Το πρώτο άλμπουμ της Νίκης Κοπίτα περιλαμβάνει έξι τραγούδια, κάποια ήδη κυκλοφορημένα και κάποια καινούργια.
Οι πέντε από τις συνθέσεις είναι της Μαρίας Καμπούρη (συμμετέχει στα φωνητικά του ομότιτλου τραγουδιού) συν ένα παραδοσιακό της Απειράνθου Νάξου.
Σχετικά με αυτό στο οποίο ακούγεται και ο σπουδαίος βιολιστής Γιάννης Ζευγόλης, η Νίκη δήλωσε:
"Το δανείζομαι με σεβασμό, δανείζομαι τις ιστορίες ανθρώπων της Απειράνθου, για να τις πω με τη δική μου φωνή. Και έχουμε επιλέξει ακριβώς αυτές ακριβώς τις ιστορίες που για εμάς δένουν θεματικά όλο το δίσκο — λες και τα δικά μου τραγούδια, έψαχναν κι αυτά κάπου να ακουμπήσουν, να κουρδίσουν πάνω σε μια πιο βαθιά μνήμη. Τα κοτσάκια που επιλέξαμε είναι ανέκδοτα — προφορικές ιστορίες που έχουν περάσει από στόμα σε στόμα και ζουν ακόμα μέσα στους ανθρώπους της Απειράνθου".
Στο πρώτο σύνολο τραγουδιών της, η Νίκη Κοπίτα προσφέρει πνοή και συναίσθημα με την τρυφερή, νοσταλγική και στέρεη ερμηνεία της καθώς το φως και το σκοτάδι, το εσωτερικό και το εξωστρεφές εναλλάσσονται και φιλιώνουν.
Ο δίσκος της είναι γεμάτος έρωτες, ματαιώσεις, αστοχίες, μνήμες και χωρισμούς.
Η μουσική κινείται μεταξύ ηλεκτρονικών τοπίων και σχεδόν χειροποίητων, ακουστικών μονοπατιών, περιποιημένη από την ενορχήστρωση και την παραγωγή του έμπειρου διδύμου των Γιώργου Μπουσούνη και Γιώργου Γκίνη.
Το εξώφυλλο έχει το βασικό εικαστικό τυπωμένο, αλλά κάθε αντίτυπο είναι μοναδικό: η εικαστικός, Ελένη Κανελλοπούλου παρεμβαίνει με το χέρι, και προσθέτει εικαστικό μέρος ή λεπτομέρεια.
Κανένα αντίτυπο δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο — το κάθε βινύλιο θα είναι μία και μοναδική στιγμή.
Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:30 και η τιμή εισιτηρίου στην είσοδο είναι 12 ευρώ.
LET’S GET READY TO RUMBLE METALHEADS !!!
Το Metal Battle Greece & CYPRUS σε συνεργασία με την ICS Festival Service φέρνουν το μεγαλύτερο metal φεστιβάλ του πλανήτη στην Ελλάδα και Κύπρο, το Wacken Open Air Festival, με προσέλευση κόσμου άνω των 85.000 ατόμων. Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ www.wacken.com.
To WackenMetalBattle - www.metal-battle.com είναι ένας παγκόσμιος διαγωνισμός όπου μια μπάντα αντιπροσωπεύει τη χώρα της και εμφανίζεται στο bullhead city του Wacken Open Air Festival. Εκεί συναγωνίζεται με τις υπόλοιπες νικήτριες μπάντες των χωρών του κόσμου και διεκδικεί πολλά πλούσια δώρα.
Η νικήτρια μπάντα του τελικού θα ταξιδέψει στην πόλη Wacken της Γερμανίας όπου και θα εμφανιστεί live στο φεστιβάλ στα τέλη Ιουλίου. Η διοργάνωση του Metal Battle πραγματοποιείται από τη Loud Sound στην Ελλάδα και τη Rock Island Events στην Κύπρο.
