Εμφάνιση άρθρων βάσει ετικέτας: Σαν σήμερα - ERT Open
Η ιστορία του θρυλικού λήσταρχου Γιαγκούλα

Η ιστορία του θρυλικού λήσταρχου Γιαγκούλα

Παρασκευή, 20/09/2019 - 17:00

Η γέννηση του περιβόητου λήσταρχου Γιαγκούλα, του φόβου και τρόμου του Ολύμπου, παραμένει άγνωστη, αν και μία πιθανή χρονολογία είναι το 1894.
Είδε το φως του κόσμου κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα στο χωριό Μεταξάς κοντά στα Σέρβια Κοζάνης.

Ο θάνατός του στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, υπήρξε ωστόσο, επεισοδιακός όσο και ο βίος του και έγινε πρώτη είδηση.

Ο αμφιλεγόμενος Φώτης Γιαγκούλας, ο άνθρωπος που λέγεται ότι είχε στο ενεργητικό του τόσους φόνους όσες και αγαθοεργίες, αγαπούσε την καλή ζωή, γοήτευε τις γυναίκες και ευκαιρίας δοθείσης, χλεύαζε και εξευτέλιζε τη χωροφυλακή.

 

Σύμφωνα με το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Φώτης Γιαγκούλας: Ο απέθαντος και άλλες ληστρικές ιστορίες» (εκδόσεις Μεταίχμιο), «[…] Ο λήσταρχος Φώτης, γνωστός ως Φώτος ή Φώτης Γιαγκούλας [….] ξεκινά τη δράση του με ένα ‘έγκλημα τιμής’, καθώς κατεβαίνει στην Αθήνα και φονεύει έναν υπομοίραρχο που είχε βιάσει μια ξαδέλφη του. Στη συνέχεια «βγαίνει στο κλαρί», επικηρύσσεται το 1920 και σκοτώνεται σε συμπλοκή με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Έδρασε κυρίως στην περιοχή του Ολύμπου, με φόνους, ληστείες και απαγωγές να καταγράφονται στο ενεργητικό του, ενώ για ένα μικρό διάστημα διέμεινε στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε σχέση με κυρία της αριστοκρατίας, φυσικά».

Κατά μία άλλη εκδοχή, στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου, ο νεαρός Γιαγκούλας κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από τους συγχωριανούς του, σε μια εποχή πείνας και εξαθλίωσης. Φώναζε ότι είναι αθώος, αλλά φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες στη Λάρισα. Βγαίνοντας πήρε τα βουνά και τον δρόμο της παρανομίας. 

O θρυλικός λήσταρχος λοιπόν, έδρασε την άγρια εποχή του Μεσοπολέμου στον Όλυμπο και στα Πιέρια, την Ελασσόνα και την Κοζάνη. Έστηνε τα καρτέρια του στις κλεισούρες και με τη συμμορία του, ριχνόταν σε ληστείες και απαγωγές. Η ιστορία του, όπως και οι ιστορίες άλλων ληστών και λησταρχαίων της εποχής, κυκλοφορούσαν σε φτηνά αναγνώσματα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και τροφοδοτούσαν τη λαϊκή φαντασία. Ίσως, επειδή, όπως λέγεται, με τα κέρδη του βοηθούσε φτωχούς. 

«Ο βασιλεύς των Ορέων»

Ο Γιαγκούλας ήταν επικηρυγμένος (αντί 600.000 χλμ δραχμών, ποσό πολύ υψηλό για την εποχή) και η χωροφυλακή τον κυνηγούσε μανιωδώς.

Για να μπορεί να κυκλοφορεί -και να πηγαίνει στις αγαπημένες του ταβέρνες- μεταμφιεζόταν. Συχνά πυκνά δε, καθόταν ακριβώς δίπλα στους χωροφύλακες και τους άκουγε να φλυαρούν για κείνον και να εξυφαίνουν σχέδια για τη σύλληψη του.

Μια φορά φεύγοντας από ένα ταβερνείο άφησε κάτω από το πιάτο του ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των Ορέων, Γιαγκούλας».

Ο εστιάτορας το βρήκε και το έδειξε στους κυνηγούς του. Εκείνοι φυσικά, έγιναν έξαλλοι.

Το γράμμα προς τον αρχηγό της χωροφυλακής

Κάποια στιγμή έφτασαν στα αφτιά του ιστορίες ότι οι χωροφύλακες κακομεταχειρίστηκαν χωρικούς, πρακτική που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη κατά την καταδίωξη ληστών.

Εξοργισμένος έστειλε στον αρχηγό της χωροφυλακής ένα γράμμα, στο οποίο του εξηγούσε (με πολύ γλαφυρό τρόπο) τον λόγο για τον οποίον κανένας βοσκός δεν επρόκειτο να τον προδώσει.

Το γράμμα έγραφε τα εξής: «Τί πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους και τους κτηνοτρόφους αφού βρε κωλογαλονάδες γαμώ τ’ αστέρια σας και όλη την οικογένειά σας, αφού σας στέλλω είδηση όπου περνώ και δεν έρχεστε να πολεμήσωμε. Τί φταίγει ο κόσμος ο εργατικός και τους κακοπιέζεις; Έλα εσύ ρε αρχίδι και γίνε τσομπάνος και αν θέλης πρόδωσέ με. Την μίαν την βραδυάν θα με προδώσεις, την άλλη την βραδυάν θα σε κόψω σαν τ’ αρνάκι. Από σήμερα και εντεύθεν να ξεύρης εάν κακοποιήσεις τους ανθρώπους θα σε κάνωμε στρατοκαρτέρια και θα σε πελεκήσωμε με τα σπαθιά μας. Τ’ άντερα σου θα σου τα κάνωμε κοκορέτσι και θα σου τα δώσουμε να τα φας. Κι αυτή τη στιγμή σε καλούμε να έλθης βρε αρχίδι να έλθης να πολεμήσωμε εδώ απάνω εις τον άγιον Προφήτην Ηλίαν...»

Η μεγάλη απόδραση

 
 
 

Η πρώτη μεγάλη, επισήμως καταγεγραμμένη, προσβολή προς τις αρχές ήταν όταν ο Γιαγκούλας απέδρασε σιδηροδέσμιος, μέσα από το τρένο που τον μετέφερε στο Γκεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη για να εκτίσει την ποινή του.

Οι αρχές τον είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, αλλά ο Γιαγκούλας κατάφερε να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια τους.

Η απόδραση έγινε για άλλη μια φορά θέμα στον Τύπο της εποχής, κυρίως εξαιτίας της… τακτικής του: Τους έβαλε να πιουν κρασί, έκανε τον κοιμισμένο και όταν οι χωροφύλακες όντες ζαλισμένοι αποκοιμήθηκαν, εκείνος πήδηξε έξω από το τρένο....

Με δυό σφαίρες 

Ο Γιαγκούλας σκοτώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, στην Κλεφτόβρυση Ολύμπου. Η συμπλοκή κράτησε οκτώ ολόκληρες ώρες.

Ο Γιαγκούλας και η συμμορία του βρέθηκαν αντιμέτωποι με 27 χωροφύλακες, αγροφύλακες και καταδότες.

Επικεφαλής ήταν ο μοίραρχος της χωροφυλακής και ορκισμένος εχθρός του, Ιωάννης Πετράκης. Τελικά, ο Φώτος έπεσε νεκρός με δύο σφαίρες στην κοιλιά.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν επίσης, ο συνεργάτης του, Πάνος Μπαμπάνης, ο λήσταρχος Τσαμήτρας και ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώρας.

