Κούβα όπως Βενεζουέλα; Αναφορές για επανάληψη απαγωγής του Ραούλ Κάστρο α λα Μαδούρο
Για πιθανή πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να εφαρμόσει στην Κούβα το «μοντέλο της Βενεζουέλας» κάνουν λόγο πληροφορίες σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενες την πρόσφατη δημοσιοποίηση του κατηγορητηρίου κατά του πρώην Κουβανού ηγέτη Ραούλ Κάστρο, σε συνδυασμό με τη μυστική αποστολή του Αμερικανού διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στην Αβάνα. Η αμερικανική πλευρά φέρεται να επιχειρεί να αξιοποιήσει τις δικαστικές κατηγορίες για την κατάρριψη δύο αεροσκαφών το 1996, τα οποία ανήκαν στην οργάνωση εξόριστων Κουβανών «Αδέλφια για τη Διάσωση», προκειμένου να εξαναγκάσει το καθεστώς σε υποχωρήσεις, ακολουθώντας τη στρατηγική που οδήγησε στην απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο.
Ο Αμερικανός γενικός εισαγγελέας Τοντ Μπλανς δήλωσε σχετικά πως «προσδοκούμε ότι θα εμφανιστεί εδώ, είτε με δική του βούληση είτε με άλλον τρόπο», μια θέση που ο Αμερικανός αναλυτής του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας, Πίτερ Κόρνμπλουχ, εκτιμά ότι αποτελεί ένα σοβαρό βήμα προς μια επικείμενη στρατιωτική επιχείρηση. Σύμφωνα με πληροφορίες της αμερικανικής εφημερίδας «Wall Street Journal», οι αρχές της Ουάσιγκτον αναζητούν ήδη πρόσωπα εντός του κουβανικού κρατικού μηχανισμού με σκοπό να διαπραγματευτούν μια πολιτική μετάβαση, κάνοντας μάλιστα λόγο για την ανεύρεση μιας «Κουβανής Ντέλσι», αναζητώντας δηλαδή μια αντίστοιχη περίπτωση με εκείνη της αντιπροέδρου της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκεζ η οποία τελικά συνεργάστηκε με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Οι πιέσεις αυτές κλιμακώνονται καθώς ο Ράτκλιφ φέρεται να μετέφερε προσωπικά στην Αβάνα τις απαιτήσεις του Τραμπ για πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, προσφέροντας ως αντάλλαγμα ανθρωπιστική βοήθεια ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Η παρέμβαση αυτή εκδηλώνεται σε μια περίοδο όπου η Κούβα αντιμετωπίζει ενεργειακή ασφυξία εξαιτίας του αυστηρού αμερικανικού πετρελαϊκού αποκλεισμού, ο οποίος περιέκοψε τις εισαγωγές καυσίμων έως και 90%, προκαλώντας εκτεταμένες διακοπές ρεύματος. Ο Τραμπ, μιλώντας στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο «Fox News», ανέφερε πως «νομίζω ότι θα γυρίσουμε την Κούβα», επιδιώκοντας μια σημαντική εξωτερική επιτυχία που θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις εγχώριες οικονομικές πιέσεις από την άνοδο του πληθωρισμού.
Ωστόσο, η μεταφορά του συγκεκριμένου σχεδίου στην Κούβα θεωρείται από πολλούς αναλυτές μια ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση λόγω της ισχυρής εσωτερικής δομής του καθεστώτος της Αβάνας. Η Βρετανίδα καθηγήτρια πολιτικής οικονομίας του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης Έλεν Γιάφε, ισχυρίστηκε στο ειδησεογραφικό μέσο Al Jazeera, ότι η χώρα διαθέτει ένα αποτελεσματικό σύστημα λαϊκής άμυνας και εκπαιδευμένων πολιτοφυλάκων, πράγμα που σημαίνει ότι μια ένοπλη σύρραξη θα προκαλούσε μεγάλες απώλειες. Παράλληλα, ο Αργεντινός αναλυτής του Βασιλικού Ινστιτούτου Ελκάνο, το οποίο αποτελεί ένα ισπανικό κέντρο διεθνών μελετών, Κάρλος Μαλαμούδ επισημαίνει ότι η γεωγραφική εγγύτητα της Κούβας επιτρέπει τη στρατιωτική απάντηση εναντίον αμερικανικών πόλεων, ενώ ο πρώην υπουργός Εξωτερικών του Μεξικού Χόρχε Καστανιέδα εκτιμά ότι ο 94χρονος Ραούλ Κάστρο «θα προτιμούσε την αυτοκτονία από την παράδοση».
Αντίθετη άποψη εξέφρασε στο Al Jazeera ο Κουβανοαμερικανός διευθυντής του Ινστιτούτου Κουβανικών Σπουδών, Σεμπαστιάν Αρκός, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο κουβανικός στρατός είναι παρωχημένος και αδυνατεί να αντισταθεί σε μια αμερικανική επίθεση.
Στο πολιτικό πεδίο των Ηνωμένων Πολιτειών, οι αντιδράσεις παραμένουν έντονες, με τον Αμερικανό Δημοκρατικό βουλευτή Γκρέγκορι Μικς να προειδοποιεί ότι η δικαστική δίωξη «φαίνεται λιγότερο ως επιδίωξη δικαιοσύνης και περισσότερο ως πρόσχημα για κλιμάκωση, πιθανώς ακόμη και για μια παράνομη εισβολή στην Κούβα», προσθέτοντας παράλληλα πως «ο μόνος τρόπος για να ενθαρρυνθεί η πραγματική αλλαγή είναι η ενδυνάμωση του ίδιου του κουβανικού λαού, και όχι η εμμονή σε μια αποτυχημένη προσέγγιση που τον τιμωρεί χωρίς να σημειώνεται καμία πρόοδος». Από την πλευρά της, η Αβάνα, μέσω δήλωσης του Κουβανού προέδρου Μιγκέλ Ντίας Κανέλ, χαρακτηρίζει τη διαδικασία ως μια «ανυπόστατη πολιτική σκευωρία που αποσκοπεί αποκλειστικά στη νομιμοποίηση μιας επικείμενης ξένης στρατιωτικής επέμβασης».