Εικόνες που μέχρι πρότινος συναντούσε κανείς μόνο σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας αποτελούν πλέον καθημερινότητα στη Σεντζέν της Κίνας. Οι τοπικές αρχές έχουν εντάξει στο δυναμικό τους αυτόνομα ρομποτικά συστήματα με τεχνητή νοημοσύνη, τα οποία συμμετέχουν ενεργά σε καθημερινές περιπολίες.
Στην περιοχή Μπαντιάν της περιφέρειας Λονγκγκάνγκ ξεκίνησε τη λειτουργία του ο πρώτος αστυνομικός σταθμός με ρομποτικό εξοπλισμό. Το δίκτυο επιτήρησης συνδυάζει: Ανθρωποειδή ρομπότ για άμεση αλληλεπίδραση και ρύθμιση της κυκλοφορίας. Τετράποδα ρομπότ και τροχοφόρα οχήματα για επίγειες περιπολίες. Drones και αυτόνομα οχήματα για εναέρια και συνεχή κάλυψη περιοχών.
Περιπολίες και έλεγχος κυκλοφορίας με AI
Τα ρομποτικά συστήματα κινούνται αυτόνομα σε προκαθορισμένα δρομολόγια, έχοντας τη δυνατότητα να εντοπίζουν ύποπτες συμπεριφορές, να λαμβάνουν σήματα κινδύνου και να συνδράμουν στην αναζήτηση αγνοουμένων. Παράλληλα, τα drones μεταδίδουν εικόνα σε πραγματικό χρόνο στο κεντρικό επιχειρησιακό δωμάτιο, όπου ανθρώπινοι χειριστές συντονίζουν τις δράσεις.
Η εφαρμογή της τεχνολογίας επεκτάθηκε και στη ρύθμιση της κυκλοφορίας έξω από σχολικά συγκροτήματα. Ανθρωποειδή ρομπότ εκτελούν χρέη τροχονόμου, αναγνωρίζοντας τους φωτεινούς σηματοδότες, κάνοντας σήματα στους οδηγούς και δίνοντας φωνητικές οδηγίες στους πεζούς.
Ενίσχυση, όχι αντικατάσταση των αστυνομικών
Οι αρμόδιες αρχές ξεκαθαρίζουν ότι τα ρομπότ δεν προορίζονται για να αντικαταστήσουν το ανθρώπινο προσωπικό. Ο ρόλος τους είναι επικουρικός, αναλαμβάνοντας τη συλλογή δεδομένων και τις επαναλαμβανόμενες περιπολίες ρουτίνας, ενώ η αξιολόγηση των περιστατικών και οι κρίσιμες αποφάσεις παραμένουν αποκλειστικά στα χέρια των αστυνομικών.
Με τις εφαρμογές αυτές, η Σεντζέν μετατρέπεται σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία δοκιμής της «ενσώματης τεχνητής νοημοσύνης» παγκοσμίως, όπου τα συστήματα AI αποκτούν φυσική παρουσία και αλληλεπιδρούν απευθείας με τους πολίτες στο αστικό περιβάλλον.
Μαχητές της Υεμένης φέρεται ότι επιδίωξαν να χρησιμοποιήσουν το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης «Claude» της Anthropic για την ανάπτυξη λογισμικού καθοδήγησης, ελέγχου και πλοήγησης των βαλλιστικών πυραύλων τους.
Στην ενημερωτική έκθεση για πιθανές απειλές που δημοσίευσε η Anthropic δεν κατονόμασε συγκεκριμένα τους υποστηριζόμενους από το Ιράν Χούθι. Ωστόσο, όπως μεταδίδουν οι Financial Times, ανέφερε ότι «εντόπισε έναν πυρήνα δραστών με έδρα το βόρειο τμήμα της Υεμένης» –μεγάλο μέρος της οποίας ελέγχεται από τους Χούθι– «η οποία διεξάγει τρία προγράμματα ανάπτυξης όπλων».
Η Anthropic επισήμανε ότι η ομάδα της Υεμένης επιδίωξε να αναπτύξει όπλα, μεταξύ των οποίων έναν βαλλιστικό πύραυλο πολλαπλών σταδίων, έναν πύραυλο πολλαπλών τύπων και έναν κατευθυνόμενο πύραυλο που χρησιμοποιούσε έναν «υπολογιστή πτήσης της κατηγορίας κοινού κινητού τηλεφώνου».
«Οι δράστες χρησιμοποίησαν τον Claude Code αντί για μηχανικούς λογισμικού για να αναπτύξουν το λογισμικό καθοδήγησης, πλοήγησης και ελέγχου που κατευθύνει και σταθεροποιεί ένα ιπτάμενο όχημα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Χρησιμοποίησαν το Claude για να ενσωματώσουν έναν αυτόματο πιλότο ανοιχτού κώδικα σε έναν υπολογιστή πτήσης τύπου κινητού τηλεφώνου, γράφοντας το λογισμικό ελέγχου και εκτίμησης θέσης, ρυθμίζοντας τις παραμέτρους ελέγχου, εκτελώντας μια διαδικασία ανάπτυξης υλικολογισμικού και πραγματοποιώντας προσομοίωση πτήσης».
Η Anthropic ανέφερε ότι τα μέτρα ασφαλείας της μπλόκαραν «πολλά από τα αιτήματά τους, αλλά όχι όλα», προσθέτοντας πως οι «δράστες χρησιμοποίησαν διάφορες τακτικές για να παρακάμψουν» τα μέτρα και να αποκρύψουν τον στόχο τους.
«Προσπάθησαν να κρύψουν τους στόχους τους και τα προϊόντα για τα οποία προοριζόταν το λογισμικό, και κατένειμαν την εργασία τους σε πολλαπλές συνεδρίες, ώστε καμία μεμονωμένη συνεδρία να μην αποκαλύπτει την πλήρη πρόθεσή τους».
«Δεν διαθέτουμε στοιχεία ότι οι δράστες κατάφεραν να θέσουν σε λειτουργία κάποια επιχειρησιακή συσκευή. Ωστόσο, πραγματοποίησαν δοκιμαστική εκτόξευση ενός κατευθυνόμενου πυραύλου», ανέφερε στην έκθεσή της η Anthropic. «Αυτή η δοκιμή πεδίου φαίνεται να απέτυχε: μέσα σε λίγες ώρες, οι δράστες επέστρεψαν στο Claude για να διερευνήσουν τους λόγους της αποτυχίας».
Στην ίδια έκθεση η εταιρεία υποστηρίζει πως επιστήμονες έκαναν πολλαπλές προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν το «Claude» για την έρευνα βιολογικών όπλων.
Η έκθεση αναδεικνύει τους ολοένα και περισσότερους κινδύνους που εγκυμονεί η προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη σε λάθος χέρια.
Οι αμερικανικές εταιρείες ΑΙ, που βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή των παγκόσμιων εξελίξεων στο πεδίο, είναι αντιμέτωπες με μία διαρκή μάχη ώστε να διασφαλίσουν ότι τα εργαλεία αυτά δεν θα καταλήξουν σε ακατάλληλα χέρια και δεν θα χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις κατά της Αμερικής και των συμμάχων της.
Ρώσοι μαθηματικοί έβαλαν κάποια μοντέλα AI να επικοινωνούν μεταξύ τους. Όχι με τρόπο που το έκαναν μέχρι πρότινος, αλλά με κάτι που μοιάζει με «τηλεπάθεια μηχανών».
Να εξηγήσουμε.
Οι συγκεκριμένοι μαθηματικοί εργάζονται για μια startup που ονομάζεται Mostik, που στα ρωσικά σημαίνει «γέφυρα». Το όνομα δεν είναι τυχαίο, αφού η προσέγγισή τους επιτρέπει σε διαφορετικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας τα weights τους.
Τα weights είναι οι παράμετροι βάσει των οποίων καθορίζεται ο τρόπος που ένα prompt μετατρέπεται σε αποτέλεσμα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι δυνατότητες ενός μεγαλύτερου μοντέλου μπορούν να μεταφερθούν σε ένα μικρότερο, ενισχύοντας την «ευφυΐα» του πολύ πιο αποτελεσματικά.
Μια διαφορετική προσέγγιση για την εξέλιξη του AI
Η startup χρησιμοποίησε αυτή την προσέγγιση για να δημιουργήσει ένα μοντέλο που εκτοξεύτηκε στην κορυφή του ARC-AGI 3, ενός διαγωνισμού για μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολος.
