Ανάλυση: Πώς η γη, ο χρυσός και ο πόλεμος διέλυσαν το Σουδάν
Τρίτη, 03/03/2026 - 11:12ΦΡΑΓΚΙΣΚΑ ΜΕΓΑΛΟΥΔΗ
ΜΕΡΟΣ Α – “Από τις φωνές στην εξέγερση”
Πρώτα ήταν οι φωνές. Γυναίκες που θρηνούσαν, κρυμμένες πίσω από μαντήλια, κάποτε πολύχρωμα και πλέον λασπωμένα. Άντρες που άφηναν βογγητά πόνου καθώς περίμεναν κάποιον γιατρό, κρατώντας στα χέρια τους ματωμένα κουρέλια για να κρύψουν κομματιασμένες σάρκες και ανοιχτές πληγές. Και μετά ήταν τα παιδιά, που έκλαιγαν με όλη τη δύναμη των μικρών κορμιών τους, γοερά, απελπισμένα – εκεί όπου ο φόβος και ο πόνος γίνονταν ένα και δεν ήξερες ποιο είναι πιο δυνατό.
Ακούω τις κραυγές παντού καθώς περιφέρομαι στο υπαίθριο νοσοκομείο κάτω από τον καυτό ήλιο. Δεν θέλω να τις ακούω άλλο. Νιώθω ότι με ακολουθούν καθώς κατευθύνομαι προς το κτήριο που στεγάζει τα υποσιτισμένα παιδιά.
Ήδη στην αυλή, δεκάδες γυναίκες με μωρά και νήπια στην αγκαλιά περιμένουν. Γεμίζουν τον χώρο όσο φτάνει το βλέμμα μου. Η απελπισία με τυλίγει – δεν υπάρχει περίπτωση να βοηθηθούν όλοι. Οι γιατροί, οι νοσοκόμοι και οι εθελοντές πρέπει να πάρουν την πιο σκληρή απόφαση, που συχνά καθορίζει ποιος θα ζήσει και ποιος όχι. Ποιος θα μπει μέσα και ποιος θα μείνει έξω.

Διανομή φαρμάκων σε Σουδανούς στον καταυλισμό Κουφραμ Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Στο εσωτερικό του κτηρίου επικρατεί σχεδόν νεκρική σιγή. Δεκάδες παιδιά κάθε ηλικίας, ξαπλωμένα σε σιδερένια κρεβάτια και σκισμένα στρώματα, συχνά δύο ή και τρία μαζί, και δίπλα τους στο πάτωμα οι μητέρες τους. Μοιάζουν σαν να σε κοιτούν στα μάτια, αλλά το βλέμμα είναι κενό. Μόνο ο θόρυβος της γεννήτριας, που κρατά σε λειτουργία τις λιγοστές συσκευές οξυγόνου που μοιράζονται οι μικροί ασθενείς, ταράζει λίγο τη σιγή.
Κάποια μωρά μοιάζουν να κλαίνε χωρίς δάκρυα. Κάποιες μητέρες τα αγκαλιάζουν· άλλες κάθονται απαθείς, σκελετωμένες και οι ίδιες, χωρίς δύναμη να αντιδράσουν. Έχουν περπατήσει μέρες χωρίς φαγητό με τα παιδιά τους, έχουν κρυφτεί σε χαμηλούς θάμνους, έχουν πιει λασπωμένο νερό που τώρα σκοτώνει τα μωρά τους. Έχουν επιβιώσει από σφαίρες και χτυπήματα με μανσέτες. Όσοι άντεξαν πέρασαν τα σύνορα και έφτασαν σε αυτή την ξεχασμένη πόλη στα ανατολικά του Τσαντ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το δυτικό Νταρφούρ.
Το Αντρέ δεν ήταν παρά μια νυσταγμένη πόλη της ερήμου με μόλις δώδεκα χιλιάδες ψυχές. Όμως ο πόλεμος στο γειτονικό Σουδάν έμελλε να τη μετατρέψει σε έναν τεράστιο προσφυγικό καταυλισμό. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, τον Απρίλιο του 2023, ο πληθυσμός της εκτοξεύτηκε από 12 σε 250 χιλιάδες, με περίπου 1.000 πρόσφυγες να φτάνουν καθημερινά.

