Yπόθεση «Μόμπι Ντικ» / Κοβέσι εναντίον ιταλικής μαφίας
Τετάρτη, 02/09/2026 - 11:27ΜΟΝΙΚΑ ΑΡΤΙΝΟΥ
Η υπόθεση «Μόμπι Ντικ» που ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αποκαλύπτει πώς η ιταλική μαφία μετατόπισε σημαντικό μέρος της οικονομικής της δράσης από τα ναρκωτικά και άλλες υψηλού ρίσκου εγκληματικές δραστηριότητες σε μια εξαιρετικά προσοδοφόρα απάτη με τον ΦΠΑ.
Δημιούργησε ένα δίκτυο εταιρειών-βιτρινών που διακινούσε ηλεκτρονικά προϊόντα — από AirPods της Apple έως σκληρούς δίσκους — χωρίς να καταβάλλεται ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας που αντιστοιχούσε στις συναλλαγές. Οι αρχές υπολογίζουν τη ζημιά σε περίπου 520 εκατομμύρια ευρώ.
Σύμφωνα με τα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), η Μαφία (Καμόρα) της Νάπολης διοχέτευε αρχικά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στις εταιρείες του κυκλώματος. Η χρηματοδότηση λειτουργούσε ως επένδυση: τα κέρδη από την απάτη διεύρυναν το δίκτυο, νομιμοποιούσαν χρήματα και επέστρεφαν στην Ιταλία για να στηρίξουν τις επιχειρήσεις των εγκληματικών οργανώσεων.
Στο σχήμα φέρεται να συμμετείχε και η σικελική Κόζα Νόστρα, γεγονός που δείχνει τη συνεργασία διαφορετικών μαφιόζικων ομάδων γύρω από έναν κοινό οικονομικό στόχο.
Κεντρικό πρόσωπο θεωρείται ο 45χρονος Βέλγος Ροντόλφ Μπαλαέρα, ο οποίος φέρεται να είχε την ευθύνη της καθημερινής λειτουργίας μαζί με τον Παόλο Φαλαβίνια.
Ο Βιντσέντσο Περίλο, που περιγράφεται ως ένας από τους επικεφαλής της ναπολιτάνικης πλευράς, καταγράφηκε να συμμετέχει σε μυστική συνάντηση το 2022, όπου συζητούσαν μια διαφορά περίπου 200.000 ευρώ ανάμεσα στους συνεργούς και τη μαφία.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε κατοικία του Μπαλαέρα, την οποία οι Εισαγγελείς είχαν παγιδεύσει με μικρόφωνα. Η χαρακτηριστική φράση του Περίλο — «κλέβουμε τίμια… αλλά όχι μεταξύ μας!» — αποτυπώνει τον κυνισμό και την εσωτερική πειθαρχία του κυκλώματος.
Η τεχνική της απάτης βασιζόταν στη μεταφορά χρημάτων και εμπορευμάτων μέσα από αλλεπάλληλες εταιρείες-κέλυφος, συχνά χωρίς τα προϊόντα να μετακινούνται πραγματικά.
Για να μην ενεργοποιούνται οι αυτοματοποιημένοι έλεγχοι των τραπεζών, οι δράστες έσπαγαν μεγάλα ποσά σε μικρότερες μεταφορές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τηρούσαν ημερήσιο όριο 16.000 ευρώ. Όταν ζητούνταν εξηγήσεις, εμφάνιζαν πλαστά συμφωνητικά για «υπηρεσίες μάρκετινγκ» ή εικονικά τιμολόγια πωλήσεων τεχνολογικού εξοπλισμού.
Η εμβέλεια του δικτύου ήταν διεθνής. Τα χρήματα περνούσαν από εταιρείες και τραπεζικούς λογαριασμούς στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και το Ντουμπάι.
Τα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που επικαλείται το ρεπορτάζ του Follow The Money, αναφέρουν ακόμη επαφές σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων στην Oversea-Chinese Banking Corporation και στην Credit Suisse στη Σιγκαπούρη, ενώ υπάλληλοι ιταλικών τραπεζών φέρεται να διευκόλυναν το άνοιγμα λογαριασμών, παραβλέποντας τους τραπεζικούς κανόνες.
Τα κέρδη μετατρέπονταν σε πολυτελή αγαθά και επενδύσεις. Ο Μπαλαέρα και ο Φαλαβίνια αγόρασαν 69 ρολόγια από κοσμηματοπώλη του Μιλάνου, αξίας άνω του 1,6 εκατομμυρίου ευρώ, καθώς και ακίνητα στη Σικελία και στη βόρεια Ιταλία. Ένα κτήμα τριών εκατομμυρίων ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως πολυτελές θέρετρο και αργότερα ως χώρος της συνάντησης που παγίδεψαν οι διωκτικές αρχές.
Η δράση δεν περιοριζόταν στη φορολογική εξαπάτηση. Ο Μπαλαέρα φέρεται να απείλησε ότι θα σκοτώσει τον Τζόναθαν, τον οποίο κατηγορούσε για υπεξαίρεση χρημάτων, ενώ διευθυντής εταιρείας-βιτρίνας απειλήθηκε έξω από το σχολείο της κόρης του επειδή θεωρήθηκε πιθανός συνεργάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Ακόμη και μετά τη φυλάκισή του, ο Φαλαβίνια φέρεται να χρησιμοποιούσε παράνομα κινητό τηλέφωνο στις φυλακές Σαν Βιτόρε του Μιλάνου, πραγματοποιώντας μέσω Signal χρηματικές μεταφορές και πωλήσεις μετοχών.
Τον Οκτώβριο του 2022 συνελήφθησαν οι πρώτοι έξι ύποπτοι. Τον Νοέμβριο του 2024, σε δεύτερο κύμα επιχειρήσεων υπό την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε περισσότερες από 160 τοποθεσίες σε δέκα χώρες.
Συνολικά ερευνήθηκαν 195 άτομα και πάνω από 400 εταιρείες. Ο Περίλο συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2024, ενώ ο Μπαλαέρα, καταζητούμενος διεθνώς, παραδόθηκε και τέθηκε υπό κράτηση στο αεροδρόμιο Μαλπένσα του Μιλάνου τον Μάιο του 2025.
Μέχρι τώρα είχαν καταδικαστεί μόλις 20 άτομα, ενώ εκκρεμούν νέες ακροαματικές διαδικασίες.
Η υπόθεση εξηγεί γιατί η απάτη με τον ΦΠΑ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Εισαγγελείας: σχεδόν το 70% των υποθέσεων που συνδέονται με οικονομική ζημιά στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά απάτη εσόδων, ενώ το συνολικό πόσο της διαφυγής ΦΠΑ υπολογίζεται στα 128 δισεκατομμύρια ευρώ.
Πηγή: tvxs.gr