Trafficking στην Ελλάδα: Σοκάρουν τα στοιχεία – 881 θύματα το 2025, ανάμεσά τους 108 παιδιά

Trafficking στην Ελλάδα: Σοκάρουν τα στοιχεία – 881 θύματα το 2025, ανάμεσά τους 108 παιδιά

Τετάρτη, 24/06/2026 - 19:47

Μια ζοφερή πραγματικότητα για την έκταση του trafficking στη χώρα μας αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Βουλή. Κατά τη διάρκεια του 2025 μόνο, καταγράφηκαν στην Ελλάδα 881 νέες περιπτώσεις θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διαρκή εξέλιξη και το μεταλλαγμένο πρόσωπο ενός εγκλήματος που πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της επίσημης καταγραφής αφορά τα ανήλικα θύματα, καθώς από το σύνολο των περιπτώσεων, τα 108 αφορούσαν παιδιά, ενώ οι υπόλοιπες 773 περιπτώσεις αφορούσαν ενήλικες.

Το trafficking δεν περιορίζεται πλέον στις παραδοσιακές μορφές του, αλλά εξελίσσεται ραγδαία, παρουσιάζοντας:

Κατακόρυφη αύξηση των περιπτώσεων εργασιακής εκμετάλλευσης, εξαναγκασμό των θυμάτων σε εγκληματικές δραστηριότητες και νέες, σύνθετες μορφές καταναγκασμού και εκμετάλλευσης.

Η προστασία των ανθρώπων αυτών είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί η έγκαιρη αναγνώρισή τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Εθνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Παραπομπής Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων αναδεικνύεται στο βασικότερο εργαλείο της κρατικής πολιτικής.

Το σύστημα αυτό λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας, καθώς επιτρέπει στις αρχές να εντοπίζουν γρήγορα τα θύματα και να τους εξασφαλίζουν άμεση πρόσβαση σε: Ψυχολογική και υλική προστασία, σε νομική και ιατρική αρωγή αλλά και σε διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης

Τα σοκαριστικά στοιχεία

Το human trafficking αποτελεί σήμερα το τρίτο μεγαλύτερο οργανωμένο έγκλημα παγκοσμίως, με τον ετήσιο τζίρο του να αγγίζει τα 24 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε διεθνές επίπεδο, υπολογίζεται ότι περίπου 21 εκατομμύρια άνθρωποι πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης κάθε χρόνο, με τις 800.000 από αυτές τις περιπτώσεις να εντοπίζονται εντός των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το φαινόμενο αυτό τροφοδοτείται κυρίως από τις έντονες κοινωνικές ανισότητες και την υψηλή ζήτηση που υπάρχει για φθηνό εργατικό δυναμικό αλλά και για σεξουαλικές υπηρεσίες.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ως trafficking ορίζεται η στρατολόγηση, η μεταφορά, η απόκρυψη ή η αποδοχή ανθρώπων με τη χρήση βίας, απειλών, απάτης ή με την εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης τους, με τελικό σκοπό την εκμετάλλευση. Αυτή η εκμετάλλευση μπορεί να πάρει τη μορφή της εξαναγκαστικής πορνείας, της αναγκαστικής εργασίας, της επαιτείας, της σύγχρονης δουλείας ή ακόμη και της αφαίρεσης οργάνων.

Στην Ελλάδα, το Κέντρο Διοτίμα αναδεικνύει την έντονη έμφυλη διάσταση του προβλήματος, εστιάζοντας στην εμπορία γυναικών στη βιομηχανία του σεξ και στην παράνομη εργασία στον τομέα της οικιακής φροντίδας. Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην καταπολέμηση του εγκλήματος παραμένει ο εξαιρετικά μικρός αριθμός επίσημων αναφορών, καθώς τα θύματα φοβούνται να μιλήσουν λόγω των ελλείψεων στο σύστημα προστασίας, του επισφαλούς καθεστώτος διαμονής τους στη χώρα και του ψυχικού βάρους που απαιτεί η δικαστική διαδικασία.