Πρόχειρο νοσοκομείο στην πόλη Αντρέ, μόλις 5 χλμ. από το Σουδάν. Το νοσοκομείο, τους πρώτους μήνες του πολέμου, δεχόταν καθημερινά πάνω από 800 πρόσφυγες την ημέρα, κυρίως γυναίκες και παιδιά Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι διέσχισαν τα σύνορα με το Τσαντ, κυνηγημένοι κυρίως από τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης – γνωστές ως Rapid Support Forces (RSF) – αλλά και από τον τακτικό στρατό του Σουδάν, τις Sudanese Armed Forces (SAF).

Η Ναφίσα έφτασε στον καταυλισμό της Τουμτουμά με τρία από τα πέντε παιδιά της. Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι της και ο σύζυγός της σφαγιάστηκαν από τις δυνάμεις των RSF. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Τι συμβαίνει λοιπόν στο Σουδάν;
Πώς φτάσαμε στη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο, με περισσότερους από 12 εκατομμύρια εκτοπισμένους και πρόσφυγες και με νεκρούς που πιθανόν φτάνουν τις 400 χιλιάδες, χωρίς κανείς να μπορεί να μετρήσει με ακρίβεια;
Για να το καταλάβουμε, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στον Δεκέμβρη του 2018, στην πόλη Ατμπάρα, όταν μαθητές της τεχνικής σχολής οργάνωσαν πορεία διαμαρτυρίας για την αύξηση της τιμής του ta’amiya – της σουδανικής εκδοχής του φαλάφελ από ρεβίθια και κουκιά. Ήταν βασικό πρωινό για τους φτωχούς Σουδανούς και τους μαθητές, αλλά είχε γίνει απρόσιτο λόγω της αύξησης στην τιμή του ψωμιού. Οι εξαγριωμένοι μαθητές έκαψαν τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος, του Εθνικού Κόμματος Κογκρέσου (NCP), θέτοντας τις βάσεις της επανάστασης του σουδανικού λαού. Οι εικόνες του καμένου κτηρίου έκαναν χιλιάδες Σουδανούς σε όλη τη χώρα – με πρώτες τις γυναίκες – να βγουν στους δρόμους φωνάζοντας: “Κυβέρνηση της πείνας και της φτώχειας, φύγε!”.

Η Ντουριά διέφυγε τη νύχτα με το βρέφος της, αφού ο σύζυγός της σκοτώθηκε και οι κόρες της έπεσαν θύματα της επίθεσης των RSF. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Η αποικιακή δομή και η κληρονομιά της ανισότητας (1899–1956)
Καμία εξέγερση όμως δεν ξεκινά απλώς από ένα σάντουιτς· έχει ρίζες στις βαθιές οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και στη δομή της κοινωνίας που διαμορφώθηκε κατά τη βρετανική αποικιακή περίοδο, από το 1899 έως το 1956.
Όπως συνέβη σε πολλές αποικίες, οι Βρετανοί κυβέρνησαν μέσα από μια τοπική ελίτ – κυρίως αραβοσουδανικές ομάδες – οικοδομώντας ένα συγκεντρωτικό κράτος. Η εξουσία και οι υποδομές συγκεντρώθηκαν στο Χαρτούμ, αφήνοντας την περιφέρεια υποανάπτυκτη. Η ανισότητα αυτή δεν δημιούργησε μόνο βαθιές κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά ενίσχυσε και τον διαχωρισμό ανάμεσα στους μαύρους πληθυσμούς του Νότου και τις αραβικές ελίτ του Βορρά.
Η ανεξαρτησία του 1956 και οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν – άλλες με εκλογές και άλλες με πραξικόπημα – όχι μόνο δεν άλλαξαν την αποικιοκρατική δομή εξουσίας, αλλά την επέκτειναν, ενισχύοντας παράλληλα τη διαφθορά.