Η συναυλία του ελληνοκυπριακού τελικού θα λάβει χώρα την Κυριακή 5Απριλίου 2026 στο ΑΝ Club στην Αθήνα και οι μπάντες που θα εμφανισθούν είναι οι εξής:
Ο αμερικανός τραγουδοποιός και κιθαρίστας «Country» Τζο ΜακΝτόναλντ, μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960, πέθανε την Κυριακή σε ηλικία 84 ετών. Το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγων καλλιτεχνών με το αντιπολεμικό κίνημα της εποχής, κυρίως μέσα από το τραγούδι «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag», που καυτηρίαζε με σαρκασμό τον Πόλεμο του Βιετνάμ και έμεινε στην ιστορία από την εμφάνισή του στο φεστιβάλ Woodstock.
Ο ΜακΝτόναλντ, γνωστός ως ιδρυτικό μέλος και βασικός τραγουδιστής των Country Joe and the Fish, άφησε την τελευταία του πνοή στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας. Όπως ανακοίνωσε η σύζυγός του, Κάθι ΜακΝτόναλντ, με την οποία ήταν μαζί για περισσότερα από τέσσερις δεκαετίες, ο θάνατός του προήλθε από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον.
Το τραγούδι που έγινε ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος
Ο ΜακΝτόναλντ υπήρξε ενεργό μέλος της μουσικής σκηνής της περιοχής του Σαν Φρανσίσκο για πολλά χρόνια, έχοντας γύρω του καλλιτέχνες όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane, αλλά και τη φίλη και για ένα διάστημα σύντροφό του, Τζάνις Τζόπλιν. Στη διάρκεια της καριέρας του έγραψε ή συνυπέγραψε εκατοντάδες τραγούδια και κυκλοφόρησε δεκάδες άλμπουμ, κινούμενος από την ψυχεδέλεια μέχρι τη ροκ με επιρροές από τη σόουλ.
Παρότι η δισκογραφία του ήταν μεγάλη, το κομμάτι που τον καθιέρωσε γράφτηκε σχεδόν αυθόρμητα. Το 1965, τη χρονιά που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον αποφάσισε την αποστολή αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Βιετνάμ, ο ΜακΝτόναλντ συνέθεσε μέσα σε λιγότερο από μία ώρα το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag». Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στο σπίτι του ιδρυτή της Arhoolie Records, Κρις Στράχβιτς, στο Μπέρκλεϊ.
Στο ύφος του λεγόμενου «talking blues», εμπνευσμένο από τον Γούντι Γκάθρι, το τραγούδι χρησιμοποιούσε σαρκασμό για να σχολιάσει τον πόλεμο και την προοπτική ενός πρόωρου και παράλογου θανάτου. Το ρεφρέν του έγινε γρήγορα γνωστό στους θεατές συναυλιών, που το τραγουδούσαν μαζί του.
Όταν το έγραψε, ο ΜακΝτόναλντ ήταν ήδη μέλος των νεοσύστατων Country Joe and the Fish. Στις συναυλίες πρόσθετε πριν από το τραγούδι μια χαρακτηριστική ιαχή: «Give me an F, give me an I, give me an S, give me an H».
Στο Woodstock το 1969, όταν εμφανίστηκε μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, η μπάντα βρισκόταν ήδη κοντά στη διάλυση και η εισαγωγική ιαχή είχε μετατραπεί σε μια διαφορετική τετραγράμματη λέξη που ξεκινούσε επίσης από «F». Το κοινό τραγουδούσε μαζικά μαζί του, σε μια σκηνή που καταγράφηκε στο ντοκιμαντέρ Woodstock που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά.
Όπως είχε πει ο ίδιος το 2019 στο Associated Press, ενώ πολλοί καλλιτέχνες στο φεστιβάλ μιλούσαν γενικά για την ειρήνη, εκείνος επέλεξε να μιλήσει ευθέως για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Η εισαγωγική κραυγή, όπως εξηγούσε, ήταν ένας τρόπος να εκφραστεί η οργή και η απογοήτευση μιας ολόκληρης γενιάς.