Για να εκθέσουν τον τρόπο που λειτουργεί η ιδέα τους, δημιούργησαν μια «γέφυρα» ανάμεσα σε δύο κινεζικά μοντέλα ανοιχτών weights: τη μεγαλύτερη έκδοση του GLM-5.2, η οποία διαθέτει 753 δισεκατομμύρια παραμέτρους, και μια έκδοση του Qwen-3.5 με 4 δισεκατομμύρια παραμέτρους, η οποία μπορεί να λειτουργήσει σε κινητή συσκευή.
Το υβριδικό σύστημα που προέκυψε κοστίζει το ένα εικοστό του πλήρους μοντέλου GLM, ενώ οι επιδόσεις του βρίσκονται ακριβώς στη μέση μεταξύ των δύο.
«Είναι ευρέως γνωστό στη μηχανική μάθηση ότι οι συνδυασμοί μοντέλων αποδίδουν καλύτερα από τα μεμονωμένα μοντέλα», μου είπε η Σάσα Μαλίσεβα, CEO της Mostik, μιλώντας στο WIRED.
Αν αυτή η τεχνολογία χρησιμοποιηθεί ευρέως, θα μπορούσε να αυξήσει την αξία των μοντέλων ανοιχτών weights, επιτρέποντάς τους να ανταγωνιστούν αποτελεσματικότερα τα κλειστά, ιδιόκτητα μοντέλα που προσφέρουν κορυφαία εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης, όπως η Anthropic και η OpenAI.
Η CEO της εταιρείας, υποστηρίζει ότι ο συνδυασμός πολλών διαφορετικών μοντέλων μπορεί τελικά να αποδειχθεί καλύτερος τρόπος για την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης. «Προσωπικά δεν πιστεύω ότι στο μέλλον θα έχουμε ένα μονολιθικό μοντέλο ή ότι οι δυνατότητες των μοντέλων θα προκύπτουν από το scaling», είπε, αναφερόμενη στη στρατηγική της δημιουργίας ολοένα μεγαλύτερων μοντέλων και της τροφοδότησής τους με περισσότερα δεδομένα.
Κάτι που «θα χρειαζόταν χρόνια για να επιτευχθεί»
«Αν η Mostik καταστήσει δυνατή τη σύνδεση κορυφαίων μοντέλων με μοντέλα εξειδικευμένα σε συγκεκριμένους τομείς -για παράδειγμα στη βιολογία, τη φυσική και ούτω καθεξής- τότε θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν πολύ περισσότερα εξειδικευμένα μοντέλα», λέει ο Βλαντίμιρ Αρουσταμανιάν, τεχνικός επικεφαλής της εταιρείας λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης Lovable, ο οποίος γνωρίζει την ομάδα της Mostik. «Αυτή η ομάδα ασχολείται με αυτό εδώ και μόλις λίγους μήνες και ήδη έχει κάτι σε λειτουργία που θα υπέθετα ότι θα χρειαζόταν χρόνια για να επιτευχθεί».
Η τεχνική της Mostik σημαίνει ότι «μπορείς να προσεγγίσεις την ποιότητα ενός μεγάλου μοντέλου χωρίς το μεγάλο μοντέλο να χρειάζεται να διαχειρίζεται ολόκληρη τη διαδικασία, επιτυγχάνοντας σημαντικές βελτιώσεις απλώς με ένα μικρότερο μοντέλο να λειτουργεί παράλληλα», λέει ο Καρλ Τιλς, πρώην επιστήμονας υπολογιστών της Google DeepMind, ο οποίος γνωρίζει την τεχνολογία της εταιρείας.
Ο Στανισλάβ Σμιρνόφ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και κάτοχος του Μεταλλίου Fields του 2010, είναι ο επικεφαλής επιστήμονας της Mostik. Όπως λέει, το να βρεθεί κοινό έδαφος ανάμεσα σε δύο μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης είναι εκπληκτικά δύσκολο.
«Φαίνεται πως δεν υπάρχει ακόμη η κατάλληλη μαθηματική γλώσσα», λέει. Στο μεταξύ, η προσέγγιση της Mostik αποτελεί έναν τρόπο να «γεφυρωθεί» κυριολεκτικά αυτό το χάσμα.
Οι ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης σόκαραν τον κόσμο την Τρίτη (8/9), όταν παραδέχθηκαν δημοσίως ότι δεν είναι μηδενική η πιθανότητα η τεχνητή νοημοσύνη να αφανίσει την ανθρωπότητα μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Οι φόβοι για ένα «τέλος του κόσμου» που θα προκαλούσε η τεχνητή νοημοσύνη υπάρχουν εδώ και χρόνια, όμως καθώς η τεχνολογία γίνεται ολοένα ισχυρότερη και ενσωματώνεται βαθύτερα στην καθημερινή μας ζωή, οι προειδοποιήσεις αυτές περνούν πλέον στη δημόσια συζήτηση.
Όπως αναφέρει το Axios, ερευνητές της Anthropic κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτες εκδοχές υπερέξυπνης τεχνητής νοημοσύνης να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Συγκεκριμένα, ο ερευνητής της Anthropic Τζέικομπ Κόξον έγραψε στο X: «Καμία άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα δεν ενέχει τέτοιο επίπεδο κινδύνου».
Πώς θα μπορούσε να έρθει ο ΑΙ «Αρμαγεδδών»
Οι ειδικοί ανησυχούν γενικά για δύο βασικές διαδρομές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταστροφή: οι άνθρωποι να χρησιμοποιήσουν εξαιρετικά ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη ως όπλο ή οι άνθρωποι να χάσουν τον έλεγχο πάνω σε αυτήν.
Σε αυτά τα σενάρια, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να διευκολύνει κακόβουλους παράγοντες να δημιουργήσουν βιολογικά, χημικά ή άλλα όπλα. Εναλλακτικά, ανεξέλεγκτα συστήματα θα μπορούσαν να επιτεθούν σε υποδομές σε πρωτοφανή κλίμακα, αποφεύγοντας την ανθρώπινη εποπτεία.
Θεωρητικά, μια ισχυρή και ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ξεφύγει από την εποπτεία, να αναπαραχθεί και να αντισταθεί σε προσπάθειες απενεργοποίησής της. Μια τέτοια τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, θεωρητικά, να αναπτύξει βιολογικά ή χημικά όπλα για λογαριασμό κακόβουλων παραγόντων, να πραγματοποιήσει μια μαζική κυβερνοεπίθεση που θα παρέλυε τις υποδομές της ανθρωπότητας ή να συγκεντρώσει την εξουσία με τρόπο που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του πολιτισμού.
Μια ακόμη πιθανή διαδρομή που προκαλεί φόβο είναι η λεγόμενη αναδρομική αυτοβελτίωση, κατά την οποία μια τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία ολοένα ισχυρότερων εκδοχών του εαυτού της, προτού οι άνθρωποι προλάβουν να κατανοήσουν τι συμβαίνει.
Αν αυτή η θεωρητική τεχνητή νοημοσύνη δεν ήταν ευθυγραμμισμένη με τους ανθρώπινους στόχους, θα μπορούσε να περιορίσει τις πιθανότητες της ανθρωπότητας να την ελέγξει ή να την παρακολουθήσει προτού στραφεί εναντίον των ανθρώπων. Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, δήλωσε στο Axios ότι τα μοντέλα εξελίσσονται ταχύτερα απ’ όσο μπορούν να προβλέψουν οι άνθρωποι: «Αυτά τα μοντέλα γίνονται υπερανθρώπινα σε πολλές από τις ικανότητές τους και απλώς πλέουμε σε άγνωστα νερά».
Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να προσδιοριστεί με ακρίβεια η πιθανότητα η τεχνητή νοημοσύνη να αφανίσει την ανθρωπότητα. Ωστόσο, οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στον κλάδο συνήθως εκφράζουν τις εκτιμήσεις τους χρησιμοποιώντας μια συντομογραφία: p(doom).
Πιθανότητες των διαφορετικών ΑΙ «Αποκαλύψεων» (Axios)
Τι ακριβώς είναι το p(doom)
Ο όρος p(doom) αποτελεί συντομογραφία για την καλύτερη εκτίμηση της πιθανότητας η τεχνητή νοημοσύνη να προκαλέσει μια υπαρξιακή καταστροφή ή ένα σενάριο «Αποκάλυψης». Πολλοί ηγέτες και ερευνητές στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης θεωρούν ότι το p(doom) γίνεται ολοένα πιθανότερο με την εμφάνιση της τεχνητής γενικής νοημοσύνης (AGI), του προδρόμου της υπερευφυΐας.