Τα κεφάλια των ληστών εκτέθηκαν σε κοινή θέα στην Κατερίνη, επάνω σε ένα κοντάρι μπροστά στο κτίριο του δικαστηρίου.

«Στις 26 Σεπτεμβρίου 1925 τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Τσαμήτρα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο της οδού Σωκράτους. Και τα τρία διατηρούνταν σε καλή κατάσταση».

Η μαρτυρία για τον αποκεφαλισμό του

Σχετικά με τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του λήσταρχου, διασώζεται η εξής μαρτυρία:

«Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, ‘διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου’. Και ο κτηνοτρόφος ‘όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης’».

Στις τσέπες του θα βρεθεί μια ερωτική επιστολή της Μπήλιως. Λέγεται ότι οι ερωμένες του ήταν τουλάχιστον πέντε, παρότι υπήρξε παντρεμένος με συγχωριανή του.

Η περίφημη, φονική «Παρδάλα»

Το κεφάλι του Γιαγκούλα, μαζί με την περίφημη «Παρδάλα» (με την οποία εκτιμάται ότι δολοφόνησε 54 ανθρώπους) εκτίθενται στο Εγκληματολογικό Μουσείο.

Στην «Παρδάλα», τη μαχαίρα του, που είχε αποκτήσει το 1917 και η οποία θεωρείται δείγμα της παρορμητικής, ιδιόμορφης και φλογερής ιδιοσυγκρασίας του, είχε χαράξει τα εξής λόγια:

«Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου. Μαρτίου 1917».

Ελεύθερη απόδοση στη νέα ελληνική:

«Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάσθηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη ‘Παρδάλα’, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και πότε δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου. Μάρτιος 1917».

Το 1928 η ζωή και η δράση του Γιαγκούλα αποτέλεσαν το θέμα ομώνυμης ταινίας του Κομινάκη, σε μια εμβρυακή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.







ΠΗΓΗ TVXS

11η Σεπτεμβρίου 2001: Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους

11η Σεπτεμβρίου 2001: Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους

Τετάρτη, 11/09/2019 - 20:00

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, 19 τρομοκράτες, που συνδέονταν με την οργάνωση Αλ Κάιντα, κατέλαβαν τέσσερα αεροπλάνα, με σκοπό να πραγματοποιήσουν επιθέσεις αυτοκτονίας εναντίον στόχων στις ΗΠΑ. Δύο από τα αεροπλάνα στα οποία εκδηλώθηκε αεροπειρατεία προσέκρουσαν στους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, το τρίτο στο Πεντάγωνο, ενώ το τέταρτο συνετρίβη τελικά σε ανοικτό χώρο στην Πενσυλβάνια. Η 11η Σεπτεμβρίου αποκλήθηκε ως «η ημέρα που άλλαξε τον κόσμο», καθώς πέρα από τους χιλιάδες θανάτους και καταστροφές που προκάλεσαν οι επιθέσεις αυτές στην καρδιά των ΗΠΑ, αποτέλεσαν τη «νομιμοποιητική βάση» για τις αμερικανικές εισβολές σε Αφγανιστάν και Ιράκ με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
 

Δείτε: 
Τα μυστήρια της 11ης Σεπτεμβρίου 2001
Πρόσχημα για πόλεμο

 

Ήταν νωρίς το πρωί της Τρίτης της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 όταν ένα Boeing 767 της εταιρείας American Airlines προσέκρουσε στο βόρειο πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου της Νέας Υόρκης, προκαλώντας άμεσα το θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων και των εγκλωβισμό πολλών ακόμη στον ουρανοξύστη των 110 ορόφων. Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθούσε ζωντανά από τους τηλεοπτικούς δέκτες την εκκένωση του κτιρίου, καθώς και του δίδυμού του, θεωρώντας πως επρόκειτο για ένα τραγικό δυστύχημα. Ωστόσο, 18 μόλις λεπτά πριν από την πρώτη επίθεση ένα δεύτερο Boeing 767 εμφανίστηκε στον ουρανό της Νέας Υόρκης και σύντομα κατέληξε στον δεύτερο Δίδυμο Πύργο. Η πρόσκρουση προκάλεσε τεράστια έκρηξη και συντρίμμια από τα κτίρια κατέκλυσαν τους γύρω δρόμους. Ήταν πλέον γεγονός: οι ΗΠΑ δέχονταν επίθεση.


 
Εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούσαν παγωμένοι τις εξελίξεις στη Νέα Υόρκη, όταν έφτασε η είδηση ότι ένα τρίτο αεροσκάφος συνετρίβη στη δυτική πλευρά του Πενταγώνου, προκαλώντας κατάρρευση τμήματος του τεράστιου τσιμεντένιου κτιρίου. Όπως έγινε γνωστό από τις αμερικανικές αρχές, 125 στρατιωτικοί και πολίτες σκοτώθηκαν από την επίθεση στο Πεντάγωνο, μαζί με τους 64 επιβαίνοντες στο αεροσκάφος.


 
Πίσω στη Νέα Υόρκη, επιβεβαιώνονταν οι χειρότεροι φόβοι. Ο νότιος πύργος κατέρρευσε και ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης και καπνού κάλυψε την αμερικανική μεγαλούπολη. Λίγη ώρα αργότερα, ακολούθησε και ο άλλος πύργος κατέρρευσε, παρασέρνοντας στο θάνατο σχεδόν 3.000 ανθρώπους, μεταξύ αυτών και αστυνομικοί κα πυροσβέστες που βοηθούσαν στις επιχειρήσεις διάσωσης των εγκλωβισμένων.


 
Στο μεταξύ, το τέταρτο αεροπλάνο στο οποίο είχε εκδηλωθεί αεροπειρατεία συνετρίβη σε ανοικτή περιοχή στη νοτιοδυτική Πενσυλβάνια. Όπως ανακοινώθηκε αργότερα, η πτήση αυτή κατευθυνόταν προς την Ουάσινγκτον με πιθανό στόχο το Καπιτώλιο ή το Λευκό Οίκο, ενώ η αποτυχία των αεροπειρατών να φθάσει το αεροπλάνο στο στόχο του θεωρείται πως οφείλεται στους επιβάτες της πτήσης που προσπάθησαν να ανακτήσουν τον έλεγχο του αεροσκάφους.

 
 
 
 


 
Το βράδυ της ίδιας ημέρας, σε διάγγελμά του προς τον αμερικανικό λαό, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους διαμήνυσε πως «οι τρομοκρατικές επιθέσεις μπορεί να πλήξουν τα θεμέλια των μεγαλύτερων κτιρίων μας, αλλά δεν μπορούν να αγγίξουν τα θεμέλια των ΗΠΑ», ενώ προαναγγέλλοντας την αμερικανική απάντηση, τόνισε ότι «δεν θα γίνει διάκριση μεταξύ των τρομοκρατών που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις και εκείνων που τους βοήθησαν».

