Πανελλήνιες: Πώς μπορούν οι γονείς να στηρίξουν τα παιδιά τους

Πανελλήνιες: Πώς μπορούν οι γονείς να στηρίξουν τα παιδιά τους

Δευτέρα, 01/06/2026 - 20:46

Κάθε χρόνο, με την έναρξη των πανελλαδικών εξετάσεων, ανεβαίνει η ένταση σε χιλιάδες οικογένειες στη χώρα μας. Το άγχος δεν αφορά αποκλειστικά τους υποψηφίους. Συχνά είναι το ίδιο -αν όχι περισσότερο- και για τους γονείς.

Αυτή η συμπεριφορά είναι καθοριστική, όπως εξηγεί η Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ, Φρίντα Κωνσταντοπούλου: Η στάση των γονέων διαμορφώνει τον τρόπο που το παιδί βιώνει όχι μόνο τις πανελλήνιες, αλλά κάθε δυσκολία στη ζωή του.

«Όταν η οικογένεια το ζει δραματικά, προφανώς και το παιδί θα το βιώσει δραματικά», τονίζει η ειδικός και προσθέτει «Η ρίζα του προβλήματος δεν βρίσκεται στα 17 ή 18 χρόνια, αλλά πολύ πιο πίσω, στην προσχολική ηλικία, όταν το παιδί κάνει τα πρώτα του βήματα και γνωρίζει την πρώτη ματαίωση. Η τάση πολλών γονέων να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε αρνητικό συναίσθημα, να μην αφήνουν να τιμωρηθούν όταν χρειαστεί, να τα κρατούν σε μια «γυάλα», δημιουργεί νέους που δεν έχουν αναπτύξει τα εφόδια να αντέξουν την αποτυχία.

Το σύμπτωμα αυτό φαίνεται ακόμα και στο ιατρείο. Γονείς που αδυνατούν να δεχτούν ένα αρνητικό σχόλιο για το παιδί τους, που εκφράζουν θυμό, που θεωρούν ότι το δικό τους παιδί “δεν μπορεί να κάνει ποτέ λάθος”. Αυτή η συμπεριφορά έχει, αντίκτυπο και στην κοινωνία ευρύτερα, ενώ οι εκπαιδευτικοί αποφεύγουν πια να κάνουν παρατηρήσεις από φόβο για την αντίδραση των γονέων», επισημαίνει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Παρουσία χωρίς πίεση

Ποιο είναι το ζητούμενο λοιπόν από έναν γονέα; Να στηρίζει, αλλά να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αποτυχίας. Να διαβεβαιώνει το παιδί ότι θα είναι δίπλα του ό,τι κι αν συμβεί. Και κυρίως, να μην διαβάζει μαζί του. Έτσι δεν ωριμάζουν τα παιδιά γιατί ωρίμανση σημαίνει να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, να προσπαθείς για τους δικούς σου στόχους.

Εξίσου σημαντικό είναι το μήνυμα που μεταδίδουν οι γονείς για το τι αντιπροσωπεύουν οι πανελλήνιες. Δεν είναι όλη η ζωή του παιδιού. Είναι μια από τις πρώτες σοβαρές δοκιμασίες, μια διαδικασία ωρίμανσης που, αν γίνει σωστά, μαθαίνει στον νέο άνθρωπο να θέτει στόχους και να αγωνίζεται για αυτούς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.

Όταν το άγχος γίνεται κίνδυνος - Τι να προσέχουν οι γονείς

Μια ερώτηση που απασχολεί πολλούς γονείς είναι αν το άγχος των εξετάσεων μπορεί να οδηγήσει ένα παιδί σε ακραίες καταστάσεις. Η κ. Κωνσταντοπούλου είναι σαφής: «Όταν ένας έφηβος φτάνει σε σημείο αυτοτραυματισμού ή χειρότερα, υπάρχει ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο. Οι πανελλήνιες μπορεί να αποτελούν αφορμή, αλλά δεν είναι η αιτία. Ένα παιδί χωρίς υποκείμενη ψυχοπαθολογία δεν θα φτάσει εκεί, όσο μεγάλη κι αν είναι η πίεση».

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να εφησυχάζουν. Αντίθετα, πρέπει να γνωρίζουν τα σημάδια που χρήζουν προσοχής: απομόνωση από παρέες και οικογένεια, διαταραχές στον ύπνο, έντονες και δυσανάλογες εκρήξεις θυμού, εκνευρισμός που δεν κοπάζει, και καταθλιπτικά συμπτώματα. Μια θλίψη που φαίνεται στα μάτια ή εκφράζεται μέσα από συνεχείς καβγάδες με τους οικείους πρέπει να ανησυχήσει τους γονείς. Το τελευταίο μπορεί να μπερδευτεί με τη φυσιολογική εφηβική αντιδραστικότητα. Η διαφορά βρίσκεται στην ένταση, τη διάρκεια και τη συχνότητα.