Ο Ahmed είναι Σουδανός πρόσφυγας στον καταυλισμό Κουφράμ, στο ανατολικό Τσαντ. Εκεί δημιούργησε μια μικρή επιχείρηση καθαρισμού ρούχων, η οποία του επιτρέπει να στηρίζει την οικογένειά του Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Το καθεστώς Μπασίρ: λιτότητα, λεηλασία, καταστολή
Το πραξικόπημα του 1989 έφερε στην εξουσία τον περιβόητο Ομάρ αλ-Μπασίρ, που κυβέρνησε τη χώρα επί 30 χρόνια, γράφοντας μερικές από τις πιο ματωμένες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας του Σουδάν. Το καθεστώς του Μπασίρ καταλήστευε τους φυσικούς πόρους και τα δημόσια έσοδα, φυλάκιζε και καταδίωκε κάθε αντιφρονούντα, καταστρέφοντας ό,τι είχε απομείνει από την οικονομία της χώρας.
Για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που το ίδιο το καθεστώς είχε προκαλέσει, ο Μπασίρ προχώρησε σε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων (δίνοντας βέβαια τη μερίδα του λέοντος σε στελέχη του κυβερνώντος κόμματος), επιβάλλοντας παράλληλα αυστηρή λιτότητα και διαλύοντας δημόσιες υπηρεσίες. Σχολεία και νοσοκομεία υπολειτουργούσαν, ενώ ακόμη και το ηλεκτρικό ρεύμα μέσα στο Χαρτούμ έγινε γρήγορα προνόμιο μόνο της ελίτ.
Με άλλα λόγια, ο Μπασίρ εφάρμοσε ένα πρόγραμμα παρόμοιο με εκείνο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου – μόνο που τα κέρδη από τη λεηλασία κατέληγαν στο ίδιο το καθεστώς και όχι σε διεθνείς θεσμούς.

Ο Μουσταφά διέφυγε από τη γενοκτονία στο Νταρφούρ και έφτασε στον καταυλισμό Κουφράμ, φέρνοντας μαζί τη ραπτομηχανή του. Εκεί άνοιξε ένα μικρό εργαστήριο επιδιόρθωσης ρούχων Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Νταρφούρ 2003: πόλεμος για γη, εκτοπισμοί και ο χρυσός
Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, όσο δύσκολη ήταν η ζωή στο Χαρτούμ – που αποτελούσε και το κέντρο της ανάπτυξης της χώρας — η ζωή στην υπόλοιπη περιφέρεια ήταν πολύ χειρότερη. Αυτές οι ανισότητες και οι διακρίσεις μεταξύ αραβοσουδανικών ομάδων και μαύρων σουδανικών κοινοτήτων οδήγησαν στη δημιουργία ανταρτικών ομάδων στο Νταρφούρ και στον πόλεμο του 2003, που στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 300 χιλιάδες ανθρώπους.
Ένας πόλεμος που είχε δύο βασικούς άξονες: τον έλεγχο των τεράστιων εκτάσεων γης του Νταρφούρ, αλλά και τον εκτοπισμό ντόπιων πληθυσμών, όπως οι Μασαλίτ και οι Ζαγάουα, που ζούσαν εκεί επί αιώνες, ώστε αραβόφωνες ομάδες να ελέγχουν πλήρως τα ορυχεία χρυσού στο βόρειο Νταρφούρ και τις μεγάλες αγροτικές εκτάσεις.

Παιδιά από το Σουδάν στον προσφυγικό καταυλισμό Farchana, στο ανατολικό Τσαντ. Ο καταυλισμός βρίσκεται 60 χλμ. από τα σύνορα με το Δυτικό Νταρφούρ και στεγάζει 60.000 πρόσφυγες. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
H θεσμοποίηση της βίας
Ο Μπασίρ – αντί να στείλει αποκλειστικά τον τακτικό στρατό – εκμεταλλεύτηκε τις χρόνιες φυλετικές εντάσεις και δημιούργησε αραβικές φυλετικές πολιτοφυλακές, γνωστές ως Janjaweed, ώστε να πολεμούν εκ μέρους του κράτους. Κρατήστε αυτό το όνομα, διότι λίγα χρόνια αργότερα οι σφαγείς των ντόπιων πληθυσμών θεσμοποιήθηκαν και εξελίχθηκαν σε αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως Rapid Support Forces (RSF).
Οι Janjaweed γνώριζαν την περιοχή και, καθώς δεν ανήκαν επίσημα στον τακτικό στρατό, μπορούσαν να λειτουργούν σε μια γκρίζα ζώνη ευθύνης, επιτρέποντας στο καθεστώς να αρνείται άμεση εμπλοκή σε επιθέσεις κατά αμάχων.

