Σημαντικές εξελίξεις στην υπόθεση με τις υποκλοπές καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει νέα δεδομένα σχετικά με την ενημέρωση από την ΕΥΠ για τους λόγους που είχε θέσει σε παρακολούθηση τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη, ο οποίος ήταν και στόχος του κακόβουλου λογισμικού Predator.
Το ΣτΕ υποχρεώνει την ΕΥΠ να προσκομίσει τον πλήρη φάκελο για την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, δίνοντας προθεσμία τριών μηνών.
Σε περίπτωση που ο σχετικός φάκελος έχει καταστραφεί, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ζητεί να ενημερωθεί επισήμως για ποιο λόγο και με ποια διάταξη καταστράφηκε και να διαπιστωθεί αν μπορεί να γίνει ανασύστασή του προκειμένου να διαβιβαστεί στα χέρια του. Εν αναμονή των στοιχείων αυτών το ΣτΕ ανέβαλε την έκδοση απόφασης.
Η ανακοίνωση
Στις 14.11.2025 συζητήθηκε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγήτρια: Μ. Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλος) αίτηση ακυρώσεως του Α.Κ. κατά πράξης του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με την οποία γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα ότι το αίτημά του περί παροχής πληροφοριών σχετικά με τους λόγους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και κοινοποίησης του υπηρεσιακού του φακέλου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί διότι η Ε.Υ.Π. δεν έθεσε υπόψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον σχετικό φάκελο. Η αίτηση ακυρώσεως στρέφεται και κατά της άρνησης της Ε.Υ.Π. να θέσει στη διάθεση της Α.Δ.Α.Ε. τον φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος.
Η Ολομέλεια συνήλθε σε διάσκεψη στις 2.3.2026 και αποφάσισε να διατάξει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, κατά τρόπο που η ίδια κρίνει συμβατό με τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων, σε περίπτωση δε που προβληθεί ότι ο υπηρεσιακός φάκελος και τα στοιχεία αυτά έχουν καταστραφεί, να γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο βάσει ποιας διάταξης κατεστράφησαν και να χωρήσει ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο.
Ενόψει των ανωτέρω, η Ολομέλεια αναβάλλει την οριστική κρίση επί της υποθέσεως και διατάσσει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει τα ως άνω στοιχεία στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης που θα εκδοθεί.
Η δικαστική απόφαση για το σκάνδαλο των υποκλοπώναποτελεί πλέον το «τέλος της αρχής» για μια υπόθεση που συγκλόνισε το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Με μια απόφαση-σταθμό, το δικαστήριο επέβαλε βαριές ποινές στους τέσσερις πρωταγωνιστές, διατάσσοντας παράλληλα τη διεύρυνση της έρευνας για αδικήματα που αγγίζουν ακόμα και το κακούργημα της κατασκοπείας.
Ποινές 126 ετών και «ανοιχτοί λογαριασμοί» με τη δικαιοσύνη
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα για ολική έκτιση της ποινής, επιβάλλοντας συνολικά 126χρόνια και 8 μήνες φυλάκιση σε καθέναν από τους τέσσερις κατηγορούμενους: τους Τάλ Ντίλιαν, Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο και Σάρα Χάμου. Παρότι δόθηκε αναστολή μέχρι την έφεση, η απόφαση συνοδεύεται από τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών και άλλων προσώπων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εντολή να ερευνηθεί η εμπλοκή ξένων δυνάμεων (Ισραηλινών υπηκόων) και το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας, καθώς και η συνέχιση της λειτουργίας της Intellexa στη χώρα κατά την περίοδο 2023-2024.
Ανδρουλάκης: «Ήττα του παρακράτους που οργάνωσε το Μαξίμου»
«Η σημερινή απόφαση αποτελεί μια ακόμη δικαίωση στον αγώνα που δίνω εδώ και τέσσερα χρόνια», δήλωσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, κάνοντας λόγο για «μεγάλη ήττα του παρακράτους που οργάνωσε το σύστημα Μαξίμου και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης». Ο κ. Ανδρουλάκης άφησε σαφείς αιχμές κατά της ηγεσίας της δικαιοσύνης που αρχειοθέτησε πτυχές της υπόθεσης, ενώ προανήγγειλε έκτακτη συνέντευξη Τύπου σήμερα στις 15:00.
Από την πλευρά του, ο συνήγορος του προέδρου του ΠΑΣΟΚ τόνισε πως η υπόθεση θα φτάσει μέχρι το τέλος, τόσο στα ελληνικά όσο και στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, χαρακτηρίζοντας τη μέρα ως «το τέλος της αρχής».
Με μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατονόμασε τους «πραγματικούς υπαίτιους» που, όπως υποστήριξε, έλειπαν από το κατηγορητήριο.
«Δύο τη γλίτωσαν γιατί απουσίαζαν: Ο ηθικός και ο εκτελεστικός αυτουργός. Ο ένας λέγεται Κυριάκος Μητσοτάκης και ο άλλος Γρηγόρης Δημητριάδης», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι μετά τη σημερινή εξέλιξη δύσκολα θα αποφύγουν να λογοδοτήσουν.
Κουκάκης: «Ένα ταπεινό δικαστήριο έσωσε την τιμή της Δικαιοσύνης»
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, εκ των πρώτων θυμάτων του Predator, υπογράμμισε τη σημασία της απόφασης σε σύγκριση με τους προηγούμενους χειρισμούς του Αρείου Πάγου. «Ένα ταπεινό μονομελές πλημμελειοδικείο έκανε ουσιαστικά τη δουλειά του», σημείωσε, συμπληρώνοντας πως η δικαιοσύνη προστάτεψε τα δικαιώματα των θυμάτων κατ’ εντολή του Συντάγματος, στέλνοντας μήνυμα ότι η αυθαιρεσία δεν θα μένει ατιμώρητη.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Χρήστος Σπίρτζης, ο οποίος συνεχάρη την έδρα γιατί «σήκωσε ένα βάρος που δεν της αντιστοιχούσε», προσθέτοντας ότι «έσωσαν την τιμή της ελληνικής δικαιοσύνης, που έχει πληγώσει βαθιά η ηγεσία της».
Νέος κύκλος ερευνών: Κατασκοπεία, ψευδομαρτυρία και η «ζωντανή» Intellexa
Η σημερινή απόφαση δεν περιορίστηκε στις ποινές, αλλά άνοιξε τον δρόμο για μια νέα, ευρύτερη έρευνα, καθώς το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του εισαγγελέα για διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στην Εισαγγελία. Στο επίκεντρο μπαίνουν πρόσωπα που μέχρι σήμερα παρέμεναν στο «ημίφως», καθώς και βαρύτατα αδικήματα.
Το αδίκημα της κατασκοπείας: Το δικαστήριο ζητά να διερευνηθεί η τέλεση του αδικήματος της κατασκοπείας (άρθρο 148 ΠΚ) για τους ήδη καταδικασθέντες, αλλά και για πρόσωπα που, λόγω οργάνωσης και εκπαίδευσης, ενδέχεται να συνεργάζονταν με ξένες δυνάμεις (Ισραηλινούς). Συγκεκριμένα, η έρευνα αφορά τους: Ρότεμ Φάρκας, Μερόν Χαρπάζ, Εινάτ Σεμάνα, Σωτήρη Ντάλα, Ιωάννη Μπόλιαρη και Δημήτρη Ξυτερά.
Ψευδής κατάθεση και συγκάλυψη: Εντολή για έρευνα δόθηκε για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο για τους Αιμίλιο Κοσμίδη και Σωτήρη Ντάλα, καθώς κρίθηκε ότι έπεσαν σε αντιφάσεις. Παράλληλα, ζητήθηκε η διερεύνηση για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση των Λαβράνου και Ντάλα, σχετικά με όσα ειπώθηκαν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής.
Η Intellexa ήταν ενεργή το 2024: Μια από τις πιο σοκαριστικές πτυχές της απόφασης είναι η εντολή να ερευνηθεί η παραβίαση του άρθρου 370 ΣΤ ΠΚ (απαγόρευση διακίνησης λογισμικών παρακολούθησης). Σύμφωνα με μαρτυρίες, η Intellexa φαίνεται πως συνέχιζε τη λειτουργία της στη χώρα μας καθ' όλη τη διάρκεια του 2023 και του 2024, παρά τον σάλο και τις έρευνες.
Συνέργεια και νέες συσχετίσεις: Το δικαστήριο ζητά επίσης να ερευνηθεί η συμμετοχή του Αιμίλιου Κοσμίδη ως συνεργού, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να συσχετιστούν οι μηνύσεις των Νίκου Ανδρουλάκη και Θανάση Κουκάκη για περαιτέρω βάθος στην έρευνα.
Αφήνοντας αιχμές προς τα κυβερνητικά στελέχη και όχι μόνο αποχώρησε ο Νίκος Ανδρουλάκης από το δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η δίκη για τις παράνομες παρακολουθήσεις.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δήλωσε στις κάμερες ότι βρίσκεται εκεί για να υπερασπιστεί την τιμή της πατρίδας, επισημαίνοντας παράλληλα πως «λείπουν μερικά από τα θύματα» των παρακολουθήσεων.