Εξίσου ανησυχητικό σημάδι είναι η κοινωνική απομόνωση. «Ένας έφηβος που δεν έχει φίλους πρέπει να διερευνάται», τονίζει η ειδικός και προσθέτει « Ένα παιδί που διαβάζει από το πρωί ως το βράδυ και παίρνει άριστα, αλλά δεν έχει κανέναν να μιλήσει, δεν έχει ισορροπία. Η σχολική επίδοση δεν αρκεί ως μέτρο ψυχικής υγείας».

Το κλειδί είναι η επικοινωνία

Τι πρέπει να κάνει ένας γονέας όταν το παιδί του αντιδρά, κλείνεται, αρνείται να μιλήσει; Η απάντηση είναι «να μην υποχωρεί». «Οι γονείς πρέπει να δηλώνουν συνεχώς την παρουσία και τη στήριξή τους, ακόμα και όταν το παιδί αντιδρά», τονίζει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Η επιμονή στη σύνδεση, χωρίς πίεση και κατηγορίες, είναι αυτή που κάποια στιγμή “ξεκλειδώνει” τον έφηβο. Ο κίνδυνος είναι να υποχωρήσουν οι γονείς από άγνοια ή φόβο και να βρεθούν προ τετελεσμένων. Αν η δυσλειτουργία γίνει καθημερινότητα, τότε η επόμενη κίνηση είναι η αναζήτηση ειδικού.

Πρακτικές συμβουλές για τις μέρες των εξετάσεων

Όπως εξηγεί, «είναι πολύ σημαντικό ένα οργανωμένο πρόγραμμα, αλλά σε καμία περίπτωση εξαντλητικό». Τα δύο τελευταία χρόνια, τα παιδιά έχουν χτίσει την προετοιμασία τους, και την τελευταία εβδομάδα πριν από τις εξετάσεις το ζητούμενο δεν είναι η εντατικοποίηση αλλά η σταδιακή χαλάρωση και η ψυχολογική προετοιμασία. Μια ελαφριά επαφή με την ύλη αρκεί.

Ο ύπνος είναι αδιαπραγμάτευτος. «Είναι φάρμακο», λέει χαρακτηριστικά. «Ένας ξεκούραστος εγκέφαλος αποδίδει πολύ περισσότερο από έναν κουρασμένο που έχει διαβάσει περισσότερες ώρες».

Πολύ βοηθητική μπορεί να είναι και η καθημερινή ήπια άσκηση, κατά προτίμηση στη φύση. Το μάτι χρειάζεται να “ταξιδέψει” μακριά, αφού έχει παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα καρφωμένο σε κοντινές αποστάσεις (βιβλία, οθόνες, σημειώσεις). Το διάλειμμα δεν μπορεί να είναι μετάβαση από το βιβλίο στο κινητό. Οι οθόνες φέρνουν και έναν επιπλέον κίνδυνο: τα παιδιά εκτίθενται στο άγχος των συμμαθητών τους, συγκρίνουν την προετοιμασία τους, αναστατώνονται.

Η διατροφή παίζει επίσης ρόλο. Ισορροπημένα γεύματα, χωρίς υπερβολές, βοηθούν τον οργανισμό να λειτουργεί σταθερά.

Κάτι που συχνά υποτιμάται είναι η νοοτροπία με την οποία μπαίνει το παιδί στην αίθουσα. «Το 50% είναι η δουλειά που έχουν κάνει και το άλλο 50% είναι το πώς το σκέφτονται», επισημαίνει η κ. Κωνσταντοπούλου. Η αρνητική σκέψη την τελευταία στιγμή μπορεί να ακυρώσει προσπάθεια μηνών. Ο ρόλος του γονέα εδώ είναι να ενθαρρύνει, χωρίς να εγγυάται αποτελέσματα. Να θυμίζει στο παιδί ότι έχει δουλέψει και ότι αξίζει να εμπιστευτεί τον εαυτό του.

Τέλος, και ίσως το πιο δύσκολο είναι, να μην κάθονται οι γονείς «από πάνω» να διαβάζουν μαζί τους. Η ωρίμανση σημαίνει ακριβώς αυτό: το παιδί αναλαμβάνει τις ευθύνες του και προσπαθεί για τους δικούς του στόχους.

Σε περίπτωση αποτυχίας

Το μήνυμα σε περίπτωση αποτυχίας είναι ξεκάθαρο: «Δεν είναι το τέλος κόσμου». Υπάρχουν επαγγελματικά λύκεια, ΙΕΚ, ιδιωτικές σχολές. «Δεν θέλουμε άλλους δυστυχισμένους επιστήμονες. Θέλουμε ευτυχισμένους ανθρώπους», τονίζει η ειδικός.