Στο άκουσμα ποιου ονόματος τρέμουν από φόβο μέχρι σήμερα οι επιζήσασες του κυκλώματος Έπσταϊν;

Στο άκουσμα ποιου ονόματος τρέμουν από φόβο μέχρι σήμερα οι επιζήσασες του κυκλώματος Έπσταϊν;

Κυριακή, 17/05/2026 - 14:14

Χρόνια μετά τον θάνατο του Τζέφρι Έπσταϊν και ενώ η Γκισλέιν Μάξγουελ εκτίει ποινή 20 ετών, επιζήσασες του κυκλώματος εξακολουθούν να φοβούνται την επιρροή της — ιδίως μπροστά στο ενδεχόμενο απονομής χάρης.

Η αποκάλυψη που ξύπνησε τον φόβο

Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Τζόσι Ένσορ των The Sunday Times, το όνομα μίας από τις γυναίκες που κακοποιήθηκαν από τον Τζέφρι Έπσταϊν εμφανίστηκε στα τέλη Ιανουαρίου μέσα στα λεγόμενα «αρχεία Έπσταϊν», χωρίς να έχει καλυφθεί.

Η ταυτότητά της εκτέθηκε δημόσια, παρά τις δεσμεύσεις του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης ότι τα ονόματα των επιζωσών θα προστατεύονταν. Η γυναίκα, την οποία η δημοσιογράφος αποκαλεί «Φραντσέσκα», είχε στο μεταξύ χτίσει μια νέα ζωή μακριά από τη δημοσιότητα.

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Η Φραντσέσκα και η πρώτη επαφή με τη Μάξγουελ

Η Φραντσέσκα είχε παντρευτεί, είχε κάνει οικογένεια και είχε προσπαθήσει να αφήσει πίσω της την κακοποίηση που υπέστη ως έφηβη. Η αποκάλυψη του ονόματός της την εξόργισε, αλλά αυτό που την τρόμαζε περισσότερο ήταν η Γκισλέιν Μάξγουελ.

Η Ένσορ γράφει ότι, στα χρόνια που ερευνά την υπόθεση Έπσταϊν και Μάξγουελ, έχει μιλήσει με δεκάδες επιζήσασες. Η Φραντσέσκα δέχθηκε τελικά να της μιλήσει έπειτα από εβδομάδες ανταλλαγής μηνυμάτων.

Της περιέγραψε πώς, τη δεκαετία του 1990, όταν ήταν μόλις 15 ετών, την προσέγγισε το ζευγάρι, όπως έκανε και με άλλα κορίτσια από ευάλωτα περιβάλλοντα: με φιλία, χρήματα, δώρα και υποσχέσεις για βοήθεια στην καριέρα τους.

«Μακάρι να ήμουν σίγουρη ότι δεν θα συμβεί κάτι κακό»

Η Φραντσέσκα είπε ότι η Μάξγουελ τής ενέπνευσε αρχικά μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Τη θυμόταν ως μια φιλική, μεσήλικη γυναίκα, με κοφτή βρετανική προφορά και ένα γιορκσάιρ τεριέ που λεγόταν Μαξ. Κάποια στιγμή, όμως, σταμάτησε να απαντά στη δημοσιογράφο.

 

«Μάλλον ακούγομαι σαν άνθρωπος που πιστεύει σε θεωρίες συνωμοσίας, αλλά αν τους ήξερες, δεν υπάρχει τίποτα που δεν θα πίστευα ότι θα μπορούσαν να κάνουν», της είπε τον Μάρτιο. Στο τελευταίο της μήνυμα πρόσθεσε: «Μακάρι να ήμουν πιο σίγουρη ότι δεν θα συμβεί κάτι κακό αν μιλήσω».

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Ο φόβος μιας πιθανής χάρης

Ο Έπσταϊν είναι νεκρός εδώ και χρόνια. Η Μάξγουελ, 64 ετών, εκτίει τον τέταρτο χρόνο της ποινής κάθειρξης 20 ετών για trafficking. Κι όμως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των The Sunday Times, πολλά θύματα εξακολουθούν να φοβούνται την επιρροή της.