Στην συνέχεια τόνισε πως η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί όπως κάθε ευρωπαϊκό κράτος, δηλαδή εύρυθμνα χωρίς να επισκιάζεται από τέτοια σκάνδαλα.
Επισήμανε πως δεν θα επιτρέψει να τους παρακρατικούς μηχανισμούς να αμαυρώνουν το κράτος δικαίου της χώρας και πως θα πάει την υπόθεση μέχρι τέλους.
Η δίκη ξεκίνησε με την κατάθεση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος περιέγραψε με λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο διαπίστωσε ότι το κινητό του τηλέφωνο είχε αποτελέσει στόχο του κακόβουλου λογισμικού Predator.
Ο κ. Ανδρουλάκης ανέφερε ότι το καλοκαίρι του 2022, ενώ βρισκόταν στη διαδικασία παραίτησής του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να διεκδικήσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, συνεργάτης του τον προέτρεψε να ελέγξει το τηλέφωνό του μέσω ειδικής υπηρεσίας του Ευρωκοινοβουλίου. «Με ενημέρωσαν ότι το κινητό είχε προσβληθεί από το λογισμικό Predator. Δέκα ημέρες αργότερα παρέλαβα τα επίσημα ευρήματα και προσέφυγα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου καταθέτοντας μήνυση», τόνισε.
Περιγράφοντας τη στιγμή που συνειδητοποίησε την απόπειρα παρακολούθησης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέφερε πως, μετά την ειδοποίηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αναζήτησε ύποπτα μηνύματα στο κινητό του. «Όταν έμαθα για τα μηνύματα αυτά, τα εντόπισα μέσα σε δεκάδες που δεχόμουν εκείνη την περίοδο λόγω της εκστρατείας μου. Ένα από τα ύποπτα μηνύματα είχε ανοιχθεί, αλλά δεν είχα πατήσει τον σύνδεσμο. Ήταν μηνύματα-δολώματα που σχετίζονταν με την υποψηφιότητά μου».
Απαντώντας στις ερωτήσεις της έδρας, ο κ. Ανδρουλάκης υπογράμμισε ότι η επίθεση δεν συνδέεται με τη θητεία του ως ευρωβουλευτή, αλλά με την πολιτική του δραστηριότητα στην Ελλάδα. «Όταν ενημερώθηκα για τις ημερομηνίες που η ΕΥΠ παρακολουθούσε το τηλέφωνό μου, διαπίστωσα ότι αυτό έγινε μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες μόλυνσης με το Predator. Η παρακολούθηση ξεκινάει τότε και τελειώνει λίγες ημέρες μετά την εκλογή μου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι αυτό ύποπτο;».
Σε έντονο ύφος, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ διερωτήθηκε μέσα στο δικαστήριο: «Ποιος υπερασπίζεται την ελληνική δημοκρατία; Εγώ είχα απόπειρα παρακολούθησης και είμαι εδώ! Αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, που είχαν το Predator, δεν είναι καν παρόντες!» — ενώ παράλληλα επέκρινε την κυβέρνηση, λέγοντας ότι ο πρωθυπουργός «αρνείται να εφαρμόσει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας» και πως «γι' αυτό έχουμε προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Ο κ. Ανδρουλάκης υποστήριξε ότι η αποτυχημένη παγίδευση του τηλεφώνου του με το λογισμικό Predator οδήγησε στην απόφαση για τη συμβατική παρακολούθησή του από την ΕΥΠ. «Όπως μου εξήγησαν, το Predator χρησιμοποιείται όταν θέλουν να αντλήσουν περισσότερα δεδομένα από μια κλασική παρακολούθηση. Επειδή δεν πέτυχε η εγκατάσταση, στράφηκαν στην ΕΥΠ για να συλλέξουν ό,τι μπορούσαν».
Παράλληλα, έκανε λόγο για «καλά οργανωμένο παράκεντρο εξουσίας» που δρούσε στη χώρα, σημειώνοντας ότι «οι κατηγορούμενοι πουλούσαν υπηρεσίες σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα».
Απαντώντας σε ερωτήσεις για τα πιθανά κίνητρα πίσω από την παρακολούθηση, είπε: «Θα μπορούσε να είναι είτε για εκβιασμό είτε για να γνωρίζουν τη στρατηγική του κόμματος. Όταν αποκτούν πρόσβαση σε ένα κινητό, αποκτούν πρόσβαση σε όλα. Εκείνη την περίοδο συνομιλούσα με πρώην πρωθυπουργούς, όπως τον κ. Σημίτη και τον κ. Παπανδρέου. Μέσω εμού, ουσιαστικά παρακολουθούσαν και εκείνους».
Όσον αφορά τους κατηγορουμένους, ο κ. Ανδρουλάκης ανέφερε ότι δεν τους γνωρίζει προσωπικά, αλλά εκτίμησε πως «είχαν σίγουρα οικονομικό όφελος» από τη δραστηριότητά τους.
Η δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών μέσω του λογισμικού Predator διακόπηκε ξανά, αυτή τη φορά λόγω αιτήματος της υπεράσπισης ενός από τους αλλοδαπούς κατηγορούμενους, που ζήτησε να λάβει γνώση εγγράφων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Η καθυστέρηση αυτή πυροδότησε αντιδράσεις, με τον συνήγορο υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρία Κεσσέ, να τονίζει την απουσία κρίσιμων πολιτικών προσώπων από τη διαδικασία και την αδικαιολόγητη δίκη σοβαρών κακουργημάτων σε Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Παράλληλα, οι πολιτικοί θύματα των υποκλοπών, όπως οι Νίκος Ανδρουλάκης και Χρήστος Σπίρτζης, εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για τις καθυστερήσεις και τα «τερτίπια» των κατηγορουμένων.
Για τις 22 Οκτωβρίου διακόπηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο η δίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων, εκπροσώπων εμπλεκομένων εταιρειών στο σκάνδαλο των υποκλοπών μέσω του κακόβουλου λογισμικού Predator.
Οι κατηγορούμενοι, δύο Έλληνες και ένα ζευγάρι αλλοδαπών, αντιμετωπίζουν κατηγορία για παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών. Σύμφωνα με την κατηγορία, οι πράξεις τελέστηκαν την περίοδο 2020-2021 και για όλους τους κατηγορούμενους εφαρμόζεται ο νόμος του 2019, που ορίζει ότι το αδίκημα συνιστά πλημμέλημα.
Η δίκη είχε αναβληθεί τον περασμένο Μάιο μετά από αίτημα των δύο αλλοδαπών κατηγορουμένων, προκειμένου να μεταφραστούν έγγραφα της δικογραφίας στην αγγλική γλώσσα. Κατά τη σημερινή διαδικασία, η υπεράσπιση ενός από τους αλλοδαπούς κατηγορούμενους υπέβαλε αίτημα προκειμένου να λάβει γνώση εγγράφων από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τα οποία, όπως ανέφερε, δεν είχαν συμπεριληφθεί στη δικογραφία λόγω έλλειψης των σχετικών κωδικών. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου απάντησε ότι οι κωδικοί υπάρχουν και θα χορηγηθούν στην υπεράσπιση, διακόπτοντας τη διαδικασία ώστε να ενημερωθεί πλήρως η υπεράσπιση.
Μετά τη διακοπή της δίκης, ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρίας Κεσσές, τόνισε ότι αυτή η υπόθεση «στοιχειώνεται από δύο πράγματα». Όπως ανέφερε, το πρώτο είναι η απουσία από τη διαδικασία του υπουργικού συμβουλίου, των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων και των πολιτικών προσώπων που ήταν θύματα της παρακολούθησης, ενώ το δεύτερο είναι ότι «σοβαρά κακουργήματα δικάζονται από Μονομελές Πλημμελειοδικείο που δικάζει και υποθέσεις ρευματοκλοπής».
Στην υπόθεση έχουν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας πολιτικά και άλλα πρόσωπα, όπως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, οι οποίοι είναι θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Ο Χρήστος Σπίρτζης, μετά τη διακοπή της δίκης, δήλωσε πως ενώ δεν ικανοποιούνται αιτήματα για την τραγωδία των Τεμπών, «ικανοποιούνται κάποια τερτίπια κατηγορουμένων στις υποκλοπές».
Εκτειθέμενος από την αρχειοθέτηση των μηνύσεων του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη και του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη κατά του προσώπου – κλειδί στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, Αιμίλου Κοσμίδη (είχε αποκαλυφθεί από το InsideStory), από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, βγαίνει ο υπουργός Επικρατείας Μάκης Βορίδης, όπως αποκαλύπτει σε εκτενές δημοσίευμά της η Εφημερίδα των Συντακτών.