Και αν το παιδί στεναχωρηθεί; «Θα στεναχωρηθεί. Και αυτό είναι φυσιολογικό. Το μόνο που μπορεί να κάνει ένας γονέας είναι να εκφράσει την υπερηφάνεια του για την προσπάθεια, να σταθεί δίπλα του και να το βοηθήσει να σηκώσει το κεφάλι και να προχωρήσει. Αυτή, τελικά, είναι η πιο σημαντική προετοιμασία. Όχι μόνο για τις πανελλήνιες, αλλά για τη ζωή», καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Άγχος σε παιδιά και εφήβους: Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;

Άγχος σε παιδιά και εφήβους: Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;

Κυριακή, 17/05/2026 - 17:16

Το άγχος είναι θετικό, χρήσιμο και παραγωγικό όταν είναι μέτριας έντασης και διάρκειας και αποτελεί ανταπόκριση σε μια κατάσταση όπου απαιτείται να ενεργοποιηθούμε, π.χ. άγχος μέτριου βαθμού πριν από εξετάσεις. Όμως είναι ιδιαίτερα αντιπαραγωγικό, όταν είναι μεγάλης έντασης, διάρκειας και δεν αποτελεί ανταπόκριση σε συγκεκριμένα και επικίνδυνα ερεθίσματα.

Θεωρείται παθολογικό, όταν προκαλεί δυσλειτουργία στην προσωπική, ακαδημαϊκή/επαγγελματική, κοινωνική ζωή του ατόμου, ακόμη και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά με μοιραίες συνέπειες, επισημαίνει η κ. Φρίντα Κωνσταντοπούλου, Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ, η οποία αναλύει το θέμα ανά ηλικιακή ομάδα:

 

Από 0 έως 2 ετών

Η γέννηση από μόνη της αποτελεί το πρώτο στρεσογόνο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης. Ειδικότερα όταν αυτή γίνεται χρονικά βεβιασμένα και μη φυσιολογικά, προκαλεί αναστάτωση στο βρέφος την οποία η μαμά καλείται να ανακουφίσει με το άγγιγμα, το χάδι, την τρυφερότητα και την άμεση ανταπόκρισή της στις ανάγκες του. Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να ανακουφίζει τις βιολογικές και συναισθηματικές του ανάγκες, που εκδηλώνονται με έντονο κλάμα, διαταραχές διατροφής, δυσφορία, σωματικά συμπτώματα. Έτσι, αναπτύσσεται ένας ασφαλής δεσμός, που θα διαμορφώσει το είδος και την ποιότητα των σχέσεων του στο μέλλον.

Στην ηλικία των 6-7 μηνών το βρέφος αναπτύσσει τον «Φόβο των ξένων» καθώς και το «Άγχος αποχωρισμού». Αντιδρά έντονα συναισθηματικά, με κλάμα αγωνίας και αποστροφή του βλέμματος στη θέα ενός άγνωστου προσώπου, ή όταν η μητέρα του χάνεται από το οπτικό του πεδίο, αναζητώντας τη, βλεμματικά και κινητικά. Το άγχος αποχωρισμού αρχίζει να ελαττώνεται σταδιακά μετά τον 18ο μήνα. Οι γονείς όμως θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και τα δικά τους αρνητικά συναισθήματα, όπως άγχος, ανασφάλεια, φόβο, ενοχή προκειμένου να βοηθήσουν το παιδί τους να αντιμετωπίσει το δικό του άγχος.

 

Από 2-6 ετών

Σε αυτή τη χρονική περίοδο, το παιδί συνήθως καλείται να ανεξαρτητοποιηθεί για πρώτη φορά από τους γονείς του. Οι αλλαγές στην καθημερινότητά του, η επαφή με καινούργια πρόσωπα, καινούργιες καταστάσεις, προκαλεί άλλοτε άλλου βαθμού στρες στα παιδιά.

Επίσης μπορεί να αναπτύξει φοβίες για τα τέρατα και το σκοτάδι, γι΄ αυτό και είναι αρκετά συνήθεις οι νυχτερινές επισκέψεις στο κρεβάτι των γονιών.

Η εκδήλωση του άγχους στη νηπιακή ηλικία εκδηλώνεται με διαταραχές στον ύπνο και τη διατροφή, ενούρηση αλλά και εγκόπριση, μεταπτώσεις στη διάθεση και σωματοποιημένα συμπτώματα, όπως κεφαλαλγίες, γαστρεντερικές διαταραχές, (με κοιλιακά άλγη και επεισόδια εμέτων), δερματικά προβλήματα. Επίσης, ξεκινάνε τα γνωστά tantrums (κρίσεις οργής) και συνεχίζονται τα επεισόδια έντονου κλάματος.

Οι γονείς με υπομονή θα πρέπει να αγνοήσουν τις αρνητικές συμπεριφορές του παιδιού και να το μάθουν να κοινωνικοποιείται και να επικοινωνεί, αντιμετωπίζοντας τις άγνωστες γι΄ αυτό στρεσογόνες καταστάσεις.

