Η Ελίφ Εράλπ δεν γεννήθηκε στο Βερολίνο. Ηρθε στη γερμανική πρωτεύουσα το 2010. Αλλά ίσως γι’ αυτό αντιπροσωπεύει καλύτερα «το πρόσωπο της πόλης». Στις εκλογές της περασμένης Κυριακής ο ένας στους τρεις σημερινούς κατοίκους της γερμανικής πρωτεύουσας, κάτι λιγότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι, δεν ψήφισε επειδή δεν έχει γερμανική υπηκοότητα. Μπορεί να μιλάμε για «δήμαρχο», αλλά οι εκλογές ήταν κρατιδιακές, όχι δημοτικές, συνεπώς υπόθεση μόνο για τους Γερμανούς πολίτες. Αλλά έτσι κι αλλιώς ο όρος «Βερολινέζος» έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες, καθώς η πόλη συνεχίζει να μαγνητίζει ανθρώπους από ολόκληρη τη Γερμανία και ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας τη φήμη μιας κοσμοπολίτικης και ανεκτικής μητρόπολης.
Οχι ότι δεν υπάρχουν και αυτοί που έχουν αρχίσει να κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση, βλέποντας μια πόλη που ασφυκτιά στην προσπάθειά της να συναγωνιστεί σε τάσεις, «φάσεις», ρυθμούς και ξενύχτι το Λονδίνο και το Παρίσι. Μια πόλη που αντιμετωπίζει ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτές. Κοινωνικές αντιθέσεις που φουντώνουν, σπίτια που μετατρέπονται σε είδος πολυτελείας, σκουπίδια που ξεχειλίζουν στις πιο «δεύτερες» γειτονιές, υποδομές που παλεύουν καθημερινά με τα όριά τους.
Φυσικά ανάμεσα σε αυτούς που ψήφισαν υπάρχουν και πολλοί με μεταναστευτικές ρίζες. Οπως η Ελίφ. Γεννήθηκε πάντως στη Γερμανία, ως πρόσφυγας στο Μόναχο το 1981, εκεί όπου προσωρινά είχαν βρει καταφύγιο οι γονείς της, πολιτικά δραστήριοι στην Τουρκία, που έναν χρόνο πριν είχε βιώσει ακόμα ένα δεξιό πραξικόπημα. Η Ελίφ λοιπόν δεν πρόλαβε να έχει τέτοιες μνήμες. Μεγάλωσε αρχικά στο Ντόρτμουντ και μετά στο Αμβούργο, όπου σπούδασε νομικά. Στις δημοσιεύσεις της ασχολήθηκε με το δικαίωμα στη μετανάστευση, τη συνεπή καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την καταστολή του «δομικού ρατσισμού» εντός της αστυνομίας.
Το 2017, η Εράλπ εντάχθηκε στην Αριστερά και ίδρυσε μια ομάδα εργασίας με την οποία προώθησε τις ανησυχίες ατόμων με προσφυγικό και μεταναστευτικό υπόβαθρο. Σύντομα εισήλθε στη Βουλή του Βερολίνου. Προηγουμένως, είχε εργαστεί ως νομική σύμβουλος για την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στην ομοσπονδιακή Βουλή. Υποστήριξε μια πρωτοβουλία για την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε αλλοδαπούς. Ανάμεσα στους συμβούλους της τώρα ήταν και ο Μόριτς Κατς, ο οποίος είχε εργαστεί και στην καμπάνια του Ζόχραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη. Πριν ακόμα διαφανεί η νίκη της κάποιοι της είχαν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «θηλυκός Μαμντάνι στον ποταμό Σπρέε».
Τίναξε την κάλπη στον αέρα
Το περασμένο Σάββατο ο προεκλογικός αγώνας ολοκληρωνόταν με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν στην Ελίφ ένα αχνό προβάδισμα απέναντι στον άχρωμο υποψήφιο της Χριστιανοδημοκρατίας, Στέφαν Εβερς. Εναν εκπρόσωπο του πολιτικού κατεστημένου, από τους κλασικούς χαρτογιακάδες πολυτελείας, που η αλήθεια είναι ότι έχουν αυξηθεί αριθμητικά, αλλά συνεχίζουν να ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα όταν τολμήσουν να κινηθούν μέσα στην πόλη. Ο θρίαμβος της Εράλπ ήταν πολύ πιο ξεκάθαρος από ό,τι είχαν τολμήσει να προβλέψουν οι δημοσκόποι. Κάποιοι έγραψαν ότι τίναξε την κάλπη στον αέρα. Ποσοστό 25,7%, οκτώ μονάδες μπροστά από τον αντίπαλο, με διπλασιασμό των ποσοστών της Αριστεράς και απώλειες σχεδόν 10% για το CDU.
