Η παραπομπή του 93χρονου Ετιέν Νταβινιόν στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί απλώς μια δίκη για εγκλήματα πολέμου· συνιστά την επώδυνη αναμέτρηση του Βελγίου με το αιματηρό του παρελθόν και μια ύστατη δικαίωση για τον εμβληματικό ηγέτη της αφρικανικής ανεξαρτησίας
Η Ιστορία, που συχνά λησμονεί αλλά ουδέποτε παραγράφει, χτύπησε την πόρτα ενός εκ των τελευταίων ζώντων θρύλων της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Στο εδώλιο του δικαστηρίου των Βρυξελλών δεν κάθεται μόνο ένας 93χρονος πρώην Επίτροπος και γόνος ευγενών· κάθεται η ίδια η αποικιοκρατική συνείδηση μιας ηπείρου που οικοδόμησε την ευημερία της πάνω στις στάχτες των δικών της εγκλημάτων. Η παραπομπή του Ετιέν Νταβινιόν για τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα το 1961, αποτελεί μια ρωγμή στο πέπλο της λήθης, μια απόπειρα να διαλυθεί το σκοτάδι που καλύπτει μια εκτέλεση που στάθηκε σταθμός για τη μοίρα της Αφρικής.
Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας θυσίας
Ο Πατρίς Λουμούμπα δεν υπήρξε απλώς ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός του Κονγκό. Ήταν η ενσάρκωση μιας ηπείρου που τολμούσε να κοιτάξει τη Δύση στα μάτια, διεκδικώντας τον ορυκτό πλούτο της, δηλαδή το κοβάλτιο, τον χρυσό και το ουράνιο, για τον λαό της. Αυτό το «θράσος», στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, μετατράπηκε τελικά σε μια θανατική καταδίκη. Η κυβέρνησή του άντεξε μόλις τρεις μήνες πριν ανατραπεί από βελγοκίνητους αυτονομιστές. Η εξόντωση του Λουμούμπα υπήρξε το προοίμιο μιας ατέρμονης νύχτας δικτατοριών και εμφυλίων για την πολύπαθη χώρα.
Το 2002, το βελγικό κοινοβούλιο παραδέχθηκε την ηθική ευθύνη του κράτους του. Όμως, οι λέξεις παραμένουν κενό γράμμα όταν δεν υποβάλλονται στη βάσανο της πραγματικής δικαιοσύνης. Σήμερα, ο Νταβινιόν (τότε νεαρός, φιλόδοξος διπλωμάτης) κατηγορείται για συμμετοχή στην παράνομη κράτηση και μεταφορά του Λουμούμπα, καθώς και για την υποβολή του σε εξευτελιστική μεταχείριση. Είναι ο τελευταίος των δέκα υπόπτων που παραμένει στη ζωή, το μοναδικό νήμα που συνδέει το σήμερα με εκείνη τη νύχτα της 17ης Ιανουαρίου 1961.
Damnatio memoriae ή το βασίλειο της φρίκης
Υπάρχουν λεπτομέρειες που η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να αφομοιώσει. Η ομολογία του αστυνομικού Τζέραρντ Σούτε, δεκαετίες αργότερα, περιέγραψε μια κτηνωδία που υπερβαίνει τα όρια της φαντασίας. Το σώμα του Λουμούμπα διαμελίστηκε με σιδεροπρίονο και τα υπολείμματα βυθίστηκαν σε οξύ για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος του, πρακτική που θυμίζει το φρικώδες damnatio memoriae των Ρωμαίων, δηλαδή την πλήρη εξάλειψη της ύπαρξης του ατόμου από την ιστορία. «Έπρεπε να μεθύσουμε για να πάρουμε θάρρος», είχε παραδεχθεί κυνικά ο Σουτέ. Από τον άνθρωπο που οραματίστηκε μια ελεύθερη Αφρική, απέμειναν μόνο μερικά δόντια, ένα μακάβριο «τρόπαιο» που επεστράφη στην Κινσάσα μόλις το 2022, κλεισμένο σε ένα φέρετρο που συμβόλιζε τη δειλή μεταμέλεια των Βρυξελλών για το αποικιοκρατικό παρελθόν της.