Διαβάστε επίσης: «Θεωρίες συνομωσίας ή θεσμικές θεωρίες: Μετά την 11η Σεπτεμβρίου»

 
Η υπό την ηγεσία των ΗΠΑ επιχείρηση «Enduring Freedom», με στόχο τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και ειδικά των Οσάμα Μπιν Λάντεν, ξεκίνησε μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα μετά τις επιθέσεις σε Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον, στις 7 Οκτωβρίου. Σε διάστημα μόλις δύο μηνών, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους είχαν ανατρέψει το καθεστώς των Ταλιμπάν. Ο πόλεμος όμως συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα να καταστεί ο πιο μακροχρόνιος στον οποίο έχουν εμπλακεί οι ΗΠΑ από την εποχή του Βιετνάμ.


 
Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, που θεωρείται ως ο εγκέφαλος των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, εντοπίστηκε και δολοφονήθηκε τελικά στις 2 Μαΐου 2011 από τις αμερικανικές δυνάμεις σε κρυψώνα του στο Πακιστάν. Τον Ιούνιο του 2011, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωσε την έναρξη της επιχείρησης αποχώρησης των αμερικανών στρατιωτών από το Αφγανιστάν.

Διαβάστε επίσης: Ο Κόσμος και οι ΗΠΑ πριν και μετά την 11η Σεπτεμβρίου, του Π. Ήφαιστου


πηγή
:// tvxs //

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου

Τρίτη, 03/09/2019 - 14:00

Στις 3 Σεπτέμβρη του 1843 εκδηλώθηκε στην Αθήνα πολιτικοστρατιωτικό κίνημα με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα. Μέχρι τότε, ο βασιλιάς κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης, χωρίς να λογοδοτεί πουθενά («ελέω θεού μοναρχία»).

Ήδη από τιςαρχές του 1843 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη χώρα μας, το οποίο προϋπέθετε την ύπαρξη Συντάγματος. Ήταν ένα αίτημα που είχε τεθεί από τα φιλελεύθερα στοιχεία του Αγγλικού και Γαλλικού Κόμματος ήδη από την εποχή του Καποδίστρια. Σύνταγμα ζητούσαν και οι παραγκωνισμένοι από τον Όθωνα πρόκριτοι και αγωνιστές του '21, που ανήκαν κυρίως στο Ρωσικό Κόμμα και ήθελαν μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών να ακουστεί και πάλι η φωνή τους. Η ιδέα του Συντάγματος έθελγε και τις λαϊκές μάζες, που είχαν μεν μια θολή εικόνα για το τι αυτό αντιπροσώπευε, αλλά πίστευαν ότι ήταν το αναγκαίο μέσο για να λυθούν τα οξυμένα προβλήματά τους.

 

Την ίδια εποχή, η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη δαμόκλειο σπάθη των πιστωτών της. Από την αρχή του χρόνου αδυνατούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και οι πιστωτές τής επέβαλαν μια δυσβάστακτη οικονομική συμφωνία («μνημόνιο» θα λέγαμε σήμερα), που περιλάμβανε μείωση των κρατικών δαπανών, περικοπές μισθών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αθρόες αποστρατεύσεις αξιωματικών (όχι όμως και των Βαυαρών) και κλείσιμο πρεσβειών. Έτσι, διευρύνθηκε σημαντικά ο κύκλος των δυσαρεστημένων με το καθεστώς. Ο Όθωνας φαινόταν να μην ελέγχει την κατάσταση.

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν προϊόν συνωμοσίας τριών ανθρώπων: του κεφαλλονίτη αγωνιστή και διπλωμάτη Ανδρέα Μεταξά (Ρωσικό Κόμμα), που έφερε τον τίτλο του Κόμη, του αιγιώτη αγωνιστή Ανδρέα Λόντου (Αγγλικό Κόμμα) και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (Γαλλικό Κόμμα). Αργότερα, μυήθηκαν και στρατιωτικοί, όπως ο συνταγματάρχης του Ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, τον οποίο οι συνωμότες πέτυχαν να μεταθέσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Οι αρχές είχαν πληροφορίες για επικείμενο στασιαστικό κίνημα, πήραν κάποια μέτρα, τα οποία όμως αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Εξ αυτού του λόγου το κίνημα επισπεύσθηκε και εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 (αντί της 25ης Μαρτίου 1844, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο). Η Φρουρά των Αθηνών, που στρατοπέδευε στο Μοναστηράκι, στασίασε και με αρχηγό τον Δημήτριο Καλλέργη παρατάχθηκε στην πλατεία έμπροσθεν των Ανακτόρων (κτίριο της σημερινής Βουλής), η οποία θα μετονομασθεί εξ αφορμής του γεγονότος αυτού σε Πλατεία Συντάγματος. Την ίδια ώρα, πλήθος κόσμου με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη κατέφθασε μπροστά από τα ανάκτορα, αλαλάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα».

Ο Όθωνας εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί, παρά τη συνήθειά του, και εργαζόταν στο γραφείο του. Ένας αξιωματικός των κινηματιών εισήλθε στα ανάκτορα και του ανακοίνωσε την επανάσταση του στρατού. Ο βασιλιάς απέστειλε προς τους επαναστάτες τον Υπουργό των Στρατιωτικών για να πληροφορηθεί και επισήμως τα αιτήματά τους, αλλά αυτοί τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό περιορισμό. Πάντως, η βασίλισσα Αμαλία είχε φροντίσει προηγουμένως να ανακοινώσει στον σύζυγό της ότι οι επαναστάτες ζητούσαν Σύνταγμα και πολιτικές ελευθερίες. Τον συμβούλευσε, μάλιστα, να κάνει δεκτά τα αιτήματά τους.

 
 
 
 

Τότε, ο βασιλιάς αναγκάσθηκε να εμφανισθεί από ένα παράθυρο των Ανακτόρων (το τέταρτο δεξιά των Προπυλαίων της Βουλής, πάνω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη) και να ανοίξει διάλογο με τον έφιππο Καλλέργη, ο οποίος του εξήγησε ότι λαός και στρατός απαιτούν την άμεση σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για την κατάρτιση Συντάγματος. Ο βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και υποσχέθηκε την εκπλήρωση του αιτήματος την επομένη. Ο Καλλέργης ήταν ανένδοτος και ζήτησε την άμεση αποδοχή του αιτήματος, ενώ αξίωσε ακόμη την παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνης του λαού και την αποπομπή των Βαυαρών από τη δημόσια διοίκηση, εκτός των αποδεδειγμένα φιλελλήνων.

Ο Όθωνας αποσύρθηκε στο γραφείο του και ζήτησε να συναντηθεί με τους ξένους πρεσβευτές για διαβουλεύσεις. Όμως, αυτοί εμποδίστηκαν να εισέλθουν στο παλάτι από τον Καλλέργη, μία τολμηρή κίνηση που έκρινε την κατάσταση. Ο Όθωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν πλήρως απομονωμένος και προς στιγμήν σκέφθηκε να παραιτηθεί. Τελικά, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών και τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας υπέγραψε τα αναγκαία διατάγματα για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως.

Στη συνέχεια διόρισε πρωθυπουργό τον αρχηγό του Ρωσικού Κόμματος, Ανδρέα Μεταξά, ενώ επίλεκτα μέλη του κινήματος τον πλαισίωσαν στα βασικά υπουργεία (Ανδρέας Λόντος στο Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Κανάρης στο Ναυτικών, Ρήγας Παλαμήδης στο Εσωτερικών και Δρόσος Μανσόλας στο Οικονομικών). Το κίνημα, που ήταν αναίμακτο, έληξε και τυπικά γύρω στις 3 το μεσημέρι, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος διαλύθηκε και οι στρατιώτες επέστρεψαν στη βάση τους στο Μοναστηράκι.

Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, στα τέλη Οκτωβρίου του 1843 θα διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές στην Ελλάδα. Η Βουλή που θα προκύψει, συνέρχεται στις 8 Νοεμβρίου με πρόεδρο τον υπέργηρο Πανούτσο Νοταρά και αποφασίζει να λάβει το όνομα «Η της Γ' Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις». Κύριο έργο είναι η σύνταξη του Συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 18 Μαρτίου 1844 και αποτέλεσε τη βάση για όλα τα επόμενα.

Πηγή: Σαν σήμερα

Η εκτέλεση των δύο θρυλικών αναρχικών Σάκο και Βαντσέτι

Η εκτέλεση των δύο θρυλικών αναρχικών Σάκο και Βαντσέτι

Σάββατο, 24/08/2019 - 11:00

Στις 14 Ιουλίου 1921, οι δύο διακεκριμένοι αναρχικοί Ιταλοί μετανάστες στις ΗΠΑ, Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti, καταδικάζονται σε θάνατο. Έξι χρόνια αργότερα, στις 23 Αυγούστου 1927, ακολουθεί η εκτέλεσή τους. Προηγήθηκε η δολοφονία ενός ταμία και ενός φύλακα εργοστάσιου στη Μασαχουσέτη, για λεία 15,776 δολαρίων, η οποία αποτέλεσε το σημείο έναρξης μιας θρυλικής ιστορίας.

Οι αστυνομικές αρχές, βασισμένες μάλλον σε ενδείξεις παρά σε αποδείξεις, προχώρησαν στη σύλληψη δυο υπόπτων. Ο Nicola Sacco ήταν τσαγκάρης, γεννημένος στην επαρχία Foggia της Ιταλίας, ο οποίος σε ηλικία 17 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ο Bartolomeo Vanzetti, ιχθυοπώλης γεννημένος στη Β. Ιταλία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ στην ηλικία των 20. Και οι δυο άντρες έφτασαν στις ΗΠΑ την ίδια χρονιά αλλά πέρασαν 9 χρόνια μέχρι να συναντηθούν.

 

Αμφότεροι οι άντρες ήταν οπαδοί του Luigi Galleani, ενός Ιταλού αναρχικού που υποστήριζε την επαναστατική βία. Την εποχή εκείνη οι Ιταλοί αναρχικοί βρισκόταν στην κορυφή της λίστας των «επικίνδυνων εχθρών της κυβέρνησης» και είχαν πολλάκις κατηγορηθεί για βομβιστικές επιθέσεις και απόπειρες δολοφονίας. Ο ίδιος ο Galleani απελάθηκε από τις ΗΠΑ στις 24 Ιουνίου του 1919.

Μια αλυσίδα γεγονότων, για τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά ερωτηματικά, οδηγεί την αστυνομία στο να στήσει καρτέρι σε ένα γκαράζ όπου τρεις άντρες θα παραλάμβαναν ένα όχημα, για το οποίο οι αρχές πίστευαν ότι βρισκόταν στον τόπο της δολοφονίας του φύλακα στο έγκλημα στο εργοστάσιο των Slatter and Morrill. Οι δυο από τους τρεις άντρες συλλαμβάνονται ως ύποπτοι: πρόκειται για τους Bartolomeo Vanzetti και Nicola Sacco.

Οι Sacco και Vanzetti κρίνονται ένοχοι, με περιστασιακές ενδείξεις για φόνο και καταδικάζονται σε θάνατο, μετά από μια δίκη επτά εβδομάδων όπου ήταν απροκάλυπτη η εχθρότητα και η μεροληψία των αρχών κατά των αναρχικών μεταναστών, και όπου για κάθε μάρτυρα υπεράσπισης η κατήγορος αρχή παρουσίαζε κάποιον δικό της που κατέρριπτε τα όσα υποστήριζε ο πρώτος. «Αυτός ο άνδρας, (ο Vanzetti) αν και μπορεί να μην διέπραξε το έγκλημα που του αποδίδεται, είναι παρόλα αυτά ένοχος, επειδή είναι εχθρός των θεσμών μας» φέρεται να δήλωσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου προς τους ενόρκους κατά τη διάρκεια της δίκης. Όταν οι ένορκοι προφέρουν την ετυμηγορία «Ένοχοι» ο Nicola Sacco κραυγάζει μέσα στην αίθουσα: «Είμαι αθώος!».

Με την έκδοση της απόφασης αρχίζουν διαμαρτυρίες σε εργατικές περιοχές των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις σημειώνονται στη Γαλλία και την Ιταλία όπου χιλιάδες άνθρωποι γεμίζουν τους δρόμους. Οι διαδηλώσεις ωστόσο παύουν μόλις γίνει αντιληπτό ότι η εκτέλεση των δύο κατηγορουμένων δεν θα γινόταν άμεσα.

 

Όλο και περισσότερες διαμαρτυρίες αρχίζουν να γίνονται και στις δυο μεριές του Ατλαντικού. Άρθρο της εφημερίδας Frankfurter αναφέρει: «Εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου η Κόκκινη υστερία κάνει θραύση: εντός, της επετράπη να κυριαρχήσει». Σωρεία τηλεγραφημάτων και επιστολών φθάνουν στο γραφείο του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης από διανοούμενους ακόμα και δεξιών πεποιθήσεων. Ο κυβερνήτης Alvan T. Fuller διορίζει τριμελή επιτροπή για να εξετάσει την υπόθεση αλλά το πόρισμά της, στις 9 Απριλίου 1927, καταδικάζει και πάλι τους δυο άντρες. O ίδιος ο Fuller αρνείται να δείξει επιείκεια και η εκτέλεση των δυο αντρών στην ηλεκτρική καρέκλα μοιάζει αναπόφευκτη.

Οι συνήγοροι κάνουν έκκληση στον κόσμο: «Ελάτε με τρένα και πλοία! Ελάτε με τα πόδια ή με οχήματα! Ελάτε στη Βοστόνη!» ενώ δεκάδες εκκλήσεις στοιβάζονται στο γραφείο του κυβερνήτη. Μια από αυτές φέρει τις υπογραφές 474.842 πολιτών και μια δεύτερη άλλες 153.000. Η υπεράσπιση κάνει ακόμα μια προσπάθεια αναψηλάφησης της δικής με το αιτιολογικό της μεροληψίας του δικαστή, αίτημα που απορρίπτεται. Οι συνήγοροι στρέφονται στο Ανώτατο δικαστήριο μα και πάλι το αίτημά τους δεν γίνεται δεκτό. Μέχρι την παραμονή της εκτέλεσης γίνονται συνεχείς προσπάθειες – αλλά όλα τα αιτήματα απορρίπτονται. Ο νομικός αγώνας έχει λήξει και οι δυο άντρες οδεύουν αμετάκλητα προς την ηλεκτρική καρέκλα.