Παιδιά Μασαλίτ στο Αντρέ. Οι Μασαλίτ, μαζί με τους Ζαγάουα, είναι οι κοινότητες που υπέστησαν συστηματική γενοκτονία στο Νταρφούρ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Νότιο Σουδάν: πόλεμος, σαρία και πετρέλαιο (1983–2011)
Δυστυχώς, ο κύκλος της βίας δεν τελείωσε με τη σφαγή του Νταρφούρ, αλλά εξελισσόταν παράλληλα με τον αιματηρό πόλεμο στο Νότιο Σουδάν, που ξεκίνησε το 1983, όταν η τότε κυβέρνηση επέβαλε τη σαρία σε όλη τη χώρα και παράλληλα αφαίρεσε την αυτονομία του Νότου.
Βασικός άξονας και εδώ ήταν οι ανισότητες και η περιθωριοποίηση των μαύρων πληθυσμών, αλλά και ο έλεγχος των πετρελαίων του Νότιου Σουδάν. Αυτός ο πόλεμος μεταξύ Χαρτούμ και του SPLM/A (Sudan People’s Liberation Movement/Army) συνεχίστηκε μέχρι το 2005 και στοίχισε τη ζωή σε περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους.
Ο κύκλος της βίας έκλεισε το 2011 με τη δημιουργία του ανεξάρτητου Νότιου Σουδάν (για να ακολουθήσει όμως ένας ακόμη αιματηρός εμφύλιος στη νεότερη χώρα του κόσμου). Εάν, λοιπόν, οι μαχητές των RSF εκπαιδεύτηκαν στη σφαγή στο Νταρφούρ, ο τακτικός στρατός SAF είχε ήδη κάνει τη “θητεία” του στον πόλεμο του Νότιου Σουδάν.

Παιδιά στον προσφυγικό καταυλισμό του Αρκουμ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Οικονομική κατάρρευση: όταν η γη και το νερό γίνονται “λύση”
Η απώλεια των πλούσιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Νότο το 2011 στοίχισε στο Χαρτούμ το 75% των εσόδων του, οδηγώντας την οικονομία σε ολική κατάρρευση. Το ψωμί και τα καύσιμα ήταν πλέον απλησίαστα όχι μόνο για τους φτωχούς, αλλά και για όσους ανήκαν σε πιο εύρωστες οικονομικές ομάδες.
Οι αποφάσεις που πήρε το καθεστώς Μπασίρ τα επόμενα χρόνια για να βρει χρήματα συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στον σημερινό πόλεμο: όταν δεν υπήρχε πλέον τίποτα άλλο να πουλήσει, το καθεστώς πούλησε – ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, νοίκιασε – τη γη και το νερό.
Η ενοικίαση εκτάσεων γης σε ξένους επενδυτές και κυβερνήσεις δεν ήταν κάτι καινούριο, και το καθεστώς Μπασίρ είχε ήδη ξεκινήσει να το εφαρμόζει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Από το 2011 όμως και μετά – και κυρίως από το 2014 – οι ενοικιάσεις αυτές εκτοξεύθηκαν.
Συνολικά, το καθεστώς παραχώρησε, με συμβόλαια έως και 99 ετών, πάνω από 5 εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης σε χώρες του Κόλπου, κυρίως στη Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Κατάρ και στο Μπαχρέιν. Παράλληλα, εταιρείες από την Ιορδανία, την Αίγυπτο και την Τουρκία διεκδίκησαν και εξασφάλισαν συμφωνίες για εκατομμύρια εκτάρια γεωργικής γης.

Πάνω από 700.000 παιδιά υπολογίζεται ότι έχουν φτάσει στο Τσαντ, συχνά ασυνόδευτα ή μαζί με τις μητέρες τους, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις σφαγές στο Νταρφούρ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Τι σημαίνει αυτό; Το κράτος έδινε εκτάσεις που άρπαζε από ντόπιους αγρότες και κτηνοτρόφους, ενώ παράλληλα παραχωρούσε το νερό του Νείλου δωρεάν, καταδικάζοντας τους κατοίκους σε πείνα και εξαθλίωση. Οι ξένες χώρες χρησιμοποίησαν τις εκτάσεις αυτές για να παράγουν σιτηρά και να βόσκουν τεράστια κοπάδια βοοειδών, τα οποία στη συνέχεια εξήγαν πίσω στις χώρες τους – και έτσι το Σουδάν μετατράπηκε σε σιτοβολώνα και πηγή κρέατος για τον Κόλπο, την ίδια στιγμή που οι ντόπιοι πέθαιναν από την πείνα.
Όταν ο λαός έβγαινε στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί για την εξαθλίωση και τις αρπαγές της γης των φτωχών, η κυβέρνηση έστελνε τους Janjaweed, που μαζί με τον εθνικό τακτικό στρατό έπνιγαν στο αίμα τις εξεγέρσεις.