Φήμη αλλά και αντιδράσεις
Η επιτυχία του τραγουδιού τον έκανε γνωστό, αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις. Το 1968 ο παρουσιαστής Εντ Σάλιβαν ακύρωσε εμφάνιση του συγκροτήματος στο τηλεοπτικό του σόου μόλις έμαθε για την προκλητική ιαχή που προηγήθηκε του τραγουδιού.
Μετά το Woodstock, ο ΜακΝτόναλντ συνελήφθη σε συναυλία στο Γούστερ της Μασαχουσέτης επειδή χρησιμοποίησε την ίδια ιαχή επί σκηνής και τιμωρήθηκε με πρόστιμο. Το περιστατικό συνέβαλε στη σταδιακή διάλυση του συγκροτήματος.
Η σχέση του με το αντιπολεμικό κίνημα τον έφερε και στο δικαστήριο. Οι δεσμοί του με ακτιβιστές όπως οι Άμπι Χόφμαν και Τζέρι Ρούμπιν τον οδήγησαν να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη των λεγόμενων Chicago Eight — αργότερα γνωστών ως Chicago Seven — για τις διαδηλώσεις στο συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968 στο Σικάγο.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του προσπάθησε να τραγουδήσει το τραγούδι για να εξηγήσει το περιεχόμενό του, αλλά ο δικαστής τον διέκοψε λέγοντας ότι «δεν επιτρέπεται τραγούδι στο δικαστήριο». Εκείνος συνέχισε απλώς απαγγέλλοντας τους στίχους.
Το 2001 αντιμετώπισε και μια δικαστική διαμάχη για τη μελωδία του τραγουδιού. Η κόρη του τζαζ μουσικού Edward «Kid» Ory υποστήριξε ότι το κομμάτι βασιζόταν στο παλαιότερο ορχηστρικό έργο «Muskrat Blues» της δεκαετίας του 1920. Ομοσπονδιακός δικαστής της Καλιφόρνια αποφάσισε τελικά υπέρ του ΜακΝτόναλντ, επισημαίνοντας ότι η αγωγή είχε κατατεθεί με υπερβολική καθυστέρηση.
Η ζωή μετά το Woodstock
Παρότι συνέχισε να περιοδεύει και να ηχογραφεί για πολλά χρόνια, το όνομά του έμεινε για πάντα συνδεδεμένο με τη δεκαετία του 1960. Ο ίδιος δεν έκρυβε τη νοσταλγία του για εκείνη την εποχή, κάτι που φάνηκε και στο τραγούδι «Bring Back the Sixties, Man» που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Στη δισκογραφία του περιλαμβάνονται άλμπουμ όπως «Country», «Carry On», «Time Flies By» και «50», ενώ συνέχισε να γράφει τραγούδια με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, όπως το «Save the Whales» το 1975.
Παρά την έντονη αντιπολεμική του στάση, ο ίδιος είχε σύνθετα συναισθήματα για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 είχε υπηρετήσει στο αμερικανικό Ναυτικό στην Ιαπωνία και ένιωθε ότι καταλάβαινε τόσο τους διαδηλωτές όσο και τους στρατιώτες που πολεμούσαν.
Στη δεκαετία του 1990 συμμετείχε στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία μνημείου των βετεράνων του Βιετνάμ στο Μπέρκλεϊ, το οποίο αποκαλύφθηκε το 1995. Όπως έγραψε αργότερα, η τελετή εγκαινίων είχε περισσότερο χαρακτήρα συμφιλίωσης παρά αντιπαράθεσης, παρά τις συγκρούσεις που είχαν σημαδέψει την πόλη στα χρόνια του πολέμου.