Μετά από έξι χρόνια σε ξεχωριστές φυλακές οι Sacco και Vanzetti ξανασυναντώνται στη φυλακή της Charlestown, όπου είχε αποφασιστεί να εκτελεστούν. Η πόλη μετατρέπεται σε φρούριο, ενώ οπλοπολυβόλα τοποθετούνται στα τείχη της φυλακής. Στους δρόμους περιπολούν εκατοντάδες άντρες των δυνάμεων ασφαλείας ενώ η Western Union εγκαθιστά 18 νέα τηλεγραφικά καλώδια για να αντεπεξέλθει στην παγκόσμια ζήτηση ειδήσεων για το θέμα. Εβδομήντα χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία της Charlestown και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ανακοίνωσαν ότι θα λειτουργήσουν πέραν του ωραρίου τους για να αναμεταδώσουν τις εξελίξεις.

Οι δυο άντρες εκτελέστηκαν τα μεσάνυχτα στην ηλεκτρική καρέκλα. Πρώτος ο Sacco, ο οποίος πριν το ρεύμα διαπεράσει το κορμί του φώναξε «Ζήτω η αναρχία!» και πρόσθεσε πιο ήρεμος «αντίο γυναίκα μου, παιδιά μου και φίλοι μου». Ο Vanzetti δήλωσε πριν τον δέσουν στην ηλεκτρική καρέκλα «Επιθυμώ να δηλώσω ότι είμαι αθώος. Ποτέ δεν διέπραξα έγκλημα, κάποιες αμαρτίες ναι, αλλά ποτέ έγκλημα. Σας ευχαριστώ για όσα κάνατε για μένα. Είμαι αθώος για όλα τα εγκλήματα, όχι μόνο γι’ αυτό αλλά για όλα. Είμαι ένας αθώος άνθρωπος». Όταν τον έδεναν στην καρέκλα πρόσθεσε «Τώρα επιθυμώ να συγχωρέσω ορισμένους ανθρώπους γι’ αυτό που μου κάνουν». Ο φρουρός έδωσε τα σήμα και το χιλιάδες βολτ διαπέρασαν τον βουρκωμένο Vanzetti τα μεσάνυχτα της 23 Αυγούστου 1927.

Η είδηση της εκτέλεσης έβγαλε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους των έξι ηπείρων. Στη Γενεύη πάνω από 5.000 διαδηλωτές καταστρέφουν οτιδήποτε αμερικανικό βρίσκεται στο δρόμο τους, αυτοκίνητα, καταστήματα, κινηματογράφους που πρόβαλλαν αμερικανικές ταινίες. Στο Παρίσι η αμερικανική πρεσβεία περικυκλώνεται από τανκς προκειμένου να προστατευθεί. Στη Γερμανία ξεσπάνε βίαια επεισόδια με αποτέλεσμα έξι άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους.

«Δεν θα ευχόμουν ποτέ σ’ ένα σκυλί, δεν θα ευχόμουν ποτέ σε ένα φίδι, δεν θα ευχόμουν ποτέ στο πιο χαμερπές και δυστυχισμένο πλάσμα της γης, να περάσει όσα υπέφερα εγώ, για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Αλλά έχω πειστεί πως είμαι ένοχος για όλα όσα υποφέρω. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης και, αλήθεια, είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός και, αλήθεια, είμαι Ιταλός. Υποφέρω περισσότερο απ’ όλα για την οικογένειά μου και την αγαπημένη μου, παρά για τον εαυτό μου. Αλλά είμαι τόσο σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δυο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ ακόμα δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα ότι έχω ήδη κάνει.

Bartolomeo Vanzetti»

University of Missouri-Kansas School of Law , wikipedia, saccoandvanzetti.org 

ΠΗΓΉ ://tvxs/

Ευρωπαϊκή Ημέρα Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων σήμερα 28 Ιανουαρίου

Ευρωπαϊκή Ημέρα Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων σήμερα 28 Ιανουαρίου

Δευτέρα, 28/01/2019 - 16:00

Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 28 Ιανουαρίου, με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σκοπός της είναι η ενημέρωση του ευρωπαίου πολίτη για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, όπως είναι τα προσωπικά δεδομένα, τα οποία στην εποχή των υπολογιστών και του ίντερνετ αμφισβητούνται και ακυρώνονται, όχι μόνο από κρατικές υπηρεσίες, αλλά και από ιδιωτικούς φορείς. Τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως της ελευθερίας του λόγου και της συνείδησης.

Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται και περιγράφει ένα άτομο, όπως: στοιχεία αναγνώρισης (ονοματεπώνυμο, ηλικία, κατοικία, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση κλπ), φυσικά χαρακτηριστικά, εκπαίδευση, εργασία (προϋπηρεσία, εργασιακή συμπεριφορά κλπ), οικονομική κατάσταση (έσοδα, περιουσιακά στοιχεία, οικονομική συμπεριφορά), ενδιαφέροντα, δραστηριότητες, συνήθειες.

Αρμόδια για την προστασία τους στην Ελλάδα είναι η συνταγματικώς κατοχυρωμένη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.







πηγή ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Σαν σήμερα 6 Σεπτεμβρίου 1955: Πογκρόμ κατά Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη

Σαν σήμερα 6 Σεπτεμβρίου 1955: Πογκρόμ κατά Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη

Πέμπτη, 06/09/2018 - 10:30

Τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτέμβρη 1955 τέθηκε σε εφαρμογή ένα καλομελετημένο σχέδιο, που είχε αποδοθεί στην ίδια την κυβέρνηση του τότε πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές. Η εφαρμογή του είχε συνδυαστεί με την προβοκατόρικη ενέργεια της τοποθέτησης βόμβας στο σπίτι, όπου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Κεμάλ Ατατούρκ. Το γεγονός διατυμπανίστηκε από όλες τις τουρκικές εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης με έκτακτες εκδόσεις. Xαρακτηριστικό είναι ότι η «Ισταμπούλ Εξπρές», από την ανυπομονησία της έθεσε σε κυκλοφορία το παράρτημά της μισή ώρα νωρίτερα από την έκρηξη της βόμβας στη θεσσαλονίκη!

Υστερα απ’ αυτό, οργανωμένες ομάδες τραμπούκων με λοστούς, ρόπαλα, με στρατιωτική πειθαρχία, κάτω από την παρότρυνση της Aστυνομίας και με σύνθημα: «Σπάστε, καταστρέψτε, αλλά μη σκοτώνετε», ισοπέδωσαν και λεηλάτησαν κάθε τι το ελληνικό στην Κωνσταντινούπολη.

Αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος 10 Ελλήνων, ο τραυματισμός εκατοντάδων, η λεηλάτηση 4.384 ελληνικών καταστημάτων, η καταστροφή 3.000 ελληνικών κατοικιών, ο βιασμός 200 Ελληνίδων, η πυρπόληση 59 εκκλησιών, η σύληση τάφων, μέχρι και η εκταφή πτωμάτων στα ελληνικά νεκροταφεία…

Οι υλικές ζημιές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τουρκικών αρχών, έφτασαν το ένα δισεκατομμύριο δολάρια της εποχής.

Παρόμοιες αγριότητες συνέβησαν εις βάρος τους ελληνικού στοιχείου και στη Σμύρνη.

