Ο «μπανάλ» αυταρχισμός
Γράφει η Χριστίνα Κουλούρη
Ο βρετανός καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Μάικλ Μπίλιγκ δημοσίευσε το 1995 το βιβλίο με τίτλο Banal Nationalism (Ο κοινότοπος εθνικισμός εκδ. SAGE) όπου ανέλυε τον εθνικισμό της καθημερινότητας, την αθόρυβη υπενθύμιση της εθνικής ταυτότητας από επαναλαμβανόμενες πρακτικές και εν τέλει «τις δυνάμεις μιας ιδεολογίας που είναι τόσο οικεία ώστε δύσκολα γίνεται αντιληπτή».
Ο Μπίλιγκ χρησιμοποίησε τη μεταφορά του κινητού τηλεφώνου για να αποδώσει τη λειτουργία – με υλικούς όρους – της αφηρημένης έννοιας της εθνικής ταυτότητας. Οπως και το κινητό, η εθνική ταυτότητα μπορεί να είναι σιωπηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οταν όμως συμβεί μια κρίση, το τηλέφωνο χτυπά και οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι τους καλεί το πατριωτικό καθήκον. Οπως γράφει, «η μετωνυμική εικόνα του κοινότοπου εθνικισμού δεν είναι μια σημαία που ανεμίζεται συνειδητά με φλογερό πάθος· είναι η σημαία που κρέμεται απαρατήρητη σε ένα δημόσιο κτίριο».
Με αφετηρία την ανάλυση του Μπίλιγκ, μπορούμε να μιλήσουμε και για έναν «κοινότοπο αυταρχισμό», έναν «τετριμμένο» αυταρχισμό της καθημερινότητας που διαβρώνει απαρατήρητος τις κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα και τα θεμέλια της δημοκρατίας. Ηδη οι αμερικανοί καθηγητές Στίβεν Λεβίτσκι και Ντάνιελ Ζίμπλατ στο βιβλίο τους Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες (εκδ. Μεταίχμιο, 2018) έχουν επισημάνει ότι, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τα δημοκρατικά πολιτεύματα δεν κινδυνεύουν από πραξικοπήματα, στρατηγούς και δικτάτορες αλλά από δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες που μάλιστα χρησιμοποιούν τους ίδιους τους θεσμούς της δημοκρατίας για να τη «σκοτώσουν», σταδιακά και υπόγεια.
Ωστόσο, δεν αναφέρουν μια σημαντική προϋπόθεση: για να πετύχει η υπονόμευση της δημοκρατίας, χρειάζεται να έχει διαβρώσει την κοινωνία ο μπανάλ αυταρχισμός, έτσι ώστε ο αυταρχικός ηγέτης να έχει λαϊκή υποστήριξη και πολιτική νομιμοποίηση. Ποια είναι όμως τα συστατικά στοιχεία αυτού του μπανάλ ή κοινότοπου αυταρχισμού;
Το πρώτο στοιχείο αφορά την ασυνείδητη κανονικότητα του καθημερινού αυταρχισμού: υπάρχει χωρίς να γίνεται αντιληπτός, ως μέρος καθημερινών συμπεριφορών στο σπίτι, στο σχολείο, στη δημόσια σφαίρα. Λόγος και πρακτικές που διακρίνονται από έλλειψη δημοκρατικού ήθους και που παραβιάζουν δημοκρατικές αξίες δεν περιγράφονται και δεν ερμηνεύονται ως συμπτώματα ενός ενδημικού αυταρχισμού.
Το δεύτερο στοιχείο ανευρίσκεται ακριβώς στο αντιδημοκρατικό ήθος όχι όμως ως ευθεία και ρητή απόρριψη του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά ως υιοθέτηση στάσεων και συμπεριφορών που είναι αντιδημοκρατικές. Για παράδειγμα, ο διάχυτος ρατσισμός εναντίον κάθε διαφορετικότητας, θρησκευτικής, εθνοτικής ή έμφυλης και η έλλειψη ανοχής στη διαφορετική άποψη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν πλημμυρίσει από λόγο μίσους και τοξικότητα.
Ενα τρίτο στοιχείο είναι η βία, σωματική και λεκτική, όπως καταγράφεται καθημερινά μεταξύ εφήβων, με την κακοποίηση γυναικών και παιδιών και τις γυναικοκτονίες. Το θέαμα της βίας κανονικοποιείται εξάλλου μέσω της αναπαραγωγής του ως καθημερινής είδησης στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο. Οπως και στην περίπτωση του «κοινότοπου εθνικισμού», η πλειονότητα της κοινωνίας θεωρεί ότι τα φαινόμενα αυτά είναι εξαίρεση και ότι δεν την αφορούν, ότι υπάρχει ένα «εμείς» απέναντι στους αυταρχικούς «αυτούς». Ενα τελευταίο στοιχείο αφορά το πρότυπο του ισχυρού ηγέτη με χαρακτηριστικά κινηματογραφικού σταρ, που χαίρει μεγάλης δημοφιλίας.
Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου κυριαρχεί η εικόνα έναντι του λόγου και το εύπεπτο σύνθημα έναντι του σύνθετου επιχειρήματος, αυταρχικές προσωπικότητες που εργαλειοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα γίνονται της «μόδας», δημιουργώντας συνθήκες ευρύτερης αποδοχής των αυταρχικών πολιτικών που εφαρμόζουν. Η επιβολή του πολιτικού αυταρχικού προτύπου συντονίζεται με την άνοδο της ακροδεξιάς στις δυτικές δημοκρατίες και διευκολύνεται από τη διάχυση του αυταρχισμού στην κουλτούρα της καθημερινότητας.
Ο κοινότοπος αυταρχισμός είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παγκόσμιο φαινόμενο. Και είναι επικίνδυνο ακριβώς επειδή περνά απαρατήρητο και δεν γίνεται αντιληπτό ότι συνδέεται με την εξασθένιση των δημοκρατικών πολιτευμάτων.
Οπως μας θυμίζει η Χάνα Αρεντ, η κοινοτοπία δεν είναι συνώνυμη με το ακίνδυνο και το αβλαβές. Συνεπώς η ανθεκτικότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από την ικανότητά μας να τη θωρακίσουμε απέναντι στον κοινότοπο αυταρχισμό. Στην κατεύθυνση αυτή, οφείλουμε πρωτίστως να εντοπίσουμε τις εκφάνσεις του, κυρίως εκείνες που κρύβονται σε καθημερινές πρακτικές που διέπουν τις διαπροσωπικές και τις κοινωνικές σχέσεις. Η μάχη με τον μπανάλ αυταρχισμό ξεκινά από εμάς τους ίδιους.
Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι ιστορικός, πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου.
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