Η δίκη του Νταβινιόν επεκτείνεται και στις δολοφονίες των στενών συνεργατών του Λουμούμπα, Μορίς Μπολό και Ζοζέφ Οκιτό, αναδεικνύοντας ένα ευρύτερο σχέδιο πολιτικής κάθαρσης. Για την εγγονή του Λουμούμπα, Γιέμα, αυτή η εξέλιξη είναι «ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση» όπως δήλωσε στο Reuters. Είναι η στιγμή που η αλήθεια παύει να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μετατρέπεται σε κατηγορητήριο.
Ο «κόμης» και το βάρος της κληρονομιάς
Ο Ετιέν Νταβινιόν δεν είναι μια τυχαία προσωπικότητα. Γόνος ευγενών, γιος διπλωμάτη που υπηρέτησε στο Βερολίνο του Γ’ Ράιχ, έχτισε μια καριέρα που τον έφερε στις υψηλότερες βαθμίδες της Ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και στα διοικητικά συμβούλια επιχειρηματικών κολοσσών. Ένας άνθρωπος που συνομιλούσε με τον Κίσινγκερ και τον Ντελόρ, τιμημένος με τον τίτλο του κόμη το 2018.
Ωστόσο, ένα τηλεγράφημα του Σεπτεμβρίου 1960 που ήρθε στη δημοσιότητα κατά τη κοινοβουλευτική διερεύνηση του ζητήματος εξέθεσε τον Νταβινιόν. «Πρωταρχικό πρόβλημα φαίνεται η απομάκρυνση του Λουμούμπα», έγραφε τότε ως νεαρός. Η δική του εκδοχή περί απλού «παρατηρητή» συγκρούεται πλέον με τα στοιχεία της εισαγγελίας. Η ανάγκη του να έχει «τον έλεγχο της ζωής του», ως απάντηση στην «αδικία» που ένιωσε ότι υπέστη ο πατέρας του μετά τον πόλεμο, φαίνεται πως τον κατέστησε αρχιτέκτονα, αν όχι απλώς συμμέτοχο, σε μια ιστορική αδικία βγαλμένη από τις σκοτεινές σελίδες της αποικιοκρατίας.
Το φάντασμα του Λουμούμπα
Η δίκη στις Βρυξέλλες αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η αποικιοκρατία δεν είναι μια κλειστή σελίδα στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά μια πληγή που εξακολουθεί να αιμορραγεί και στο παρόν. Όταν το Βέλγιο δικάζει έναν από τους επιφανέστερους πολίτες του για γεγονότα που συνέβησαν πριν από 65 χρόνια, δεν δικάζει μόνο έναν άνθρωπο. Δικάζει, έστω και καθυστερημένα, το σύστημα εκείνο που θεωρούσε τις ανθρώπινες ζωές ως αναλώσιμα πιόνια στη σκακιέρα των μεγάλων συμφερόντων.
Το αν ο 93χρονος κόμης θα καταδικαστεί έχει τη δική του σημασία, όμως η ουσιαστική νίκη έχει ήδη καταγραφεί. Το φάντασμα του Πατρίς Λουμούμπα δεν «στοιχειώνει» πλέον μόνο τα δάση του Κονγκό, αλλά και τους διαδρόμους της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης, απαιτώντας τη φανέρωση της αλήθειας και την απόδοση της δικαιοσύνης.