Στην «Αυγή» της 8ης Σεπτέμβρη 1955 στο κύριο άρθρο (συντάκτης του είναι μάλλον ο διευθυντής της εφημερίδας Βασίλης Εφραιμίδης), με τον τίτλο «Ο θύτης και το θύμα» διαβάζουμε: «Σμυρνιοί, Μικρασιάται, ΟΛΟΙ οι Ελληνες! Τ’ ακούσατε; Το διαβάσατε; Φλόγες πάλι στη Σμύρνη! Φλόγες και στην Κωνσταντινούπολη! Οι Τούρκοι σοβινισταί, με το ΝΑΤΟσημο σφραγισμένο κατακούτελά τους, τσαλαπατώντας την “εγκάρδιον ελληνο – τουρκικήν φιλίαν”, καίνε, κλέβουν, δέρνουν, ατιμάζουν!… Είναι υπεύθυνοι, αναγκαίοι συνεργοί η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση, γιατί δεν έσπευσαν και δε σπεύδουν ακόμη να αποκαθηλώσουν τη χώρα από την προκρούστεια κλίνη της ψυχροπολεμικής πολιτικής που επιβάλλουν το ΝΑΤΟ και τα παραρτήματα του… Αυτή η εθελόδουλη επίσημη ελληνική πολιτική, η προσκόλληση ως την υποταγή στο σύστημα των μονόπλευρων συμμαχιών, που φορτώνουν τη χώρα με βάρη, δεσμεύσεις και θυσίες χωρίς κανένα δικαίωμα, όπλισε τους Αγγλους αποικιστάς με τη θρασύτητα και το χέρι των Τούρκων σοβινιστών με το δαυλό που άναψε τις φλόγες στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη».

Πηγή: Ριζοσπάστης

Η αιματηρή καταστολή της μεγάλης απεργίας στο Πασαλιμάνι στις 23 Αυγούστου 1923

Η αιματηρή καταστολή της μεγάλης απεργίας στο Πασαλιμάνι στις 23 Αυγούστου 1923

Πέμπτη, 23/08/2018 - 18:00

Ήταν 23 Αυγούστου στο Πασαλιμάνι, όταν 11 εργάτες έχαναν τη ζωή τους από την επίθεση αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων, στα πλαίσια του μεγάλου απεργιακού κύματος εκείνης της περιόδου. Ένα λιτό μνημείο στο Πασαλιμάνι, που μπροστά του γιορτάζονται οι Πρωτομαγιές στον Πειραιά, θυμίζει εκείνο το ματωμένο Αύγουστο.

Τί προηγήθηκε

H κακή οικονομική κατάσταση της χώρας μετά από πολυετείς πολεμικές περιπέτειες και το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έχουν οδηγήσει στο να είναι πολύ πιεστική η ανάγκη εξασφάλισης εργασίας, οδηγούν από τη μία πλευρά την εργοδοσία να πιέζει για μείωση έως και 50% του μεροκάματου και από την άλλη σωματεία εργαζομένων για να «προλάβουν» το κακό, να προτείνουν τα ίδια μειώσεις μισθών της τάξης του 25% – 30%. Ιδεολογική σημαία των εργοδοτών ήταν η αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Η κυβέρνηση απορρίπτει τα αιτήματα που εξέφρασαν την Πρωτομαγιά οι εργαζόμενοι και ήταν: Αύξηση με βάση τη μεταλλική δραχμή. Εφαρμογή του 8ωρου. Δημιουργία Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας. Υπό προϋποθέσεις το κράτος να μειώσει τις τιμές των ειδών μονοπωλίου και του ψωμιού, μπορεί να γίνει δεκτή μείωση στο μεροκάματο, σύμφωνα με σύσκεψη της ΓΣΕΕ και του Εργατικού Κέντρου Πειραιά.

Υπάρχουν όμως και σωματεία που δεν αποδέχονται τις μειώσεις, αντίθετα ζητούν αυξήσεις, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν απεργίες. Η αρχή γίνεται στο Λαύριο τον Ιούλιο του 1923. Από αυτές η πιο πρωτότυπη ήταν των ραπτών που αποφάσισαν να ράβουν μόνο σακάκια και γιλέκα, όχι παντελόνια.

Ο υπουργός εθνικής οικονομίας Ανδρέας Χατζηκυριάκος (τσιμεντοβιομήχανος και μετέπειτα υπουργός και της δικτατορικής κυβέρνησης Μεταξά) δηλώνει ότι «το κεφάλαιον είναι αναμφισβήτητον ότι διέρχεται κρίσιν και ότι πρέπει να ενισχυθεί, οι εργάται ή θα σπάσουν τα μούτρα των ή θα παραιτηθώ». Η ΓΣΕΕ ζητάει την απομάκρυνση του Χατζηκυριάκου.

Παράλληλα στις 24 Ιουλίου με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, τελειώνει η υπόθεση της Μικράς Ασίας και κατά συνέπεια θα απολυθούν από το στρατό, προστιθέμενοι στους ανέργους που αναζητούν εργασία χιλιάδες οπλίτες.

Στην πιάτσα γίνεται κερδοσκοπία με το χρυσό και απεργοί πραγματοποιούν επιθέσεις σε σαράφηδες στην Αθήνα.
Όλα αυτά σε ένα κλίμα μαζικών απολύσεων (είχε ανασταλεί η ισχύς του νόμου 2112 που απαγόρευε τις μαζικές απολύσεις), οπότε στην ατζέντα μπαίνουν και αιτήματα επιστροφής απολυμένων. Ο νόμος δεν μπόρεσε να μακροημερεύσει. Αρκετοί κλάδοι εργαζομένων βρίσκονται σε καθεστώς επιστράτευσης.

Στις 21 Αυγούστου δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού συλλαμβάνουν 200 απεργούς ναυτοθερμαστές και τους πάνε να δουλέψουν δια της βίας, ενώ η κυβέρνηση αποφασίζει τη διάλυση των εργατικών σωματείων.
Η απάντηση της ΓΣΕΕ και άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι η κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων σε όλη τη χώρα.

Mnimeio Pasalimani

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο (κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά) δηλώνουν ότι δε συζητούν με απεργούς, κινδυνολογούν ότι δεν πρόκειται για απεργία, αλλά για κομμουνιστική εξέγερση, ενώ στρατός και αστυνομία κυνηγούν απεργούς στον Πειραιά. Τανκς, αντλίες νερού της πυροσβεστικής μπαίνουν στη μάχη εναντίον των εργαζομένων.

Στις 22 Αυγούστου τρεις απεργοί σκοτώνονται από τις σφαίρες των δυνάμεων ασφαλείας και την επόμενη ημέρα στο Πασαλιμάνι γίνεται μεγάλη απεργιακή συγκέντρωση, που χτυπιέται στο ψαχνό από στρατό και αστυνομία. Ο απολογισμός της 23ης Αυγούστου ήταν 11 νεκροί εργάτες, 100 τραυματίες και 500 συλληφθέντες.

Από την επόμενη ημέρα η κυβέρνηση κλιμακώνει τις επιθέσεις – διώξεις, χρεώνοντας τα επεισόδια στο ΚΚΕ που είχε αρκετούς συνδικαλιστές στη δύναμή του. Φυλακές, κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων και νοσοκομεία «υποδέχονται» μεγάλο αριθμό απεργών, που όπως φάνηκε τα επόμενα χρόνια όχι μόνο δεν πτοήθηκαν, αλλά επιχείρησαν ξανά και ξανά να διεκδικήσουν «ψωμί και τριαντάφυλλα».