Η κάρτα του Κοσμίδη χρησιμοποιήθηκε για να σταλούν δεκάδες μηνύματα επιμόλυνσης με το λογισμικό Predator τον Σεπτέμβριο του 2021 σε πολιτικούς όπως ο Σαμαράς, ο Γεωργιάδης, ο Γεραπετρίτης και φυσικά στους Ανδρουλάκη – Κουκάκη. Δικηγόρος του Κοσμίδη είναι ο Γιάννης Ζωγράφος, πρώην στενός συνεργάτης του κ. Βορίδη όταν διατελούσε υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Από την άλλη και ο κ. Βορίδης είναι επιβεβαιωμένο θύμα υποκλοπών. Τον Ιούλιο του 2024 ανέλαβε στη Βουλή να υπερασπιστεί το πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, που χαρακτήρισε “πλημμέλημα” τις υποκλοπές και αρχειοθέτησε την υπόθεση ως προς τις ευθύνες της ΕΥΠ, στέλνοντας στο ακροατήριο του Γ. Λαβράνο και Φέλιξ Μπίτζιο.
Ο κ. Βορίδης δεν κατέθεσε έγκληση ώστε ο Άρειος Πάγος να αξιολογήσει το εάν έχουν συντελεστεί δύο κακουργήματα, κοινώς κατασκοπία και πρόκληση κινδύνου για το δημοκρατικό πολίτευμα ή την εθνική ασφάλεια για το απόρρητο των επικοινωνιών. Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απάντησε πως δεν προέκυψαν στοιχεία για θεμελίωση των παραπάνω αδικημάτων, αποσιωπώντας – όπως αναφέρει η ΕφΣυν – ότι δεν έκανε καμία έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση και πως δεν κάλεσε κανένα από το 116 πιστοποιημένα θύματα του Predator που υπηρετούσαν σε κρατικούς φορείς. Η απόφαση του αντεισαγγελέα κ. Ζήση αρχειοθέτησε τις μηνύσεις των Κουκάκη – Ανδρουλάκη κατά του Κοσμίδη, με το σκεπτικό πως κάποιος τρίτος με “δικό του PIN”, το οποίο δεν είχε δοθεί από την τράπεζα, χρησιμοποίησε την κάρτα εν αγνοία του. Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύσθηκε από την Εθνική Τράπεζα με απάντησή της προς την ΕφΣυν, ωστόσο η απάντηση δεν ήταν αρκετή για να βγουν οι μηνύσεις από το αρχείο.
Από την άλλη ο Γιάννης Ζωγράφος, δικηγόρος του Κοσμίδη, ανταπάντησε με δικές του μηνύσεις προς τα θύματα των υποκλοπών.
Ποιος είναι ο Ζωγράφος
O κ. Ζωγράφος εκτός από στενός συνεργάτης του κ. Βορίδη είναι γνωστό στέλεχος του ακροδεξιού χώρου έχοντας διατελέσει “επιστημονικός συνεργάτης” στη Βουλή για τη ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Παράλληλα, μετείχε στη δίκη της Χ.Α. ως δικηγόρος μελών της και σήμερα εκπροσωπεί τον βουλευτή των Σπαρτιατών Αλέξανδρο Ζερβέα, ο οποίος ήταν και στέλεχος του ακροδεξιού κόμματος “Έλληνες” που “κόπηκε” από τον Άρειο Πάγο. Ο κ. Ανδρουλάκης τον έχει χαρακτηρίσει “ακραιφνή χρυσαυγίτη”. Ο ίδιος απαντά πως δεν μπορεί να κριθεί επειδή ασκεί τα καθήκοντά του. Από την άλλη αποκρύπτει τη σχέση του με τον Βορίδη, όπως αναφέρει η ΕφΣυν. Ακόμη, ο ίδιος υπερασπίστηκε το πρόσωπο η κάρτα του οποίου πλήρωσε τα SMS επιμόλυνσης με το λογισμικό παρακολούθησης. Ο Ζωγράφος όχι μόνο ήταν δικηγόρος του Λαγού, μαζί με τον Κώστα Πλεύρη, αλλά πρωτοστάτησε το 2019 στη δημιουργία της Εθνικής Λαϊκής Συνείδησης, του ακροδεξιού κόμματος που ίδρυσε ο Λαγός.
Όπως εύστοχα τονίζει η ΕφΣυν, το ότι πρώην μετακλητός του Βορίδη στο υπουργείο το 2011, εμφανίζεται ως ηγετικό στέλεχος κόμματος της ακροδεξιάς και την ίδια στιγμή διατελεί δικηγόρος προσώπου εμπλεκόμενου στις υποκλοπές – των οποίων θύμα είναι και ο ίδιος ο Βορίδης – είναι κάτι πρωτοφανές.
Η απάντηση Βορίδη
Ο κ. Βορίδης απάντησε στην ΕφΣυν “πού τον θυμηθήκατε αυτόν; Με τον κ. Ζωγράφο έχουμε “χωρίσει” και δεν έχουμε ξαναμιλήσει από τότε, γιατί δεν “χωρίσαμε” καλά, από το 2012. Έχουν περάσει 13 χρόνια, δεν του έχω πει καλημέρα. Δεν έχω την παραμικρή επαφή. Μετά αυτός μου την “έπεφτε” σε διάφορες στιγμές, με έχει κατηγορήσει για προδότη. Δεν υπάρχει καμία σύνδεση με μένα. Έκανε τις δικές του επιλογές”.
Η ΕφΣυν σημειώνει πάντως πως ο κ. Βορίδης δεν είχε υποβάλει έγκληση διότι τα εξεταζόμενα εγκλήματα ήταν αυτεπαγγέλτως διωκόμενα. Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου τον “άδειασε” λέγοντας πως θα είχε εξετάσει τα κακουργήματα αυτά εάν πολιτικοί όπως ο κ. Βορίδης είχαν υποβάλλει εγκλήσεις.
Για τα παραπάνω ο κ. Βορίδης απάντησε στην ΕφΣυν πως: “Να έκανα έγκληση και να πήγαινα στον ανακριτή ενώ δεν έχω να πω τίποτα; Είναι δικονομικό το θέμα, αν η ανάκριση είχε εντοπίσει κάτι ενδιαφέρον δεν θα είχε κάνει παραπομπή; Δεν διαφοροποιείται η ποινική αξιολόγηση ανάλογα με το υποκείμενο της παρακολούθησης. Δεν προκύπτει ότι αν είχαμε υποβάλλει εγκλήσεις, ο κ. Ζήσης θα εξέταζε και πιθανά κακουργήματα. Το ήξερε ο εισαγγελέας ότι παρακολουθούνται και υπουργοί”. Πρόσθεσε πως δεν ξέρει προσωπικά τα φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται. Δεν ξέρω ποιος έστειλε τα μηνύματα, ό,τι μου πει το δικαστήριο θα το ακούσω”.
Στην απορία της ΕφΣυν ότι ο ένας είναι κουμπάρος του Πλεύρη και του Παναγιωτόπουλου (Γιάννης Λαβράνος), απάντησε πως “δεν τον γνωρίζω”.
Νέα στοιχεία για το σκάνδαλο των υποκλοπών που αποκαλύπτει σήμερα νεότερο ρεπορτάζ του inside Story αναφέρουν ότι ο επιχειρηματίας Σταύρος Κομνόπουλος και ο ανιψιός του Παναγιώτης Ταμβακίδης συνεργάστηκαν με το δίκτυο της Intellexa και είχαν οικονομικές συναλλαγές με τις εταιρείες που συνδέονται με το Predator.
Αν και ο ρόλος των Κομνόπουλου και Ταμβακίδη είχε υποδειχθεί από μάρτυρες στη διάρκεια της προανάκρισης ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχιλλέας Ζήσης που διεξήγαγε την έρευνα δεν τους συμπεριέλαβε στο κατηγορητήριο.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ελίζας Τριανταφύλλου στο Inside Story η εταιρεία Kestrel του Κομνόπουλου, που δραστηριοποιείται στο εμπόριο όπλων, πλήρωνε για δύο σχεδόν χρόνια το ενοίκιο της βίλας του Ισραηλινού Merom Harpaz στη Γλυφάδα. Πρόκειται για τον τεχνικό διευθυντή της Intellexa, ο οποίος στις 16/9/2024 μπήκε σε λίστα διεθνών κυρώσεων από τις ΗΠΑ για τον ρόλο του στις παράνομες υποκλοπές μέσω του Predator.
Ωστόσο, ο Merom Harpaz δεν είναι ο μοναδικός εμπλεκόμενος με το Predator για τον οποίο ο Σταύρος Κομνόπουλος κάλυπτε τα έξοδα διαμονής του στην Αθήνα. Στον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχουν κατατεθεί από το 2023 στοιχεία που τεκμηριώνουν πως η εταιρεία Kestrel του Κομνόπουλου πλήρωνε από τον Αύγουστο του 2020 και το ενοίκιο διαμερίσματος στο Παλαιό Φάληρο στο οποίο διέμενε ο Rotem Farkash, ο προγραγματιστής που δημιούργησε το Predator. Η εταιρεία Cytrox του Farkash έχει υπαχθεί και αυτή σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ, ήδη από τον Μάρτιο του 2024.