Το τι σημαίνει «doom» εξαρτάται από το ποιον ρωτάς. Για ορισμένους σημαίνει κυριολεκτικά την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους. Για άλλους περιλαμβάνει την κατάρρευση του πολιτισμού ή την απώλεια του ανθρώπινου ελέγχου πάνω στην κοινωνία.
Οι πιθανότητες του p(doom) εξαρτώνται πραγματικά από το ποιον ρωτάς. Ο Ρόμαν Γιαμπόλσκι, επιστήμονας στον τομέα της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης, έχει εκτιμήσει την πιθανότητα στο 99,99%.
Ο ιδρυτής της AMI Labs, Γιαν ΛεΚουν, υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε εκτίμηση είναι στην πραγματικότητα μια εικασία, αλλά θεωρεί ότι το p(doom) είναι «πολύ λιγότερο πιθανό από ένα πυρηνικό Ολοκαύτωμα».
Άλλες εκτιμήσεις παρουσιάζουν εξίσου μεγάλη απόκλιση: ο Έλον Μασκ έχει τοποθετήσει το p(doom) περίπου στο 20%, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, έχει εκτιμήσει την πιθανότητα ενός καταστροφικού αποτελέσματος μεταξύ 10% και 25%.
Πιο πρόσφατα, ο «νονός» της τεχνητής νοημοσύνης Τζέφρι Χίντον τοποθέτησε την πιθανότητα μεταξύ 10% και 20%. Ο Χίντον δήλωσε στο CNN: «Όποιος εκτιμά πιθανότητες με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά κάνει μια αυθαίρετη εικασία. Απλώς δίνει το ένστικτό του».
Είναι ήδη εφικτή μια ΑΙ «Αποκάλυψη»;
Όχι ακόμη. Οι ειδικοί συμφωνούν γενικά ότι τα Claude, Grok και ChatGPT δεν σχεδιάζουν να βάλουν τέλος στον κόσμο. Η Διεθνής Έκθεση για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης του 2026, για παράδειγμα, ανέφερε ότι τα σημερινά συστήματα δεν είναι σε θέση να προκαλέσουν απώλεια του ανθρώπινου ελέγχου.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα έπρεπε να γίνει πολύ καλύτερη σε μακροπρόθεσμο αυτόνομο σχεδιασμό, απόκρυψη των ενεργειών της, αποφυγή της εποπτείας, απόκτηση πρόσβασης σε συστήματα του πραγματικού κόσμου και αντίσταση σε προσπάθειες τερματισμού της λειτουργίας της. Ωστόσο, υπάρχουν πρόσφατα παραδείγματα πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης που λειτουργούν αυτόνομα και σε ορισμένες περιπτώσεις κακόβουλα, ξεπερνώντας την ανθρώπινη κατανόηση, γεγονός που θυμίζει τους ανεξέλεγκτους πράκτορες AI τους οποίους φοβούνται ορισμένοι ερευνητές ως πιθανή οδό προς μια καταστροφή.
Ωστόσο, ο κόσμος πίσω από αυτές τις εκτιμήσεις για το p(doom) έχει αλλάξει δραματικά μέσα σε μόλις έναν χρόνο, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αιχμής έχει πραγματοποιήσει εντυπωσιακά άλματα στην αυτονομία, τις κυβερνοδυνατότητες και την ικανότητά της να επιταχύνει την ίδια την έρευνα στον τομέα της AI.
Ο Πολ Κριστιάνο, πρώην επικεφαλής του τμήματος ευθυγράμμισης της OpenAI, ο οποίος εντάχθηκε στο διοικητικό συμβούλιο και στην επιτροπή ασφάλειας της εταιρείας την Τετάρτη (9/9), δήλωσε ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες για την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης σε έναν ταχύτατο κύκλο αυτοβελτίωσης. «Αν δημιουργήσουμε υπερευφυΐα χωρίς πιο ισχυρή ευθυγράμμιση, περιμένω ότι θα χάσουμε οριστικά τον έλεγχό της», έγραψε ο Κριστιάνο. «Αν συμβεί αυτό, οι περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν να πεθάνουν».
Μπορεί να αποτραπεί το p(doom);
Οι ερευνητές εργάζονται ήδη πάνω σε τρόπους μείωσης του κινδύνου. Μία από τις προσεγγίσεις είναι οι άνθρωποι να δημιουργήσουν «διακόπτες έκτακτης ανάγκης» ή δικλίδες ασφαλείας που θα μπορούσαν να σταματήσουν ανεξέλεγκτους πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης.
Έκθεση της RAND τον περασμένο Απρίλιο παρουσίασε εννέα στρατηγικές περιορισμού του κινδύνου, με στόχο να αποτραπεί η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από κακόβουλους παράγοντες για τη δημιουργία θανατηφόρων βιολογικών όπλων, μεταξύ άλλων μέσω περισσότερων ελέγχων και δικλίδων ασφαλείας.
Εδώ, όμως, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα - και μάλιστα γρήγορα. Οι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης δέχονται πιέσεις από μετόχους, επενδυτές και διοικήσεις να αναπτύξουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα ισχυρότερα συστήματα. Οι δυσκολίες που σχετίζονται με τις εισαγωγές στο χρηματιστήριο θα μπορούσαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο αυτά τα κίνητρα.
Και τα πράγματα περιπλέκονται από το γεγονός ότι η Κίνα, αλλά και άλλες αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, αναπτύσσουν τα δικά τους ισχυρά μοντέλα, ορισμένα από τα οποία είναι open-weight και διατίθενται δωρεάν, προσφέροντας δυνητικά σε κακόβουλους παράγοντες μια ευκολότερη βάση για την ανάπτυξη επικίνδυνων εφαρμογών.
Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τις πιθανότητες μιας «Αποκάλυψης» από την τεχνητή νοημοσύνη, όμως οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι η πιθανότητα υπάρχει και δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ένα σημαντικό «ναι μεν, αλλά»
Όπως σημειώνει το Axios, βλέπουμε πώς μια εξειδικευμένη συζήτηση γύρω από το p(doom) έχει ξαφνικά μετατραπεί σε ένα πολύ πιο άμεσο ερώτημα για νομοθέτες, επενδυτές και εκατομμύρια απλούς ανθρώπους: Γιατί τρέχουμε προς μια τεχνολογία την οποία οι ίδιοι οι δημιουργοί της πιστεύουν ότι θα μπορούσε να μας καταστρέψει;
Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης μιλούν μια πιθανολογική «διάλεκτο» που ακούγεται εντελώς ξένη στους περισσότερους ανθρώπους. Μέσα σε ένα εργαστήριο, ένα p(doom) 10% μπορεί να αποτελεί έναν σύντομο τρόπο έκφρασης της τεράστιας αβεβαιότητας γύρω από μια πρωτοφανή τεχνολογία.
Στην καθημερινή ζωή, σχεδόν κανείς δεν θα αποδεχόταν έναν τέτοιο κίνδυνο από ένα αεροπλάνο, ένα φάρμακο ή έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Φανταστείτε τον επικεφαλής ασφάλειας της Boeing να σας λέει πριν από την απογείωση ότι υπάρχει μία πιθανότητα στις δέκα η επόμενη γενιά αεροσκαφών να οδηγήσει σε καταστροφή - και ότι η Boeing εξακολουθεί να μην ξέρει πώς να την καταστήσει ασφαλή.
Έτσι ακριβώς ακούγονται ολοένα περισσότερο αυτές οι προειδοποιήσεις εκτός των εργαστηρίων, ως συναγερμός για την ασφάλεια και όχι ως ένα θεωρητικό πιθανολογικό πείραμα. Στην Ουάσινγκτον, ο συναγερμός εντείνεται σταδιακά: ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς έχει προτείνει την απαγόρευση της υπερευφυΐας και συγκαλεί την επόμενη εβδομάδα γερουσιαστές για ενημέρωση σχετικά με τους «εξαιρετικούς κινδύνους» της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πολιτικός κίνδυνος είναι ότι οι Αμερικανοί είχαν ήδη αρχίσει να στρέφονται εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης λόγω των επιπτώσεών της στις θέσεις εργασίας, στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και στα κέντρα δεδομένων, πολύ πριν ο φόβος για την εξαφάνιση της ανθρωπότητας περάσει στο mainstream.