 

Από 6- 12 ετών

Σχολικό άγχος: Με την έναρξη της σχολικής ηλικίας τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν άγνωστες υποχρεώσεις, στις οποίες μέχρι τότε δεν είχαν εξοικειωθεί. Τα παιδιά έχουν διαφορετικό αναπτυξιακό ρυθμό και το σύγχρονο ιδιαίτερα απαιτητικό, εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει υπομονή να τα περιμένει. Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, χαμηλό γνωστικό δυναμικό, μειωμένους ρυθμούς μάθησης, παρουσιάζουν έντονο άγχος στην καθημερινότητά τους.

Σχολικός εκφοβισμός: Όταν τα παιδιά είναι θύματα bullying το άγχος τους κορυφώνεται, ειδικά στο σχολικό περιβάλλον που μπορεί να οδηγήσει σε σχολική άρνηση και εγκατάλειψη του σχολείου.

Η εκδήλωση του άγχους στην παιδική ηλικία παρουσιάζεται με:

  1. Έντονη σωματοποίηση, (κεφαλαλγίες, γαστρεντερικά συμπτώματα, αυτοάνοσα νοσήματα, αλωπεκίαση).

  2. Διαταραχές στη συμπεριφορά, επιθετικότητα.

  3. Αδυναμία συγκέντρωσης.

  4. Πτώση των ακαδημαϊκών του επιδόσεων.

Οι γονείς θα πρέπει να βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους και να αντιλαμβάνονται την οποιαδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά τους. Συχνά τα παιδιά αγνοούν την αιτία του άγχους τους ή δυσκολεύονται να τη μοιραστούν με τους γονείς τους.

Επίσης, επειδή σε αυτές τις ηλικίες είναι πολύ ενοχικά, μπορεί να θεωρούν ότι φταίνε τα ίδια που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες τους όπως θα ήθελαν οι γονείς τους.

Εξηγήστε τους ότι είναι φυσιολογικό να βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα, ότι τα καταλαβαίνετε και προσπαθήστε να βρείτε μαζί τρόπους αντιμετώπισης του άγχους τους.

 

Από 12-18 ετών

Σε αυτή την ηλικιακή φάση που η ωριμότητα των παιδιών και η απεξάρτηση από τους γονείς βρίσκεται σε εξέλιξη, τα άγχη τους είναι ποικίλα. Οι αλλαγές που παρατηρούν στο σώμα τους, στα συναισθήματά τους, η παιδική ηλικία που αφήνουν σιγά-σιγά, μαζί με την ανεμελιά και την οικογενειακή ασφάλεια συχνά τα τρομοκρατούν και τα φορτίζουν με αγχώδη συναισθήματα.

Ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν:

Άγχος επαγγελματικής αποκατάστασης: Η επαγγελματική αποκατάσταση στην Ελληνική κοινωνία είναι συνυφασμένη με την επιτυχία στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Συχνά μάλιστα, ταυτίζεται με τα όνειρα και τις προσδοκίες ολόκληρης διαγενεακής αλυσίδας, δημιουργώντας στον έφηβο μεγαλύτερες προσδοκίες και συνεπώς μεγαλύτερο άγχος.

Κοινωνικό άγχος: Oι κοινωνικές σχέσεις για τους εφήβους έχουν πρωταρχική σημασία. Έχουν έντονα την ανάγκη να νιώθουν αποδεκτοί και να ανήκουν σε ομοιογενείς ομάδες συνομηλίκων. Η δυσκολία τους να ενταχθούν σε μια ομάδα αποτελεί ιδιαίτερα στρεσογόνο κατάσταση για την εφηβική ηλικία.

Η επαφή με το άλλο φύλο, είναι μια καινούργια και άγνωστη συναισθηματική διεργασία για τα παιδιά που τα φορτίζει με έντονα συναισθήματα.

Το άγχος στους εφήβους εκδηλώνεται με:

  1. Διαταραχές συμπεριφοράς.

  2. Εριστικότητα – επιθετικότητα.

  3. Διαταραχές ύπνου.

  4. Διαταραχές Διατροφής.

  5. Απάθεια-αποφυγή.

  6. Χρήση αλκοόλ-ουσιών.

  7. Σωματικά ενοχλήματα.

  8. Πτώση των σχολικών τους επιδόσεων.

 

«Οι γονείς προκειμένου να βοηθήσουν τα παιδιά τους να ξεπεράσουν τα φυσιολογικά άγχη αυτής της ηλικιακής φάσης, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι πρωταρχικός τους ρόλος ως γονείς, είναι να βοηθήσουν τα παιδιά τους να απεξαρτηθούν από αυτούς και να γίνουν αυτόνομες προσωπικότητες.

Αυτό χρειάζεται αρκετή ωριμότητα από τους γονείς γιατί θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τα δικά τους άγχη εγκατάλειψης, μοναξιάς και τα επιπλέον άγχη της μέσης ηλικίας, που χρονικά συμπίπτει με την εφηβεία των παιδιών» τονίζει η κ. Κωνσταντοπούλου.

