Αίτια και αντιμετώπιση της βίας σε παιδιά και εφήβους

Αίτια και αντιμετώπιση της βίας σε παιδιά και εφήβους

Δευτέρα, 19/01/2026 - 20:58

Τα περιστατικά βίας σε παιδιά και εφήβους που βλέπουν το φως της δημοσιότητας πληθαίνουν το τελευταίο διάστημα, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά για το φαινόμενο που παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις.
Ανεργία και κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, μεταξύ άλλων, φαίνεται ότι έχουν αυξήσει τα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία τελικά εκδηλώνονται με βίαιες συμπεριφορές. Ναι μεν οι κρατικές παρεμβάσεις είναι ύψιστης σημασίας, αλλά ο πυρήνας της πρόληψης βρίσκεται στην οικογένεια.
«Παρατηρούμε μία αύξηση των περιστατικών βίας, με τη μέση ηλικία των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτά να μειώνεται. Παράλληλα, βλέπουμε πλέον συχνότερα παιδιά με εναντιωματική διαταραχή, δηλαδή παιδιά που αντιδρούν και εναντιώνονται σε οτιδήποτε, είτε με λεκτική, είτε με σωματική επιθετικότητα. Πρόκειται για δύο φαινόμενα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους», αναφέρει η κ.
Φρίντα Κωνσταντοπούλου, Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ.
 

Η υπερπροσφορά
Η εναντίωση οφείλεται κατά κύριο λόγο σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, ωστόσο υπάρχουν διαταραχές που καθιστούν τα παιδιά πιο ευάλωτα σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Σε κάθε περίπτωση το οικογενειακό περιβάλλον παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συχνά “γεννιέται” και μέσα στο οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί.
«Το γεγονός ότι δεν τίθενται όρια και ότι παρέχουμε πλέον στα παιδιά τα πάντα προκαλούν την εναντίωση των παιδιών, τα οποία αρνούνται κάθε υποχρέωση, από πολύ μικρές ηλικίες, όπως π.χ. το ντύσιμο, το μπάνιο, το διάβασμα κ.ά.. Πρόκειται, λοιπόν, για μία αντίσταση στους κανόνες και τα “πρέπει”, η οποία στην εφηβεία λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε τέτοιες συνθήκες δεν έχουν κίνητρα και στη συνέχεια θα χειραγωγηθούν σε διάφορες μορφές βίας, είτε είναι οπαδική, είτε ρατσιστική, είτε πολιτική. Αναλόγως με το περιβάλλον στο οποίο θα τύχει να βρεθούν, θα εκδηλώσουν τα αρνητικά συναισθήματά τους. Γιατί η βία εκδηλώνει ακραία αρνητικά συναισθήματα, όπως στεναχώρια, θυμό, απελπισία», εξηγεί η ειδικός.

 

Η συναισθηματική παραμέληση
Προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά από μία άκρως αντίθετη αφετηρία, κινούνται και τα παιδιά που είναι συναισθηματικά παραμελημένα ή έχουν υποστεί βία από την οικογένεια ή από το ευρύτερο περιβάλλον.
Όταν υπάρχει ενδοοικογενειακή βία ή/και κακοποίηση τότε τα παιδιά μαθαίνουν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Παιδιά με ιδιαιτερότητες και δυσκολίες που έχουν υποστεί βία στο σχολείο, όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον, που θα τους δώσει την άνεση, θα συμπεριφερθούν αντίστοιχα. Τα παιδιά μαθαίνουν να ζουν με τη βία και την υπομένουν εκεί όπου δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν, ενώ την εκδηλώνουν εκεί όπου έχουν τα περιθώρια. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος της βίας.
«Είναι προφανές ότι η βία γεννάει βία, ενώ η συναισθηματική παραμέληση προκαλεί αρνητικά συναισθήματα. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να κρατάμε και ένα μέτρο σε αυτά που προσφέρουμε στα παιδιά, έτσι ώστε να τους δίνουμε ένα κίνητρο για να κάνουν όνειρα και να προχωρήσουν στη ζωή τους. Γιατί σε περίπτωση που δεν έχουν κίνητρα, αναζητούν άλλους τρόπους για να δώσουν νόημα στη ζωή και την ύπαρξή τους και συχνά γίνονται ευάλωτα στη χειραγώγηση», εξηγεί η κ. Κωνσταντοπούλου.
Όπως η ίδια επισημαίνει, όταν τα παιδιά μαθαίνουν να αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα μέσα στην οικογένεια, θα απαιτήσουν το ίδιο και από το σχολείο, ή από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό πλαίσιο βρεθούν. Σύμφωνα με αυτό το αίσθημα παντοδυναμίας, δημιουργείται ένα συναισθηματικό κενό, γιατί τίποτα δεν έχει νόημα, κατά συνέπεια το να εκδηλώσουν βία και να προβούν σε παράνομες και προκλητικές πράξεις, αποτελεί μια πρόκληση στη ζωή τους.