Προσωπική ζωή και πρώτα χρόνια
Ο ΜακΝτόναλντ παντρεύτηκε τέσσερις φορές και απέκτησε πέντε παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Για ένα διάστημα στη δεκαετία του 1960 είχε σχέση με τη Τζάνις Τζόπλιν. Όταν αποφάσισαν να χωρίσουν, εκείνη του ζήτησε να της γράψει ένα τραγούδι, το οποίο έγινε η μπαλάντα «Janis».
Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1942 στην Ουάσινγκτον και μεγάλωσε στο El Monte της Καλιφόρνιας. Οι γονείς του, πρώην κομμουνιστές, τον ονόμασαν προς τιμήν του Ιωσήφ Στάλιν και τον ενθάρρυναν από μικρό να αγαπήσει τη μουσική και να αναπτύξει κοινωνική συνείδηση.
Από τα εφηβικά του χρόνια έγραφε τραγούδια, έπαιζε τρομπόνι στη σχολική μπάντα και μάθαινε μόνος του κιθάρα, παίζοντας φολκ, μπλουζ και κάντρι.
Μετά τη θητεία του στο Ναυτικό, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, φοίτησε για λίγο στο Los Angeles State College, αλλά σύντομα μετακόμισε στο Μπέρκλεϊ, όπου εντάχθηκε ενεργά στη φολκ μουσική σκηνή και στα πολιτικά κινήματα της εποχής. Εκεί ίδρυσε και το υπόγειο περιοδικό Rag Baby, για την προώθηση του οποίου γράφτηκε και το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag».
Το 1965 δημιούργησε το συγκρότημα Country Joe and the Fish μαζί με τον κιθαρίστα Barry «The Fish» Melton, τον μπασίστα Bruce Barthol, τον οργανίστα David Bennett Cohen και τον ντράμερ Gary «Chicken» Hirsh. Το όνομα προέκυψε από μια φράση του Μάο Τσε Τουνγκ που έλεγε ότι οι επαναστάτες είναι «τα ψάρια που κολυμπούν στη θάλασσα του λαού».
Όπως και άλλα συγκροτήματα της εποχής — όπως οι Jefferson Airplane και οι Byrds — η μπάντα ξεκίνησε από τη φολκ μουσική και πέρασε σταδιακά στη φολκ-ροκ και την ψυχεδελική ροκ.
Το πρώτο τους άλμπουμ, «Electric Music for the Mind and Body», κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1967 και περιλάμβανε το τραγούδι «Not So Sweet Martha Lorraine». Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν στο Monterey Pop Festival, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής του λεγόμενου Summer of Love.
Όπως είχε πει ο ίδιος χρόνια αργότερα, δεν ένιωθε ότι ζούσε κάποιο «καλοκαίρι της αγάπης», όπως το παρουσίαζαν τα μέσα ενημέρωσης. Εκείνο που τον ενθουσίαζε περισσότερο ήταν ότι ένιωθε πως είχε βρει μια νέα κοινότητα, μια αντικουλτούρα στην οποία επιτέλους αισθανόταν ότι ανήκε.
Αφιέρωμα στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
από τον Γιώργο Αλτή
«Τα τραγούδια της Ευτυχίας»
Τετάρτη 4, 11, 18 και 25 Μαρτίου και 1η Απριλίου
"Χίλιες και δύο νύχτες"
Τραγουδούν οι Μαριάνα Κατσιμίχα, Εύα Ξένου,
Χρυσή Παπαγιαννούλη, Λάμπρος Βασιλείου και Νίκος Κεδρινός
Αφηγείται η Αθηνά Καμπάκογλου
Η μουσική σκηνή "Χίλιες και δύο νύχτες" συνεχίζει να παρουσιάζει με μεγάλη επιτυχία, όλες τις Τετάρτες (4, 11, 18 και 25) του Μαρτίου και την πρώτη Τετάρτη (1η) του Απριλίου το αφιέρωμα στην θρυλική στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που επιμελήθηκε ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και ερευνητής του λαϊκού τραγουδιού Γιώργος Αλτής.
