Εμφάνιση άρθρων βάσει ετικέτας: ΡΥΠΑΝΣΗ - ERT Open
Περισσότεροι από 8.500 θάνατοι κάθε χρόνο από την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα

Περισσότεροι από 8.500 θάνατοι κάθε χρόνο από την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα

Δευτέρα, 01/06/2020 - 08:00

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ παρουσιάζει τη νέα έκδοση «Περιβάλλον και Υγεία» του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ), σύμφωνα με την οποία περισσότεροι από 8.500 θάνατοι θα μπορούσαν να προληφθούν ετησίως στη χώρα μας, εάν μειώνονταν οι συγκεντρώσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αλλά και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Όπως υπογραμμίζουν οι επικεφαλής των ερευνών, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «η προστασία της δημόσιας υγείας συντελείται και μέσω της προστασίας του περιβάλλοντος».

Η έκδοση στηρίχθηκε στις έρευνες «Επιδράσεις στην υγεία από την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, με επικεφαλής την καθηγήτρια Ε.Κ. Κατσουγιάννη, και «Κλιματική Αλλαγή και Υγεία» του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, με επικεφαλής τον καθηγητή Ν. Μιχαλόπουλο και δίνεται στη δημοσιότητα εν όψει της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος (05/06), αναδεικνύοντας με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο αφενός τη σύνδεση της κατάστασης του περιβάλλοντος με την υγεία των πολιτών και αφετέρου την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις έρευνες και με βάση τα συνιστώμενα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) επίπεδα, 6.487 θάνατοι μπορούν να αποδοθούν στην έκθεση μικροσωματιδίων (ΡΜ2.5) ετησίως στα αστικά και ημιαστικά κέντρα, με τα μεγαλύτερα ποσοστά καταγραφής να αφορούν στους πληθυσμούς της Αθήνας (58%) και της Θεσσαλονίκης (13%) και 2.115 θάνατοι στις αγροτικές περιοχές, όπου η συγκέντρωση πληθυσμού είναι μεν μικρότερη σε σχέση με τα αστικά κέντρα, η μέση ηλικία τους όμως είναι μεγαλύτερη, δηλαδή υπάρχουν περισσότεροι ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είναι πιο ευάλωτοι στις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ειδικά στο κέντρο της Αθήνας, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις του διοξειδίου του αζώτου (ΝΟ2) αντιστοιχούν σε 160 θανάτους.

«Όπως φαίνεται από την έρευνα, η ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί πολύ περισσότερους θανάτους ακόμα και από πανδημίες όπως αυτή του Covid-19», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο διευθυντής του ΕΚΠΑΑ, Πέτρος Βαρελίδης.

Όπως επισημαίνει, «κατά τη διάρκεια της λήψης των περιοριστικών μέτρων διαπιστώθηκε μείωση κατά 1/3 της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, γεγονός που σίγουρα έχει μία θετική επίδραση στην ανθρώπινη υγεία», προσθέτοντας ότι «σημασία έχει να δούμε στο τέλος του έτους ποιά είναι η μέση τιμή της ετήσιας ρύπανσης».

Όπως έκανε γνωστό ο κ. Βαρελίδης, το ΕΚΠΑΑ βρίσκεται σε φάση ανάθεσης μελέτης για τη διεξοδική έρευνα όσον αφορά τα επίπεδα της μείωσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση κατά τη διάρκεια των μέτρων που ελήφθησαν εξαιτίας της πανδημίας.

Η καθηγήτρια βιοστατιστικής και επιδημιολογίας του ΕΚΠΑ, Κλέα Κατσουγιάννη δηλώνεις το ΑΠΕ-ΜΠΕ: Για τα αποτελέσματα της έρευνας, «εκτιμήθηκε ο αποδοτέος αριθμός θανάτων και εισαγωγών επειγόντων περιστατικών στην βραχυχρόνια και μακροχρόνια έκθεση στα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια και σε αέριους ρύπους για τα αστικά κέντρα και κατά περιφέρεια και αστικότητα».