Το ενδεχόμενο να της δοθεί χάρη από την κυβέρνηση Τραμπ —που επανήλθε στο προσκήνιο αφότου συμφώνησε να μιλήσει με τον Τοντ Μπλανς, τότε αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης— έχει κάνει αρκετές επιζήσασες  ακόμη πιο διστακτικές να μιλήσουν δημόσια.

Η σκιά της Μάξγουελ πάνω από τα θύματα

Η κακοποίηση που αποδίδεται στη Μάξγουελ έχει περιγραφεί σε αγωγές και στη δίκη της το 2021. Εκεί, το δικαστήριο άκουσε πώς η πρώην Βρετανίδα κοσμική χρησιμοποίησε δύναμη, χρήματα και διασυνδέσεις για να «σιωπήσει και να ελέγξει» τα θύματα.

 

Μία από τις γυναίκες είπε χαρακτηριστικά ότι, σε μια ευάλωτη περίοδο της ζωής της, η Γκισλέιν είχε γίνει «τα πάντα» για εκείνη: φίλη, μητέρα, αδελφή, μέντορας.

«Ο πόνος της προδοσίας από την Γκισλέιν είναι κάτι που ακόμη δεν μπορώ να χωρέσω στο μυαλό μου», ανέφερε.

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ

Οι φόβοι για βίζες, εξουσία και επιρροή

Η Φραντσέσκα, που δεν κατάγεται από τις ΗΠΑ, φοβόταν ότι η Μάξγουελ θα μπορούσε ακόμη και να επηρεάσει το δικαίωμά της να παραμείνει στη χώρα. Πίστευε ότι η πρώην συνεργός του Έπσταϊν εξακολουθούσε να έχει επιρροή σε μέσα ενημέρωσης και ισχυρούς ανθρώπους. Έφτασε μάλιστα να αναρωτιέται αν βρίσκεται πράγματι στη φυλακή.

Η δημοσιογράφος Τζούλι Κ. Μπράουν της Miami Herald, της οποίας η έρευνα για τον Έπσταϊν οδήγησε τις ομοσπονδιακές αρχές να ξανανοίξουν την ποινική υπόθεση, έχει αφήσει να εννοηθεί —χωρίς αποδείξεις— ότι η Μάξγουελ και άνθρωποί της μπορεί να βρίσκονται πίσω από πρόσφατες διαρροές email ανάμεσα στον Έπσταϊν και τον Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, ο οποίος αρνείται οποιαδήποτε παράνομη πράξη.

Τα email, ο Τραμπ και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν τεκμηριωθεί

Η Μπράουν έγραψε στην πλατφόρμα Substack ότι η Μάξγουελ μπορεί να ήθελε, μέσω των εγγράφων, να στείλει μήνυμα για το τι διακυβεύεται αν παραμείνει στη φυλακή. Η θεωρία αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί, αλλά υποστηρίζει ότι η Μάξγουελ θα μπορούσε να διαθέτει παρόμοιο υλικό για ισχυρά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει τον Φεβρουάριο ότι δεν έχει «τίποτα να κρύψει», ότι έχει «απαλλαγεί» και ότι δεν έχει «καμία σχέση με τον Τζέφρι Έπσταϊν». Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχει χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς σε βάρος του Τραμπ «αναληθείς και εντυπωσιοθηρικούς».

Τζέφρι Έπσταϊν, Ντόναλντ Τραμπ

Τζέφρι Έπσταϊν, Ντόναλντ Τραμπ

Γιατί τόσες λίγες επιζήσασες μιλούν δημόσια

Από περισσότερες από χίλιες ταυτοποιημένες επιζήσασες του Έπσταϊν, μόλις περίπου δώδεκα έχουν μιλήσει δημόσια. Πολλές, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, φοβούνται ακόμη ζωντανούς συνεργάτες και συνενόχους του.