«Σε όλες τις αναπτυξιακές βαθμίδες είναι αυτονόητο, πως μπορούν να εμφανιστούν επιπλέον εξωγενή και στρεσογόνα γεγονότα. Τέτοια είναι το διαζύγιο, η γέννηση ενός παιδιού, αρρώστια ή πένθος ενός συγγενικού προσώπου, μετακόμιση, οικονομική δυσχέρεια της οικογένειας κ.ο.κ..

Τα παιδιά θα εμφανίσουν αγχώδη συμπτωματολογία που θα αντιστοιχεί στην ηλικιακή φάση που θα βρίσκονται. Οι γονείς δείχνουν και μαθαίνουν στα παιδιά τους πώς να αντιμετωπίζουν τις αγχογόνες καταστάσεις της ζωής τους. Αν και οι ίδιοι δυσκολεύονται, καλό θα είναι να απευθυνθούν σε ειδικούς, ώστε να μεγαλώσουν ψυχικά υγιή παιδιά, που θα εξελιχθούν σε ψυχικά υγιείς ενήλικες» καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Αίτια και αντιμετώπιση της βίας σε παιδιά και εφήβους

Αίτια και αντιμετώπιση της βίας σε παιδιά και εφήβους

Δευτέρα, 19/01/2026 - 20:58

Τα περιστατικά βίας σε παιδιά και εφήβους που βλέπουν το φως της δημοσιότητας πληθαίνουν το τελευταίο διάστημα, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά για το φαινόμενο που παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις.
Ανεργία και κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, μεταξύ άλλων, φαίνεται ότι έχουν αυξήσει τα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία τελικά εκδηλώνονται με βίαιες συμπεριφορές. Ναι μεν οι κρατικές παρεμβάσεις είναι ύψιστης σημασίας, αλλά ο πυρήνας της πρόληψης βρίσκεται στην οικογένεια.
«Παρατηρούμε μία αύξηση των περιστατικών βίας, με τη μέση ηλικία των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτά να μειώνεται. Παράλληλα, βλέπουμε πλέον συχνότερα παιδιά με εναντιωματική διαταραχή, δηλαδή παιδιά που αντιδρούν και εναντιώνονται σε οτιδήποτε, είτε με λεκτική, είτε με σωματική επιθετικότητα. Πρόκειται για δύο φαινόμενα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους», αναφέρει η κ.
Φρίντα Κωνσταντοπούλου, Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ.
 

Η υπερπροσφορά
Η εναντίωση οφείλεται κατά κύριο λόγο σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, ωστόσο υπάρχουν διαταραχές που καθιστούν τα παιδιά πιο ευάλωτα σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Σε κάθε περίπτωση το οικογενειακό περιβάλλον παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συχνά “γεννιέται” και μέσα στο οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί.
«Το γεγονός ότι δεν τίθενται όρια και ότι παρέχουμε πλέον στα παιδιά τα πάντα προκαλούν την εναντίωση των παιδιών, τα οποία αρνούνται κάθε υποχρέωση, από πολύ μικρές ηλικίες, όπως π.χ. το ντύσιμο, το μπάνιο, το διάβασμα κ.ά.. Πρόκειται, λοιπόν, για μία αντίσταση στους κανόνες και τα “πρέπει”, η οποία στην εφηβεία λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε τέτοιες συνθήκες δεν έχουν κίνητρα και στη συνέχεια θα χειραγωγηθούν σε διάφορες μορφές βίας, είτε είναι οπαδική, είτε ρατσιστική, είτε πολιτική. Αναλόγως με το περιβάλλον στο οποίο θα τύχει να βρεθούν, θα εκδηλώσουν τα αρνητικά συναισθήματά τους. Γιατί η βία εκδηλώνει ακραία αρνητικά συναισθήματα, όπως στεναχώρια, θυμό, απελπισία», εξηγεί η ειδικός.

 