Πρόσφυγες κατασκευάζουν πρόχειρες σκηνές για να μείνουν. Το Τσαντ εχει δεχτεί πάνω απο ένα εκατομμύριο πρόσφυγες απο το Νταρφουρ, στην πλειοψηφία Μασαλιτ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
ΜΕΡΟΣ Β – “Η οικονομία του πολέμου και η σημερινή σύγκρουση”
Όταν λοιπόν, στις 19 Δεκεμβρίου του 2018, οι μαθητές της Ατμπάρα βγήκαν στους δρόμους για την τιμή του ψωμιού, το διακύβευμα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το πόσο κόστιζε το αλεύρι.
Οι διαμαρτυρίες και οι πορείες οργανώθηκαν και συνεχίστηκαν για μήνες υπό το σχήμα της Σουδανικής Ένωσης Επαγγελματιών (Sudanese Professionals Association – SPA), που περιελάμβανε συνδικάτα, ενώ παράλληλα οργάνωνε επιτροπές αντίστασης στις γειτονιές. Γρήγορα όμως η SPA κομματικοποιείται και, όπως συμβαίνει πάντα με τα κινήματα που μετατρέπονται σε κόμμα, το παλιό σύστημα τα χρησιμοποιεί για να επιβιώσει.
Και έτσι, όταν τον Απρίλιο του 2019 ο λαός καταλαμβάνει το Αρχηγείο του Στρατού στο Χαρτούμ, ο στρατός συλλαμβάνει τον αλ-Μπασίρ στις 13 Απριλίου και το καθεστώς πέφτει. Στην ουσία όμως δεν πρόκειται για αλλαγή εξουσίας, αλλά για πραξικόπημα του στρατού στον ίδιο τον πραξικοπηματία, τον οποίο “θυσιάζει” για να επιβιώσει.

Πρόσφυγες στο ανατολικό Ουαντάι στο Τασντ. Η περιοχή αποτελεί ένα απο τα βασικά σημεία διέλευσης σουδανων προσφυγωνσ το Τσαντ Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Το Στρατιωτικό Συμβούλιο και η σφαγή της 3ης Ιουνίου 2019
Ο στρατός λοιπόν – που σκότωνε μέχρι χθες τους διαδηλωτές – σχηματίζει τώρα κυβέρνηση και αναλαμβάνει την εξουσία στο όνομα του λαού, ως Στρατιωτικό Συμβούλιο. Και ενώ ο λαός ξαναβγαίνει στους δρόμους ζητώντας από τους στρατιωτικούς να παραδώσουν την εξουσία, ξεκινά ένας πυρετός διπλωματικών διαπραγματεύσεων με τις χώρες του Κόλπου, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, αλλά και άλλες δυτικές χώρες θετικές στην προοπτική μιας νέας κυβέρνησης. Στην ουσία, μιλάμε για διαπραγματεύσεις με τα ίδια στελέχη του στρατού του αλ-Μπασίρ, που τον έχουν πλέον φυλακίσει στο Χαρτούμ.
Και η πιο σημαντική λεπτομέρεια είναι ποια ήταν η σύνθεση του Στρατιωτικού Συμβουλίου ; μα ποιοι άλλοι από τους πρώην Janjaweed, που τώρα επισήμως πλέον ονομάζονται RSF, και τον τακτικό στρατό του Σουδάν, τον SAF.
Ακολούθησαν απεργίες και διαμαρτυρίες που κατέληξαν σε σφαγές, με πιο γνωστή ίσως τη μεγάλη σφαγή στις 3 Ιουνίου του 2019, όταν εκατοντάδες άτομα σφαγιάστηκαν από τις RSF και τον τακτικό στρατό, ενώ δεκάδες γυναίκες βιάστηκαν μέσα στους δρόμους του Χαρτούμ και στις επαρχίες.