Είναι Βέλγος. Γεννημένος το 1962. Είναι καλλιτέχνης πολυμέσων (αυτό που διεθνώς αναφέρεται ως «multimedia artist») και κινηματογραφιστής. Οχι απλών θεμάτων: τα ντοκιμαντέρ του φέρουν πολύχρονη έρευνα, σπάνιο αρχειακό υλικό και είναι βαθιά πολιτικά, δίχως ο ίδιος ο σκηνοθέτης να ακούγεται διόλου στην ταινία. Ούτε ο ίδιος, ούτε η θέση του άμεσα. Αλλά αν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Σάουντρακ για ένα πραξικόπημα» («Soundtrack to a Coup d’Etat») χρειάζεται να πεις πολλά παραπάνω για το ποια θέση έχεις και σε ποια πλευρά της Ιστορίας;
Τον Γιόχαν Γκριμονπρέζ τον γνωρίσαμε στο φετινό, 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το ντοκιμαντέρ του «Σάουντρακ για ένα πραξικόπημα» ήταν κατ’ εμάς το καλύτερο της διοργάνωσης και δεν ήταν τυχαίο πως έλαβε το Βραβείο Κοινού: περίπου 2,5 ώρες ταινία για την άνοδο και τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα, του μοναδικού δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Δημοκρατίας του Κονγκό, αμέσως μετά την ανεξαρτητοποίησή του από τους Βέλγους το 1960. Ούτε έναν χρόνο δεν πρόλαβε να μείνει στην εξουσία: οι ΗΠΑ, το Βέλγιο, η CIA με την αγαστή σύμπραξη του ΟΗΕ μέσω του τότε γεν. γραμματέα του, Νταγκ Χάμαρσκελντ, διοργάνωσαν και επέτρεψαν τη δολοφονία του Κονγκολέζου προέδρου, φυσικά για οικονομικούς λόγους: δεν ήταν δυνατόν να είναι ανεξάρτητο πραγματικά το Κονγκό, ούτε να έχει έναν αριστερό πρόεδρο. Τα ορυχεία στην Κατάνγκα (διαμάντια, ουράνιο, μέταλλα κ.ά.) ήταν απολύτως απαραίτητα για τη Δύση και φυσικά για τα βελγικά συμφέροντα.
Ο Λουμούμπα, αν και δημοκρατικά ψηφισμένος, αν και είχε την υποστήριξη και άλλων ηγετών αφρικανικών χωρών, αλλά και της Ινδίας και της Κούβας και της τότε Σοβιετικής Ενωσης, έπρεπε, πολύ απλά, να φύγει από τη μέση. Ο σκηνοθέτης βρήκε απίστευτο αρχειακό υλικό, τόσο από τον ΟΗΕ όσο και από έρευνες δημοσιογράφων έως τώρα (είναι τρομερό το πόση δημοσιογραφικά ερευνητική δουλειά έχει γίνει πάνω σε παρόμοια θέματα και δεν έχουμε ιδέα) και παρουσίασε μία όχι τοπική αλλά παγκόσμια αλήθεια και μάλιστα με αριστοτεχνικά δομημένο κινηματογραφικό τρόπο: μέσω ενός ασύλληπτου από τον κοινό νου συνδυασμού γεωπολιτικής, τζαζ μουσικής (αλήθεια, μπορεί να φανταστεί κανείς τι ρόλο έπαιξε ακόμη και ο σπουδαίος τζαζίστας Λούις Αρμστρονγκ ως «πιόνι» της CIA στη δολοφονία του Λουμούμπα, δίχως καν να το ξέρει ο ίδιος;), ψυχροπολεμικής ίντριγκας και αποικιοκρατικών πρακτικών με φόντο το Κονγκό, καταλαβαίνουμε πόσο τελικά από το 1960 (και ακόμα νωρίτερα) έως και σήμερα οι τακτικές των μεγάλων δυνάμεων και των πρώην (και νυν) αποικιοκρατικών χωρών είναι απολύτως οι ίδιες:
«Είναι τρομερό το πόσο ψηλά φτάνουν οι αποφάσεις για το πώς θα διοικηθεί μία χώρα, η οποία δεν έχει δύναμη αλλά έχει κοιτάσματα ή είναι ιδιαίτερης σημασίας για χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία, το Βέλγιο κ.λπ. Μελέτησα και άκουσα όλες τις ομιλίες στο Συνέδριο του ΟΗΕ το 1960, όπου μιλούσαν όλοι οι ηγέτες των χωρών του οργανισμού. Μελέτησα αρχειακό υλικό που αποδεικνύει μέρα τη μέρα τι ακριβώς συνέβη τότε στο Κονγκό - αν το πιστεύεις βρήκα στοιχεία ακόμη και για το τι “σκέφτονταν” να κάνουν σχετικά και με την Κύπρο τότε. Στις ΗΠΑ, πρόεδρος ήταν ο Αϊζενχάουερ και στην ΕΣΣΔ ο Νικίτα Χρουστσόφ. Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν ηγέτης της Κούβας και τότε, τη δεκαετία του ’60, ξεκινούσε ο αγώνας για την ανεξαρτητοποίηση πολλών χωρών της Αφρικής... Το τι συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις (Κονγκό, Ν. Αφρική, Αγκόλα κ.λπ.) βασίστηκε ακριβώς στην ίδια τακτική: ο ΟΗΕ έστελνε ειρηνευτικές δυνάμεις, που μόνο ειρηνευτικές δεν ήταν. Ο τότε γ.γ. του οργανισμού Νταγκ Χάμαρσκελντ (ο οποίος όπως ξέρουμε τον επόμενο χρόνο, 1961, πέθανε σε ένα πολύ περίεργο αεροπορικό δυστύχημα στην Αφρική) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις: ήξερε για το σχέδιο της δολοφονίας, οι ομιλίες του στη Συνέλευση του ΟΗΕ όταν ηγέτες τον καλούσαν να παραιτηθεί ήταν όλες ψεύτικες και όλοι ξέρουμε τι τελικά έγινε.