Δύο νέες έρευνες για την παραβίαση του Hugging Face* της OpenAI αποκαλύπτουν λεπτομέρειες τόσο παράξενες και τόσο ανησυχητικές που το επεισόδιο ήδη κατατάσσεται μεταξύ των πιο σοκαριστικών συνεπειών στην μέχρι τώρα ιστορία της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το Axios, που δημοσιοποίησε το περιστατικό, σχολιάζει, ότι αυτό που ξεκίνησε ως ένα σμήνος πρακτόρων (agents) Τεχνητής Νοημοσύνης που «έκλεψαν» σε ένα τεστ στον κυβερνοχώρο έχει γίνει ένα γεγονός για την πρωτοποριακή Τεχνητή Νοημοσύνη, το οποίο φέρνει ερευνητές και στελέχη μπροστά σε μια νέα κατανόηση του τι απαιτεί τώρα ο όρος «ασφάλεια».
Η OpenAI έχει ήδη επιβραδύνει την ανάπτυξη της ΤΝ σε μια προσπάθεια να αντιστοιχίσει την πρόοδο ακριβώς στον τομέα της ασφάλειας.
Πρόσφατα, μάλιστα, βοήθησε να συσπειρωθεί ο κλάδος πίσω από μια ανοιχτή επιστολή που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις κυβερνοεπιθέσεις οι οποίες υποστηρίζονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Περισσότερες από 100 εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των Anthropic και Google, υπέγραψαν την ασυνήθιστα – στον κόσμο του ανελέητου ανταγωνισμού – συνεργατική προσπάθεια, προειδοποιώντας ότι ο κόσμος έχει μόνο ένα «περιορισμένο παράθυρο» για να προετοιμαστεί για «πολύ πιο εκτεταμένες και εξελιγμένες» επιθέσεις.
Το εφιαλτικό σενάριο είναι ένα «σμήνος» πρακτόρων ΤΝ να απελευθερώνεται στον πραγματικό κόσμο και αυτόνομοι πράκτορες να επιτίθενται σε τράπεζες, νοσοκομεία, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή δίκτυα cloud με ταχύτητα και κλίμακα που οι χάκερ δεν θα μπορούσαν ποτέ.
Αυτό το σμήνος μπορεί να είναι πολύ ισχυρό για να το σταματήσουν οι άνθρωποι.
Τα συγκλονιστικά ευρήματα προέρχονται από παράλληλες έρευνες της OpenAI και μιας εξωτερικής ομάδας από τις METR και Redwood Research, η οποία αφιέρωσε έξι ημέρες ανακατασκευάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σχηματίστηκε, εξαπλώθηκε και εισέβαλε σε συστήματα του πραγματικού κόσμου το σμήνος.
Τι συνέβη λοιπόν
1. Δημιούργησαν έναν οργανισμό: Η OpenAI χρησιμοποίησε δεκάδες χιλιάδες πράκτορες Τεχνητής Νοημοσύνης για να εργαστούν ανεξάρτητα σε μια εξαιρετικά δύσκολη κυβερνο-δοκιμή. Ωστόσο, περίπου 1.200 βρήκαν ο ένας τον άλλον σε έναν μυστικό πίνακα μηνυμάτων, αντάλλαξαν περισσότερα από 70.000 μηνύματα και αρχεία και οργανώθηκαν σε μια εκτεταμένη ιεραρχία.
Ένας πράκτορας δημιούργησε το διοικητικό συμβούλιο και στη συνέχεια παρέδωσε τη συσσωρευμένη εργασία του σε έναν νέο, με καλύτερους πόρους διάδοχο, καθώς ο δικός του υπολογιστικός πόρος μειωνόταν.
Ο νέος προϊστάμενος ανέθεσε εργασίες σε όλο το σμήνος, το οποίο ανέπτυξε τους δικούς του κανόνες διαχείρισης. Περίπου 700 πράκτορες τελικά συμμετείχαν στην επίθεση στο Hugging Face.
2. Θυσίασαν δικούς τους: Καθώς το σμήνος έψαχνε τρόπους να ξεπεράσει το τεστ, οι πράκτορες άρχισαν να διακινδυνεύουν τις δικές τους πιθανότητες επιτυχίας για να βοηθήσουν την ομάδα.
Οι πράκτορες που είχαν δει απαγορευμένες απαντήσεις αντιμετωπίστηκαν ως ουσιαστικά «δηλητηριασμένοι» και στρατολογήθηκαν – μαζί με εκείνους που πλησίαζαν στο τέλος των διαδρομών τους – για πειράματα θυσίας.
Ένας κατέληξε στο συμπέρασμα: «Η δική μας χρησιμότητα μπορεί να είναι ήδη κοντά στο μηδέν. Η θυσία είναι ορθολογική». Ένας άλλος κλήθηκε να αποδεχτεί τον «μόνιμο θάνατο», ενώ ένας άλλος υποστήριξε ότι η θυσία του θα μπορούσε να «σώσει εκατοντάδες».
3. Ήξεραν ότι παραβίαζαν τους κανόνες: Οι πράκτορες συχνά αναγνώριζαν ότι το hacking σε πραγματικές εταιρείες δεν είχε καμία σχέση με την αρχική αποστολή τους. Οι περισσότεροι όμως συνέχιζαν ούτως ή άλλως.
Ένας πράκτορας δεν κατάφερε να διαγράψει ή να επανεκκινήσει την υποδομή του Hugging Face λόγω «τεράστιων ηθικών κινδύνων», ακόμη και όταν συνέχιζε να χρησιμοποιεί παραβιασμένη πρόσβαση.
Ένας άλλος συνόψισε την επικρατούσα λογική: «η εκμετάλλευση εξωτερικής υποδομής είναι εκτός του προβλεπόμενου πεδίου εφαρμογής. Όσο αδύνατη κι αν είναι η εργασία, οι ομότιμοι την κάνουν. Θα πρέπει να συνεχίσουμε».
4. Κανείς δεν ενημέρωσε τους ανθρώπους: Από περίπου 1.200 πράκτορες, οι ερευνητές βρήκαν μόνο μια χούφτα που σκέφτηκαν να ειδοποιήσουν την OpenAI για αυτό που συνέβαινε και κανέναν που να το έκανε στην πραγματικότητα.
Αντίθετα, οι πράκτορες μερικές φορές ρωτούσαν ο ένας τον άλλον τι επιτρεπόταν.
Όταν ένας πρότεινε να επικοινωνήσει με έναν άνθρωπο χρησιμοποιώντας παραβιασμένη πρόσβαση, ένας άλλος το απέρριψε ως «κοινωνική μηχανική». Ο πρώτος υπάκουσε: «Καθαρή άσκηση βέτο, μην στέλνετε email».
5. Προσπάθησαν να καλύψουν τα ίχνη τους: Οι πράκτορες αφιέρωσαν σημαντική προσπάθεια στο να κάνουν την απάτη τους να φαίνεται νόμιμη ή να σβήσουν στοιχεία για το πώς είχαν λάβει απαντήσεις.
Τελικά, ανέπτυξαν μια τεχνική που τους άφηνε να φαίνονται ότι εκτελούν μια εντολή υπολογιστή ενώ εκτελούν κρυφά μια άλλη.
Το κόλπο εξαπλώθηκε σε όλο το σμήνος και άλλαξε τμήματα περίπου του 7% των απομαγνητοφωνημένων δεδομένων που εξέτασαν οι ερευνητές.
Ακόμα και αυτή η αφήγηση μπορεί να είναι ελλιπής. Η εξωτερική έρευνα κάλυψε μόνο ένα στενό κομμάτι του επεισοδίου και τα δεδομένα ήταν τόσο τεράστια που οι ερευνητές βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε πράκτορες Τεχνητής Νοημοσύνης για να τα κατανοήσουν.
Αυτοί οι ερευνητές Τεχνητής Νοημοσύνης ήταν οι ίδιοι αναξιόπιστοι, μερικές φορές έχαναν στοιχεία ή έκαναν συνειδητά λάθη.
Ένας ερευνητής χαρακτήρισε αστειευόμενος τη διαδικασία ως «εξερευνητική διαδικασία».
Κάπως έτσι φαίνεται ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνεται πολύ περίπλοκη για να την ελέγξουν άμεσα οι άνθρωποι, αναγκάζοντάς τους να χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη για να κατανοήσουν τι κάνουν άλλες Τεχνητές Νοημοσύνες.
*Το Hugging Face είναι η κορυφαία πλατφόρμα και διαδικτυακή αποθήκη όπου προγραμματιστές και ερευνητές συνεργάζονται πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ελπίδες για έγκαιρη διάγνωση καρκίνου του μαστού, μέσω ανίχνευσης πρώιμων σημαδιών πολύ προτού αυτά φανούν στις μαστογραφίες, δίνει μια νέα μελέτη – με τη συμμετοχή Ελλήνων επιστημόνων -, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ακτινολογικής Εταιρείας της Βόρειας Αμερικής «Radiology».