Ποιος δεν έχει πάρει δύναμη από τα τραγούδια της όπως τα "Είμαι αητός χωρίς φτερά", "Αν είναι η αγάπη έγκλημα", "Το τελευταίο βράδυ μου", "Όνειρο απατηλό" και τόσα άλλα. Η ζωή της δουλεμένη με το ατσάλι, αποτυπώθηκε στους στίχους της που μας συγκινούν και μας στηρίζουν μέχρι σήμερα.
Στο ρόλο της αφηγήτριας η Αθηνά Καμπάκογλου (18,25/3 & 1/4).
Οι "Χίλιες και δύο νύχτες" είναι από τις πρώτες μουσικές σκηνές που άνοιξαν στην Αθήνα. Έχει φιλοξενήσει αμέτρητους αξιόλογους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες. Είναι ένας χώρος με γεύσεις και αρώματα της ανατολικής Μεσογείου.
Τετάρτη 11, 18 και 25 Μαρτίου και 1η Απριλίου
Χίλιες και δύο νύχτες www.1002nyxtes.gr Καραϊσκάκη 10, Ψυρρή
(Από Ερμού 104, κοντά στο μετρό Μοναστηράκι)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3317293
Ώρα έναρξης: 21.30
Τιμή εισόδου: 7 euro
Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή επιστρέφουν στη σκηνή του THEATRE OF THE NO, παρουσιάζοντας το επιτυχημένο και ανανεωμένο μουσικό τους project «Roots & Rituals». Μετά τη θερμή υποδοχή και τις εξαιρετικές εντυπώσεις που άφησαν οι εμφανίσεις τους τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, ανεβαίνουν ξανά στη σκηνή για δύο μοναδικές βραδιές, την Παρασκευή 13 και το Σάββατο 14 Μαρτίου στις 21:30.
Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή ξανασυστήνουν στο κοινό το “Roots & Rituals” ως μια ζωντανή, εξελισσόμενη μουσική τελετουργία. Με ένα δυνατό πρόγραμμα, νέες ερμηνείες αγαπημένων και σπάνιων τραγουδιών, αναπάντεχες μεταμορφώσεις και αυτοσχεδιασμούς, γεφυρώνουν την παράδοση με το τώρα, οδηγώντας το κοινό σε ένα ταξίδι που φέρει την έκσταση της Κάτω Ιταλίας, το μυστήριο της βαλκανικής πολυφωνίας, τον πλούτο της ελληνικής ψυχής και τη δωρικότητα των blues, του gospel και του ρεμπέτικου.
Έχουν χαρακτηριστεί ως «οι ιέρειες της πολυπολιτισμικότητας» χάρη στη μακρόχρονη ενασχόλησή τους με τα παραδοσιακά τραγούδια από όλο τον κόσμο. Από πολύ νωρίς άρχισαν να εξερευνούν τις μουσικές των λαών και να πειραματίζονται µε τις δυνατότητες της ανθρώπινης φωνής. Με σεβασμό στη γλώσσα, την προφορά και την εκφορά κάθε τραγουδιού, ερμηνεύουν σε πάνω από είκοσι γλώσσες και διαλέκτους, τόσο a cappella όσο και µε συνοδεία πιάνου, κιθάρας και κρουστών που παίζουν οι ίδιες.
Έχουν συνεργαστεί με κορυφαίους καλλιτέχνες όπως τη Μαρία Φαραντούρη, τον Goran Bregovic, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, τον Ψαραντώνη, τον Alex Sid, τον Νίκο Κυπουργό, την Τατιάνα Λύγαρη, τον Χρήστο Θηβαίο, τους Ghetonia, τον Μιχάλη Τζουγανάκη, τον Βασίλη Λέκκα, τον Γιώργο Καζαντζή, τους Nightfall, τα Υπόγεια Ρεύματα, τους Rotting Christ κ.ά.