Προσωπικό ΜΚΟ δίνει τις πρώτες βοήθειες σε μια οικογένεια απο το Σουδαν στο πρόχειρο νοσοκομείο του Αντρέ Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Η μεταβατική κυβέρνηση (2019) και το πραξικόπημα του 2021
Και από εδώ και πέρα η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη. Το Στρατιωτικό Συμβούλιο – στην ουσία αποτελούμενο από στελέχη των RSF και του SAF – καταλήγει τελικά στη δημιουργία μιας μεταβατικής κυβέρνησης τον Αύγουστο του 2019, με πρωθυπουργό τον Abdalla Hamdok.
Όμως τη στρατιωτική και οικονομική εξουσία είχαν ο Abdel Fattah al-Burhan, που διοικούσε τον τακτικό στρατό (SAF), και ο Muhammad Hamdan Dagalo Musa, γνωστός ως Hemedti, που διοικούσε τις RSF. Κρατήστε αυτά τα ονόματα – διότι αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της σημερινής τραγωδίας.
Η μεταβατική κυβέρνηση στηρίζεται ηθικά και οικονομικά από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τις χώρες του Κόλπου, χωρίς να τους απασχολεί ιδιαίτερα το παρελθόν (και το παρόν) των στελεχών της.
Στα δύο χρόνια που παρέμεινε στην εξουσία, πρόλαβε να δώσει χάρη σε στελέχη της που είχαν κάνει σφαγές και βιασμούς διαδηλωτών, ενώ παράλληλα συνέχισε τις πολιτικές εξαθλίωσης του Μπασίρ, με τις ευλογίες της διεθνούς κοινότητας αυτή τη φορά.
Παρ’ όλα αυτά, η άτυπη αμνηστία που δόθηκε δεν αφορούσε όλους. Και έτσι ο al-Burhan και ο Hemedti, φοβούμενοι ότι κάποτε η εξουσία μπορεί να περνούσε σε πολιτικό σχήμα και να έχαναν την πρόσβαση στις εκτάσεις γης και στα ορυχεία χρυσού – αλλά και να καταδικαστούν για τις σφαγές που είχαν διαπράξει – οργανώνουν πραξικόπημα κατά της μεταβατικής εξουσίας και την καταλύουν στις 25 Οκτωβρίου 2021.

Σουδανές γυναίκες περιμένουν έξω από την πρόχειρη κλινική στον καταυλισμό του Αντρέ, στο ανατολικό Τσαντ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Και έτσι φτάνουμε στην πιο παράδοξη ίσως στρατιωτική κυβέρνηση, με έναν στρατηγό και έναν πρώην παραστρατιωτικό μισθοφόρο να μοιράζονται την εξουσία. Και όπως φαντάζεται κανείς, ήταν η απόλυτη συνταγή της καταστροφής.
Οι δύο πρώην σύμμαχοι σύντομα αρχίζουν να τσακώνονται για το πώς και ποιος θα κυβερνήσει. Ενώ το σχέδιο ήταν αρχικά οι RSF να ενσωματωθούν στον τακτικό στρατό, ο Hemedti συνειδητοποιεί ότι έτσι θα έχανε την πρόσβαση στην εξουσία. Έτσι αποχωρεί από το σχήμα και κινεί τον στρατό του στο Χαρτούμ.
Λίγο καιρό μετά, στις 15 Απριλίου του 2023, ξεσπά ένας από τους πιο αιματηρούς και κτηνώδεις πολέμους της σύγχρονης ιστορίας.
Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το Σουδάν έχει στην ουσία χωριστεί στα δύο. Μετά την πτώση του Ελ Φάσερ, ύστερα από 18 μήνες πολιορκίας κατά τη διάρκεια της οποίας ο πληθυσμός αφέθηκε να πεθάνει από την πείνα, οι δυνάμεις του Hemedti (RSF) κατέλαβαν την πόλη στις 26 Οκτωβρίου 2025.
Ο τακτικός στρατός του al-Burhan (SAF), που την υπερασπιζόταν, έφυγε αφήνοντας στην τύχη τους τους χιλιάδες αμάχους. Το μέγεθος της σφαγής που ακολούθησε μάλλον δεν θα γίνει ποτέ γνωστό με ακρίβεια. Εάν όμως υπολογίσει κανείς ότι μόνο τις 3 με 4 πρώτες ώρες της πτώσης της πόλης μιλούσαμε ήδη για 3.000 νεκρούς, οποιαδήποτε εκτίμηση φαντάζει λίγη.
Σήμερα ο τακτικός στρατός ελέγχει το Βόρειο και Ανατολικό Σουδάν, μαζί με την πλειοψηφία του Χαρτούμ και το πολύ σημαντικό λιμάνι του Port Sudan, ενώ οι πρώην παραστρατιωτικοί ελέγχουν όλο το Νταρφούρ (στην ουσία το δυτικό Σουδάν), κάτι που τους δίνει πρόσβαση στα ορυχεία χρυσού και σε τεράστιες αγροτικές εκτάσεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται και η απάντηση γιατί αυτός ο πόλεμος θα αργήσει πάρα πολύ να τελειώσει.