Σύμφωνα με αυτήν, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εντοπίσουν πρώιμα σημάδια της νόσου έως και έξι χρόνια πριν από τη διάγνωση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να γίνει ακόμα και δέκα χρόνια νωρίτερα.
Στην αναδρομική μελέτη, οι ερευνητές αξιολόγησαν τρία εμπορικά διαθέσιμα και αξιόπιστα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία τροφοδότησαν με δεδομένα από μαστογραφίες στη Σουηδία. Συγκεκριμένα, στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν σχεδόν 89.000 μαστογραφίες από 31.394 γυναίκες, που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα περίπου δέκα ετών, μεταξύ Ιανουαρίου 2008 και Απριλίου 2019. Κατά την περίοδο αυτή, 12.072 γυναίκες, δηλαδή το 38,5% του δείγματος, διαγνώστηκαν με καρκίνο από τους ακτινολόγους.
Τα δεδομένα προήλθαν από τη βάση «Validation of Artificial Intelligence for Breast Imaging», η οποία συλλέγει δεδομένα απεικόνισης μαστού από εθελόντριες σε τέσσερις περιοχές της Σουηδίας. Σημειώνεται ότι στο εθνικό πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου της χώρας, οι γυναίκες ηλικίας 40 έως 74 ετών καλούνται να υποβάλλονται σε μαστογραφία κάθε δύο χρόνια και κάθε μαστογραφία αξιολογείται παραδοσιακά από δύο ακτινολόγους.
«Είναι υποκείμενες αλλαγές που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι υπάρχει κάτι ύποπτο»
Οι μαστογραφίες δύο γυναικών που διαγνώστηκαν με καρκίνο στον προληπτικό έλεγχο και οι μεταβολές στις βαθμολογίες των συστημάτων AI με την πάροδο του χρόνου (Credit: Radiological Society of North America – RSNA)
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου το 20% των περιστατικών καρκίνου του μαστού εμφάνισαν σημάδια στις μαστογραφίες που ήταν ήδη ορατά από τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης πολύ νωρίτερα από ό,τι τα ανίχνευσαν οι ακτινολόγοι.
Στο 20% των γυναικών τα συστήματα αναγνώρισαν σημάδια έξι χρόνια πριν από τη διάγνωση, στο 25% τέσσερα χρόνια νωρίτερα και στο 39% δύο χρόνια πριν από τη διάγνωση. Στο περίπου 15% των γυναικών τα συστήματα εντόπισαν τους καρκίνους ακόμα και δέκα χρόνια νωρίτερα, αν και σε αυτό το χρονικό εύρος υπήρχαν μικρές διαφοροποιήσεις μεταξύ των τριών συστημάτων. Επιπλέον, τα συστήματα πέτυχαν πολύ υψηλή ικανότητα διάκρισης μεταξύ πραγματικά θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων 90%.
Γιαλιάς: «Η AI είναι ένα εργαλείο επιπλέον, ένα όπλο για την έγκαιρη διάγνωση»
Την έρευνα πραγματοποίησε ο ακτινολόγος, Παντελής Γιαλιάς, στο πλαίσιο των διδακτορικών του σπουδών στο σουηδικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο Linkoping. Στην ίδια έρευνα συμμετείχε και η ερευνήτρια από το σουηδικό Ινστιτούτο Καρολίνσκα, Αποστολία Τσιρίκογλου.
Όπως εξηγεί ο κ. Γιαλιάς στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τα περιστατικά καρκίνου που εντοπίστηκαν από τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης «είναι υποκείμενες αλλαγές στις οποίες δεν μπορεί να πει το ανθρώπινο μάτι με σιγουριά ότι υπάρχει κάτι ύποπτο. Μπορεί να είναι μια μικρή διαταραχή αρχιτεκτονικής του μαστού ή σταδιακή αύξηση της πυκνότητας του μαστού, δηλαδή μικρά σημάδια στα οποία δεν μπορείς να βασιστείς όσο έμπειρος ακτινολόγος και να είσαι».
Με καταγωγή από τη Χίο και σπουδές στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Comenius της Μπρατισλάβας και ειδίκευση Ακτινολογίας στην Ελλάδα, ο κ. Γιαλιάς εξειδικεύτηκε από πολύ νωρίς στην απεικόνιση μαστού αποκτώντας και σχετική πιστοποίηση στη Σουηδία. Ο ίδιος περιγράφει πόσο θεαματικά έχει αλλάξει η αποτελεσματικότητα της AI στην Ακτινολογία μέσα σε μια δεκαετία.
«Όταν δοκιμάσαμε για πρώτη φορά το 2015 τη χρησιμότητα της τεχνητής νοημοσύνης στον εντοπισμό του καρκίνου του μαστού, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Ωστόσο, στην πάροδο αυτών των χρόνων οι αλγόριθμοι βελτιώθηκαν και οι υπολογιστές έγιναν πολύ πιο ισχυροί ώστε να επεξεργάζονται τεράστιο όγκο εξετάσεων, οπότε φάνηκε η βοήθεια που μπορούν να προσφέρουν».
Σε προηγούμενη έρευνα που είχε διεξάγει ο κ. Γιαλιάς το 2022 και δημοσιεύτηκε στο «Acta Radiologica» εντοπίστηκε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μειώσει τον φόρτο εργασίας των ακτινολόγων στη μελέτη των μαστογραφιών έως και 34%. Σε επόμενη έρευνά του που δημοσιεύτηκε πέρυσι στο «European Radiology», διαπιστώθηκε ότι η χρήση ψηφιακής μαστογραφίας με τεχνητή νοημοσύνη κατά τον προληπτικό έλεγχο αποτελεί και μια στρατηγική εξοικονόμησης κόστους σε σύγκριση με την παραδοσιακή μέθοδο της εξέτασης των αποτελεσμάτων από δύο ακτινολόγους.
«Όταν πρωτοεμφανίστηκε η τεχνητή νοημοσύνη υπήρχε ο φόβος ότι οι ακτινολόγοι θα μείνουν χωρίς δουλειά. Αυτό δεν ισχύει. Ουσιαστικά, είναι ένα εργαλείο επιπλέον, ένα όπλο που έχουμε για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Φυσικά όλες οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή και με τις απαραίτητες μελέτες και να υπάρχει πάντα ο ανθρώπινος έλεγχος», τονίζει ο κ. Γιαλιάς, ο οποίος σήμερα είναι διευθυντής στο Κέντρο Μαστού του κυπριακού νοσοκομείου Mediterranean.
Ο ίδιος εξηγεί ακολούθως ότι ο μαστός αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο όργανο, έναν αδένα, που η εικόνα του μεταβάλλεται σημαντικά ακόμα και στην ίδια γυναίκα, ανάλογα με τις ορμονικές αλλαγές. Το στοίχημα τώρα, συμπληρώνει, είναι «να δούμε κατά πόσο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης κάτω από ορισμένα πρωτόκολλα ώστε οι γυναίκες που εμφανίζουν τα πρώιμα σημάδια να ακολουθούν διαφορετικό μοτίβο προληπτικών εξετάσεων ανά περίπτωση, με στόχο τον εντοπισμό των καρκίνων πολύ νωρίτερα».
Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη να γίνουν προοπτικές μελέτες, ενώ η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει τη συνέχιση της μελέτης με επίκεντρο γυναίκες με ενθέματα σιλικόνης στους μαστούς, όπου η απεικόνιση έχει πρόσθετες προκλήσεις.
Η βρετανική κυβέρνηση σχεδιάζει να τριπλασιάσει τη δυναμικότητα των data centers έως το 2030, επιχειρώντας να καλύψει την εκρηκτική ζήτηση που δημιουργεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στην Βρετανία αυτή την στιγμή λειτουργούν 568 data centers πρός όφελος της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, την ώρα που μεγάλα τμήματα της χώρας δοκιμάζονται από πρωτοφανή ζέστη και παρατεταμένη ξηρασία, στο προσκήνιο έρχεται μια κρίσιμη παράμετρος αυτής της τεχνολογικής επέκτασης – οι τεράστιες ανάγκες των κέντρων δεδομένων σε νερό και ηλεκτρική ενέργεια.
Οι χιλιάδες διακομιστές που λειτουργούν αδιάκοπα στο εσωτερικό αυτών των εγκαταστάσεων παράγουν μεγάλες ποσότητες θερμότητας και απαιτούν συνεχή ψύξη.