Ένας δικηγόρος που εκπροσωπεί αρκετές επιζήσασες είπε στην Ένσορ ότι γυναίκες είχαν ζητήσει νομική συμβουλή, αλλά τελικά έκαναν πίσω όταν κυκλοφόρησαν αναφορές ότι η Μάξγουελ μπορεί να λάβει επιείκεια.

Η μεταφορά της Μάξγουελ στο Τέξας

Το περασμένο καλοκαίρι, η Μάξγουελ συμφώνησε να δώσει συνέντευξη/κατάθεση στον Τοντ Μπλανς, τότε αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Μία εβδομάδα αργότερα, μεταφέρθηκε από φυλακή της Φλόριντα σε σωφρονιστικό ίδρυμα ελάχιστης ασφαλείας στο Τέξας — μια ασυνήθιστη κίνηση για καταδικασμένη σεξουαλική παραβάτιδα με περισσότερα από δέκα χρόνια ποινής να απομένουν.

Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έδωσε εξηγήσεις, γεγονός που ενίσχυσε τους φόβους των θυμάτων ότι μπορεί να προετοιμάζεται κάποια συμφωνία για την απελευθέρωσή της.

«Δεν πρέπει ποτέ να λάβει χάρη»

Ο Ντέιβιντ Όσκαρ Μάρκους, δικηγόρος της Μάξγουελ, δήλωσε στο Politico ότι θεωρεί πως υπάρχει «πιθανότητα» η πελάτισσά του να λάβει τελικά προεδρική χάρη. Η σχετική εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο.

Στα τέλη Απριλίου, Ρεπουμπλικανοί στην Επιτροπή Εποπτείας και Μεταρρύθμισης της Βουλής δήλωσαν ότι έχουν «διχασμένες» απόψεις για το αν ο πρόεδρος θα πρέπει να δώσει χάρη στη Μάξγουελ, ώστε εκείνη να συνεργαστεί με την έρευνα για τον Έπσταϊν.

Αντίθετα, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρθι ήταν κατηγορηματικός: «Η Γκισλέιν Μάξγουελ δεν πρέπει ποτέ να λάβει χάρη ή επιείκεια», είπε σε ακρόαση της επιτροπής. «Δεν έχει δείξει καμία μεταμέλεια και δεν έχει αναλάβει καμία ευθύνη για τον ρόλο της στο δίκτυο κακοποίησης του Έπσταϊν».

Ντόναλντ Τραμπ με γυναίκες, Φωτογραφία που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν

Ντόναλντ Τραμπ με γυναίκες, Φωτογραφία που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν

«Η Γκισλέιν ήταν πιο τρομακτική»

Η Φραντσέσκα, που κατάγεται από την Ανατολική Ευρώπη, υποστήριξε ότι ο Έπσταϊν μπορούσε να κανονίζει βίζες για την ίδια και τους γονείς της, οι οποίοι πλέον ζουν στις ΗΠΑ. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που φοβόταν να μιλήσει: ανησυχούσε ότι η δημόσια τοποθέτησή της θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην απέλασή τους.

Όπως είπε στη δημοσιογράφο, η Μάξγουελ κάποτε τη ρώτησε τι πίστευε ότι έκανε ο Έπσταϊν και στη συνέχεια της είπε ότι «παίρνει πολύ σημαντικές αποφάσεις για τον κόσμο μαζί με πολύ σημαντικούς ανθρώπους». Για τη Φραντσέσκα, αυτό ήταν ένας τρόπος να της καταστήσουν σαφές ότι εκείνοι είχαν δύναμη πάνω στη ζωή της.

«Ο Τζέφρι ήταν κακός, ένας ψυχοπαθής χωρίς ενσυναίσθηση», είπε. «Η Γκισλέιν όμως μπορούσε να καταλαβαίνει τα συναισθήματα των ανθρώπων, να βλέπει τον πόνο τους. Αυτό, στο μυαλό μου, την έκανε πολύ χειρότερη και πολύ πιο τρομακτική».