Το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο. Το Βερολίνο παραμένει πάντα Βερολίνο. Ατίθασο, πολύχρωμο, συχνά και αντιφατικό. Γιατί την πόλη αυτή την αγαπούν ακόμα και αυτοί που δυσκολεύονται να την αντέξουν. Η Εράλπ σε όλη την προεκλογική της εκστρατεία κράτησε ήπιους τόνους, αλλά στο περιεχόμενό της ήταν ανένδοτη. «Το Βερολίνο πρέπει να είναι μια πόλη για όλους». Και για τους μετανάστες και για τους πιο φτωχούς και για τους διαφορετικούς κάθε είδους.
Ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος της παραμένει η απαλλοτρίωση των κατοικιών, που έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό στα χέρια μεγαλοκαρχαριών του χώρου. Αλλωστε και οι Βερολινέζοι είχαν ψηφίσει υπέρ του μέτρου σε ένα σχετικό μη δεσμευτικό δημοψήφισμα το 2021. Επιχειρηματίες και «παλιά» κόμματα έπεσαν σε πανικό. Η κυβέρνηση Μερτς θέλει να περάσει άρον άρον έναν νόμο που θα απαγορεύει τις απαλλοτριώσεις από τις κυβερνήσεις κρατιδίων γενικώς και απολύτως, αν και κορυφαίοι συνταγματολόγοι προειδοποιούν ότι αυτό είναι αντισυνταγματικό. Οι εκπρόσωποι των εταιρειών βρίσκουν άπλετο χώρο στα μέσα άλλων μεγιστάνων για να προειδοποιήσουν ότι ένα τέτοιο μέτρο θα φέρει την απόλυτη καταστροφή. Ενα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να βάλει επικίνδυνες ιδέες και σε άλλες πόλεις. Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι με τους οποίους θα πρέπει να συγκυβερνήσει η Εράλπ αν θέλει να μπει στο «Κόκκινο Δημαρχείο» έχουν λιγοψυχήσει προκαταβολικά και πετούν την μπάλα στην εξέδρα. Ζητούν από την Αριστερά δηλώσεις μετανοίας για όσα μπορεί να έχουν πει στελέχη της για εγκλήματα στη Γάζα. Και η Δεξιά και τα μέσα της ασχολούνται με την εμφάνιση του Ισα Ρέμο, που θεωρείται επικεφαλής μιας αραβικής συμμορίας από αυτές που δρουν εδώ και δεκαετίες στην πόλη, σε ένα μετεκλογικό πάρτι σε μια γειτονιά στο Νόικελν. Οι υπεύθυνοι της Αριστεράς επιμένουν ότι ούτε τον κάλεσαν ούτε τον άφησαν να μείνει εκεί, αλλά τα υπόλοιπα κόμματα έχουν αναγάγει το ζήτημα σε κυρίαρχο της μετεκλογικής συζήτησης. Πριν προλάβει να χαρεί για τη νίκη της η Εράλπ βλέπει τώρα ένα ολόκληρο σύστημα, που δεν μπορεί να αποδεχτεί την ήττα του και θα κάνει κάθε προσπάθεια να την κατασπαράξει. Ο αγώνας δεν τελείωσε στις 20 Σεπτεμβρίου. Αλλά αυτό λογικά το γνώριζε από την αρχή.
ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΠΙΛΕΞΑΜΕ
Γιατί με τον εκλογικό της θρίαμβο στο Βερολίνο έδωσε λίγο φως μέσα στο σκοτάδι της Ακροδεξιάς.
Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν, μετά το Βερολίνο», λέει ο Λέοναρντ Κόεν στο τραγούδι “First We Take Manhattan” και ο στίχος αυτός ταιριάζει με το χθεσινό εκλογικό αποτέλεσμα στη γερμανική πρωτεύουσα.