Ο Πατρίς Λουμούμπα, αυτός ο νέος άνδρας, ο δημοκρατικά ψηφισμένος πρόεδρος του Κονγκό, που έλεγε πως “Δεν είμαι κομμουνιστής. Είμαι μαύρος ηγέτης ελεύθερης χώρας”, δολοφονήθηκε από ομάδες πληρωμένες από ξένες κυβερνήσεις, με την ανοχή (αν όχι τις πλάτες) του ΟΗΕ... Από όλη αυτή την έρευνα κατέληξα πως... ζούμε σε μία ψευδαίσθηση: νομίζουμε έως και σήμερα πως επειδή υπάρχουν εκλογές και λένε πως έχουμε δημοκρατικό πολίτευμα, είμαστε ελεύθεροι πολίτες. Δεν ισχύει. Δεν έχουμε δημοκρατία. Σε εταιρειοκρατία ζούμε. Η καλύτερα, χρηματοπιστωτικοκρατία. Τα λόμπι καθορίζουν τις πολιτικές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ακριβώς οι ίδιες πληρωμένες ομάδες μισθοφόρων ή απλά πληρωμένων δολοφόνων χρηματοδοτούνται από τις ακριβώς ίδιες κυβερνήσεις για την εξυπηρέτηση ακριβώς των ίδιων συμφερόντων. Παλαιότερα ο Βέλγος βασιλιάς έδινε εντολές να κόβουν τα χέρια των μαύρων εργατών/δούλων στο Κονγκό κατά τη συλλογή του καουτσούκ. Μόλις οι άνθρωποι αυτοί κατόρθωσαν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους, τούς δολοφόνησαν τον πρόεδρο. Και σήμερα είναι χειρότερα από ποτέ!
Ο Πατρίς Λουμούμπα το 1960
Ολο το ντοκιμαντέρ ξεκίνησε από τα βιντεοσκοπημένα αρχεία που είχε κρατήσει η Ιβ Μπλουάν. Πρόκειται για την κόρη της Αντρέ Μπλουάν, της γυναίκας που ήταν πολύ κοντά στον Λουμούμπα. Ηταν ακτιβίστρια και είχε οργανώσει το γυναικείο δημοκρατικό/φεμινιστικό κίνημα εκείνη την περίοδο στο Κονγκό. Αναφέρεται όπως ξέρετε στο ντοκιμαντέρ, καθώς όταν έπιασαν τον Πατρίς, εξόρισαν και την ίδια από το σπίτι της στο Κονγκό: αναγκάστηκε να μπει σε ένα αεροπλάνο, με άγνωστη κατεύθυνση, αφήνοντας πίσω τον άνδρα και τα παιδιά της. Δεν ήξερε αν θα τους ξανάβλεπε ούτε αν θα έμενε ζωντανή. Η προϋπόθεση γι’ αυτά τα δύο, σύμφωνα με τους “απαγωγείς” της, ήταν να μη μιλήσει ποτέ στον διεθνή Τύπο για τα όσα ήξερε. Τελικά, έπειτα από πολύ καιρό στη σιωπή, μίλησε για όλα. Εχει γραφεί και σχετική βιογραφία που ελπίζω να μεταφραστεί και στα ελληνικά και κάπως έτσι, από μαγνητοσκοπήσεις της περιόδου που ήταν στην κατοχή της κόρης της, άρχισα να ξετυλίγω το νήμα τού τι συνέβη στο Κονγκό και εξαιτίας της πατρίδας μου, του Βελγίου. Ζήτησα από τις κρατικές μας υπηρεσίες αρχειακό υλικό για την Μπλουάν και ενώ μου είχαν πει πως υπήρχε και ήταν θέμα χρόνου να το μελετήσω, τελικά... ενημερώθηκα πως όλα έχουν χαθεί και “τι κρίμα - δεν θα μπορέσουν να με εξυπηρετήσουν”! Εχουν ήδη περάσει 60 χρόνια από τότε και ακόμη κρύβουμε πράγματα... Ακριβώς γιατί τα εγκλήματα (πολιτικά και όχι μόνο) που διεπράχθησαν κατά την περίοδο της αποαποικιοκρατικοποίησης είναι παρόμοια με τα όσα γίνονται και σήμερα σε χώρες της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής... αλλά όχι μόνο.