Οι ερμηνείες τους έχουν ταξιδέψει σε μερικούς από τους σημαντικότερους χώρους και φεστιβάλ διεθνώς από το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης και το International Mugham Centre του Μπακού, έως τη Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών στο Μιλάνο, τα Μέγαρα Μουσικής της Ελλάδας και κορυφαίες σκηνές της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας.
Ο Πάνος Κατσιμίχας επιστρέφει με ένα νέο, βαθιά προσωπικό single με τίτλο «Για ό,τι αξίζει μόνο», που κυκλοφορεί από την Protasis Music.
Το τραγούδι αποτελεί μια ειλικρινή μουσική εξομολόγηση, όπου ο Πάνος Κατσιμίχας υπογράφει στίχους και μουσική, ενώ ερμηνεύει και ο ίδιος. Μετά από πρόσφατες συνεργασίες και ιδιαίτερες μουσικές προσεγγίσεις – όπως το «Το Δικό Σου Τραγούδι» με τον Βύρωνα Τσουράπη και η σύγχρονη απόδοση του βυζαντινού ύμνου «Τον Νυμφώνα σου βλέπω» – ο Πάνος Κατσιμίχας στρέφεται ξανά σε ένα πιο εσωτερικό, εξομολογητικό ύφος, που χαρακτηρίζει τη διαχρονική του πορεία ως τραγουδοποιού με ουσιαστικό λόγο και έντονο συναίσθημα.
Ένα τραγούδι, με εκείνη τη γνώριμη ποιητική ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στη μνήμη, τον έρωτα και τον χρόνο. Μια υπενθύμιση πως, τελικά, μένει μόνο ό,τι αγαπάμε πραγματικά.
Απόσπασμα στίχων:
Ό,τι δεν είχε νόημα, το ξέγραψε η καρδιά μου
Κύλησε το ποτάμι, πέρασε ο καιρός
Και ζω για ό,τι αγαπώ και ό,τι αξίζει μόνο
Μπορεί να μοιάζει λίγο, μα είναι πολύ αυτό...
Συντελεστές:
Στίχοι – Μουσική: Πάνος Κατσιμίχας
Ερμηνεία: Πάνος Κατσιμίχας
Ακουστική & Ηλεκτρική Κιθάρα: Λευτέρης Βαλασέλλης
Παραγωγή – Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Πάνος Κατσιμίχας
Το album κυκλοφορεί σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες
και προσεχώς σε βινύλιο, από το OgdooMusicGroup
Ο Κώστας Μακεδόνας παρουσιάζει το νέο του Album, με τίτλο «Τραμπάλα» σε μουσική του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου και νέους στίχους του κορυφαίου μας στιχουργού Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Το άλμπουμ αυτό, αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν μεγάλο δισκογραφικό πλούτο, καθώς δεν είναι πολλοί οι τραγουδιστές στους οποίους ο μεγάλος στιχουργός έχει εμπιστευτεί υλικό του τα τελευταία χρόνια.
Τα τραγούδια αυτά αποτυπώνουν αριστοτεχνικά την εσωτερική αναζήτηση και την δύναμη της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Αναζητούν και αναδεικνύουν την επιθυμητή ισορροπία του μέσα μας και της τραμπάλας της ζωής.
Σημείωμα Λευτέρη Παπαδόπουλου
«Η Τραμπάλα γεννήθηκε από μια απλή αλλά ουσιαστική ανάγκη:
να συναντηθούμε, να ισορροπήσουμε για λίγο πάνω στο ίδιο σανίδι.
Ο Γιάννης έφερε τη μουσική του με καθαρότητα και ουσία.
Ο Κώστας την γεμάτη ψυχή φωνή του.
Εγώ, τις λέξεις μου — δοκιμασμένες πια, αλλά πάντα πρόθυμες να ξαναπαίξουν.