Η συναισθηματική παραμέληση
Προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά από μία άκρως αντίθετη αφετηρία, κινούνται και τα παιδιά που είναι συναισθηματικά παραμελημένα ή έχουν υποστεί βία από την οικογένεια ή από το ευρύτερο περιβάλλον.
Όταν υπάρχει ενδοοικογενειακή βία ή/και κακοποίηση τότε τα παιδιά μαθαίνουν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Παιδιά με ιδιαιτερότητες και δυσκολίες που έχουν υποστεί βία στο σχολείο, όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον, που θα τους δώσει την άνεση, θα συμπεριφερθούν αντίστοιχα. Τα παιδιά μαθαίνουν να ζουν με τη βία και την υπομένουν εκεί όπου δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν, ενώ την εκδηλώνουν εκεί όπου έχουν τα περιθώρια. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος της βίας.
«Είναι προφανές ότι η βία γεννάει βία, ενώ η συναισθηματική παραμέληση προκαλεί αρνητικά συναισθήματα. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να κρατάμε και ένα μέτρο σε αυτά που προσφέρουμε στα παιδιά, έτσι ώστε να τους δίνουμε ένα κίνητρο για να κάνουν όνειρα και να προχωρήσουν στη ζωή τους. Γιατί σε περίπτωση που δεν έχουν κίνητρα, αναζητούν άλλους τρόπους για να δώσουν νόημα στη ζωή και την ύπαρξή τους και συχνά γίνονται ευάλωτα στη χειραγώγηση», εξηγεί η κ. Κωνσταντοπούλου.
Όπως η ίδια επισημαίνει, όταν τα παιδιά μαθαίνουν να αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα μέσα στην οικογένεια, θα απαιτήσουν το ίδιο και από το σχολείο, ή από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό πλαίσιο βρεθούν. Σύμφωνα με αυτό το αίσθημα παντοδυναμίας, δημιουργείται ένα συναισθηματικό κενό, γιατί τίποτα δεν έχει νόημα, κατά συνέπεια το να εκδηλώσουν βία και να προβούν σε παράνομες και προκλητικές πράξεις, αποτελεί μια πρόκληση στη ζωή τους.

 

Ο φανατισμός
Ο φανατισμός μιας οικογένειας ή ενός γονέα με μία ομάδα, για παράδειγμα, μπορεί να ενισχύσει τις εκδηλώσεις βίας των παιδιών, τα οποία ακολουθούν τα πρότυπα που έχουν στο περιβάλλον τους.
Όπως τονίζει η ειδικός, οι φανατισμοί όλων των ειδών προκαλούν δυσκολίες στην ατομική και κοινωνική εξέλιξη των παιδιών. Ωστόσο, το να ασχολείται κανείς με ένα άθλημα και ακόμα περισσότερο το να αθλείται ο ίδιος έχει θετική επίδραση, καθώς ο αθλητισμός μαθαίνει στα παιδιά την πειθαρχία και δίνει νόημα στη ζωή τους. Ακόμη και αργότερα, το να παρακολουθούν υγιώς ένα άθλημα ή μία ομάδα και να συμμετέχουν σε υγιή ανταγωνισμό έχει θετικό αντίκτυπο στην εξέλιξή τους, καθώς και στην ομαλή κοινωνικοποίησή τους.

 

Η εξοικείωση με τη βία
Η εξοικείωση των παιδιών με τη βία είναι άλλο ένα στοιχείο το οποίο συμβάλλει στην εμφάνιση βίαιων συμπεριφορών. Τα video games και οι ταινίες, σε μια προσπάθεια να προκαλέσουν ενδιαφέρον, συχνά κατακλύζονται από βία και αποτελούν ένα σημαντικό πεδίο εξοικείωσης των παιδιών με αυτή. Ναι μεν αντιλαμβάνονται, ότι πρόκειται για φαντασία και ότι αυτό δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό, αλλά το πρόβλημα είναι ότι η εξοικείωση, δρα υποσυνείδητα, με ένα αίσθημα απάθειας, απέναντι σε δυσάρεστα γεγονότα, που αφορούν συνανθρώπους τους.
 

Τα “καμπανάκια” κινδύνου
Οι γονείς πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, έτσι ώστε να αντιληφθούν έγκαιρα τις τάσεις για βίαιες συμπεριφορές των παιδιών τους και να παρέμβουν, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.
«Από μικρή ηλικία, όταν βλέπουν ότι υπάρχει έντονη εκδήλωση συναισθημάτων πρέπει να θορυβούνται. Η επιθετικότητα προς τα ζώα είναι μία από τις πρώτες εκδηλώσεις εναντιωματικής διαταραχής και παραβατικής συμπεριφοράς. Η παρενόχληση των πιο αδύναμων ή “διαφορετικών” συνομηλίκων είναι επίσης ένα “καμπανάκι”. Μπαίνοντας στην εφηβεία, τα χαρακτηριστικά αυτά γίνονται πιο έντονα, ενώ οι εκδηλώσεις βίας μπορεί να επεκταθούν και μέσα στο σπίτι», αναφέρει η ειδικός, υπογραμμίζοντας ότι «οι γονείς δεν πρέπει να δείχνουν καμία ανοχή και στρουθοκαμηλισμό στις βίαιες συμπεριφορές».