Σουδανές μεταφέρουν νερό στον πρόχειρο καταυλισμό προσφύγων στην πόλη Αντρέ. Η πόλη φιλοξενεί πάνω απο 200 000 πρόσφυγες, κυρίως Μασαλιτ απο το δυτικό Νταρφουρ. Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Η εξωτερική στήριξη και το “παζάρι” της γης
Υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία – αν και η κυβέρνηση της χώρας το αρνείται – ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χρηματοδοτούν ενεργά τις δυνάμεις του Hemedti, ενώ τους προμηθεύουν με όπλα μέσω των βάσεών τους στο Τσαντ. Η στρατιωτική κυβέρνηση του Τσαντ προσφέρει το έδαφός της ώστε να μεταφέρονται όπλα και εφόδια στους παραστρατιωτικούς.
Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της διπλωματίας: το Τσαντ έχει δεχτεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και είναι από τις πρώτες χώρες που πλήγησαν από τον πόλεμο στο Σουδάν. Ακόμα θυμάμαι τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Τσαντ, όταν κάθε εισαγωγή καυσίμων από το Σουδάν σταμάτησε και το ήδη σπάνιο ηλεκτρικό ρεύμα έγινε πολυτέλεια για όλους. Οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύθηκαν και οι ελλείψεις σε βασικά είδη φάνηκαν αμέσως. Το Τσαντ δεν συνήλθε ποτέ οικονομικά και κοινωνικά από τον πόλεμο του Σουδάν. Η εισροή πάνω από ένα εκατομμύριο προσφύγων είχε μεγάλες συνέπειες για τους ντόπιους πληθυσμούς που ήδη ζούσαν στην απόλυτη φτώχεια.
Οι κάτοικοι του ανατολικού Τσαντ είναι Μασαλίτ – οι φυλές εκείνες που βιάζει και σκοτώνει συστηματικά το RSF στο Νταρφούρ – ενώ ο ίδιος ο πρόεδρος του Τσαντ ανήκει στους Ζαγάουα, μια φυλή που επίσης υπέστη συστηματική γενοκτονία από τις δυνάμεις του Hemedti. Κι όμως, αυτές τις δυνάμεις στηρίζει το Τσαντ μέσω των ΗΑΕ, οι οποίοι, με τη σειρά τους, προσφέρουν άπλετο χρήμα και πολιτική στήριξη στο καθεστώς της Ντζαμένα.
Και τι κερδίζουν τα ΗΑΕ; Μα φυσικά το χρυσό του Νταρφούρ, αλλά και τη συνεχιζόμενη πρόσβαση στις τεράστιες γεωργικές εκτάσεις – εκείνες που τους είχε νοικιάσει ο Μπασίρ και που τώρα τους εγγυάται ο Hemedti.
Αντιθέτως, ο τακτικός στρατός έχει την υποστήριξη της Αιγύπτου και του Ιράν: οι μεν πρώτοι επειδή ο τακτικός στρατός αποτελεί εγγύηση για την Αίγυπτο και την ασφάλεια του Νείλου, το δε Ιράν για να έχει πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω του Port Sudan, που ακόμη ελέγχει ο τακτικός στρατός.
Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε τον ρόλο των “διαμεσολαβητών”, όπως της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και του Μπαχρέιν, που μπορεί επίσημα να μην παίρνουν θέση, τείνουν όμως να στηρίζουν όποιον μπορεί να τους εγγυηθεί συνεχή και απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγροτικές εκτάσεις και στα βοοειδή.