Οι νέες αποκαλύψεις του Inside Story αφήνουν έκθετο για άλλη μια φορά τον Άρειο Πάγο. Τεκμηριώνουν πως η European Investment Holdings, εταιρεία του Κομνόπουλου στο ΔΣ της οποίας μετείχε και Παναγιώτης Ταμβακίδης, έλαβε μέσα στο 2022 συνολικά τρία εμβάσματα των 25.000 ευρώ έκαστο από την εταιρεία Feroveno Ltd, που ανήκει στην κοινοπραξία της Intellexa. Τα στοιχεία για τις καταθέσεις των 75.000 ευρώ είχαν δοθεί από την Οικονομική Αστυνομία στον Άρειο Πάγο ήδη από τις αρχές του 2023, ωστόσο δεν αξιοποιήθηκαν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ η RAFNAR, η εταιρεία στην οποία μέτοχος ήταν ο Παναγιώτης Ταμβακίδης, ο ανιψιός του Κομνόπουλου, ήταν εκείνη που εγγυήθηκε για να νοικιαστεί το κτήριο της Intellexa στο Ελληνικό. Δηλαδή, η οικογένεια Κομνόπουλου μερίμνησε και για τη στέγαση των στελεχών της Intellexa και για την εγκατάσταση της εταιρείας του Predator.
Το Δεκέμβριο του 2022 ο Σταύρος Κομνόπουλος είχε καταθέσει στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών, υποστηρίζοντας πως δεν έχει σχέση με την Intellexa και πως δεν γνώριζε τα στελέχη της, εξαιρουμένου του Φέλιξ Μπίτζιου, με τον οποίο αποκάλυψε πως είχε πολύχρονη γνωριμία. Ωστόσο, τα φορολογικά στοιχεία και οι τραπεζικές συναλλαγές που έφερε στη δημοσιότητα το Inside Story και τα οποία ήταν και στη διάθεση των εισαγγελικών Αρχών, αποκαλύπτουν πως οι Κομνόπουλος και Ταμβακίδης ήταν ενεργοί συνεργάτες της Intellexa, από την πρώτη ημέρα που δημιουργήθηκε το δίκτυο των παράνομων παρακολουθήσεων.
Το ρεπορτάζ υπογραμμίζει πως ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος και ο αντιναύαρχος εν αποστρατεία Αριστείδης Αλεξόπουλος, που ήταν Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του υπουργείου Άμυνας, δηλαδή δύο πρόσωπα-κλειδιά για τις αμυντικές προμήθειες της χώρας, στοχοποιήθηκαν με το Predator και τελούσαν υπό παρακολούθηση και από την ΕΥΠ.
Το γεγονός ότι ένας έμπορος όπλων και ο στενός του συνεργάτης μετείχαν ενεργά στην επιχείρηση παρακολουθήσεων μέσω του Predator, η οποία έθεσε στο στόχαστρο την στρατιωτική ηγεσία της χώρας, αλλά και πλήθος πολιτικών, κυβερνητικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, δεν αξιολογήθηκε ως σοβαρό ούτε από τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, ούτε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη, που επικύρωσε την εισαγγελική έρευνα.
Σε εντελώς άσχετες θέσεις με το αντικείμενό τους –συγκεκριμένα, να καταχωρίζουν στοιχεία για την έκδοση ταυτοτήτων– τοποθετούνται τα «μη αρεστά» στελέχη της ΕΥΠ που απομακρύνθηκαν βίαια και αντισυνταγματικά το 2022, αλλά αντί να επιστρέψουν στις θέσεις τους, όπως διέταξε το Τριμελές Συμβούλιο Εφετών, εγκιβωτίστηκαν σε μια εικονική υποδιεύθυνση της ΕΛ.ΑΣ.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου αποκαλύψαμε («Δικαστικό “χαστούκι” στο σύστημα των υποκλοπών», 16/9/2024, «Εφ.Συν.») απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Εφετών που υποχρέωνε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να επαναφέρει άμεσα στις θέσεις τους τους «μη αρεστούς» υπαλλήλους της ΕΥΠ που είχαν στοχοποιηθεί και με Predator και δικαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση.
Οπως προκύπτει, οι εκδικητικές κινήσεις εναντίον τους κλιμακώνονται καθώς πλέον τους μεταθέτουν σε θέσεις εντελώς άσχετες με το αντικείμενό τους, δεν τους τοποθετούν στο νέο «ελληνικό FBI», όπως θα περίμενε κανείς, αλλά τους καταχωνιάζουν σε μια υποδιεύθυνση «Αναζητήσεων Αρχείου και Ταυτοτήτων». Με άλλα λόγια, τα πρώην στελέχη της ΕΥΠ καλούνται -προς παραδειγματισμό(;)- να καταχωρίζουν στοιχεία για την έκδοση ταυτοτήτων!
Πρόκειται για τη συνέχεια της υπόθεσης που είχαμε αναδείξει το 2022 και αφορούσε τη βίαιη, αντισυνταγματική απομάκρυνση 78 μη αρεστών στελεχών από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, τον Δεκέμβριο του 2021, με τροπολογία η οποία προέβλεπε τη μεταφορά του προσωπικού της Γ’ Υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Συλλογής και Ανάλυσης Πληροφοριών της ΕΥΠ σε δομές κρατικής και δημόσιας Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ανεπιθύμητοι
Η συγκεκριμένη εικονική υποδιεύθυνση είχε συσταθεί με απόφαση του τότε γενικού γραμματέα της κυβέρνησης, Γρηγόρη Δημητριάδη, τον Ιούλιο του 2021, παρέμεινε ανενεργή, δίχως αρμοδιότητες, για περίπου 6 μήνες, έως ότου το προσωπικό της -με την εξαίρεση δύο υπαλλήλων που σώθηκαν την τελευταία στιγμή- μετακινήθηκε στην ΕΛ.ΑΣ. με συνοπτικές διαδικασίες.
Η εικονικότητα της συγκεκριμένης υποδιεύθυνσης στην οποία εγκιβωτίστηκαν αδιακρίτως ανεπιθύμητοι στο καθεστώς Μητσοτάκη υπάλληλοι όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων, από επιχειρησιακούς με πραγματική εμπειρία στο πεδίο μέχρι κλειδαράδες και ηλεκτρολόγους, έχει ήδη αναγνωριστεί ομοφώνως από τις αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο προσέφυγαν οι 19 εκ των 78 υπαλλήλων και δικαιώθηκαν, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Εντούτοις, τόσο το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη όσο και η ΕΥΠ καθυστέρησαν χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν τις αποφάσεις, γεγονός που οδήγησε τους δικαιωθέντες στο Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Εφετείου Αθηνών προκειμένου να ζητήσουν να γίνει εκτελεστή η απόφαση επιστροφής τους. Σημειώνεται πως, μέχρι και σήμερα, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δεν έχει συμμορφωθεί στην απόφαση την οποία υπογράφει ο εγνωσμένου κύρους καθηγητής της Νομικής, Δημήτρης Ράικος, πρόεδρος Εφετών, ο οποίος το 2015-2022 διετέλεσε πρόεδρος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ΟΗΕ.
Επιπλέον, τον Φεβρουάριο του 2024 αποκαλύφθηκε το νέο σχέδιο του Μαξίμου που σκοπό είχε να μπλοκάρει με κάθε τρόπο την επιστροφή των δικαιωθέντων στελεχών στην ΕΥΠ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και δύο στελέχη-στόχοι του κακόβουλου λογισμικού Predator.
Αναδρομική ισχύς
Βάσει νέας τροπολογίας που έχει αναδρομική ισχύ και ανατρέχει στην ημερομηνία της αρχικής μετάταξης των 78, ήτοι στον Δεκέμβριο του 2021, και προς συμμόρφωση με τις ακυρωτικές αποφάσεις που δικαίωναν τους 19, η εικονική υποδιεύθυνση καταργείται μαζί με τις οργανικές θέσεις που είχαν προβλεφθεί σε αυτήν και οι υπάλληλοι μεταφέρονται σε υπηρεσίες της αστυνομίας «που ασκούν αρμοδιότητες δημόσιας ή κρατικής ασφάλειας και μετανάστευσης και σε υποστηρικτικές τους δομές…».
Η δε αιτιολογική έκθεση της συγκεκριμένης τροπολογίας ήταν εντελώς προσχηματική και έκανε λόγο για «επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης των δομών της ΕΛ.ΑΣ. με ανθρώπινο δυναμικό προς αντιμετώπιση των υφιστάμενων απειλών από εγκληματικές δράσεις ατόμων και ομάδων».