Φωτο μνημείου: 7ο Γ.Ε.Λ. Πειραιά

Κείμενο: Νάσος Μπράτσος



πηγή: ΕΡΤ

Το ολοκαύτωμα στο Κομμένο Άρτας από την ναζιστική γερμανική κτηνωδία σαν σήμερα στις 16 Αυγούστου του 1943 (video)

Το ολοκαύτωμα στο Κομμένο Άρτας από την ναζιστική γερμανική κτηνωδία σαν σήμερα στις 16 Αυγούστου του 1943 (video)

Πέμπτη, 16/08/2018 - 15:30
Η σφαγή του Κομμένου ήταν μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην ιστορία της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.
Η θηριωδία διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στις 16 Αυγούστου 1943, στο χωριό Κομμένο που βρίσκεται στον νομό Άρτας και είναι χτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Άραχθου.



Η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή.

Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. 

Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα..



Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής:
 «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…».

Μια φράση  είχε μείνει στο μυαλό των αντρών μετά από χρόνια: «Θα μπούμε στο χωριό και δεν θ΄ αφήσουμε τίποτε όρθιο» .
Χρησιμοποιώντας το πέτρινο καμπαναριό της εκκλησιάς (χτίσμα του 1855) για παρατηρητήριο, χωρίστηκαν σε εκτελεστικά αποσπάσματα, παίρνοντας και τις τελικές οδηγίες της επέμβασης.
Xαράματα πια στις 16ης Αυγούστου, στο πρώτο θολό φως της ημέρας και στον ουρανό άρχισαν να διασταυρώνονται φωτοβολίδες διαφόρων χρωμάτων και ταυτόχρονα ακούστηκαν εκρήξεις όλμων που είχαν τοποθετηθεί σε τρία επίκαιρα σημεία του χωριού.
Αμέσως αρχίσανε οι πυροβολισμοί και η διασταύρωση των πυρών, ενώ τα πυροβόλα και τα οπλοπολυβόλα δε σταμάτησαν ούτε στιγμή, δίνοντας την εντύπωση κάποιας σκληρής μάχης. Καθώς εισέβαλαν στα σπίτια, ολόκληρες οικογένειες αιφνιδιάστηκαν στον ύπνο και μη μπορώντας να αντιδράσουν, έπεφταν νεκρές από τις σφαίρες των όπλων και τα βλήματα των χειροβομβίδων.
Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. 

Κορίτσια με την απειλή των όπλων σύρθηκαν στον έσχατο εξευτελισμό της προσωπικότητάς τους και βιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση από τους νεαρούς οπαδούς της χιτλερικής ιδεολογίας, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σα ζώα.
Τα ανθρωπόμορφα κτήνη εφάρμοζαν μια σατανική τακτική εξοντώσεως των μικρών παιδιών. Αφού έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και αφού το άναβαν, απολάμβαναν σαδιστικά γελώντας με το «πυροτέχνημα» τους.
Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα. Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της.
Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ’ όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.

Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με τριάντα πέντε άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα.

Οι Ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Από αυτό που συμπεραίνεται, από τα λεγόμενα επιζώντων αυτοπτών μαρτύρων για ορισμένα περιστατικά, είναι ότι οι φονιάδες μεθούσαν με ναρκωτικές ουσίες για να είναι γρήγοροι στις αποφάσεις τους και όσο πιο αποτελεσματικοί στα πρωτόγονα ένστικτά τους.
Ούτε και την εκκλησιά της Παναγιάς δε σεβάστηκαν, αφού αφόδευσαν στην πύλη του ιερού βήματος, πέταξαν στο πάτωμα του ναού τις εικόνες του τέμπλου και τα ιερά σκεύη.
Εκείνο το πρωινό της 16ης Αυγούστου, ο παπα-Λάμπρος πήγαινε στην εκκλησία έχοντας μαζί του το ευαγγέλιο, το θυμιατό και τα άμφια που χρησιμοποίησε την προηγούμενη μέρα για να τελέσει έναν γάμο. Ο παπα-Λάμπρος πιάστηκε από τους Γερμανούς και αφού τον βασάνισαν άγρια, τον σύρανε αιμόφυρτο στον προπυλώνα της εκκλησίας και τον εκτέλεσαν με μια σφαίρα στο μέτωπο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της σφαγής του Κομμένου μαζί με το Ευαγγέλιο που βρέθηκε διάτρητο από σφαίρα σε μια γωνία, με ποτισμένες τις σελίδες του από το αίμα αυτού του τίμιου κληρικού.

Ο άλλος ιερέας του χωριού, που εφημέρευε στο ναό των Αγίων Ταξιαρχών στον Λουτρότοπο και που είχε έρθει στους συγγενείς του για το πανηγύρι, βρέθηκε κατακρεουργημένος και αιμόφυρτος και με βγαλμένα τα μάτια.
Με μια ειδική σκόνη που έριχναν στο πάτωμα και με μια πιστολιά έκαψαν τα περισσότερα σπίτια του χωριού, αφού πρώτα έπαιρναν ότι πολύτιμο υπήρχε μέσα.Το θέαμα στο Κομμένο μετά την σφαγή ήταν φρικιαστικό. Παντού πτώματα απανθρακωμένα, ενώ η ατμόσφαιρα είχε τη μυρωδιά από καμένες σάρκες. Η σήψη είχε ήδη αρχίσει και πολλά εντόσθια είχαν χυθεί στο έδαφος. Πολλά ανθρώπινα μέλη ήταν διασκορπισμένα από δω και από εκεί, ενώ τα σκυλιά οδηγημένα από το αίμα είχαν αρχίσει να τρώνε κομμάτια κρέας από διάφορα σώματα.
Γύρω στο απόγευμα της 16ης Αυγούστου ο Δημήτρης Αποστόλου, ένας νεαρός Κομμενιώτης, γύρναγε στο χωριό του και στο σπίτι του. Τα Γερμανικά στρατεύματα είχαν φύγει, μετά από 7 ώρες που κράτησε η επιδρομή. Στα απανθρακωμένα απομεινάρια των σπιτιών, δοκάρια καίγονταν ακόμη. Τα πτώματα είχαν αρχίσει να φουσκώνουν από τη θερμότητα. Η κοιλιά μιας γυναίκας είχε σχισθεί και ένα κοτόπουλο είχε αρχίσει να σέρνει τα εντόσθια της κατά μήκος του δρόμου. Λίγο μετά που είδε αυτό, ο Αποστόλου λιποθύμησε.
Ένα δεκάχρονο αγόρι τότε, ο Αλέξανδρος Μάλιος, που έχασε όλη την οικογένεια του, θυμάται «Σα φτάσαμε κοντά στο σπίτι, ακόμα κάπνιζε. Απ’ έξω δεν μπορούσαμε να περάσουμε απ’ τους σκοτωμένους. Δεν είχες που να πατήσεις. Δρασκελίσαμε πάνω απ’ τα πτώματα κι αντίκρισα τον πατέρα μου μ’ ένα μικρό παιδί μέσα στα αίματα. Οι άλλοι μέσα ήταν όλοι καμένοι. Έσκυψα, τον αγκάλιασα και λιποθύμησα. Τα είχαμε χαμένα και ζούσαμε σ’ ένα εφιαλτικό όνειρο, έτσι που δεν είχαμε τη δύναμη να κλάψουμε».
Συνολικά 317 άνθρωποι ήταν τα θύματα του Κομμένου εκείνη τη μέρα σ’ αυτή τη σφαγή. Ίσως της πιο φριχτής που διαπράχθηκε στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής.