Η επικράτηση της Αριστεράς (“Die Linke”) έφερε μνήμες από την ιστορική νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι στις δημαρχιακές εκλογές της Νέας Υόρκης στις 4 Νοεμβρίου του 2025. Τονίζεται μάλιστα ότι η επικεφαλής του κόμματος της γερμανικής “Die Linke” Έλιφ Εράλπ, χαρακτηρίζεται συχνά ως ο «θηλυκός Μαμντάνι».
Η Εράλπ, κόρη Τούρκων αριστερών που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μετά το πραξικόπημα του 1980, δήλωσε ότι εντάχθηκε στο κόμμα της Αριστεράς το 2017, την ημέρα δηλαδή που η ακροδεξιά AfD εισήλθε για πρώτη φορά στο γερμανικό κοινοβούλιο.
Ποια είναι η Έλιφ Εράλπ
Η σταδιακή αλλά σταθερή άνοδος της 45χρονης Εράλπ ως υποψήφιας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την ίδια ως προσωπικότητα, αλλά με το πολιτικό της προφίλ, το οποίο ευθυγραμμίζεται με τη νέα δυναμική που έχει φέρει το Die Linke στη γερμανική πολιτική σκηνή τα τελευταία δύο χρόνια, σχολιάζει μεταξύ άλλων σε πρόσφατο δημοσίευμά της η El Pais.
«Δεν είναι σύνηθες για κάποια σαν εμένα να γίνεται δήμαρχος. Ως κόρη προσφύγων, αγωνίζομαι ενάντια στην αδικία από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Είδα από κοντά πώς αντιμετωπίζονταν με διαφορετικό τρόπο οικογένειες σαν τη δική μας. Γι’ αυτό σπούδασα νομικά: για να υπερασπιστώ την ισότητα για όλους», εξηγεί η Εράλπ στο βίντεο με το οποίο ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της τον περασμένο Οκτώβριο.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Εκπέμπει την εικόνα ενός ήρεμου, έως και πράου ανθρώπου. Παρόλο που είναι μέλος του κοινοβουλίου του Βερολίνου από το 2021 – και αναπληρώτρια επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Die Linke – αξιοποιεί προσωπικά της βιώματα για να έρθει πιο κοντά στους ψηφοφόρους.
Είναι μητέρα δύο παιδιών που φοιτούν σε ένα τυπικό δημόσιο σχολείο, ζει σε ένα απλό νοικιασμένο διαμέρισμα – όπως οι περισσότεροι κάτοικοι του Βερολίνου – και αποτελεί μέλος της ποικιλόμορφης κοινότητας της γειτονιάς της, του Κρόιτσμπεργκ, εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
«Μπορεί να φαίνεται κάπως τραχιά περιοχή, αλλά εδώ υπάρχει μια υπέροχη κοινότητα. Άνθρωποι αυθεντικοί που στηρίζουν ο ένας τον άλλον – κι αυτό είναι κάτι που δεν αγοράζεται με χρήματα», λέει η ίδια.
Σε γενικές γραμμές, το προφίλ της Εράλπ αντικατοπτρίζει εκείνο πολλών ανθρώπων στο Βερολίνο – αλλά και πολλών Γερμανών που, παρόλο που γεννήθηκαν στη χώρα, χρειάστηκε να παλέψουν για να κερδίσουν τη θέση τους στην κοινωνία.
Πώς έφτασε η οικογένειά της στη Γερμανία
Το φθινόπωρο του 1980 – όπως έχει εξιστορήσει η ίδια σε διάφορες συνεντεύξεις της σε γερμανικά ΜΜΕ – οι γονείς της εγκατέλειψαν την Τουρκία μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που έλαβε χώρα την ίδια χρονιά. Έφυγαν ενώ η μητέρα της ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα, φοβούμενοι την καταστολή και τις πολιτικές διώξεις που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζαν ως σοσιαλιστές και συνδικαλιστές.
Έτσι, η πολιτικός της Αριστεράς γεννήθηκε στο Μόναχο, αντί για την Κωνσταντινούπολη, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί. Δύο χρόνια αργότερα, αφού τους χορηγήθηκε άσυλο, η οικογένεια μετακόμισε στο Ντόρτμουντ, όπου ο πατέρας της βρήκε δουλειά ως γιατρός. Η μητέρα της, ωστόσο, δεν στάθηκε τόσο τυχερή· χρειάστηκε να περιμένει 15 ολόκληρα χρόνια μέχρι οι γερμανικές αρχές να αναγνωρίσουν τα επαγγελματικά της προσόντα ως εκπαιδεύτριας νοσηλευτικής.