Η Τραμπάλα, μας πάει πότε χαμηλά πότε ψηλά, όπως
ακριβώς και τα τραγούδια…
Που ισορροπούν ανάμεσα στη μνήμη και την προσδοκία,
“Raise Me Up”, “Dance Away”, “The Devil Inside”:
Ο Hrach Altunyan Εγκαινιάζει Νέα Εποχή με τον Nick Kodonas
Ανακοινώνουμε την πολυαναμενόμενη κυκλοφορία τριών νέων singles από τον Hrach Altunyan, τον Αρμένιο τραγουδοποιό που έχει καταξιωθεί στην αθηναϊκή μουσική σκηνή ως ένας αυθεντικός μπλούζμαν με ρίζες στη soul και τον παλιό ρυθμό του hip-hop (West Coast).
Τα τρία νέα κομμάτια – “Raise Me Up”, “Dance Away” και “The Devil Inside” – αποτελούν το πιο πρόσφατο βήμα του Hrach σε μια συνεχή καλλιτεχνική αναζήτηση που εστιάζει στον βιωματικό αγγλικό στίχο, με στόχο τη δημιουργία μουσικής που μοιάζει με «soundtrack ταινίας».
Η μουσική και οι στίχοι υπογράφονται εξ ολοκλήρου από τον Hrach Altunyan, ενώ την παραγωγή και των τριών singles επιμελήθηκε ο διεθνώς αναγνωρισμένος παραγωγός Νίκος Κωδωνάς.
Αυτή η συνεργασία υπόσχεται ένα ηχητικό αποτέλεσμα υψηλών προδιαγραφών, που ενώνει τη «γυμνή» blues φωνή του Hrach με έναν μοντέρνο, προσεγμένο ήχο.
Hrach Altunyan: Ο Αρμένιος Αφηγητής της Αθήνας
Ο Hrach, με καταγωγή από το Γιερεβάν και βαθιές ρίζες στην τέχνη (γιος γλύπτη), μετατρέπει τις δυσκολίες και τις αναμνήσεις (όπως η ιστορία της μετανάστευσής του στην Ελλάδα) σε μουσική.
Όπως ο ίδιος δηλώνει, η αγάπη του για το West Coast hip-hop (2Pac) και την πρωτόγονη blues συναντώνται στον ήχο του, δημιουργώντας ένα μοναδικό μείγμα.
Τα Νέα Singles – Τρεις Πλευρές της Ψυχής:
“Raise Me Up”: Η φωτεινή πλευρά.
Μια δυναμική ωδή στη σωτήρια δύναμη της αγάπης, που λειτουργεί ως ανάταση απέναντι στις πτώσεις της ζωής.
“Dance Away”: Η εσωστρεφής πλευρά.
Ένα ατμοσφαιρικό, μελαγχολικό κομμάτι που περιγράφει την παγωμένη σιωπή και τη λύτρωση που έρχεται μέσα από μια ανθρώπινη σύνδεση και τη μουσική.
“The Devil Inside”: Η κοινωνική/υπαρξιακή πλευρά.
Ένα επιτακτικό κάλεσμα για ενότητα, αναγέννηση και την καταπολέμηση του εσωτερικού «διαβόλου» που οδηγεί στην καταστροφή.
Η τριπλή κυκλοφορία επιβεβαιώνει το “restart” του Hrach Altunyan,
παρουσιάζοντας έναν καλλιτέχνη πιο ώριμο και εστιασμένο από ποτέ, έτοιμο να κερδίσει το ευρύτερο κοινό.
Η LEAP είναι μια πρωτοβουλία της FRONTSTAGE, σχεδιασμένη να προσφέρει, μεταξύ άλλων, ουσιαστική υποστήριξη και ολοκληρωμένη καθοδήγηση σε δημιουργούς νέου μουσικού υλικού.
Καλύπτουμε κάθε στάδιο της μουσικής πορείας, από την καλλιτεχνική παραγωγή και το δημιουργικό όραμα, μέχρι τις κρίσιμες παραμέτρους της ψηφιακής διανομής, των νομικών ζητημάτων και της διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων.