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των πτωμάτων, οι δυστυχισμένοι Κομμενιώτες τα έθαβαν επιφανειακά με λίγο χώμα, σαν άλλες Αντιγόνες του Σοφοκλή, κάνοντας σπονδή με τα δάκρυα τους, στις αυλές και στους κήπους των σπιτιών.
Στην πλατεία του χωριού, τον Αύγουστο του 1946 οι κάτοικοι χτίσανε ένα καλλιμάρμαρο μνημείο που αναγράφονται τα ονόματα των 317 πατέρων και τέκνων και αδελφών.
Οι κάτοικοι, απομεινάρια ορφάνιας, λείψανα πένθους, γυμνοί από καθετί που συγκρατούσε άλλοτε τη Ζωή τους, πλούσιοι μόνο σε αναμνήσεις και σεβασμό, έκοψαν απ’ το ψωμί τους για να ανταποκριθούν στο χρέος της καρδιάς και στήσανε το μνημείο των ηρώων με δικά τους έξοδα. Χρέος που έπρεπε να το νομίσει δικό τους ολόκληρος ο λαός της Ελλάδας. Χρέος που έπρεπε προπάντων να βαρύνει το κράτος. 

 Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι οτι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν οτι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε ξημερώματα μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.
Δεκαπενταύγουστος 1940: Ο τορπιλισμός της «Έλλης» από τους Ιταλούς στην Τήνο

Δεκαπενταύγουστος 1940: Ο τορπιλισμός της «Έλλης» από τους Ιταλούς στην Τήνο

Τετάρτη, 15/08/2018 - 09:00

Την ημέρα της Παναγιάς, επέλεξε το 1940 η φασιστική Ιταλία ,σαν πρόβα τζενεράλε της επίθεσης εναντίον της Ελλάδας.
Στην Τήνο, οι καμπάνες της γιορτής σταμάτησαν, όταν οι τορπίλες από το ιταλικό υποβρύχιο Ντελφίνο, χτύπησαν το καταδρομικό «Έλλη».

Η μία τορπίλη βρήκε «στόχο» προκαλώντας έκρηξη στο μηχανοστάσιο και στις δεξαμενές πετρελαίου, ενώ άλλες δύο έπεσαν στη προκυμαία χωρίς ευτυχώς να προκαλέσουν θύματα.

Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε το πλήρωμα τελικά το «Έλλη» βυθίστηκε περίπου μία ώρα μετά στις 09:45.

Εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν και 60 τραυματίστηκαν στην επίθεση. Η έρευνα έγινε στο βυθό του όρμου την επόμενη ημέρα, έφερε στο φως τμήματα από τις τορπίλες, με τον αριθμό μητρώου και στοιχεία ιταλικά.

Η ελληνική κυβέρνηση όμως αποφασίζει να μην φανερώσει την αλήθεια, για ν' αποφύγει κάθε προστριβή.

Σε ανακοινωθέν της δηλώνει πως δεν κατόρθωσε να εξακριβώσει την εθνικότητα του υποβρυχίου που χτύπησε την «Έλλη».

Η εμπλοκή της χώρας μας στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη.





14 Αυγούστου 1974: Ο «Αττίλας 2» χτυπάει στην Κύπρο

14 Αυγούστου 1974: Ο «Αττίλας 2» χτυπάει στην Κύπρο

Τρίτη, 14/08/2018 - 16:00
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974 («Αττίλας 1»), οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες.
Κάτω από την πίεση των τραγικών γεγονότων, η δικτατορία στην Αθήνα κατέρρευσε και τα χαράματα της 24ης Ιουλίου σχηματίσθηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Νωρίτερα, ο δοτός πρόεδρος της Κύπρου, Νικόλαος Σαμψών, είχε υποβάλλει την παραίτησή του και είχε αντικατασταθεί από τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γλαύκο Κληρίδη.

Στις 3.30 τα χαράματα της 14ης του Αυγούστου 1974 τελειώνουν με πλήρη αποτυχία στη Γενεύη οι τριμερείς διαπραγματεύσεις (Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας) για την κατάσταση στην Κύπρο και το κυπριακό πρόβλημα.

Μία ώρα αργότερα, τα τουρκικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν Λευκωσία, Αμμόχωστο και άλλα σημεία της Κύπρου. Ο «Αττίλας 2» είχε ξεκινήσει.

Από το μεσημέρι της 14ης του Αυγούστου, τουρκικά άρματα και ισχυρές δυνάμεις πεζικού αρχίζουν να κινούνται από Λευκωσία προς Αμμόχωστο, στα ανατολικά, και προς Λεύκα-Λιμνίτη, στα δυτικά.

Το Πολεμικό Συμβούλιο, που συνεδριάζει στις 6 τα χαράματα υπό την προεδρία του Καραμανλή στην Αθήνα, διαπιστώνει την τραγική αδυναμία της Ελλάδας να συνδράμει στρατιωτικά την Κύπρο και έτσι οι ελληνικές αντιδράσεις περιορίζονται στο διπλωματικό τομέα. Μέχρι το βράδυ, η ελληνοκυπριακή αντίσταση έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και τα οχυρά εγκαταλείπονται.

Στις 15 του Αυγούστου, τα στρατεύματα του «Αττίλα» μπαίνουν στην Αμμόχωστο, στις 16 του Αυγούστου ο «Αττίλας 2» ολοκληρώνεται με την κατάληψη της Μόρφου, ενώ η κυβέρνηση Κληρίδη μεταφέρεται πρόσκαιρα στη Λεμεσό, φοβούμενη ότι επίκειται κατάληψη της Λευκωσίας. Οι Τούρκοι, έχοντας πετύχει τους στρατιωτικούς τους σκοπούς, δέχονται κατάπαυση του πυρός στις 6 το απόγευμα της 16ης του Αυγούστου 1974.

Ηδη κατείχαν το 36,4% του κυπριακού εδάφους. Περίπου 2.000 Ελληνες και Ελληνοκύπριοι είχαν σκοτωθεί, πάνω από 1.600 ήταν οι αγνοούμενοι και 200.000 ήταν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες.

Η κυβέρνηση Καραμανλή στην Αθήνα αμέσως μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, όπου οι Αμερικανοί έδειξαν να ρίχνουν το βάρος τους υπέρ της Τουρκίας, διαπιστώνει ότι βρίσκεται μεταξύ «σφύρας και άκμονος».

Από τη μια βλέπει ότι οι «σύμμαχοί» της όχι μόνο δε συμμερίζονται τις θέσεις της, αλλά, αντίθετα, ενισχύουν με τη στάση τους τους εισβολείς. Από την άλλη, οι λαϊκές αντιδράσεις μεγαλώνουν στην Ελλάδα, όπου πλέον όλοι γνωρίζουν ότι πίσω από το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή είναι το ΝΑΤΟ και η μόνιμη επιδίωξη των ΗΠΑ και της Βρετανίας για τη «ΝΑΤΟποίηση» του νησιού.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο Κ. Καραμανλής, το πρωί της 14ης του Αυγούστου, ανακοινώνει την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ηταν ένας ελιγμός υπό το βάρος της λαϊκής πίεσης, με τον οποίο ωστόσο επιβεβαιωνόταν περίτρανα ο ρόλος της «Συμμαχίας» τόσο στα όσα προηγήθηκαν, όσο και στο συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της Κύπρου.




Πηγή: Ριζοσπάστης , Σαν Σήμερα , atexnos.gr

Σελίδα 1 από 7