Όταν ήταν οκτώ ετών, οι γονείς της αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Αμβούργο· εκεί μεγάλωσε και σπούδασε νομικά, εστιάζοντας πάντα στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο εβδομαδιαίο περιοδικό Der Spiegel, περιέγραψε πώς, κατά τη διάρκεια της νεαρής της ηλικίας – μετά τις ρατσιστικές επιθέσεις του 1993 στο Μέλν και το Ζόλινγκεν που είχαν στόχο μετανάστες τουρκικής καταγωγής – ζούσε με τον φόβο ότι θα έβλεπε και το δικό της σπίτι να πυρπολείται.
Η επαγγελματική της πορεία την οδήγησε τελικά στο Βερολίνο. Αρχικά, έκανε πρακτική άσκηση στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Αργότερα, το 2010, άρχισε να εργάζεται ως νομική σύμβουλος για το κόμμα Die Linke στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Έκτοτε, το Βερολίνο αποτελεί την έδρα της.
Εντάχθηκε στο αριστερό κόμμα μερικά χρόνια αργότερα, το 2017, κυρίως λόγω του σοκ που προκάλεσε η είσοδος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) στην Μπούντεσταγκ, τη γερμανική κάτω βουλή. Το 2021 εξελέγη στο Κοινοβούλιο του Βερολίνου, όπου γρήγορα εστίασε στη στέγαση, τη μεταναστευτική πολιτική και την καταπολέμηση των διακρίσεων – τους τρεις δηλαδή πυλώνες της πρόσφατης προεκλογικής της εκστρατείας.
Μια εκστρατεία σε άνοδο
Όταν η Εράλπ ορίστηκε επικεφαλής υποψήφια του κόμματός της τον Οκτώβριο του 2025, οι δημοσκοπήσεις κατέτασσαν το Die Linke στην πέμπτη θέση, πίσω από το κυβερνών συντηρητικό CDU, τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους, ακόμη και την AfD.
Ο γερμανικός Τύπος έχει αρχίσει να στρέφει την προσοχή του στην αντισυμβατική αυτή υποψήφια. Η κάλυψη των ειδήσεων υπήρξε μάλλον επιφυλακτική, εστιάζοντας στο προσωπικό της υπόβαθρο και ταυτόχρονα εγείροντας πολλά ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα του προγράμματός της. Δεν θεωρείται, ωστόσο, ότι διαθέτει ιδιαίτερο χάρισμα και η άνοδος της εκστρατείας της αποδίδεται σε παράγοντες άσχετους με το πρόσωπό της, οι οποίοι πηγάζουν από άλλες συνθήκες.
Ένας τέτοιος παράγοντας είναι η θριαμβευτική επιστροφή του Die Linke στο πολιτικό προσκήνιο κατά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, μετά τα πλήγματα που υπέστη το κόμμα λόγω της ρήξης με τη Σάρα Βάγκενκνεχτ και της επακόλουθης αποχώρησής της. Η εμφανής αδυναμία του κόμματος δημιούργησε μια ευκαιρία για ανανέωση – τουλάχιστον στο Βερολίνο. Η «νέα» Αριστερά κατάφερε να καλλιεργήσει μια πιο αστική, νεανική και προοδευτική εικόνα, γεγονός που αποτυπώθηκε στην κάλπη.
Τι σημαίνει “Mietendeckel”
Ένας ακόμη παράγοντας ήταν η κρίση που αντιμετώπιζε ο συντηρητικός δήμαρχος, Κάι Βέγκνερ, η δημόσια εικόνα του υπέστη τέτοια φθορά, ώστε αναγκάστηκε να αποσύρει την υποψηφιότητά του ως επικεφαλής του CDU τον Ιούλιο. Οι κάτοικοι του Βερολίνου δεν του συγχώρησαν τους κακούς χειρισμούς κατά τη διάρκεια της γενικευμένης διακοπής ρεύματος που έπληξε την πόλη στην καρδιά του χειμώνα, τον περασμένο Ιανουάριο.