Εισιτήρια μέσω του more.com και του δικτύου καταστημάτων του
Hard copy tickets
Oldschool (Σολωμού 15)
Scarecrow Records (Σολωμού 35)
Το εμβληματικό, underground doom/sludge trio των Primitive Man επισκέπτεται για πρώτη φορά την χώρα μας, στο απόγειο της καριέρας του. Έχοντας μόλις κυκλοφορήσει μέσω της ιστορικής Relapse Records τον τέταρτο δίσκο τους, Observance, μια κυκλοφορία που ενσαρκώνει με απόλυτη μουσική γλαφυρότητα την μηδενιστική πραγματικότητα της σύγχρονης εποχής, το power τρίο από το Denver θα γίνουν οι αρχιερείς μίας πρωτόγνωρης τελετουργικής εμπειρίας, εξαπολύοντας ασήκωτα doom riffs μέσα από τόνους υπέρβαρης παραμόρφωσης και θα βυθίσουν το κοινό με τα υπνωτικά ατμοσφαιρικά μέρη τους σε μια εμπειρία που αναμφίβολα θα γίνει βίωμα σε όσους την ζήσουν.
Την τελετή θα ανοίξουν οι μοναδικοί Omega Monolith με το πειραματικό instrumental sludgy doom τους και οι Scumbath, το πιο γνήσιο και κτηνώδες sludge τερατούργημα που έχει να επιδείξει η εγχώρια σκηνή.
Οι Kwoon, τo μαγευτικό rock/post-rock project με επικεφαλής τον οραματιστή SandyLavallart, επιστρέφουν στην παγκόσμια σκηνή με ανανεωμένη ενέργεια και δημιουργικότητα. Συνδυάζοντας αιθέρια ηχοτοπία με εκπληκτικά visuals, οι Kwoon αναμιγνύουν με απαράμιλλο τρόπο τη μουσική και την καλλιτεχνία, σαγηνεύοντας το κοινό παγκοσμίως.
Έχοντας μόλις γυρίσει από μια σειρά εξαιρετικών σόλο περιπετειών - στέλνοντας την κιθάρα του στη στρατόσφαιρα σε ύψος 31.000 μέτρων, παίζοντας μόνος του σε μια ιλιγγιώδη κορυφή με θέα το Mont Blanc στα 3.900 μέτρα, καθώς και στη μέση του ωκεανού στον στοιχειωμένο φάρο του Tévennec, ακόμη και πάνω σε ενεργά ηφαίστεια - ο Sandy Lavallart παρουσιάζει το “Odyssey”, το βαθιά προσωπικό του ταξιδιωτικό ημερολόγιο σε μουσική μορφή.
Αυτό το πολυαναμενόμενο rock/post-rock άλμπουμ είναι μια ποιητική εξερεύνηση σκοτεινών και υποβλητικών τοπίων, εμπνευσμένων από θρυλικά συγκροτήματα όπως οι Pink Floyd, Archive, Arcade Fire, Mogwai και Radiohead.
“Έστειλε την κιθάρα του στο διάστημα” (BFM)
“Ο κιθαρίστας που ταξιδεύει τη μουσική του στις τέσσερις γωνιές του κόσμου” (France Info)
“Ο Sandy Lavallart στέλνει την κιθάρα του στη στρατόσφαιρα” (Le Parisien)
“Έδωσε μια παράσταση 3.900 μέτρα πάνω από το έδαφος” (Le Dauphiné Libéré)
“Μουσική σε ασυνήθιστα μέρη, κινηματογραφημένη με drone” (Ouest-France)
Οι Kwoon έρχονται με full band στην Αθήνα για πρώτη φορά ως headliners, επιστρέφοντας μετά από 14 χρόνια και την εκπληκτική τότε εμφάνισή τους στο πλευρό των θρυλικών Mogwai, ενώ είχε προηγηθεί, μια διετία πριν, η παρουσία τους δίπλα στους ιστορικούς Piano Magic.