Οι πιέσεις από το FBI και ο φόβος της κατάθεσης

Μετά τον θάνατο του Έπσταϊν, η Φραντσέσκα είπε ότι η αστυνομία της Νέας Υόρκης και το FBI την πίεζαν να καταθέσει. Δεν το έκανε ποτέ, γιατί —όπως είπε— δεν ήθελε η Μάξγουελ να δει το πρόσωπό της όσο ήταν ακόμη ζωντανή.

Σε μήνυμα προς την Ένσορ, έγραψε ότι πιστεύει πως η Γκισλέιν «θα βγει έξω», αν βρίσκεται πράγματι μέσα, προσθέτοντας ότι πλέον δεν εμπιστεύεται τίποτα γύρω από την υπόθεση του Έπσταϊν και της Μάξγουελ, γνωρίζοντας «πόση δύναμη είχαν πάνω σε ανθρώπους και καταστάσεις».

Οι απειλές που κατήγγειλε η Μαρία Φάρμερ

Η Μαρία Φάρμερ, θύμα του Έπσταϊν και της Μάξγουελ και μία από τις πρώτες γυναίκες που κατήγγειλαν την κακοποίηση στο FBI το 1996, είπε στην ακρόαση της Τρίτης ότι είχε δεχθεί απειλές από τη Μάξγουελ, η οποία, όπως υποστήριξε, «απείλησε προσωπικά να τη σκοτώσει».

Οι «φάκελοι καταστροφής»

Μια άλλη γυναίκα, που εργάστηκε για τον Έπσταϊν και τη Μάξγουελ για περισσότερα από δέκα χρόνια, είχε πει στους Times ότι είχε σκεφτεί να μιλήσει δημόσια, αλλά φοβήθηκε. Όπως ισχυρίστηκε, η Μάξγουελ την είχε προειδοποιήσει από τη δεκαετία του 1990 ότι εκείνη και ο Έπσταϊν διατηρούσαν «πληροφορίες» για συνεργάτες και υπαλλήλους.

«Η Γκισλέιν είχε “φακέλους καταστροφής” για όλους όσοι πήγαιναν στα σπίτια και στο νησί», είπε η γυναίκα. «Αν κάποιος έκανε κάτι που δεν έπρεπε, έλεγε ότι θα τους χρησιμοποιούσε εναντίον του. Έλεγε ότι συγκέντρωνε τα πάντα, και πραγματικά πιστεύω ότι το έκανε».

Οι θάνατοι γύρω από την υπόθεση Έπσταϊν

Η γυναίκα είχε κανονίσει να συναντήσει τη δημοσιογράφο σε καφέ, αλλά δεν εμφανίστηκε ποτέ. Αργότερα της είπε υπαινικτικά ότι «πάρα πολλοί άνθρωποι είχαν ήδη πεθάνει», αναφερόμενη στους θανάτους και τις αυτοκτονίες γύρω από τον Έπσταϊν: τον ίδιο τον Έπσταϊν, τον Γάλλο κυνηγό μοντέλων Ζαν-Λικ Μπρουνέλ, τη Βιρτζίνια Τζουφρέ και την κυβερνητική μάρτυρα Κάρολιν Αντριάνο, η οποία πέθανε στα 36 της από πιθανή τυχαία υπερβολική δόση ναρκωτικών.

«Ένας από τους χειρότερους εφιάλτες μου»

Η Βρετανίδα επιζώσα Ανούσκα Ντε Τζορτζίου, που κατέθεσε ως ανώνυμη «Τζέιν Ντο» στη δίκη της Μάξγουελ μαζί με την Αντριάνο, μίλησε δημόσια μόνο μετά την καταδίκη της Μάξγουελ το 2022.

«Η Γκισλέιν Μάξγουελ ήταν παρούσα σε κάποιες από τις κακοποιήσεις που υπέστην από τον Τζέφρι Έπσταϊν», είπε. «Το ενδεχόμενο που ακούγεται, ότι μπορεί να της δοθεί χάρη, είναι ένας από τους χειρότερους εφιάλτες μου».

