστεί σοβαρές επιφυλάξεις για το εύρος των νέων εξουσιών.
Η ομοσπονδιακή επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Λουίζα Σπεχτ-Ρίμενσνάιντερ προειδοποίησε ότι η υπηρεσία της θα χάσει εποπτικές αρμοδιότητες επί της BND.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στη διεύρυνση της δυνατότητας πρόσβασης σε υλικό από κάμερες κλειστού κυκλώματος σε δημόσιους χώρους τόσο εντός Γερμανίας όσο και στο εξωτερικό.
Οι Πράσινοι προειδοποιούν ότι το νομοσχέδιο «ξεπερνά τα όρια»
Ο Κονσταντίν φον Νοτς, εκπρόσωπος των αντιπολιτευόμενων Πρασίνων για θέματα κοινοβουλευτικού ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών, χαρακτήρισε τις αλλαγές «επειγόντως αναγκαίες» και δήλωσε ότι υποστηρίζει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της BND.
Παρά ταύτα, προειδοποίησε ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο «ξεπερνά τα όρια».
Οι σημαντικότερες ενστάσεις του αφορούν τις νέες εξουσίες που προβλέπονται για την BfV. Κατά τον ίδιο, οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες είναι «δύσκολο να συμβιβαστούν» με τη θεμελιώδη γερμανική αρχή του διαχωρισμού μεταξύ των εξουσιών των υπηρεσιών πληροφοριών και εκείνων της αστυνομίας.
Ο συγκεκριμένος διαχωρισμός δεν αποτελεί απλώς διοικητική επιλογή, αλλά μία από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες που καθιερώθηκαν στη μεταπολεμική Γερμανία ως δίδαγμα από τις σκοτεινότερες περιόδους της ιστορίας της χώρας.
Για τον λόγο αυτό, δεν αποκλείεται οι νέες ρυθμίσεις να βρεθούν τελικά και ενώπιον των δικαστηρίων, εφόσον οι επικριτές τους επιχειρήσουν να αμφισβητήσουν τη συνταγματικότητά τους.
Η αλλαγή στις μυστικές υπηρεσίες εντάσσεται στη συνολική στροφή της Γερμανίας
Η μεταρρύθμιση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία το Βερολίνο επανεξετάζει συνολικά την πολιτική ασφάλειας και άμυνας της χώρας.
Μπροστά στην αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, αλλά και στις αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως ο βασικός εγγυητής της γερμανικής ασφάλειας, η Γερμανία έχει παράλληλα ξεκινήσει μια μεγάλης κλίμακας προσπάθεια επανεξοπλισμού.
Ο Φρίντριχ Μερτς, όταν ανέλαβε την καγκελαρία πέρυσι, δεσμεύθηκε ότι θα μετατρέψει τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, την Μπούντεσβερ, στον «ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης».
Η διεύρυνση των δυνατοτήτων των μυστικών υπηρεσιών αποτελεί έτσι ακόμη ένα κομμάτι μιας ευρύτερης μετατόπισης της Γερμανίας στον τομέα της ασφάλειας – από το ιδιαίτερα περιοριστικό μεταπολεμικό μοντέλο σε ένα σύστημα που επιδιώκει να δώσει στις υπηρεσίες πληροφοριών πολύ πιο ενεργό ρόλο απέναντι στην κατασκοπεία, τις κυβερνοεπιθέσεις, τις δολιοφθορές και τις νέες κρατικές και εξτρεμιστικές απειλές.