Ποια είναι ωστόσο η αλήθεια αναφορικά με το τι επιφυλάχθηκε στους βιαίως μεταταγέντες στην Ελληνική Αστυνομία; Γραμματειακά καθήκοντα, τακτοποίηση ηλεκτρονικών αρχείων, εξωτερικές δουλειές, όπως διακίνηση υλικών από και προς δικαστήρια και άλλους συνεργαζόμενους φορείς.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με έγγραφο που είναι στη διάθεση της «Εφ.Συν.», η κυβέρνηση, αντί να λήξει τις αποσπάσεις εκατοντάδων αστυνομικών στην ΕΥΠ και να τους επιστρέψει για να ενισχύσουν τις δομές κρατικής και δημόσιας ασφάλειας, όπως εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα, επέλεξε έμπειρα στελέχη της ΕΥΠ προκειμένου να τα καταστήσει γραμματείς με υποστηρικτικό ρόλο προς το έργο των αξιωματικών.
Εκδοση ταυτοτήτων
Η Γ’ υποδιεύθυνση προέβλεπε 3 τμήματα με τα ακόλουθα αντικείμενα: Ναρκωτικά, Οπλα και Παράτυπη μετανάστευση. Ως γνωστόν, προσφάτως συστάθηκε το περίφημο «ελληνικό FBI» στο οποίο -μεταξύ άλλων- έχουν υπαχθεί και οι εξής υπηρεσίες: Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, Υποδιεύθυνση Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων και Αγαθών, Υποδιεύθυνση Πληροφοριών και Ειδικών Δράσεων.
Είναι πασιφανές πως το έμπειρο στελεχιακό δυναμικό από την πρώην Γ’ υποδιεύθυνση της ΕΥΠ, που είχε υπηρετήσει στα τμήματα με αντικείμενο το τρίπτυχο Ναρκωτικά-Οπλα-Μετανάστευση, αποτελεί το κατεξοχήν προσωπικό που θα έπρεπε να στελεχώσει το «ελληνικό FBI».
Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, με αποτέλεσμα τα πρώην στελέχη της ΕΥΠ να αναγκάζονται να καταχωρίζουν στοιχεία για την... έκδοση ταυτοτήτων και να κάνουν γραμματειακή υποστήριξη. Φαίνεται πως αυτές ήταν οι αδήριτες ανάγκες που καθιστούσαν αναγκαία τη βίαιη μετάταξη προσωπικού της νευραλγικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην ΕΛ.ΑΣ.
Στη χώρα που φημίζεται για την εφεύρεση της δημοκρατίας, υπάρχει η αίσθηση ότι αυτή φθείρεται, αναφέρει το POLITICO σε εκτενές δημοσίευμα με αφορμή τα Τέμπη, το προσφυγικό ναυάγιο της Πύλου και τις υποκλοπές.
«Η Ελλάδα έχει βιώσει μια σειρά από σκάνδαλα που, αν και όλα πολύ διαφορετικά, συνθέτουν την αίσθηση ότι η δικαιοσύνη καταρρέει και ότι οι κυβερνώντες δεν θέλουν να το διορθώσουν. Ή, ακόμη χειρότερα, είναι ένοχοι» αναφέρει το δημοσίευμα που υπογράφει η Νεκταρία Σταμούλη, ανταποκρίτρια του POLITICO στην Αθήνα.
«Υπάρχει η αίσθηση μιας συστηματικής και συντονισμένης προσπάθειας να υποβαθμιστούν ορισμένα περιστατικά», δήλωσε ο Ανδρέας Ποττάκης, ο Συνήγορος του Πολίτη, στο POLITICO. Αυτό γεννά «υποψίες για απόπειρα συγκάλυψης» και αμέλεια που «θα μπορούσε να αφορά την πολιτική ηγεσία».
«Τρεις τεράστιες υποθέσεις δοκίμασαν τα τελευταία δύο χρόνια την πίστη της χώρας στις δικαστικές της δομές» αναφέρει το δημοσίευμα, προσθέτοντας: «Δύο από αυτές σχετίζονται με καταστροφές: Ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα τον Φεβρουάριο του 2023, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 57 άτομα, και ένα ναυάγιο στα ανοικτά των ακτών της Πελοποννήσου το περασμένο καλοκαίρι που άφησε εκατοντάδες Ασιάτες και Αφρικανούς μετανάστες και πρόσφυγες να πνιγούν. ..
Η τρίτη είναι ένα εκτεταμένο σκάνδαλο με λογισμικό κατασκοπείας που έχει εμπλέξει την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Πριν από μερικές ημέρες, ένας εισαγγελέας του ανώτατου δικαστηρίου απάλλαξε τους πολιτικούς, την αστυνομία και τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας από αδικήματα».
«Από μόνα τους, αυτά μπορεί να μοιάζουν με το είδος των ατυχημάτων που μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κυβέρνηση.Όμως ο χειρισμός τους έχει εγείρει ανησυχητικά ερωτήματα. Κόμματα της αντιπολίτευσης, ομάδες θυμάτων και ανεξάρτητοι ερευνητές μιλούν για συγκάλυψη και ισχυρίζονται ότι κρίσιμοι μάρτυρες εμποδίστηκαν, νομικά έγγραφα αγνοήθηκαν και τα θύματα παραγκωνίστηκαν. Οι κοινοβουλευτικές έρευνες δεν έχουν κάνει τίποτα άλλο από το να θολώνουν τα νερά» σχολιάζει το δημοσίευμα.
«Δίνοντας μια παραπλανητική εντύπωση μιας καλά λειτουργούσας δημοκρατίας, με τις κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές να μην μπορούν να διεξάγουν αποτελεσματικά το έργο τους, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα ισοδυναμεί μερικές φορές με άμεση πολιτική ανάμειξη και εξουδετέρωση των μελών των ανεξάρτητων παρατηρητηρίων», δήλωσε ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος καλύπτει την Ελλάδα για τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (RSF).
Οι Έλληνες «αντιλαμβάνονται ότι τα δημόσια πρότυπα έχουν διαβρωθεί, με αποτέλεσμα οι λεκτικές επιθέσεις σε δημοσιογράφους από υψηλόβαθμους πολιτικούς να έχουν γίνει καθημερινότητα, οι ανεξάρτητες αρχές υπονομεύονται, έχουν καταγγελθεί αρκετές απωθήσεις μεταναστών, η αστυνομική βία αυξάνεται και η κοινωνία των πολιτών και ο πλουραλισμός των μέσων ενημέρωσης απειλούνται» αναφέρει το POLITICO.
Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη για λογαριασμό του Ινστιτούτου Eteron με αφορμή την 50ή επέτειο από την επιστροφή της Ελλάδας στη δημοκρατία, μόνο το 29% των πολιτών εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη της χώρας.
Σε συνέντευξή του στο POLITICO, ο Μητσοτάκης υπερασπίστηκε το ρεκόρ της χώρας του. «Πάντα πίστευα ότι πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη», δήλωσε ο πρωθυπουργός.
Ακολουθούν τα τρία πιο σημαντικά πρόσφατα περιστατικά και γιατί είναι σημαντικά.
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα
Τη νύχτα της 22ας Φεβρουαρίου 2023, μια μετωπική σύγκρουση τρένων σκότωσε 57 ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους ήταν φοιτητές.
Καθώς η σκόνη έκατσε στην πιο θανατηφόρα σιδηροδρομική καταστροφή στην ελληνική ιστορία, προέκυψαν βαθύτεροι προβληματισμοί σχετικά με τη λειτουργία του κράτους.
«Η ευθύνη περνάει από την ηγεσία μέχρι τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο σημείο», δήλωσε ο Ευάγγελος Βλάχος, ο οποίος έχασε τον 34χρονο αδελφό του, Βάιο. «Ψάχνεις για κάποιον που έκανε σωστά τη δουλειά του, για κάτι που λειτούργησε – και υπάρχει πλήρης κατάρρευση».
Οι επικριτές κάνουν λόγο για συγκάλυψη, ιδίως της κακοδιοίκησης σε ανώτατο επίπεδο, και για διαφθορά στους σιδηροδρόμους.
Αυτή η συγκάλυψη παίρνει μερικές φορές κυριολεκτική μορφή: Το σημείο του δυστυχήματος »μπαζώθηκε», εμποδίζοντας τους εμπειρογνώμονες να ερευνήσουν, καθώς απομακρύνονταν τα κατεστραμμένα βαγόνια.
Αυτό συνέβη ενώ οι οικογένειες των θυμάτων ήλπιζαν ακόμη να βρουν τα λείψανά τους.
Δεν είναι ακόμη σαφές ποιος έδωσε αυτή την εντολή, αν και οι συγγενείς των θυμάτων λένε ότι γνωρίζουν την ταυτότητα του υπουργού και θα καταθέσουν στο δικαστήριο.
Ο Νίκος Πλακιάς, ο οποίος έχασε δύο κόρες στο δυστύχημα, βρήκε κάποια από τα μέλη του σώματός τους οκτώ μήνες αργότερα σε μια ξεχωριστή περιοχή όπου είχαν μετακινηθεί συντρίμμια και μπάζα.