Τι πρέπει να κάνουν
Τα παιδιά που εκδηλώνουν βία αντιμετωπίζουν, συναισθηματικές, ακαδημαϊκές ή άλλες δυσκολίες. Η κ. Κωνσταντοπούλου εξηγεί πού πρέπει να εστιάσουν οι γονείς έτσι ώστε να προλάβουν ή να εντοπίσουν τις δυσκολίες που προκαλούν τη βίαιη συμπεριφορά των παιδιών τους, η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί στην παιδική ηλικία, θα συνεχίσει να εκδηλώνεται στην ενήλικη ζωή:
· Από πολύ μικρή ηλικία οι γονείς θα πρέπει να είναι πολύ κοντά και να μιλάνε με τα παιδιά τους. Να παρακολουθούν, με διακριτικότητα τη ζωή τους. Η επικοινωνία με τα παιδιά μπορεί να δώσει λύση στις δυσκολίες τους, ενώ παράλληλα μπορεί να δημιουργήσει τον ηθικό φραγμό που δεν επιτρέπει βίαιες συμπεριφορές, έστω κι αν υπάρχει αυτή η τάση. Σημαντικό ακόμα ρόλο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών αποτελεί η καλλιέργεια της ενσυναίσθησής τους, της ικανότητας δηλαδή να συμπάσχουν με τα συναισθήματα των ανθρώπων, με τους οποίους συναναστρέφονται.
· Συχνά όταν οι γονείς βλέπουν την αντιδραστικότητα και τη βιαιότητα των παιδιών να γίνονται πολύ έντονες, φτάνουν στο άλλο άκρο και γίνονται και οι ίδιοι επιθετικοί, προκειμένου να επιβληθούν. Ωστόσο, είναι προφανές ότι όταν τραβούν και οι δύο το σκοινί κάποια στιγμή θα σπάσει, με δυσάρεστα για όλους αποτελέσματα. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο λάθος. Τα παιδιά γίνονται ακόμη πιο αντιδραστικά και χάνεται εντελώς η επικοινωνία μαζί τους.
· Εάν το πρόβλημα δεν γίνει αντιληπτό στην παιδική ηλικία, τότε θα γίνει στην εφηβεία, κατά την οποία οι οποιεσδήποτε δυσκολίες λαμβάνουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι γονείς θα πρέπει να προσεγγίζουν τους εφήβους με πολύ καλό και ήρεμο τρόπο και να διατηρούν την επικοινωνία στη καθημερινότητά τους, έτσι ώστε να εντοπιστούν τα προβλήματα και να αντιμετωπιστούν. Παρά τη φαινομενικά αντίθετη συμπεριφορά τους, τα παιδιά είναι πάντα διαθέσιμα και πάντα ένα κομμάτι τους περιμένει αυτήν την προσέγγιση.
· Σε περιπτώσεις που οι γονείς δεν μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά, το άτομο που προσεγγίζει τα παιδιά, τα υποστηρίζει και τα ενισχύει συναισθηματικά ενδέχεται να είναι κάποιο άλλο πρόσωπο, είτε από το οικογενειακό ή σχολικό περιβάλλον, είτε από τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες. Αυτός είναι, επίσης, ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή: ένας άνθρωπος που ακούει, χωρίς να κατακρίνει, που υποστηρίζει και βοηθάει το παιδί στη διαδικασία της ωρίμανσης. Ένα παιδί που χάνει το ενδιαφέρον του, που εκδηλώνει επιθετικότητα, ακόμα και μέσα στο σπίτι, πρέπει να υποστηριχθεί.

«Όσο πιο νωρίς εντοπιστούν τα συμπτώματα και αντιμετωπιστούν, τόσο το καλύτερο. Πολλές φορές οι γονείς αγνοούν και υποτιμούν τα συμπτώματα. Η πεποίθηση ότι το παιδί θα μεγαλώσει και θα αλλάξει συνήθως αποδεικνύεται λανθασμένη» καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Τι συμβαίνει όταν το παιδί δεν θέλει να πάει σχολείο;

Τρίτη, 19/09/2023 - 10:23

Ο Σεπτέμβριος φέρνει και το άνοιγμα των σχολείων στη χώρα μας και πολλοί γονείς θα έρθουν αντιμέτωποι με την άρνηση του παιδιού τους να πάει στο σχολείο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις αλλά και σύγχυση για τον τρόπο αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η άρνηση και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;
«Καταρχήν πρέπει να τονιστεί ότι είναι, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, αρκετά συχνή. Επηρεάζει με σχεδόν την ίδια συχνότητα αγόρια και κορίτσια και διακρίνεται σε οξεία (1 μήνα – 1 έτος) και χρόνια (>1 έτος). Από τον παιδικό σταθμό έως και το λύκειο μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε σχολική βαθμίδα και όταν συμβαίνει σε μικρά παιδιά που βρίσκονται στη φάση της προσαρμογής, είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που δεν εμπνέει ανησυχία. Όμως, όταν  ένα παιδί ξαφνικά μέσα στη σχολική χρονιά δε θέλει να πάει στο σχολείο είναι δεδομένο ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει και αυτό  απαιτεί επείγουσα διερεύνηση» επισημαίνει η  Παιδοψυχίατρος - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ, Φρίντα Κωνσταντοπούλου και προσθέτει:
«Υπάρχουν πολλοί  λόγοι για την άρνηση αυτή, δυο βασικοί είναι: είτε δέχεται bullying, (εκφοβισμό, μη αποδοχή κλπ.) ή αντιμετωπίζει δυσκολία στο να συναναστραφεί κοινωνικά με τα υπόλοιπα παιδιά ή ακόμα και σε έναν συνδυασμό αυτών. Είναι πιθανό επίσης να αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες, αγχώδη διαταραχή με ή χωρίς σωματοποίηση, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα  (ΔΕΠΥ), ιδεοψυχαναγκαστική, καταθλιπτική διαταραχή, υπεραπασχόληση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές/διαδίκτυο ή εξάρτηση από ουσίες στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κοινωνικότητας πέφτουν θύματα bullying. Επίσης, θύματα bullying γίνονται συχνά τα παιδιά που έχουν κάποια διαφορετικότητα. Εάν παράλληλα αντιμετωπίζουν δυσκολία και τα ίδια στο να σταθούν κοινωνικά, τα πράγματα είναι τραγικά γι’ αυτά, οπότε η σχολική άρνηση είναι πάρα πολύ συχνή».