Στον καταυλισμό Farchana, κάθε μέρα Σουδανοί πρόσφυγες περιμένουν ώρες για ένα δοχείο νερό. Το πόσιμο νερό στην περιοχή είναι περιορισμένο, γεγονός που δημιουργεί εντάσεις με την ντόπια κοινότητα Φραγκίσκα Μεγαλούδη
Η οικονομία του πολέμου: κοπάδια, “φόροι” και αραβικό κόμμι
Στην ουσία, οι αρπαγές γης που ξεκίνησαν επί καθεστώτος Μπασίρ και οι εξαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων και τροφίμων συντηρούν σε μεγάλο βαθμό τον πόλεμο. Τα πολυπληθή κοπάδια του Σουδάν τροφοδοτούν τις αγορές του Κόλπου, ιδιαίτερα τη Σαουδική Αραβία, της οποίας η εγχώρια παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση κατά τη διάρκεια θρησκευτικών περιόδων όπως το Χατζ.
Ένοπλοι στρατιωτικοί και παραστρατιωτικοί ελέγχουν τις διαδρομές μεταφοράς των ζώων και επιβάλλουν άτυπους «φόρους», κατάσχουν ζώα και μετατρέπουν το εμπόριο σε χρηματοδότηση του πολέμου.
Και δεν είναι μόνο τα βοοειδή, αλλά και άλλα προϊόντα, όπως το αραβικό κόμμι: μια φυσική ρητίνη που συλλέγεται από δέντρα ακακίας και χρησιμοποιείται σε αναψυκτικά, ζαχαρώδη, φαρμακευτικά προϊόντα και καλλυντικά. Περίπου το 80% της παγκόσμιας παραγωγής προέρχεται από το Σουδάν. Και τόσο ο τακτικός στρατός όσο και οι παραστρατιωτικοί μάχονται για τον έλεγχο των περιοχών συγκομιδής – αλλά και των άτυπων διαδρομών του προϊόντος μέσω Τσαντ, Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας και Νότιου Σουδάν, από όπου φεύγει για να φτάσει στα σούπερ μάρκετ μας. Περίπου το μισό αγοράζεται από ευρωπαϊκές εταιρείες – έτσι το κέρδος κυκλοφορεί διεθνώς, ενώ η βία παραμένει τοπική.
Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ το 2016 – 2017 πλήρωσε στο καθεστώς του αλ-Μπασίρ 160 εκατομμύρια ευρώ για να πάρει μέτρα ελέγχου της μετανάστευσης. Η συνεργασία με το Σουδάν διατηρήθηκε μέχρι το 2019 και μπορεί πολύ εύκολα να καταλάβει κανείς ότι τα χρήματα αυτά έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ενδυνάμωση των παραστρατιωτικών των RSF, αλλά και του τακτικού στρατού.
Χρυσός, πετρέλαιο, μοσχαρίσιο κρέας, αγροτικά και φαρμακευτικά προϊόντα και άνθρωποι: όλα μαζί χρηματοδοτούν και συντηρούν έναν πόλεμο που θα καταγραφεί στην ιστορία ως μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της εποχής μας.
Το αίμα των Σουδανών ταΐζει τις χώρες του Κόλπου, φτάνει στα σούπερ μάρκετ μας, μπαίνει στα σπίτια μας, γίνεται κόσμημα και καλλυντικό.
Και εγώ θα θυμάμαι πάντα τις κραυγές των κομματιασμένων από τις σφαίρες και τις μανσέτες παιδιών και τη σιωπή των ετοιμοθάνατων νηπίων.
Τις ίδιες φωνές που φτάνουν από το Σουδάν μέχρι τη Γάζα.
* Η Φραγκίσκα Μεγαλούδη είναι συγγραφέας και ειδικός στην επικοινωνία, έχοντας περάσει μεγάλο μέρος των τελευταίων είκοσι ετών ζώντας και εργαζόμενη σε διάφορα μέρη του κόσμου, από το Σαχέλ μέχρι τη Νοτιοανατολική Ασία.
Πηγή: news247.gr