Ανακρίνονται ως ύποπτες τρεις γυναίκες για το α λα Έπστιν δίκτυο του Αλ Φαγέντ στη Βρετανία

Ανακρίνονται ως ύποπτες τρεις γυναίκες για το α λα Έπστιν δίκτυο του Αλ Φαγέντ στη Βρετανία

Σάββατο, 07/03/2026 - 12:53

Τρεις γυναίκες ανακρίθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας για τον πρώην ιδιοκτήτη του πολυκαταστήματος Harrods Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ, ως ύποπτες κυρίως για συνέργεια σε βιασμό και εμπορία ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή τους, ανακοίνωσε η βρετανική αστυνομία.

Οι γυναίκες αυτές έδωσαν κατάθεση από τις 25 Φεβρουαρίου μέχρι τις 5 Μαρτίου. Δεν έχουν συλληφθεί και η έρευνα συνεχίζεται, διευκρίνισε η αστυνομία στην ανακοίνωσή της.

Είναι η πρώτη φορά που η αστυνομία του Λονδίνου ανακρίνει υπόπτους στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, μιας από «τις μεγαλύτερες και πολυπλοκότερες» που έχει αναλάβει ποτέ.

Συνολικά, 154 θύματα έχουν καταθέσει στις αρχές και κατηγορούν τον Αιγύπτιο Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ για σεξουαλική επίθεση, βιασμό, σεξουαλική εκμετάλλευση και εμπορία ανθρώπων. Ο Αλ Φαγέντ, που εκτός από το Harrods ήταν ιδιοκτήτης και του πολυτελούς ξενοδοχείου Ritz στο Παρίσι, πέθανε το 2023, σε ηλικία 96 ετών, χωρίς να ερωτηθεί ποτέ από την αστυνομία, παρά τις πολλές καταγγελίες σε βάρος του. Τα περισσότερα θύματα ήταν νεαρές πωλήτριες ή βοηθοί στο Harrods.

Η υπόθεση άνοιξε και πάλι μετά τη μετάδοση μιας έρευνας του BBC, τον Σεπτέμβριο του 2024.

Οι καταγγελίες αφορούν συμβάντα από το 1977 μέχρι το 2014.

Οι τρεις γυναίκες που κατέθεσαν είναι ηλικίας 40-60 ετών, ανέφερε η αστυνομία, χωρίς άλλες διευκρινίσεις.

«Μολονότι ο Αλ Φαγέντ δεν είναι πια στη ζωή για να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη, είμαστε αποφασισμένοι να οδηγήσουμε στη δικαιοσύνη κάθε πρόσωπο που πιστεύεται ότι έπαιξε κάποιον ρόλο στα αδικήματά του», είπε η Άντζελα Κραγκς, η επικεφαλής της Μητροπολιτικής Αστυνομίας.

Η γαλλική δικαιοσύνη ερευνά επίσης από το περασμένο καλοκαίρι ένα μεγάλο δίκτυο εμπορίας γυναικών που φέρεται να είχε συγκροτήσει ο Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ. Πολλές γυναίκες έχουν δώσει καταθέσεις στο Παρίσι και μία από αυτές, η Κριστίνα Σβένσον, εργαζόμενη ως βοηθός του Αλ Φαγέντ στο Ritz, είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «την κακοποιούσε κάθε φορά που την έβλεπε».

La Luz del Mundo: Σκάνδαλο για την εκκλησία με τους 5 εκατ. πιστούς - Βιασμοί παιδιών και trafficking

La Luz del Mundo: Σκάνδαλο για την εκκλησία με τους 5 εκατ. πιστούς - Βιασμοί παιδιών και trafficking

Δευτέρα, 29/09/2025 - 17:14

Η εκκλησία La Luz del Mundo, με ιστορία σχεδόν 100 χρόνων, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός τεράστιου σκανδάλου βιασμών, κακοποιήσεων και trafficking που σοκάρει Μεξικό, ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο.