Μέσα στην κρίση – με χιλιάδες νοικοκυριά να μένουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή θέρμανση και αποκομμένα από κάθε επικοινωνία— ο Βέγκνερ επέλεξε να παίξει τένις με τη σύντροφό του. Η έλλειψη διαφάνειας και σαφήνειας εκ μέρους του δημάρχου τού κόστισε σημαντική υποστήριξη, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στις τάξεις του ίδιου του κόμματός του.
Τέλος – αλλά εξίσου σημαντικό – ήταν το οξύ στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο ο κυβερνητικός συνασπισμός απέτυχε να διαχειριστεί με την αποτελεσματικότητα που είχε υποσχεθεί. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τα ενοίκια στο Βερολίνο συνεχίζουν να ανεβαίνουν, φτάνοντας σε επίπεδα που καθιστούν τη στέγαση ουσιαστικά απρόσιτη για την πλειονότητα του πληθυσμού.
Σε αυτή τη βάση, η Εράλπ οικοδόμησε την εκστρατεία της γύρω από μια πολύ σαφή ιδέα: να καταστήσει το Βερολίνο ξανά μια πόλη με προσιτό κόστος διαβίωσης για όλους. Το ζήτημα της στέγασης αποτέλεσε το κυριότερο σημείο όπου εστίαζε – όπως μαρτυρά και το χρυσό μενταγιόν στην αλυσίδα που φορά πάντα, το οποίο έχει πάνω τη λέξη “Mietendeckel” (δηλαδή «πλαφόν στα ενοίκια»).
Ο Μαμντάνι ως σημείο αναφοράς
Τονίζεται ότι η Εράλπ άντλησε έμπνευση από την εκλογική νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι, ο οποίος είναι πλέον δήμαρχος της πολυπληθέστερης πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Αν ένας αριστερός υποψήφιος μπορεί να κερδίσει στη Νέα Υόρκη, μπορεί να το κάνει και στο Βερολίνο», είχε δηλώσει τότε. Οι επικριτές της αντέτειναν αμέσως ότι η Νέα Υόρκη δεν είναι Βερολίνο.
Υπενθυμίζεται ότι ο Μαμντάνι είχε θέσει το ζήτημα του κόστους ζωής στο επίκεντρο της υποψηφιότητάς του και, τώρα, η Εράλπ κέρδισε τις εκλογές στο Βερολίνο με μια πρόταση που δίνει επίσης μεγάλο βάρος στο ζήτημα της στέγασης και στους νέους, που αποτελούν δύο από τους βασικούς πυλώνες της.
Αυτή η ομοιότητα μεταξύ τους δίνει φέρνει στο προσκήνιο το φαινόμενο μιας αστικής Αριστεράς που μοιάζει να ανακτά τον έλεγχο της κατάσταση. Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιες διαφορές που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην εξέταση του εν λόγω φαινομένου.
Ο Μαμντάνι κέρδισε τη δημαρχία. Η Έλιφ Εράλπ έθεσε το κόμμα της στην κορυφή ενός κατακερματισμένου κοινοβουλίου. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, μεσολαβεί μια απόσταση που αφορά συνεργάτες, διαπραγματεύσεις και την ικανότητα μετατροπής των υποσχέσεων σε αποφάσεις, σημειώνει η ισπανική ιστοσελίδα Democrata.
Από τα λόγια… στα βιώματα
Η σημαντικότερη ομοιότητα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο παρατηρείται κάθε μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό των κατοίκων τους.
Το ζήτημα της στέγασης αφήνει χώρο μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τις ιδεολογικές συζητήσεις στα άμεσα βιώματα των πολιτών: πόσο κοστίζει η διαμονή, πόσο μακριά από την εργασία του πρέπει να μετακομίσει κανείς και ποιο μέρος του μισθού εξανεμίζεται χωρίς να επιτρέπει την ουσιαστική διαβίωση; Μια πόλη μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες και, ταυτόχρονα, να καταστεί απρόσιτη για όσους επιθυμούν να τις αξιοποιήσουν.