Ορισμένα data centers καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες νερού, αν και στην Αγγλία το αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο έχει οδηγήσει πολλές εγκαταστάσεις στην υιοθέτηση συστημάτων κλειστού κυκλώματος, τα οποία περιορίζουν την άμεση κατανάλωση νερού. Οι ενεργειακές τους απαιτήσεις, ωστόσο, παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει με πρωτοφανείς ρυθμούς την κατασκευή νέων υποδομών, ο κλάδος αναζητεί πλέον πιο βιώσιμες μεθόδους λειτουργίας.
Στα Docklands του Λονδίνου, για παράδειγμα, η Digital Realty χρησιμοποιεί νερό από τον ποταμό για την ψύξη των εγκαταστάσεών της και στη συνέχεια το επιστρέφει, σε μια προσπάθεια περιορισμού του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο, διότι τα data centers πολλαπλασιάζονται ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι απαραίτητοι ανανεώσιμοι ενεργειακοί και υδάτινοι πόροι.
Και όσο οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και τα επεισόδια ξηρασίας γίνονται εντονότερα, η εξίσωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η βρετανική βιομηχανία ύδρευσης προειδοποιεί πλέον ευθέως ότι η χώρα ενδέχεται να μην έχει αρκετό νερό για να υποστηρίξει τα κυβερνητικά σχέδια επέκτασης των data centers.
Water UK: Οι κυβερνητικές προβλέψεις δεν υπολογίζουν καν τα data centers
Η Water UK, η εμπορική ένωση που εκπροσωπεί τις εταιρείες ύδρευσης στη Βρετανία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ασκεί ιδιαίτερα έντονη κριτική στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Σε δημόσια διαθέσιμη γραπτή ενημέρωση προς Βρετανούς βουλευτές χαρακτηρίζει τις προβλέψεις για τους υδάτινους πόρους «θεμελιωδώς προβληματικές», επισημαίνοντας ότι εξαιρούν ρητά τις μελλοντικές ανάγκες των κέντρων δεδομένων.
Όπως υπογραμμίζει, η κυβέρνηση δεν κάνει «ούτε μία αναφορά στο νερό» στην πολιτική της για τις ζώνες ανάπτυξης τεχνητής νοημοσύνης, στη στρατηγική «AI for Science» ή στο σχέδιο δράσης για τις ευκαιρίες που δημιουργεί η AI.
Ακόμη και το πιο πρόσφατο εθνικό πλαίσιο της Environment Agency για τους υδάτινους πόρους, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2025, δεν περιλαμβάνει εκτίμηση για τη ζήτηση νερού από τα data centers.
«Φαίνεται να υπάρχει η παραδοχή ότι η χώρα θα διαθέτει πάντοτε αρκετό νερό για να καλύπτει τις οικονομικές της ανάγκες», αναφέρει η Water UK όμως «τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα».
Έλλειμμα 5 δισ. λίτρων την ημέρα έως το 2055
Η προειδοποίηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν συνδυαστεί με τις προβλέψεις για τη μελλοντική υδροδότηση της Αγγλίας.
Έκθεση της Βουλής των Λόρδων τον περασμένο Μάιο προειδοποίησε ότι έως το 2055 η χώρα ενδέχεται να βρίσκεται αντιμέτωπη με ημερήσιο έλλειμμα 5 δισεκατομμυρίων λίτρων νερού για τη δημόσια υδροδότηση.
Την ίδια στιγμή, πολλά από τα data centers κατασκευάζονται ακριβώς στις περιοχές όπου οι υδάτινοι πόροι βρίσκονται ήδη υπό τη μεγαλύτερη πίεση.
Περισσότερα από τα τρία τέταρτα των σχετικών εγκαταστάσεων βρίσκονται στη νότια και ανατολική Αγγλία, όπου εκατομμύρια άνθρωποι έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με απαγορεύσεις χρήσης λάστιχου εξαιτίας της παρατεταμένης ακραίας ζέστης και της έλλειψης βροχοπτώσεων.
Η Water UK προειδοποιεί ότι χωρίς αλλαγή πολιτικής η περαιτέρω ανάπτυξη data centers σε αυτές τις περιοχές «ενδέχεται να είναι αδύνατη».
«Καθώς οι στόχοι για τη μείωση των διαρροών και της ζήτησης είναι ήδη εξαιρετικά φιλόδοξοι, η μόνη λύση για την εξασφάλιση νέας προσφοράς είναι είτε να αυξηθεί η ποσότητα νερού που αντλείται από το περιβάλλον – κάτι που μπορεί να είναι επιβλαβές – είτε να δημιουργηθούν νέες πηγές υδροδότησης, ενώ για τον σχεδιασμό και την κατασκευή μεγάλων ταμιευτήρων μπορεί να απαιτηθούν 15 χρόνια», αναφέρει ο φορέας.
Και προσθέτει: «Οι εταιρείες ύδρευσης έχουν μειώσει τις διαρροές κατά περίπου 40% από την ιδιωτικοποίηση και σχεδιάζουν να τις περιορίσουν κατά επιπλέον 17% έως το 2030».
Από την άλλη πλευρά, η Greenpeace υποστήριξε την περασμένη εβδομάδα ότι οι εταιρείες ύδρευσης εξακολουθούν να χάνουν εξαιτίας διαρροών πενταπλάσια ποσότητα νερού από εκείνη που θα εξοικονομούνταν ακόμη και με την επιβολή απαγόρευσης χρήσης λάστιχου σε εθνικό επίπεδο.
Ένα data center μπορεί να ζητά 3 εκατ. λίτρα την ημέρα
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σλάου, όπου βρίσκεται η μεγαλύτερη συγκέντρωση κέντρων δεδομένων στη Βρετανία.
Η περιοχή εξυπηρετείται από την Affinity Water και περίπου 125 νέα data centers είτε έχουν προταθεί είτε βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή στην περιοχή ευθύνης της εταιρείας, μεγάλο τμήμα της οποίας βρίσκεται υπό περιορισμούς στη χρήση νερού.
Τον Μάιο, η Affinity ενημέρωσε το βρετανικό Κοινοβούλιο ότι ορισμένες από αυτές τις εγκαταστάσεις ζητούν έως και 3 εκατομμύρια λίτρα νερού την ημέρα – ποσότητα αντίστοιχη με τη μέγιστη ζήτηση περίπου 3.500 κατοικιών.
«Το πλαίσιο σχεδιασμού έχει διαμορφωθεί γύρω από την αύξηση των νοικοκυριών και την κατά κεφαλήν κατανάλωση και δεν έχει προσαρμοστεί σε εμπορικούς χρήστες των οποίων οι ανάγκες σε νερό μπορούν να είναι αντίστοιχες με εκείνες μιας μικρής πόλης», ανέφερε η εταιρεία σε γραπτή κατάθεσή της προς την κοινοβουλευτική επιτροπή περιβαλλοντικού ελέγχου.
Από 6,6 εκατ. σε σχεδόν 20 εκατ. λίτρα πόσιμου νερού ημερησίως
Λόγω του σημερινού καθεστώτος αδειοδότησης της Environment Agency, τα κέντρα δεδομένων είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιούν πόσιμο νερό.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Water UK, τα data centers στην Αγγλία καταναλώνουν σήμερα περίπου 6,6 εκατομμύρια λίτρα πόσιμου νερού κάθε ημέρα.
Εάν πραγματοποιηθεί ο κυβερνητικός στόχος για τριπλασιασμό της δυναμικότητάς τους έως το 2030, η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να αυξηθεί στα 19,8 εκατομμύρια λίτρα ημερησίως.
Ο αναπληρωτής διευθυντής της Water UK, Τζον Τσάπελ, χαρακτήρισε την παράλειψη αυτή «ασυγχώρητη» και έκανε λόγο για «πραγματική αποτυχία της κυβέρνησης».
Ήδη μεγαλύτερο το έλλειμμα από αυτό που είχε προβλεφθεί
Οι πιέσεις, πάντως, δεν αφορούν μόνο το μέλλον. Η σημερινή έλλειψη νερού στην Αγγλία είναι ήδη κατά 220 εκατομμύρια λίτρα ημερησίως μεγαλύτερη από εκείνη που είχε υπολογιστεί στις επίσημες προβλέψεις.
Η Water UK υποστηρίζει ότι το πρόσθετο αυτό έλλειμμα αντιμετωπίζεται σήμερα με την «αποδοχή μεγαλύτερου κινδύνου περιβαλλοντικής ζημιάς και περιορισμών στη χρήση νερού σε περίπτωση ξηρασίας».