 

Ο φανατισμός
Ο φανατισμός μιας οικογένειας ή ενός γονέα με μία ομάδα, για παράδειγμα, μπορεί να ενισχύσει τις εκδηλώσεις βίας των παιδιών, τα οποία ακολουθούν τα πρότυπα που έχουν στο περιβάλλον τους.
Όπως τονίζει η ειδικός, οι φανατισμοί όλων των ειδών προκαλούν δυσκολίες στην ατομική και κοινωνική εξέλιξη των παιδιών. Ωστόσο, το να ασχολείται κανείς με ένα άθλημα και ακόμα περισσότερο το να αθλείται ο ίδιος έχει θετική επίδραση, καθώς ο αθλητισμός μαθαίνει στα παιδιά την πειθαρχία και δίνει νόημα στη ζωή τους. Ακόμη και αργότερα, το να παρακολουθούν υγιώς ένα άθλημα ή μία ομάδα και να συμμετέχουν σε υγιή ανταγωνισμό έχει θετικό αντίκτυπο στην εξέλιξή τους, καθώς και στην ομαλή κοινωνικοποίησή τους.

 

Η εξοικείωση με τη βία
Η εξοικείωση των παιδιών με τη βία είναι άλλο ένα στοιχείο το οποίο συμβάλλει στην εμφάνιση βίαιων συμπεριφορών. Τα video games και οι ταινίες, σε μια προσπάθεια να προκαλέσουν ενδιαφέρον, συχνά κατακλύζονται από βία και αποτελούν ένα σημαντικό πεδίο εξοικείωσης των παιδιών με αυτή. Ναι μεν αντιλαμβάνονται, ότι πρόκειται για φαντασία και ότι αυτό δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό, αλλά το πρόβλημα είναι ότι η εξοικείωση, δρα υποσυνείδητα, με ένα αίσθημα απάθειας, απέναντι σε δυσάρεστα γεγονότα, που αφορούν συνανθρώπους τους.
 

Τα “καμπανάκια” κινδύνου
Οι γονείς πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, έτσι ώστε να αντιληφθούν έγκαιρα τις τάσεις για βίαιες συμπεριφορές των παιδιών τους και να παρέμβουν, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.
«Από μικρή ηλικία, όταν βλέπουν ότι υπάρχει έντονη εκδήλωση συναισθημάτων πρέπει να θορυβούνται. Η επιθετικότητα προς τα ζώα είναι μία από τις πρώτες εκδηλώσεις εναντιωματικής διαταραχής και παραβατικής συμπεριφοράς. Η παρενόχληση των πιο αδύναμων ή “διαφορετικών” συνομηλίκων είναι επίσης ένα “καμπανάκι”. Μπαίνοντας στην εφηβεία, τα χαρακτηριστικά αυτά γίνονται πιο έντονα, ενώ οι εκδηλώσεις βίας μπορεί να επεκταθούν και μέσα στο σπίτι», αναφέρει η ειδικός, υπογραμμίζοντας ότι «οι γονείς δεν πρέπει να δείχνουν καμία ανοχή και στρουθοκαμηλισμό στις βίαιες συμπεριφορές».