«Βιάστηκαν να αλλάξουν την εικόνα απλά και μόνο για να αλλάξουν την κοινή γνώμη, για να φανεί ότι το θέμα έκλεισε το συντομότερο δυνατό», είπε, αποδίδοντας το γεγονός στις επερχόμενες εθνικές εκλογές, προσθέτοντας ότι μια σωστή έρευνα θα χρειαζόταν τους ειδικούς εκεί για μήνες.
Αρκετές από τις λεπτομέρειες που είναι γνωστές σήμερα, αποκαλύφθηκαν μόνο μετά από τεράστιες προσπάθειες των οικογενειών με την υποστήριξη ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων.
Ένα κοντέινερ τρένου που έλειπε από το σημείο, για παράδειγμα, βρέθηκε 16 μήνες αργότερα σε ιδιωτικό οικόπεδο. Κανείς δεν έχει παραδεχτεί ή γνωρίζει πώς κατέληξε εκεί.
Συστάθηκε κοινοβουλευτική έρευνα, αλλά αντί να επικεντρωθεί στο δυστύχημα, η προσοχή μετατοπίστηκε στην ιστορία του ελληνικού σιδηροδρομικού συστήματος.
Η κυβέρνηση, εν τω μεταξύ, απέρριψε τη δικογραφία του Ευρωπαίου εισαγγελέα που ζητούσε να ληφθούν μέτρα κατά δύο πρώην υπουργών Μεταφορών. Ο Χρήστος Σπίρτζης, από τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ύποπτος για παράβαση καθήκοντος, ενώ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από τη Νέα Δημοκρατία ήταν ύποπτος για υπεξαίρεση κονδυλίων.
Με βάση την ελληνική νομοθεσία, μόνο το κοινοβούλιο της χώρας μπορεί να διερευνήσει εικαζόμενα παραπτώματα πρώην υπουργών. Η εισαγγελία της ΕΕ λέει ότι ο κανόνας αυτός αντιβαίνει στο δίκαιο της ΕΕ και έχει θέσει το ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε απάντηση, ο Μητσοτάκης κατηγόρησε την Ευρωπαία εισαγγελέα Λάουρα Κοβέζι ότι παρεμβαίνει σε μια εν εξελίξει υπόθεση και υπερβαίνει τις εξουσίες της.
Στη συνέντευξή του στο POLITICO, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η δικαιοσύνη κινήθηκε με γοργούς ρυθμούς στην υπόθεση και ότι η κυβέρνησή του κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να διασφαλίσει τη λήψη αποφάσεων.
«Εκτός από αυτό, υπάρχουν και συνταγματικοί περιορισμοί», είπε. «Έτσι βρισκόμαστε στο όριο του τι μας επιτρέπει το σύνταγμά μας να κάνουμε».
Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης έχουν αποκαλύψει ότι συνομιλίες μεταξύ του μηχανοδηγού και του σταθμάρχη από τη νύχτα του ατυχήματος είχαν συρραφεί και προσφερθεί σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ατύχημα οφειλόταν αποκλειστικά σε ανθρώπινο λάθος.
Οι οικογένειες έχουν απευθύνει έκκληση σε ευρωπαϊκούς φορείς να ρίξουν φως στην υπόθεση.
«Το έγκλημα στα Τέμπη καταδεικνύει με τον χειρότερο τρόπο τη διαφθορά στους σιδηροδρόμους ως μέρος ενός γενικότερου διεφθαρμένου συστήματος», δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η Μαρία Καρυστιάνου, επικεφαλής της ένωσης των οικογενειών.
(ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ/EUROKINISSI)
Το σκάνδαλο του spyware
Το σκάνδαλο κατασκοπείας στην Ελλάδα – που ονομάστηκε «Predatorgate» – «έσκασε» το καλοκαίρι του 2022, όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, ανακάλυψε παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό στο τηλέφωνό του. Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι ο ίδιος είχε παρακολουθηθεί και από την κρατική υπηρεσία κατασκοπείας.
Η υπόθεση μετατράπηκε σε ένα εκτεταμένο κατασκοπευτικό θρίλερ στο οποίο ανακαλύφθηκε το Predator, μια εξαιρετικά επεμβατική μορφή κατασκοπευτικού λογισμικού, σε δεκάδες τηλέφωνα που ανήκαν σε υπουργούς, στρατιωτικούς αρχηγούς, δημοσιογράφους και επιχειρηματίες. Περιελάμβανε επίσης την παράνομη εξαγωγή λογισμικού σε δικτατορικά καθεστώτα.
Δύο χρόνια αργότερα, οι δικαστικές αρχές απάλλαξαν όλους τους κρατικούς αξιωματούχους και τις κρατικές υπηρεσίες από την κατηγορία των αδικημάτων, σε αυτό που τα κόμματα της αντιπολίτευσης αποκάλεσαν «ημέρα ντροπής».
Μια έκθεση ενός αναπληρωτή εισαγγελέα επιβεβαίωσε ότι από τους 116 στόχους κατασκοπείας από το predator, 28 τηλεφωνικοί αριθμοί βρίσκονταν kai υπό νόμιμη κρατική παρακολούθηση κατά τη στιγμή της απόπειρας παραβίασης. Όμως το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το εύρημα ως «σύμπτωση» και τα αρχεία που περιείχαν το εν λόγω υλικό παρακολούθησης καταστράφηκαν.
«Υπάρχει μεγάλη απογοήτευση σχετικά με τη δικαστική έρευνα, ειδικά όταν συνειδητοποιήσαμε πόσα στοιχεία που αποκάλυψε η δημοσιογραφική έρευνα και αποδείκνυαν τη σύνδεση μεταξύ της υπηρεσίας κατασκοπείας, του πρωθυπουργικού γραφείου και του Predator αγνοήθηκαν», δήλωσε η Ελίζα Τριανταφύλλου, δημοσιογράφος της ελληνικής ερευνητικής ιστοσελίδας Inside Story.
«Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιος θα προστατεύσει τελικά τους Έλληνες δημοσιογράφους από ένα κράτος που τους θεωρεί εθνικό κίνδυνο και τους παρακολουθεί με κάθε διαθέσιμη μέθοδο μόνο και μόνο επειδή κάνουν τη δουλειά τους;», διερωτήθηκε.
Η Τριανταφύλλου και ο συνάδελφός της Τάσος Τέλογλου, αποκάλυψαν ότι είχαν τεθεί υπό φυσική παρακολούθηση ενώ έκαναν ρεπορτάζ για το σκάνδαλο.
Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος βρέθηκε 11 φορές στο στόχαστρο του Predator, παρενέβη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να πει στον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη, θύμα του spyware που επίσης βρισκόταν υπό κρατική παρακολούθηση, να σταματήσει να έχει εμμονές.
«Λένε ότι ήμουν κι εγώ υπό παρακολούθηση», είπε. «Και λοιπόν; Ούτε καν ίδρωσα. Αυτή η εμμονή γίνεται μονότονα κουραστική».
Τα σχόλιά του καταδικάστηκαν από νομικούς εμπειρογνώμονες ως «θεσμική ηλιθιότητα» που «υπόκειται σε εγκληματική συμπεριφορά».
Ο Μητσοτάκης δήλωσε ότι έλαβε μέτρα.
«Αλλάξαμε τον νόμο με ένα μεγάλο, διαφορετικό σύστημα», δήλωσε στο POLITICO. «Θα έφτανα στο σημείο να πω, ενδεχομένως ακόμη και εις βάρος των δυνατοτήτων της εθνικής μας ασφάλειας. Αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να συμβούν τα πράγματα. Όταν έχεις ένα πρόβλημα, πρέπει να είσαι πολύ πιο αυστηρός όσον αφορά τις διαδικασίες».
(ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)
Η βύθιση του σκάφους των μεταναστών
Τον Ιούνιο του 2023, μια μηχανότρατα από τη Λιβύη ανατράπηκε στα ανοικτά των ακτών της Ελλάδας μεταφέροντας περίπου 750 μετανάστες, από τους οποίους, 104 διασώθηκαν και 82 πτώματα περισυνελέγησαν. Οι υπόλοιποι θεωρήθηκαν χαμένοι.
Ένα χρόνο μετά, διεθνείς οργανισμοί σημειώνουν ότι ο ρόλος των ελληνικών αρχών δεν έχει ακόμη διερευνηθεί σωστά.
Οι επιζώντες κατέθεσαν ότι η ελληνική ακτοφυλακή έδεσε τη μηχανότρατα και προσπάθησε να την τραβήξει, με αποτέλεσμα να ταλαντευτεί. Οι αρχές το αρνούνται κατηγορηματικά.
Ο επιζών Ahmad Alkimani, 25 ετών, από τη Συρία, δήλωσε ότι στη μηχανότρατα «πέταξαν ένα σχοινί».
«Ένιωσα ένα τράνταγμα», είπε. «Σταμάτησε γρήγορα επειδή έσπασε το σχοινί. Γρήγορα το ξαναδέσανε και με μεγάλη δύναμη άρχισαν να μας τραβάνε και το πλοίο έγειρε προς τα αριστερά.
«Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει, αλλά συνέχισαν να τραβούν, αυτή τη φορά προς τα δεξιά, μέχρι που ανατράπηκε».
Αξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος, συμπεριλαμβανομένου του αντιναυάρχου Γεώργιου Αλεξανδράκη, έχουν κληθεί να καταθέσουν ως ύποπτοι, ανέφερε το POLITICO τον Ιούνιο.
«Με δεδομένη την άρνηση της ελληνικής ακτοφυλακής να διεξάγει εσωτερική έρευνα, η απόφαση του Διαμεσολαβητή να διερευνήσει το θέμα δεν ήταν πλέον επιλογή, ήταν καθήκον», δήλωσε ο Διαμεσολαβητής Ποττάκης.
Η Frontex δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία απάντηση από την Ελλάδα αφού προσφέρθηκε να στείλει ένα αεροπλάνο για να παρακολουθήσει την υπερπλήρη μηχανότρατα. Ο υπεύθυνος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Frontex Jonas Grimheden συνέστησε την προσωρινή αναστολή των δραστηριοτήτων του οργανισμού στην Ελλάδα.
Οι οικογένειες των θυμάτων και οι επιζώντες προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εναντίον οποιουδήποτε στην Ελλάδα θεωρείται υπεύθυνος για το ναυάγιο.
(ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ / EUROKINISSI)
«Έχουν εμπλακεί σε μια μακρά νομική διαδικασία, αλλά θέλουν να προχωρήσουν», δήλωσε η Μαρία Παπαμηνά, δικηγόρος του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, ο ένας από τους τρεις οργανισμούς που παρέχουν νομική βοήθεια στους επιζώντες.
«Υποφέρουν από τις ψυχολογικές συνέπειες του ατυχήματος και ταυτόχρονα πρέπει να βρουν έναν τρόπο να στηρίξουν οικονομικά τις οικογένειες που άφησαν πίσω τους».
Μετά το Politico και η γαλλική Le Monde με εκτενές δημοσίευμα, αναφέρεται στις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει στην Ελλάδα η απόφαση του Αρείου Πάγου να απαλλάξει την κυβέρνηση Μητσοτάκη και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών από τις κατηγορίες για τις υποκλοπές και να αναγνωρίσει ευθύνες για το «Ελληνικό Watergate» αποκλειστικά σε ιδιώτες.
Η ανταποκρίτρια της Le Monde στην Αθήνα, Marina Rafenberg, αναφέρει πως η απόφαση του Αρείου Πάγου στις 30 Ιουλίου να απαλλάξει τις υπηρεσίες πληροφοριών και την κυβέρνηση Μητσοτάκη από την υπόθεση των υποκλοπών, την οποία οι δημοσιογράφοι αποκαλούν «Ελληνικό Watergate», αναζωπύρωσε την πολιτική αντιπαράθεσή.
«Μόνο τέσσερις εκπρόσωποι της εταιρείας που εμπορεύτηκε το λογισμικό κατασκοπίας Predator θα διωχθούν τελικά για «παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών». Αυτό εξόργισε την αντιπολίτευση, τα θύματα των υποκλοπών και την κοινωνία των πολιτών», αναφέρει το δημοσίευμα.
Τονίζεται μάλιστα πως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα «καταδίκασαν την απόφαση του Αρείου Πάγου να αθωώσει την υπηρεσία πληροφοριών, η οποία τελεί υπό την αρμοδιότητα του πρωθυπουργού» και κατήγγειλαν μια μορφή ασυλίας.
Οι αντιδράσεις
Η γαλλική εφημερίδα αναφέρθηκε και στις πολιτικές αντιδράσεις. «Ο ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος της ελληνικής αντιπολίτευσης, του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανος Κασσελάκης, τόνισε ότι «η εμπιστοσύνη του στην ελληνική δικαιοσύνη έχει κλονιστεί». Ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Νίκος Ανδρουλάκης, που ο ίδιος ήταν θύμα επιμόλυνσης του τηλεφώνου του από το λογισμικό Predator, κατηγόρησε «την κυβέρνηση ότι πρώτα μόλυνε τις μυστικές υπηρεσίες και τώρα το δικαστικό σύστημα»», σημειώνεται στην ανταπόκριση.
Oι δικηγόροι των θυμάτων και τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης αναδεικνύουν εδώ και πολλές ημέρες τις ελλείψεις της έρευνας που διεξήγαγε η ελληνική δικαιοσύνη, σημειώνει η Le Monde
Υπενθυμίζεται δε, πως το σκάνδαλο των υποκλοπών ξέσπασε το 2022, ακριβώς μετά την αποκάλυψη του κ. Ανδρουλάκη ότι στοχοποιήθηκε από το λογισμικό κατασκοπίας Predator. Στο κείμενο σημειώνεται, πως το Predator επιτρέπει, μόλις το τηλέφωνο μολυνθεί, να καταγράφονται τα μηνύματα και οι κλήσεις του θύματος – ακόμη και εκείνες που γίνονται μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών –, και να έχει ο χειριστής του λογισμικού πρόσβαση σε κωδικούς ή και στο ιστορικό περιήγησης της συσκευής του θύματος στο διαδίκτυο.
Υπό την αιγίδα Μητσοτάκη
Η Le Monde αναφέρει πως λίγο μετά την εκλογή του, το 2019, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, τοποθέτησε τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας άμεσα υπό την αιγίδα του. Έκτοτε, οι περιπτώσεις κατασκοπίας, είτε με παραδοσιακά μέσα (ηχογράφηση τηλεφωνικών συνομιλιών) είτε μέσω του λογισμικού κατασκοπίας, εκτοξεύθηκαν: πάνω από 15.000 τηλέφωνα φέρεται να παρακολουθούνταν από τις ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών, σύμφωνα με τον Τύπο.
«Πολλά ερευνητικά μέσα ενημέρωσης, όπως το Reporters United ή το Inside Story, αποκάλυψαν τους δεσμούς της κυβέρνησης με την εταιρεία Intellexa. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού Μητσοτάκη, – ο οποίος είναι και ανιψιός του – υπέβαλε την παραίτησή του μετά τη δημοσίευση μιας έρευνας καταπέλτη που έδειχνε ότι γνώριζε καλά τον Φέλιξ Μπίτζιο, αναπληρωτή διευθυντή της Intellexa», αναφέρει χαρακτηριστικά η ανταπόκριση της Le Monde.
Η ανταπόκριση αναφέρει πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την αρχή της αποκάλυψης του σκανδάλου, ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε για την παρακολούθηση του σοσιαλιστή ηγέτη και διαβεβαίωνε ότι το ελληνικό κράτος «δεν αγόρασε ή χρησιμοποίησε ποτέ» το Predator. Ωστόσο, το δημοσίευμα προσθέτει πως με την πάροδο των μηνών, οι αποκαλύψεις συσσωρεύονταν με την Ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον 87 άτομα στοχοποιήθηκαν από το Predator, συμπεριλαμβανομένων βουλευτών της αντιπολίτευσης, υπουργών της συντηρητικής παράταξης, συνεργατών του ίδιου του πρωθυπουργού, ηγετών των ενόπλων δυνάμεων, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων.
«Ακόμη χειρότερα, σύμφωνα με το Inside Story, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών φέρεται να έδωσε άδεια για εξαγωγή του λογισμικού κατασκοπίας στο Σουδάν και στη Μαδαγασκάρη», τονίζει η Le Monde.
Ο Άρειος Πάγος
Στο σημείο αυτό η ανταποκρίτρια της γαλλικής εφημερίδας σημειώνει πως στην αναφορά 300 σελίδων που συνέταξε ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου παραδέχεται ότι 116 τηλέφωνα έχουν στοχοποιηθεί από το Predator, αλλά και πως 28 από αυτά παρακολουθήθηκαν ταυτόχρονα από τις υπηρεσίες πληροφοριών της Ελλάδος. «Καταλήγει ότι πρόκειται για «σύμπτωση» και ότι αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι δύο παρακολουθήσεις προέρχονται από την ίδια πηγή», αναφέρει η Le Monde για το εισαγγελικό πόρισμα.
Εν συνεχεία τονίζει πως οι δικηγόροι των θυμάτων και τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης αναδεικνύουν εδώ και πολλές ημέρες τις ελλείψεις της έρευνας που διεξήγαγε η ελληνική δικαιοσύνη. Μόνο δύο αναγνωρισμένα θύματα του Predator έχουν καταθέσει: ο οικονομικός δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης και μια πρώην υπάλληλος της Meta, η Ελληνοαμερικανίδα Άρτεμις Σίφορντ.
«Ελλιπής…»
«Η ερευνητική εργασία είναι ελλιπής. Γιατί όλα τα θύματα που στοχοποιήθηκαν από το λογισμικό δεν έχουν ακουστεί; Γιατί δεν προσπάθησαν να βρουν αν άλλα τηλέφωνα έχουν μολυνθεί; Τουλάχιστον δύο άλλα άτομα, ένας πρώην υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και μια υπάλληλος των υπηρεσιών πληροφοριών είχαν στοχοποιηθεί και δεν έχουν καταθέσει ενώπιον του εισαγγελέα», εξηγεί ο Ζαχαρίας Κεσσές, ο δικηγόρος του κ. Κουκάκη.