Ναι. Η ταινία είναι ένα “Κατηγορώ”. Ενα “κατηγορώ” απέναντι στην αντίφαση του να επιτρέπεται σε μία χώρα να έχει αυτοδιάθεση και δημοκρατία και την ίδια ακριβώς στιγμή οι αποικιοκρατικές δυνάμεις που την επιβουλεύονταν για δεκαετίες να καθορίζουν οι ίδιες ποιος θα είναι ο πρόεδρός της, άρα να την “υποδουλώνουν” για μία ακόμη φορά, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο στους πολίτες της να υπάρξουν ως ελεύθεροι πολίτες. Πλέον είμαστε “δούλοι” των λόμπι, των εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Κάθε φορά που αγοράζουμε ένα καινούργιο κινητό καλό είναι να ξέρουμε πως συντηρούμε ακριβώς αυτό το καθεστώς, καθώς τα υλικά για να δημιουργηθεί αυτό το κινητό, οι πρώτες ύλες δηλαδή, προέρχονται από αυτές τις χώρες. Μιλάμε για ένα πιο ύπουλο πραξικόπημα που το συντηρούμε εμείς οι ίδιοι, δίχως ίσως να το καταλαβαίνουμε!
Ο Ομπάμα, για παράδειγμα, είπε πως θα αποσύρει τα στρατεύματα από τη Μέση Ανατολή, αλλά δεν είπε τίποτα για τις στρατιωτικές ομάδες και τους μυστικούς μισθοφόρους που έχουν άμεση σχέση με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και παραμένουν εκεί και δρουν κατ’ εντολήν πολύ ανωτέρων στελεχών. Στελέχη που ακολουθούν τη λογική της “περιστρεφόμενης πόρτας”: Από γ.γ. του ΟΗΕ θα γίνεις στέλεχος σε μεγάλη πολυεθνική ή Τράπεζα, μετά θα μπεις στην Ευρ. Επιτροπή, μετά θα γίνει πρόεδρος ή πρωθυπουργός κ.λπ. Κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να σε αγγίξει νομικά, καθώς όλο το σύστημα είναι κομμάτι σου και είσαι κομμάτι του. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, έχετε ξεπουλήσει όλες τις βουνοκορφές σας για να μπουν ανεμογεννήτριες. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό, αλλά και γιατί εκεί υπάρχουν πηγές νερού - το νερό είναι φυσικός πλούτος και -εξαιρετικά σημαντικό- είναι το επόμενο που θα ιδιωτικοποιηθεί. Τον μισό χρόνο μένω στην Ανδρο, εδώ και χρόνια, και παρακολουθώ στενά το τι συμβαίνει στη χώρα σας. Είμαι σε μία κοινότητα που ζούμε με βάση την περμακουλτούρα. Πρόκειται για ένα σχεδιαστικό σύστημα που στοχεύει στη δημιουργία βιώσιμων ανθρώπινων οικισμών συμβατών με τη φύση. Εκεί, ναι: σε τέτοιες κοινότητες μπορεί να υπάρξει δημοκρατία. Οπως και στη δική σας εφημερίδα, φαντάζομαι, καθώς είστε συνεταιρισμός και δεν έχετε αφεντικά. Τα commons είναι η λύση. Το νερό είναι δημόσιο αγαθό, είναι common. Η Wikipedia δεν είναι common. Μπορεί ο οποιοσδήποτε να τη χρησιμοποιήσει για δικούς του σκοπούς. Ούτε η ενημέρωση είναι ελεύθερη.