Τι πρέπει να κάνουν
Τα παιδιά που εκδηλώνουν βία αντιμετωπίζουν, συναισθηματικές, ακαδημαϊκές ή άλλες δυσκολίες. Η κ. Κωνσταντοπούλου εξηγεί πού πρέπει να εστιάσουν οι γονείς έτσι ώστε να προλάβουν ή να εντοπίσουν τις δυσκολίες που προκαλούν τη βίαιη συμπεριφορά των παιδιών τους, η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί στην παιδική ηλικία, θα συνεχίσει να εκδηλώνεται στην ενήλικη ζωή:
· Από πολύ μικρή ηλικία οι γονείς θα πρέπει να είναι πολύ κοντά και να μιλάνε με τα παιδιά τους. Να παρακολουθούν, με διακριτικότητα τη ζωή τους. Η επικοινωνία με τα παιδιά μπορεί να δώσει λύση στις δυσκολίες τους, ενώ παράλληλα μπορεί να δημιουργήσει τον ηθικό φραγμό που δεν επιτρέπει βίαιες συμπεριφορές, έστω κι αν υπάρχει αυτή η τάση. Σημαντικό ακόμα ρόλο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών αποτελεί η καλλιέργεια της ενσυναίσθησής τους, της ικανότητας δηλαδή να συμπάσχουν με τα συναισθήματα των ανθρώπων, με τους οποίους συναναστρέφονται.
· Συχνά όταν οι γονείς βλέπουν την αντιδραστικότητα και τη βιαιότητα των παιδιών να γίνονται πολύ έντονες, φτάνουν στο άλλο άκρο και γίνονται και οι ίδιοι επιθετικοί, προκειμένου να επιβληθούν. Ωστόσο, είναι προφανές ότι όταν τραβούν και οι δύο το σκοινί κάποια στιγμή θα σπάσει, με δυσάρεστα για όλους αποτελέσματα. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο λάθος. Τα παιδιά γίνονται ακόμη πιο αντιδραστικά και χάνεται εντελώς η επικοινωνία μαζί τους.
· Εάν το πρόβλημα δεν γίνει αντιληπτό στην παιδική ηλικία, τότε θα γίνει στην εφηβεία, κατά την οποία οι οποιεσδήποτε δυσκολίες λαμβάνουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι γονείς θα πρέπει να προσεγγίζουν τους εφήβους με πολύ καλό και ήρεμο τρόπο και να διατηρούν την επικοινωνία στη καθημερινότητά τους, έτσι ώστε να εντοπιστούν τα προβλήματα και να αντιμετωπιστούν. Παρά τη φαινομενικά αντίθετη συμπεριφορά τους, τα παιδιά είναι πάντα διαθέσιμα και πάντα ένα κομμάτι τους περιμένει αυτήν την προσέγγιση.
· Σε περιπτώσεις που οι γονείς δεν μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά, το άτομο που προσεγγίζει τα παιδιά, τα υποστηρίζει και τα ενισχύει συναισθηματικά ενδέχεται να είναι κάποιο άλλο πρόσωπο, είτε από το οικογενειακό ή σχολικό περιβάλλον, είτε από τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες. Αυτός είναι, επίσης, ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή: ένας άνθρωπος που ακούει, χωρίς να κατακρίνει, που υποστηρίζει και βοηθάει το παιδί στη διαδικασία της ωρίμανσης. Ένα παιδί που χάνει το ενδιαφέρον του, που εκδηλώνει επιθετικότητα, ακόμα και μέσα στο σπίτι, πρέπει να υποστηριχθεί.

«Όσο πιο νωρίς εντοπιστούν τα συμπτώματα και αντιμετωπιστούν, τόσο το καλύτερο. Πολλές φορές οι γονείς αγνοούν και υποτιμούν τα συμπτώματα. Η πεποίθηση ότι το παιδί θα μεγαλώσει και θα αλλάξει συνήθως αποδεικνύεται λανθασμένη» καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.

Τι συμβαίνει όταν το παιδί δεν θέλει να πάει σχολείο;

Τρίτη, 19/09/2023 - 10:23

Ο Σεπτέμβριος φέρνει και το άνοιγμα των σχολείων στη χώρα μας και πολλοί γονείς θα έρθουν αντιμέτωποι με την άρνηση του παιδιού τους να πάει στο σχολείο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις αλλά και σύγχυση για τον τρόπο αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η άρνηση και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;
«Καταρχήν πρέπει να τονιστεί ότι είναι, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, αρκετά συχνή. Επηρεάζει με σχεδόν την ίδια συχνότητα αγόρια και κορίτσια και διακρίνεται σε οξεία (1 μήνα – 1 έτος) και χρόνια (>1 έτος). Από τον παιδικό σταθμό έως και το λύκειο μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε σχολική βαθμίδα και όταν συμβαίνει σε μικρά παιδιά που βρίσκονται στη φάση της προσαρμογής, είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που δεν εμπνέει ανησυχία. Όμως, όταν  ένα παιδί ξαφνικά μέσα στη σχολική χρονιά δε θέλει να πάει στο σχολείο είναι δεδομένο ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει και αυτό  απαιτεί επείγουσα διερεύνηση» επισημαίνει η  Παιδοψυχίατρος - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ, Φρίντα Κωνσταντοπούλου και προσθέτει:
«Υπάρχουν πολλοί  λόγοι για την άρνηση αυτή, δυο βασικοί είναι: είτε δέχεται bullying, (εκφοβισμό, μη αποδοχή κλπ.) ή αντιμετωπίζει δυσκολία στο να συναναστραφεί κοινωνικά με τα υπόλοιπα παιδιά ή ακόμα και σε έναν συνδυασμό αυτών. Είναι πιθανό επίσης να αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες, αγχώδη διαταραχή με ή χωρίς σωματοποίηση, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα  (ΔΕΠΥ), ιδεοψυχαναγκαστική, καταθλιπτική διαταραχή, υπεραπασχόληση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές/διαδίκτυο ή εξάρτηση από ουσίες στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κοινωνικότητας πέφτουν θύματα bullying. Επίσης, θύματα bullying γίνονται συχνά τα παιδιά που έχουν κάποια διαφορετικότητα. Εάν παράλληλα αντιμετωπίζουν δυσκολία και τα ίδια στο να σταθούν κοινωνικά, τα πράγματα είναι τραγικά γι’ αυτά, οπότε η σχολική άρνηση είναι πάρα πολύ συχνή».