Ο Μαμντάνι ανέδειξε το «πάγωμα» των ελεγχόμενων ενοικίων σε κεντρικό αίτημα της εκστρατείας του. Τον Ιούνιο, η αρμόδια υπηρεσία της Νέας Υόρκης για τον καθορισμό των αυξήσεων ενέκρινε το πάγωμα των ενοικίων για περίπου ένα εκατομμύριο κατοικίες, μέτρο που θα ισχύει για τις ανανεώσεις συμβολαίων από τον Οκτώβριο του 2026 και μετά. Έτσι, μια προεκλογική υπόσχεση άρχισε να μετουσιώνεται σε δημόσια πολιτική.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Στο Βερολίνο, ανάλυση του ZDF -του μεγαλύτερου δημόσιου, μη κερδοσκοπικού τηλεοπτικού δικτύου στη Γερμανία – έδειξε ότι τα ενοίκια και η αγορά ακινήτων αποτελούν τα ζητήματα που απασχολούν περισσότερο τους ψηφοφόρους, ενώ αναγνώρισε στο κόμμα Die Linke τη μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή τους. Το κόμμα έχει επίσης ταχθεί υπέρ της μεταβίβασης κατοικιών από μεγάλους ιδιοκτήτες σε καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας – μια παρέμβαση διαφορετική και πιο ριζοσπαστική από το «πάγωμα» ορισμένων ενοικίων.
Η πολιτική σύνδεση μεταξύ Νέας Υόρκης και Βερολίνου θα μπορούσε, λοιπόν, να διατυπωθεί ως εξής: Το δικαίωμα στη συνέχιση της διαβίωσης στην πόλη μετατρέπεται σε πρόταση για το μέλλον.
Ισχυρή στήριξη από τη νεολαία
Παρατηρείται επίσης μια ομοιότητα σε ό,τι αφορά την ηλικία των υποστηρικτών του Μαμντάνι και της Εράλπ, αν και δεν θα ήταν ασφαλές να γίνουν άμεσες συγκρίσεις μεταξύ των ποσοστών τους.
Το ερευνητικό κέντρο CIRCLE του Πανεπιστημίου Tufts υπολόγισε ότι το 75% των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 29 ετών υποστήριξε τον Μαμντάνι. Η ανάλυσή του CIRCLE, η οποία βασίστηκε στα exit polls, ανέδειξε τους νέους ως την ηλικιακή ομάδα που τον στήριξε περισσότερο. Στις νέες γυναίκες, το ποσοστό στήριξης έφτασε το 82%.
Στο Βερολίνο, το ινστιτούτο Forschungsgruppe Wahlen διαπιστώνει ότι το Die Linke συγκεντρώνει τη στήριξη σχεδόν των μισών ατόμων ηλικίας κάτω των 30 ετών, με μεγαλύτερη απήχηση στις γυναίκες: 55%, έναντι 40% στους άνδρες. Τα δημογραφικά στοιχεία και οι εκλογικές αναμετρήσεις διαφέρουν βέβαια μεταξύ τους, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις διαπιστώνεται ιδιαίτερη δυναμική μεταξύ των νέων ψηφοφόρων.
Τα εν λόγω στοιχεία επισκιάζουν μάλιστα το αφήγημα περί αναπόφευκτης στροφής των νέων προς τα δεξιά. Αντιθέτως, δείχνουν πως κάποια εκλογικά αποτελέσματα μπορούν να επηρεαστούν από το ποιος θα καταφέρει να εκφράσει τις ανησυχίες της συγκεκριμένης γενιάς και να προσφέρει μια απάντηση που θα γίνει αντιληπτή και αποδεκτή.
Μια σημαντική στρατηγική διαφορά
Ο Μαμντάνι έθεσε υποψηφιότητα στις δημαρχιακές εκλογές ως υποψήφιος των Δημοκρατικών, αν και προηγουμένως είχε αμφισβητήσει τον προσανατολισμό του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Κέρδισε τον Νοέμβριο του 2025 απέναντι στον Άντριου Κουόμο, ο οποίος κατέβηκε ως ανεξάρτητος, και τον Ρεπουμπλικάνο Κέρτις Σλίβα.
Το κόμμα Die Linke, από την πλευρά του, δραστηριοποιείται αυτόνομα και ανταγωνίζεται τους σοσιαλδημοκράτες και τους οικολόγους. Η ενίσχυσή του ενδέχεται να ισχυροποιήσει την ηγετική του θέση εντός της Αριστεράς, αποδυναμώνοντας παράλληλα εκλογικά τους σχηματισμούς με τους οποίους θα χρειαστεί αργότερα να συνεργαστεί.