Η Le Monde αναφέρει πως «ο εισαγγελέας δεν ζήτησε ούτε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας που εμπορεύτηκε το λογισμικό ούτε ανέκρινε τους Έλληνες υπαλλήλους, οι οποίοι τον Δεκέμβριο του 2021 μετέφεραν βιαστικά τους διακομιστές και όλο τον εξοπλισμό που υπήρχε στα γραφεία τους στα προάστια της Αθήνας, όπως είχε ανακαλύψει το Inside Story». Μεταφέρει δε τη θέση του Άρειου Πάγου πως πάνω από 40 μάρτυρες εξετάσθηκαν και πως ζητήθηκε ακόμη και η συνδρομή των αμερικανικών και ελβετικών αρχών για την έρευνα.
Σε σχέση με τις αντιδράσεις της αντιπολίτευση η ανταπόκριση της γαλλικής εφημερίδας αναφέρει πως «δεν σκοπεύει να σταματήσει εδώ». Ενδεικτικά σημειώνει πως τη Δευτέρα 2 Αυγούστου, πέντε κοινοβουλευτικές ομάδες κάλεσαν τους δύο εισαγγελείς του Αρείου Πάγου να καταθέσουν ενώπιον του Κοινοβουλίου, αλλά λόγω έλλειψης πλειοψηφίας, το αίτημά τους απορρίφθηκε.
«Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν έχει τελειώσει (…). Δεν θα επιτρέψουμε αυτή η υπόθεση να κλείσει χωρίς συνέχεια», δήλωσε την Τρίτη 6 Αυγούστου η εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Βούλα Κεχαγιά. Ο κ. Ανδρουλάκης έχει ήδη καταθέσει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), κάτι που όπως αναφέρει το δημοσίευμα θα κάνουν πιθανότατα και άλλα θύματα.
«Θα παρουσιάσουμε νέα στοιχεία στη ελληνική δικαιοσύνη για να προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε την έρευνα», δήλωσε στη Le Monde ο δικηγόρος κ. Κεσσές και προσέθεσε: «Και πάντα θα έχουμε τη δυνατότητα να απευθυνθούμε στη συνέχεια στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν θα αφήσουμε αυτή την υπόθεση να θαφτεί».
Προηγήθηκε μία θυελλώδης συνεδρίαση με την αντιπολίτευση να καταγγέλλει προσπάθεια συγκάλυψης και την κυβέρνηση να εγκαλεί τα κόμματα που κατέθεσαν το αίτημα για επίθεση προς την δικαιοσύνη.Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας οι βουλευτές του κόμματος απέρριψαν το αίτημα, όπως προαναφέραμε, μιλώντας για επίθεση στην δικαιοσύνη.
Χαρακτηριστικά ο Θανάσης Πλεύρης σημείωσε ότι το αίτημα συνιστά λάθος που δεν θα έκανε ούτε πρωτοετής φοιτητής νομικής. Επισήμανε ότι «η αντιπολίτευση ζητά η επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας να αντικαταστήσει τη Δικαιοσύνη» τονίζοντας ότι «δεν γίνεται να κληθούν οι εισαγγελείς του Αρείου Πάγου στη βουλή να καταθέσουν για υπόθεση που έχουν διερευνήσει».
Στην ίδια λογική ο γραμματέας της Κ.Ο της Ν.Δ Σταύρος Καλαφάτης μίλησε για «δημοκρατικό ολίσθημα» και «ευθεία επίθεση στην δικαιοσύνη». Επισήμανε ότι «οφείλουμε να διασφαλίσουμε τη διάκριση των εξουσιών» οπότε «αν θεωρηθεί ότι οι δικαστικοί πρέπει να έρχονται και να λογοδοτούν τότε πάμε σε άλλες εποχές».
Κατηγόρησε την αντιπολίτευσης ότι «εδώ έχουμε μια υποκριτική στάση» επισημαίνοντας ότι ακολουθείται απέναντι στις δικαστικές αποφάσεις η τακτική «αν εξυπηρετούν το δικό μας πολιτικό αφήγημα συγκεκριμένες δικαστικές πράξεις όλα καλώς καμωμένα. Αλλιώς επιτιθέμενα στην Δικαιοσύνη». Επισήμανε πως «αυτό είναι ανεπίτρεπτο» και «αν το αφήσουμε θα πάμε σε άλλες ατραπούς» ενώ «υπάρχει μία δικαστική διαδικασία εν εξελίξει».
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, η Θεοδώρα Τζάκρη επισήμανε πως «είναι προφανές ότι η ενημέρωση για το περιεχόμενο του Πορίσματος του Αντιεισαγγελέα κ. Ζήση και της σχετικής εισαγγελικής διάταξης της κ. Αδειλίνη επειδή αναφέρονται στο μείζον θέμα των υποκλοπών των τηλεφωνικών επικοινωνιών ανωτάτων θεσμικών παραγόντων της χώρας, μεταξύ των οποίων και ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, εμπίπτει στο πεδίο εξέτασης της Επιτροπής μας ως θέμα που αφορά την διαφάνεια και την λειτουργία της πολιτικής και εν γένει της δημόσιας ζωής της χώρας».
Στην ίδια λογική η Ραλία Χρηστίδου σημείωσε απευθυνόμενη στην Ν.Δ πως «το αίτημα θα έπρεπε να έχει υποβληθεί από εσάς τους ίδιούς μετά την δημοσιοποίηση της απόφασης». Ρώτησε ρηροτικά: «Εσείς δεν θέλετε να γνωρίζετε τους λόγους της παρακολούθησης των μελών της κυβέρνησης σας; Δεν σας ενδιαφέρει πολιτικά και θεσμικά γιατί διατάχθηκε η παρακολούθηση του κ.Φλώρου;»
Εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ ο Παναγιώτης Δουδωνής σημείωσε πως «από τη στιγμή που η εισαγγελέας εκδίδει δελτίο τύπου δεν μπορεί να μην έρχεται στη Βουλή». Επισήμανε πολιτικά πως «παρακολουθούμενοι υπουργοί υπερασπίζουν τις παρακολουθήσεις», επαναλαμβάνοντας πως «από τη στιγμή που η κ. Αδειλίνη εκδίδει δελτίο τύπου υποχρεούται να έρθει να πει τουλάχιστον αυτά που είπε στο δελτίο τύπου και να απαντάστα ερωτήματα των βουλευτών».
Ξεκαθάρισε ότι «δεν θέλουμε να δικάσουμε επί του πορίσματος, θέλουμε, όμως, να λάβουμε γνώση για να έχουμε κι εμείς μια εικόνα ως νομοθετική εξουσία, ως αρμόδιο όργανο σύμφωνα με το άρθρο 43Α του Κανονισμού της Βουλής».
Ανάλογο ερώτημα έθεσε και ο βουλευτής του ΚΚΕ, Νίκος Καραθανασόπουλος:«Άραγε είναι συνήθης πρακτική η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να εκδίδει δελτία τύπου και μάλιστα με τέτοια βεβαιότητα»; αναρωτήθηκε, θέτωντας επίσης το ερώτημα του «οι ιδιώτες που κατηγορούνται στο πόρισμα για ποιον παρακολουθούσαν; Για λογαριασμό τους;Δεν πρέπει να απαντήσουν για αυτά;».
Απαντώντας στα επιχειρήματα της Ν.Δ είπε πως «οι ανώτατοι δικαστές επιλέγονται από την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ελέγχεται από τη Βουλή. Άρα και οι δικαστές ελέγχονται από τη Βουλή. Αλλιώς σημαίνει ότι οι δικαστές δεν ελέγχονται από κανένα». Σημείωσε συνολικά ότι «με την ανακοίνωση του Αρείου Πάγου επιχειρείται να συγκαλυφθεί το σκάνδαλο των υποκλοπών».
Στην ανακοίνωση του Αρείου Πάγου στάθηκε και η Σία Αναγνωστοπούλου εκ μέρους της Νέας Αριστεράς. Είπε πως «η διατύπωση ότι «αναντίλεκτα δεν υπάρχει ανάμειξη οποιουδήποτε κυβερνητικού αξιωματούχου» είναι πρωτοφανής. Τότε γιατί ο πρωθυπουργός στη Βουλή είπε για ρυπαρά δίκτυα, γιατί έγιναν παραιτήσεις;».
Σημείωσε πως «ξέρουμε ότι παρακολουθούνταν ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, υπουργοί, δημοσιογράφοι, και ξέρουμε ότι παρακολουθούνταν συγχρόνως από το Predator. Πώς μπορεί να αισθάνεται ο πολίτης ασφάλεια όταν μαθαίνει ότι υπήρχαν λόγοι εθνικής ασφάλειας που παρακολουθούνταν ο ΥΠΕΞ, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, δημοσιογράφοι».