Η κ. Κωνσταντοπούλου διευκρινίζει ότι υπάρχουν και παιδιά, τα οποία χωρίς να έχουν δικά τους παθολογικά προβλήματα, δε θέλουν να πάνε στο σχολείο λόγω οικογενειακών ψυχοπιεστικών γεγονότων (π.χ. πένθος, διαζύγιο, οικονομικά προβλήματα). Στην περίπτωση αυτή θεωρούν την οικογένεια αδύναμη να τα αντιμετωπίσει και αναλαμβάνουν έναν παράδοξο, προστατευτικό ρόλο που τα κρατά στο σπίτι.
«Για παράδειγμα στην περίπτωση διαζυγίου, όπου η μαμά έχει μείνει μόνη της, ένα παιδί μπορεί να θέλει να μένει στο σπίτι, γιατί την αισθάνεται αδύναμη. Αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις συμβαίνει και όταν υπάρχει μια ασθένεια μέσα στο σπίτι. Οι γονείς  σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να καταστήσουν σαφές στα παιδιά ότι είναι δυνατοί και μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση», εξηγεί η κ.  Κωνσταντοπούλου και συνεχίζει:
«Η σχολική άρνηση είναι εντονότερη στην ηλικιακή ομάδα των 10-13 ετών αν και μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Σε αυτές τις ηλικίες τα παιδιά συνειδητοποιούν δυσκολίες της ζωής, ενώ παράλληλα έχουν μεγάλη ανάγκη τους συνομηλίκους τους. Εάν ένα παιδί δεν μπορεί να τους έχει στη ζωή του, είτε λόγω δικών του δυσκολιών είτε επειδή οι άλλοι δεν το αποδέχονται, αποφασίζει να παραμείνει μέσα στο σπίτι. Είναι σημαντικό οι γονείς να παρακολουθούν τα παιδιά τους καθώς εμφανίζουν καιρό πριν τη σχολική άρνηση προσυμπτώματα, όπως οι δικαιολογίες για να μην πάνε σχολείο (π.χ. πονάει η κοιλιά τους), εριστικές συμπεριφορές κ.ά.
Τρόποι αντιμετώπισης

«Πρέπει να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των γονέων και των παιδιών ώστε το παιδί να μιλήσει για το πρόβλημά του στους γονείς του και εφόσον πρόκειται για κάτι που μαζί  μπορούν να αντιμετωπίσουν (π.χ. bullying), το πρόβλημα τελειώνει εκεί. Αν το παιδί δεν εκφράζεται, θα πρέπει να απευθυνθούν σε έναν ειδικό προκειμένου να βρεθεί λύση.

Πολλές φορές οι γονείς, θυμώνουν με τη συμπεριφορά του παιδιού τους και το μαλώνουν. Όμως αυτό επιβαρύνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα του παιδιού και το οδηγεί στο να πάψει να το επικοινωνεί. Είναι σημαντικό οι γονείς να στέκονται στο πλευρό του παιδιού τους, χωρίς να το κρίνουν και χωρίς να επιρρίπτουν ευθύνες στον εαυτό τους γι’ αυτό που συμβαίνει.
Σε κάθε περίπτωση η αντιμετώπιση είναι ανάλογη με την αιτία. Στην περίπτωση του bullying, εάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εντός του σχολικού χώρου, το παιδί μπορεί ακόμα και να αλλάξει σχολείο. Όσον αφορά άλλες δυσκολίες οι γονείς θα πρέπει να απευθυνθούν σε ειδικό παιδοψυχίατρο, ο οποίος θα τους κατευθύνει ανάλογα. Βέβαια υπάρχουν και ορισμένες περιπτώσεις που ενδέχεται να χρειαστεί και φαρμακευτική αγωγή, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση μιας καταθλιπτικής ή ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής», καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.