Η χριστιανική εκκλησία ιδρύθηκε στη Γουαδαλαχάρα από τον Εουσέμπιο «Ααρόν» Χοακίν Γκονζάλες. Τη διαδοχή του ανέλαβε ο γιος του, Σαμουέλ Χοακίν Φλόρες, και στη συνέχεια, το 2014, ο εγγονός του, Ναασόν Χοακίν Γκαρσία. Σήμερα η La Luz del Mundo υποστηρίζει ότι δραστηριοποιείται σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ, σε περίπου 50 χώρες και αριθμεί 5 εκατομμύρια πιστούς.

Ωστόσο, σύμφωνα με νέες δικαστικές καταθέσεις στη Νέα Υόρκη, η δυναστεία των Χοακίν δεν κληροδότησε μόνο την ηγεσία της εκκλησίας, αλλά και μια «αρρωστημένη παράδοση» συστηματικής κακοποίησης.

Ο Ναασόν, μαζί με άλλα πέντε άτομα –μεταξύ αυτών και η μητέρα του, Εύα Γκαρσία ντε Χοακίν– κατηγορούνται για συμμετοχή σε εκτεταμένο κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων και σεξουαλικής κακοποίησης. Οι εισαγγελείς μιλούν για δεκαετίες συστηματικής εκμετάλλευσης παιδιών και γυναικών, ακόμη και για παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας. Η Εύα, σύζυγος του Σαμουέλ και μητέρα του Ναασόν, φέρεται να συμμετείχε ενεργά: σύμφωνα με το κατηγορητήριο, «προετοίμαζε» κορίτσια για κακοποίηση, ενώ η ίδια κακοποιούσε ανήλικες και νέες γυναίκες.

«Θεϊκή εντολή» για κακοποίηση

Οι τρεις γενιές ηγετών φέρονται να παραπλανούσαν ανήλικες και γυναίκες λέγοντάς τους ότι θα λάμβαναν μια «ειδική θεϊκή ευλογία» αν τους υπηρετούσαν, κάτι που περιλάμβανε και σεξουαλικές πράξεις. Η θεολογία της εκκλησίας, που έδινε στον ηγέτη τον τίτλο του «Αποστόλου», ενίσχυε αυτή την κουλτούρα: οι πιστοί διδάσκονταν ότι μόνο ακολουθώντας τον «Απόστολο» θα έβρισκαν σωτηρία, ενώ η αμφισβήτησή του θεωρούνταν αμαρτία που οδηγούσε στην αιώνια καταδίκη.

Τα χρήματα των πιστών, οι λεγόμενες «προσφορές αγάπης», φέρονται να χρηματοδότησαν όχι μόνο την κακοποίηση, αλλά και μια προκλητική πολυτελή ζωή. Σπίτια χτισμένα με δωρεάν εργασία πιστών, πολυτελή αυτοκίνητα, ρολόγια, ταξίδια πρώτης θέσης και ένα «σπίτι-Βερσάτσε» με επίχρυση διακόσμηση, όπως το χαρακτήριζαν τα μέλη.

Σε έρευνες που έγιναν τον Σεπτέμβριο στα σπίτια του Ναασόν και της Εύας βρέθηκαν πάνω από 1 εκατ. δολάρια μετρητά, χρυσά νομίσματα και κοσμήματα. Στο σπίτι της Εύας εντοπίστηκε μάλιστα κρυφή πόρτα κάτω από κρεβάτι, που οδηγούσε σε υπόγειο χρηματοκιβώτιο με άλλα 220.000 δολάρια.

Ο Ναασόν, που ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης στην Καλιφόρνια για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη για να αντιμετωπίσει τις νέες κατηγορίες. Δήλωσε αθώος, ενώ οι συνήγοροι υπεράσπισης αρνούνται τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για «τερατώδη παραποίηση της πραγματικότητας». Αν καταδικαστούν, τόσο ο Ναασόν όσο και η Εύα αντιμετωπίζουν ποινές που φτάνουν έως και ισόβια κάθειρξη.

Με πληροφορίες από Guardian