Η κ. Κωνσταντοπούλου διευκρινίζει ότι υπάρχουν και παιδιά, τα οποία χωρίς να έχουν δικά τους παθολογικά προβλήματα, δε θέλουν να πάνε στο σχολείο λόγω οικογενειακών ψυχοπιεστικών γεγονότων (π.χ. πένθος, διαζύγιο, οικονομικά προβλήματα). Στην περίπτωση αυτή θεωρούν την οικογένεια αδύναμη να τα αντιμετωπίσει και αναλαμβάνουν έναν παράδοξο, προστατευτικό ρόλο που τα κρατά στο σπίτι.
«Για παράδειγμα στην περίπτωση διαζυγίου, όπου η μαμά έχει μείνει μόνη της, ένα παιδί μπορεί να θέλει να μένει στο σπίτι, γιατί την αισθάνεται αδύναμη. Αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις συμβαίνει και όταν υπάρχει μια ασθένεια μέσα στο σπίτι. Οι γονείς  σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να καταστήσουν σαφές στα παιδιά ότι είναι δυνατοί και μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση», εξηγεί η κ.  Κωνσταντοπούλου και συνεχίζει:
«Η σχολική άρνηση είναι εντονότερη στην ηλικιακή ομάδα των 10-13 ετών αν και μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Σε αυτές τις ηλικίες τα παιδιά συνειδητοποιούν δυσκολίες της ζωής, ενώ παράλληλα έχουν μεγάλη ανάγκη τους συνομηλίκους τους. Εάν ένα παιδί δεν μπορεί να τους έχει στη ζωή του, είτε λόγω δικών του δυσκολιών είτε επειδή οι άλλοι δεν το αποδέχονται, αποφασίζει να παραμείνει μέσα στο σπίτι. Είναι σημαντικό οι γονείς να παρακολουθούν τα παιδιά τους καθώς εμφανίζουν καιρό πριν τη σχολική άρνηση προσυμπτώματα, όπως οι δικαιολογίες για να μην πάνε σχολείο (π.χ. πονάει η κοιλιά τους), εριστικές συμπεριφορές κ.ά.
Τρόποι αντιμετώπισης

«Πρέπει να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των γονέων και των παιδιών ώστε το παιδί να μιλήσει για το πρόβλημά του στους γονείς του και εφόσον πρόκειται για κάτι που μαζί  μπορούν να αντιμετωπίσουν (π.χ. bullying), το πρόβλημα τελειώνει εκεί. Αν το παιδί δεν εκφράζεται, θα πρέπει να απευθυνθούν σε έναν ειδικό προκειμένου να βρεθεί λύση.

Πολλές φορές οι γονείς, θυμώνουν με τη συμπεριφορά του παιδιού τους και το μαλώνουν. Όμως αυτό επιβαρύνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα του παιδιού και το οδηγεί στο να πάψει να το επικοινωνεί. Είναι σημαντικό οι γονείς να στέκονται στο πλευρό του παιδιού τους, χωρίς να το κρίνουν και χωρίς να επιρρίπτουν ευθύνες στον εαυτό τους γι’ αυτό που συμβαίνει.
Σε κάθε περίπτωση η αντιμετώπιση είναι ανάλογη με την αιτία. Στην περίπτωση του bullying, εάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εντός του σχολικού χώρου, το παιδί μπορεί ακόμα και να αλλάξει σχολείο. Όσον αφορά άλλες δυσκολίες οι γονείς θα πρέπει να απευθυνθούν σε ειδικό παιδοψυχίατρο, ο οποίος θα τους κατευθύνει ανάλογα. Βέβαια υπάρχουν και ορισμένες περιπτώσεις που ενδέχεται να χρειαστεί και φαρμακευτική αγωγή, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση μιας καταθλιπτικής ή ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής», καταλήγει η κ. Κωνσταντοπούλου.