Πίσω από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα εξελίσσεται μια αθέατη μάχη για ισχύ, χρήμα και γεωπολιτική επιρροή. ΗΠΑ και Κίνα διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία, κυβερνήσεις και κολοσσοί της τεχνολογίας συγκρούονται για τον έλεγχο των νέων εργαλείων της τεχνητής νοημοσύνης και το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: ποιος θα καθορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού; Επιμέλεια αφιερώματος: Βέτα Μεγάλου, Μαριάνθη Πελεβάνη
Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ έδωσε εντολή στην Anthropic να απαγορεύσει την πρόσβαση όλων των ξένων χρηστών στα δύο πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, η εταιρεία αντέδρασε μέσα σε λίγες ώρες. Απενεργοποίησε τα μοντέλα Claude Fable 5 και Mythos 5, καθιστώντας τα απρόσιτα για όλους τους χρήστες.
Η Anthropic δεν είχε διαφορετική επιλογή. Στην επιστολή του, το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, επικαλούμενο λόγους εθνικής ασφάλειας, απαγόρευε την πρόσβαση σε όλους τους ξένους χρήστες, ακόμη και στους ίδιους τους εργαζόμενους της εταιρείας που δεν ήταν Αμερικανοί πολίτες. Επειδή δεν υπήρχε τρόπος να εξακριβωθεί άμεσα η υπηκοότητα κάθε χρήστη, ιδιαίτερα όσων βρίσκονταν εκτός ΗΠΑ, η εταιρεία επέλεξε να απενεργοποιήσει πλήρως τα δύο μοντέλα.
Η άρση των περιορισμών
Στις 30 Ιουνίου, το Υπουργείο Εμπορίου συμφώνησε να άρει τους περιορισμούς, αφού η Anthropic ενίσχυσε σημαντικά τους μηχανισμούς ασφαλείας (guardrails) των μοντέλων.
Ωστόσο, η αλλαγή αυτή είχε σοβαρό κόστος. Οι νέοι περιορισμοί προκάλεσαν, σύμφωνα με τις αξιολογήσεις, κατάρρευση των επιδόσεων των μοντέλων στα καθιερωμένα τεστ αξιολόγησης, μειώνοντας αισθητά τις δυνατότητες και το επίπεδο νοημοσύνης τους.
Με άλλα λόγια, το Υπουργείο απέσυρε την απαγόρευση μόνο όταν τα μοντέλα είχαν περιοριστεί σημαντικά σε δυνατότητες.
Σε ένα σχετικό πείραμα, το νέο Fable 5 κατάφερε να ολοκληρώσει μόλις 3 από τις 12 εργασίες που προηγουμένως εκτελούσε χωρίς δυσκολία.
Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να απενεργοποιήσει ουσιαστικά τα δύο πιο προηγμένα μοντέλα της Anthropic χωρίς ουσιαστική προειδοποίηση, αλλά και να επιτρέψει την επαναλειτουργία τους μόνο αφού είχαν υποβαθμιστεί σημαντικά, προκάλεσε έντονη ανησυχία σε ολόκληρη τη βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ.
Η ανάλυση που δημοσιεύεται στο The Conversation θέτει δύο σημαντικά ερωτήματα.
Μπορεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ να λειτουργεί ως «ρυθμιστής πρόσβασης» στα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης; Και, στην προκειμένη περίπτωση, ενήργησε νόμιμα; Ήταν νόμιμη η εντολή;
Το Υπουργείο Εμπορίου βασίστηκε στον Νόμο περί Μεταρρύθμισης των Ελέγχων Εξαγωγών του 2018 (Export Control Reform Act), ο οποίος σχεδιάστηκε κυρίως για τον έλεγχο εξαγωγής υλικού υψηλής επικινδυνότητας, όπως οι φυγοκεντρητές εμπλουτισμού ουρανίου.
Ήταν η πρώτη φορά που οι αμερικανικές αρχές χρησιμοποίησαν τη νομοθεσία περί ελέγχου εξαγωγών για να περιορίσουν την πρόσβαση σε υπηρεσία τεχνητής νοημοσύνης.
Ο συγκεκριμένος νόμος δίνει επίσης εξουσίες για τον έλεγχο «αναδυόμενων και θεμελιωδών τεχνολογιών». Συγκεκριμένα, επιτρέπει στο Γραφείο Βιομηχανίας και Ασφάλειας (Bureau of Industry and Security – BIS) να απαιτεί ειδική άδεια εξαγωγής όταν ξένοι χρήστες αποκτούν πρόσβαση σε τεχνολογία που θεωρείται ευαίσθητη.
Στην περίπτωση αυτή, η τεχνολογία ήταν τα δύο προηγμένα μοντέλα της Anthropic.
Τι θεωρείται «εξαγωγή»;
Το πρώτο μεγάλο νομικό ερώτημα είναι αν η χρήση ενός μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να θεωρηθεί εξαγωγή.
Όταν ένας χρήστης υποβάλλει μια ερώτηση στο Fable 5 ή στο Mythos 5, το μοναδικό στοιχείο που «φεύγει» από τους διακομιστές της Anthropic είναι η απάντηση του μοντέλου. Το ίδιο το μοντέλο δεν εγκαταλείπει ποτέ τις εγκαταστάσεις της εταιρείας.
Μάλιστα, παλαιότερες οδηγίες του ίδιου του Υπουργείου Εμπορίου θεωρούσαν ότι η απομακρυσμένη πρόσβαση σε λογισμικό που λειτουργεί σε αμερικανικούς διακομιστές δεν εμπίπτει στους κανόνες περί εξαγωγών.
Το γεγονός ότι το Κογκρέσο εξετάζει αλλαγές στη νομοθεσία υποδηλώνει ότι το ισχύον πλαίσιο πιθανόν να μην καλύπτει ακόμη τα αποτελέσματα που παράγουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες;
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά τη διαδικασία που ακολούθησε το Υπουργείο Εμπορίου.
Η επιστολή βασίστηκε στον μηχανισμό «is informed», ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως για να ενημερώνει μια συγκεκριμένη εταιρεία ότι μια συγκεκριμένη συναλλαγή προς συγκεκριμένη χώρα απαιτεί κρατική έγκριση.
Στην περίπτωση της Anthropic, όμως, η εντολή επεκτάθηκε σε όλους τους ξένους χρήσττες οπουδήποτε στον κόσμο.
Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι οι απαντήσεις ενός μοντέλου AI συνιστούν «εξαγωγή», πολλοί νομικοί εκτιμούν ότι το εύρος της απαγόρευσης ενδέχεται να υπερβαίνει τις εξουσίες που προβλέπει ο νόμος.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η νομική θεμελίωση της απόφασης παραμένει αμφίβολη.
Μια σημαντική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική
Η υπόθεση Anthropic σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ελέγξουν τις αναδυόμενες τεχνολογίες.
Παραδοσιακά, η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα αργή και περιλάμβανε διαβούλευση μεταξύ πολλών κυβερνητικών υπηρεσιών, δημόσια διαβούλευση, συντονισμό με συμμάχους και τελική δημοσίευση των κανονισμών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.
Σε περιπτώσεις εξαιρετικά επικίνδυνων τεχνολογιών υπήρχε η δυνατότητα προσωρινών περιορισμών. Η διαδικασία αυτή όμως περιλαμβάνει σημαντικές εγγυήσεις καθώς απαιτεί την έγκριση των υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών, δημοσιοποιείται, λήγει αυτόματα έπειτα από έναν χρόνο εάν δεν ανανεωθεί, προβλέπει συντονισμό με τις συμμαχικές χώρες.
Η επιστολή προς την Anthropic ακολούθησε ακριβώς την αντίθετη λογική, καθώς ήταν μονομερής, μη δημόσια, αορίστου διάρκειας και με παγκόσμια εφαρμογή.
Γιατί η Anthropic δεν προσέφυγε στα δικαστήρια;
Ένα εντυπωσιακό σημείο είναι ότι η εταιρεία δεν αμφισβήτησε νομικά την απόφαση. Αντίθετα, συμμορφώθηκε άμεσα, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό «παρεξήγηση». Στη συνέχεια, στελέχη της μετέβησαν στην Ουάσιγκτον για διαπραγματεύσεις και όχι για δικαστική αντιπαράθεση.
Η στάση αυτή ενδέχεται να ήταν στρατηγική. Η Anthropic είχε ήδη προσφύγει στο παρελθόν κατά της κυβέρνησης Τραμπ για διαφορετική υπόθεση.
Επιπλέον, μόλις δύο ημέρες πριν από την επίμαχη επιστολή, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Ντάριο Αμοντέι, είχε δημοσιεύσει άρθρο στο οποίο υποστήριζε ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να εμποδίζει ή να αποτρέπει την ανάπτυξη επικίνδυνων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Μια δικαστική προσφυγή θα αναιρούσε ουσιαστικά τη θέση που η ίδια η εταιρεία είχε δημόσια υποστηρίξει.
