Έτοιμη να συνδράμει το Ριάντ «ιδίως σε τεχνικά ζητήματα» δηλώνει η Τουρκία, καθώς οι Χούθι εκδιώχνουν τη Σαουδική Αραβία από την Υεμένη
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία ενδέχεται να έχει κάποιες στρατιωτικές ανάγκες και ότι η Τουρκία θα εξετάσει πώς να υποστηρίξει το βασίλειο στο πλαίσιο της τριμερούς αμυντικής «Συμφωνίας της Μέκκας».
Η δήλωση του Φιντάν έρχεται καθώς οι υποστηριζόμενες από τη Σαουδική Αραβία δυνάμεις στην Υεμένη, αλλά και το ίδιο το βασίλειο, έχουν υποστεί σημαντικές ήττες και πλήγματα από τις ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης της Σαναά, η οποία καθοδηγείται από το κίνημα Ανσαραλλάχ (γνωστό και ως κίνημα των Χούθι). Δεσμευόμενη πλέον και από μια αμυντική συμφωνία, η Άγκυρα υπόσχεται πλέον να συνδράμει «ειδικά σε ορισμένα τεχνικά ζητήματα» τη Σαουδική Αραβία, της οποία υπεραμύνεται ήδη με μια πυροβολαρχία Patriot η Ελλάδα.
Μιλώντας στον τουρκικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα NTV το Σάββατο, ο Φιντάν δήλωσε ότι είναι απαράδεκτο να εμπλέκεται η Σαουδική Αραβία στον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, προσθέτοντας ότι το Ριάντ δεν επιθυμεί να συμμετάσχει στη σύγκρουση.
«Βλέπουμε ότι υπάρχουν πολύ σοβαρές επιθέσεις κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Σαουδικής Αραβίας. Έχουμε μια συμφωνία συμμαχίας στο σύμφωνό μας. Είμαστε ιδιαιτέρως αλληλέγγυοι σε αυτό το σημείο… Μπορεί να έχουν κάποιες στρατιωτικές ανάγκες, ειδικά σε ορισμένα τεχνικά ζητήματα. Δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να τις ικανοποιήσουμε», δήλωσε ο Φιντάν στον ραδιοτηλεοπτικό φορέα NTV.
Πρόσθεσε ότι έχουν διαβιβαστεί προτάσεις σε όλες τις πλευρές σε μια προσπάθεια τερματισμού των μαχών, αν και δεν έδωσε διευκρινίσεις. «Υπάρχουν πολλές πρωτοβουλίες, αλλά οι πλευρές πρέπει να τις αποδεχτούν», είπε.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης, που χαίρουν της υποστήριξης του Ιράν, και η Σαουδική Αραβία συνεχίζουν να ανταλλάσσουν επιθέσεις σε έναν κλιμακούμενο πόλεμο στην Υεμένη, καθώς οι πρώτες έχουν πάρει από τις υποστηριζόμενες από το βασίλειο δυνάμεις της κυβέρνησης του Άντεν τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένου του στρατηγικής σημασίας στενού Μπαμπ αλ-Μαντέμπ.
Το Πακιστάν, που αποτελεί και το τρίτο μέρος της «Συμφωνίας της Μέκκας» έχει επίσης υποσχεθεί να συνδράμει τη Σαουδική Αραβία στο πλαίσιο του αμυντικού συμφώνου.
Ο αντιστράτηγος Άχμεντ Σαρίφ Τσάουντρι, εκπρόσωπος του στρατού του Πακιστάν, δήλωσε στο Arab News την Πέμπτη ότι το Ισλαμαμπάντ θα υπερασπιστεί τη Σαουδική Αραβία «σε οποιοδήποτε βαθμό», και ακόμα και με «φυσική» παρουσία, αν και δεν είπε αν το Ριάντ είχε ζητήσει περισσότερα πακιστανικά στρατεύματα.
Το υπουργείο Εξωτερικών του Πακιστάν δήλωσε ότι δεν συζητείται επί του παρόντος στρατιωτική απάντηση στο πλαίσιο του συμφώνου, προσθέτοντας ότι το Ισλαμαμπάντ θα ενεργήσει «όταν έρθει η ώρα».
Η τριμερής συμφωνία, γνωστή ως Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα από τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον Πακιστανό πρωθυπουργό, Σεχμπάζ Σαρίφ.
Ο Φιντάν δήλωσε τότε ότι η συμμαχία χτίστηκε με βάση τον «σεβασμό της κυριαρχίας άλλων κρατών, την εδαφική ακεραιότητα και τη μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις» και παραμένει ανοιχτή στην ένταξη και άλλων κρατών.
Αναλυτές έχουν αμφισβητήσει πόση ουσία κρύβεται πίσω από το σύμφωνο μέχρι στιγμής, σημειώνοντας ότι δεν διαθέτει την ολοκληρωμένη δομή διοίκησης και τις μόνιμες δυνάμεις που υποστηρίζουν το ΝΑΤΟ. Η θεσμική του μορφή, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο θα ενεργοποιηθεί στην πραγματικότητα η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, παραμένει ασαφής.
Το τριμερές σύμφωνο συνήφθη καθώς τα κράτη του Κόλπου ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για το ενδεχόμενο να συρθούν στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, ο οποίος συνεχίζεται για περισσότερο από έξι μήνες από τότε που η Ουάσινγκτον και το Ισραήλ ξεκίνησαν να χτυπούν την Τεχεράνη στα τέλη Φεβρουαρίου.