Πρόκειται για μια σημαντική στρατηγική διαφορά. Στη Νέα Υόρκη, η διαμάχη για το ποιος εκπροσωπεί το προοδευτικό εκλογικό σώμα εκτυλίχθηκε στο πλαίσιο της υποψηφιότητας του Μαμντάνι με τους Δημοκρατικούς. Στο Βερολίνο, η διαμάχη αυτή συνεχίζεται και μετά την επανακαταμέτρηση των ψήφων, γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η νίκη στο Βερολίνο δεν σημαίνει αυτοδυναμία
Η εκτίμηση του ZDF για το εκλογικό αποτέλεσμα στις 21:56 δίνει στο Die Linke ποσοστό 25,1%, έναντι 19,2% για το CDU. Το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάζει το 12,2% του 2023, ωστόσο το κόμμα απέχει πολύ από την αυτοδυναμία.
Η προβλεπόμενη κατανομή εδρών επιτρέπει τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Die Linke, Πρασίνων και SPD, με συνολικά 77 έδρες, αριθμός που υπερβαίνει το όριο των 66 εδρών που απαιτούνται. Παράλληλα, καθίσταται δυνατός ένας κυβερνητικός συνασπισμός υπό την ηγεσία του CDU, με τη συμμετοχή των Πρασίνων και του SPD, ο οποίος θα διέθετε 68 έδρες. Και στα δύο σενάρια, η τελική διαμόρφωση εξαρτάται από το τελικό ποσοστό του κόμματος BSW, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή κυμαινόταν στο 4,9%.
Είναι προφανές ότι εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: η Εράλπ μπορεί να πετύχει την καθαρή νίκη και, παρ’ όλα αυτά, να χρειαστεί τη συγκατάθεση άλλων κομμάτων προκειμένου να μετατρέψει αυτή τη νίκη σε κυβερνητικό σχήμα.
Sebastian Gollnow/dpa via AP
Τα εμπόδια και η ευκαιρία της Αριστεράς
Υπάρχει, πάντως, ένα ακόμα στοιχείο που «συννεφιάζει» το τοπίο και δεν αφήνει περιθώρια για υπερβολικό ενθουσιασμό. Η ανάλυση της Forschungsgruppe Wahlen στη Γερμανία καταγράφει βαθιά δυσαρέσκεια μεταξύ των κατοίκων του Βερολίνου: το 45% πιστεύει ότι κανένα κόμμα δεν είναι κατάλληλο για να επιλύσει τα προβλήματα της πόλης. Συγχρόνως, μόλις το 37% θεωρεί ότι η απαλλοτρίωση μεγάλων εταιρειών διαχείρισης κατοικιών θα έλυνε τα προβλήματα της αγοράς ακινήτων.
Η κατάκτηση της εμπιστοσύνης στο ζήτημα της στέγασης δεν ταυτίζεται με την εξασφάλιση πλειοψηφικής στήριξης για όλα τα προτεινόμενα μέτρα. Ούτε αρκούν οι νίκες σε δύο αστικά κέντρα για να καταδείξουν έναν γενικότερο πολιτικό μετασχηματισμό.
Επιτρέπουν, ωστόσο, να αναδυθεί μια ευκαιρία: μια Αριστερά που συνδέει την ταυτότητά της με τα καθημερινά προβλήματα μπορεί να διευρύνει το πεδίο δράσης της. Το κόστος των ενοικίων, οι μετακινήσεις και η δυνατότητα οικοδόμησης μιας σταθερής ζωής προσφέρουν μια γλώσσα που συνδέει το πολιτικό πρόγραμμα με τα βιώματα των πολιτών.
Ο Μαμντάνι βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με τη δοκιμασία της υλοποίησης όσων υποσχέθηκε. Από την πλευρά της, η Εράλπ θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει την πλειοψηφία που θα της επιτρέψει να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο. Μια κοινή υπόσχεση ταξιδεύει ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο: ότι η διαβίωση σε μια μεγάλη πόλη δεν πρέπει να φτάσει σε σημείο να αποτελεί προνόμιο.