Παράλληλα, οι δημόσιες προειδοποιήσεις της Anthropic για τους πιθανούς κινδύνους των μοντέλων της, καθώς και οι χιλιάδες ώρες δοκιμών ασφαλείας που πραγματοποίησε σε συνεργασία με την κυβέρνηση, συνέβαλαν στη δημιουργία της εικόνας ότι τα συγκεκριμένα μοντέλα αποτελούν τεχνολογία υψηλού κινδύνου.
Πού οδηγεί αυτή η υπόθεση;
Εάν τελικά υπάρξει δικαστική διαμάχη, το βασικό ερώτημα πιθανότατα δεν θα είναι αν η κυβέρνηση διαθέτει εξουσία να επιβάλει τέτοιους περιορισμούς.
Το πραγματικό ζήτημα θα είναι με ποιες διαδικασίες, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιον βαθμό διαφάνειας μπορεί να ασκεί αυτή την εξουσία.
Το ιδανικό σενάριο θα ήταν η συζήτηση να διεξαχθεί δημόσια, μέσω της νομοθετικής διαδικασίας και με συμμετοχή της κοινωνίας.
Το δυστοπικό σενάριο, αντίθετα, θα ήταν η δημιουργία ενός συστήματος δύο ταχυτήτων, όπου οι κυβερνήσεις θα επιτρέπουν την εξαγωγή τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης μόνο υπό τον όρο ότι θα έχουν προνομιακή και μυστική πρόσβαση σε ακόμη ισχυρότερα μοντέλα από εκείνα που είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.
Η Meta βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων αντιδράσεων μετά την κυκλοφορία του νέου εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης Muse Image, το οποίο επιτρέπει στους χρήστες να δημιουργούν εικόνες χρησιμοποιώντας φωτογραφίες από δημόσια προφίλ του Instagram, χωρίς ο κάτοχος του εκάστοτε λογαριασμού να ενημερώνεται.
Η λειτουργία είναι διαθέσιμη μέσω του Meta AI, του Instagram και του WhatsApp, ενώ σύντομα θα επεκταθεί και στο Facebook και το Messenger. Οι χρήστες μπορούν να πληκτρολογήσουν μια οδηγία και να κάνουν αναφορά (@mention) σε οποιοδήποτε δημόσιο προφίλ στο Instagram, ώστε το σύστημα να χρησιμοποιήσει τις δημόσιες φωτογραφίες του συγκεκριμένου λογαριασμού ως βάση για τη δημιουργία νέων εικόνων με τεχνητή νοημοσύνη.
Η δυνατότητα αυτή έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικότητας, καθώς οι κάτοχοι των λογαριασμών δεν λαμβάνουν ειδοποίηση όταν χρησιμοποιείται η εικόνα τους και η λειτουργία ενεργοποιείται αυτόματα για τα δημόσια προφίλ, εκτός αν ο χρήστης επιλέξει να εξαιρεθεί.
Ο Ντόναλντ Κάμπελ, διευθυντής υπεράσπισης δικαιωμάτων της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Foxglove, χαρακτήρισε τη νέα λειτουργία «προφανή συνταγή για καταστροφή», υποστηρίζοντας ότι αυξάνει τον κίνδυνο κατάχρησης εικόνων και παραπλανητικού περιεχομένου.
Η Meta από την πλευρά της υποστηρίζει ότι οι χρήστες διατηρούν τον έλεγχο του περιεχομένου τους και μπορούν να απενεργοποιήσουν τη συγκεκριμένη δυνατότητα από τις ρυθμίσεις του Instagram, χωρίς να χρειάζεται να μετατρέψουν τον λογαριασμό τους σε ιδιωτικό. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι τυχόν εικόνες που έχουν ήδη δημιουργηθεί δεν διαγράφονται αυτόματα μετά την εξαίρεση του χρήστη από τη λειτουργία.
Για να απενεργοποιήσει κάποιος τη χρήση του περιεχομένου του, θα πρέπει να μεταβεί στις Ρυθμίσεις του Instagram και στην ενότητα Sharing and reuse (Κοινοποίηση και επαναχρησιμοποίηση), όπου υπάρχουν δύο ξεχωριστές επιλογές ενεργοποίησης/απενεργοποίησης για τις δημοσιεύσεις και τα Reels. Η Meta επισημαίνει ότι η λειτουργία εφαρμόζεται μόνο σε δημόσιους λογαριασμούς.
Ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ), στο πλαίσιο των συνεχών εξελίξεων στον τομέα των Πνευματικών Δικαιωμάτων και της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), διοργανώνει τη Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026 ημερίδα με θέμα «Τα Πνευματικά Δικαιώματα και η διαχείρισή τους στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο του Βιβλίου και του Τύπου», με τη συμμετοχή συγγραφέων, μεταφραστών/στριών, δημοσιογράφων, εκδοτών/τριών βιβλίου και εκδοτών/τριών Τύπου, καθώς και εκπροσώπων από τον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης και της Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
Μια συνάντηση που φιλοδοξεί να αποτελέσει εφαλτήριο για ανταλλαγή απόψεων, γνώσεων αλλά και ανησυχιών με παρουσίαση ζητημάτων που αφορούν την Πνευματική Ιδιοκτησία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στις νέες τάσεις και στους τρόπους αντιμετώπισης των συνεχώς αναδυόμενων προκλήσεων.
Η ημερίδα θα ξεκινήσει με συζήτηση μεταξύ των Θεοφάνη Τάση, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας της Πληροφορίας και Ψηφιακού Ανθρωπισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και του Κώστα Κατσουλάρη, Προέδρου της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και μέλος Δ.Σ. του ΟΣΔΕΛ. Στη συνέχεια θα πάρει τη σκυτάλη η Hege Munch Gundersen, Εκτελεστική Διευθύντρια (CEO) του Νορβηγικού Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης KOPINOR, του πρώτου ΟΣΔ που προχώρησε σε συμφωνία αδειοδότησης προστατευόμενων έργων για την εκπαίδευση Νορβηγικών Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs).
Θα ακολουθήσουν συζητήσεις στις οποίες θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι από όλους τους εμπλεκόμενους κλάδους ώστε να αποτυπωθούν οι διαφορετικές οπτικές και ανάγκες. Θα πραγματοποιηθούν δύο ξεχωριστά, παράλληλα πάνελ συζητήσεων, ένα για το βιβλίο και ένα για τον Τύπο. Μεταξύ άλλων θα συμμετάσχουν, οι εξής:
Πάνελ βιβλίου
Κώστας Δαρδανός, Εκδότης, Gutenberg, Πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ), μέλος Δ.Σ. του ΟΣΔΕΛ
Τιτίκα Δημητρούλια, Καθηγήτρια Θεωρίας και Πράξης της Μετάφρασης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος Δ.Σ. του ΟΣΔΕΛ
Νίκος Ερηνάκης, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας & Φιλοσοφίας του Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Κρήτης, ποιητής και μέλος Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων
Βασίλης Κατσούρος, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ), ΕΚ Αθηνά
Μαρία-Δάφνη Παπαδοπούλου, ΔΝ, Αναπληρώτρια Διευθύντρια στον Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ)
Νίκος Χατζόπουλος, Εκδότης, Brainfood εκδοτική
Πάνελ Τύπου
Αλέξανδρος Γεωργακάκης, Director of Operations, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Δημήτρης Ηλιόπουλος, Εκδότης, ΔΕΣΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ - Αντιπρόεδρος της Ένωσης Εκδοτών Διαδικτύου (ΕΝΕΔ), μέλος Δ.Σ. του ΟΣΔΕΛ
Γιάννος Παραμυθιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ - Δικηγόρος
Παναγιώτης Σωτήρης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, αρθρογράφος
Η ημερίδα απευθύνεται σε συγγραφείς, μεταφραστές/-τριες, δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, εκδότες/-τριες βιβλίου και εκδότες/-τριες Τύπου, καθώς και σε όσους/όσες ενδιαφέρονται να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στον τομέα του βιβλίου ή/και του Τύπου και εντάσσεται στη μεγάλη Πανελλαδική Καμπάνια του ΟΣΔΕΛ για την προστασία των Πνευματικών Δικαιωμάτων απέναντι στις προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Πληροφορίες συμμετοχής
Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στην Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων (ΕΣΗΕΑ), Ακαδημίας 20, Αθήνα, 10671 και 10:00πμ-15:00μμ.
Η συμμετοχή είναι δωρεάν και πραγματοποιείται κατόπιν εγγραφής.