Ελάχιστοι δημοσιογράφοι μπορούν να δράσουν ελεύθερα - στην Ελλάδα έχετε τεράστιο πρόβλημα με αυτό. Το ίδιο ισχύει και για την Τέχνη, όπως βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ. Η Τέχνη είναι ο καλύτερος τρόπος να ξεπλύνεις χρήμα: οι γκαλερί στην Ελβετία είναι το μεγαλύτερο πλυντήριο ξεπλύματος χρήματος στην Ευρώπη. Οι μεγαλύτεροι συλλέκτες έργων Τέχνης είναι έμποροι όπλων. Δεν είναι όπως το φανταζόμαστε: ένας πίνακας πάνω από τον καναπέ. Είναι ξέπλυμα βρόμικου, αιματοβαμμένου χρήματος. Αγοράζεις ακριβά έργα Τέχνης με μετρητά και μετά τα μεταπουλάς νόμιμα: έτσι ξεπλένεται το χρήμα. Ωστόσο, πιστεύω πως η Τέχνη και η δημιουργία μπορεί να είναι πραγματικά μία επαναστατική πράξη και πρακτική... Ετσι είναι ο κόσμος μας: γεμάτος αντιφάσεις. Για μένα ο άνθρωπος είναι ένα οξύμωρο πλάσμα, ένας τραγικός ήρωας. Το είχαν δείξει εξαιρετικά οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές σας.
Βρισκόμαστε σε μία πραγματικά σκοτεινή περίοδο, όπου η Αριστερά φαίνεται από ανύπαρκτη έως ανεδαφική και ο νεοφασισμός καλπάζει. Ωστόσο αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι πόσα πραγματικά κοινά έχουμε με παλαιότερες ιστορικές περιόδους και υπάρχουν έρευνες και ντοκιμαντέρ και βιβλία που καταδεικνύουν την αλήθεια, από ανθρώπους που έχασαν τη δουλειά τους επειδή την έγραψαν και την ανέδειξαν! Και κάνουμε τα ίδια λάθη και συνεχίζουμε να ζούμε στην άγνοια. Ενώ είναι όλα εκεί: όλη η αλήθεια υπάρχει αρκεί να την ψάξουμε λίγο.
Στο “Σάουντρακ για ένα πραξικόπημα” ήθελα να ψάξω την αλήθεια για τη δική μου χώρα, να καταδυθώ στις σκοτεινές πτυχές της δικής μου ιστορίας. Δεν μαθαίνεις καθόλου στο σχολείο στο Βέλγιο για τα εγκλήματα της λεγόμενης “Αυτοκρατορίας της Σιωπής” σχετικά με τα όσα εγκληματικά έκαναν στο Κονγκό επί δεκαετίες... Αν μπορούσα να πω κάτι σε μία γραμμή θα ήταν πως τα Οπλα, η Υγεία και η Διατροφή ανήκουν στο ίδιο σύστημα και μέσω αυτών “διοικούμαστε” παγκοσμίως. Είναι δυνατόν τα χρήματα των φορολογουμένων να πηγαίνουν σε αμυντικές δαπάνες και όχι για τη δημόσια Υγεία ή Παιδεία; Η Ελλάδα επί κρίσης, με ένα τεράστιο χρέος, επέλεξε (η τότε κυβέρνησή σας) να αγοράσει υποβρύχια και όπλα από τη Μέρκελ. Είναι τρελό! Ταυτόχρονα δεν υπάρχουν ελεύθεροι δημοσιογράφοι που να μπορούν να κάνουν με ασφάλεια τη δουλειά τους: οι περισσότεροι είναι απλά “εκφωνητές” ειδήσεων που τούς υπαγορεύονται από τα αφεντικά τους, που είναι κυβερνήσεις ή εφοπλιστές που ελέγχουν τις κυβερνήσεις... Αυτή είναι η αλήθεια και αυτή ήταν πάντα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι εντυπώσεων και τίποτε άλλο. Καμία ουσία. Φυσικά υπάρχουν ακόμη νησίδες αλήθειας, αλλά αν δεν καταλάβουμε πως ζούμε σε ένα ύπουλο πραξικόπημα -και μιλάω για όλους μας παγκοσμίως!- τότε δεν νομίζω πως μπορούν ν’ αλλάξουν πολλά, παρά μόνο σε μικρές, κλειστές κοινότητες».