Όπως αναφέρει η καθηγήτρια, «το κύριο πρόβλημα ρύπανσης είναι οι υψηλές συγκεντρώσεις σωματιδίων, ενώ το διοξείδιο του αζώτου και το όζον είναι σχετικά υψηλά και ενδεχομένως να αποτελέσουν αυξανόμενο πρόβλημα το μέλλον» και προσθέτει: «Οι κάτοικοι των μεγάλων αστικών κέντρων θα οφεληθούν σημαντικά αν οι συγκεντρώσεις των ρύπων μειωθούν στα επίπεδα που συνιστώνται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας».

Όσον αφορά τα ενδεχόμενα οφέλη από τα μέτρα μείωσης της κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η κ. Κατσούγιαννη εκφράζει τη βεβαιότητα ότι «θα έχουν προληφθεί ορισμένοι θάνατοι και άλλα προβλήματα υγείας από την μείωση τουλάχιστον της βραχυχρόνιας έκθεσης».

Ωστόσο, σχετικά με την επίδραση της έκθεσης στην εξέλιξη του COVID-19, επισημαίνει ότι «είναι πιθανό ότι μακροχρονίως εκτεθειμένα στη ρύπανση άτομα γίνονται πιο ευάλωτα, λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας εμφάνισης χρόνιων αναπνευστικών νοημάτων, στις συνέπειες του κορονοϊού».

Αν και «η πλήρης αποτίμηση τους θα γίνει όταν θα είναι όλα τα απαραίτητα δεδομένα διαθέσιμα, σίγουρα πάντως οι παρεμβάσεις για την επιδημία θα οδηγήσουν σε συμπεράσματα σχετικά με τα πιθανά οφέλη από την μείωση της έκθεσης στους επικίνδυνους ρύπους», τονίζει η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ.

Οι συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής

Ως προς την επίδραση της κλιματικής αλλαγής στην υγεία των πολιτών τα αποτελέσματα της έρευνας προβλέπουν σύμφωνα με τις πλέον μετριοπαθείς προβλέψεις, ότι ο αριθμός ημερών με ισχυρή θερμική επιβάρυνση για τον πληθυσμό της Αθήνας αναμένεται να αυξηθεί κατά 50% στο εγγύς μέλλον (2021-2050), με περαιτέρω αύξηση μέχρι τα τέλη του 21ου αιώνα, σε σύγκριση με την περίοδο αναφοράς 1961-1990.

Μάλιστα, το δυσμενέστερο κλιματικό σενάριο προβλέπει ότι ο αριθμός των ωρών με μεγάλη δυσφορία στην περιοχή της Αθήνας πρόκειται να αυξηθεί σε ποσοστό που υπερβαίνει το 150% στο απώτερο μέλλον (2071-2100), σε σχέση με την τελευταία 30ετία του 20ου αιώνα (1971-2000).

Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο καθηγητής περιβαλλοντικής Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκος Μιχαλόπουλος, «τα αποτελέσματα της μεγάλης πλειοψηφίας των κλιματικών μοντέλων, συμφωνούν στο ότι η Νότια Ευρώπη αναμένεται να είναι από τις περιοχές του πλανήτη που θα πληγούν ιδιαίτερα από τα ισχυρά κύματα ζέστης, ενώ διαπιστώνεται και ισχυρή τάση για άνοδο της ξηρασίας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Κατά συνέπεια και η Ελλάδα είναι από τις χώρες οι οποίες θα πρέπει να βρίσκονται σε επιφυλακή για την αντιμετώπιση πιθανών ακραίων περιστάσεων που μπορεί να πλήξουν καίρια την υγεία των πολιτών αλλά και τομείς της οικονομικής δραστηριότητας».

Σύμφωνα με τον κ. Μιχαλόπουλο, που είναι επίσης διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών, Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Αστεροσκοπείου, «στην έκθεση του ΕΚΠΑΑ, περιγράφονται αναλυτικά οι πιθανοί κίνδυνοι για την υγεία του πληθυσμού της χώρας, τους οποίους μπορεί να επιφέρει η αναμενόμενη κλιματική αλλαγή, λόγω θερμικής καταπόνησης και λόγω της πιθανής μετάδοσης ασθενειών μέσω κουνουπιών φορέων».

Όπως εξηγεί ο καθηγητής, «αυτή η επιλογή έγινε καθώς οι πιθανές άμεσες επιπτώσεις στην υγεία που μπορεί να προκύψουν λόγω των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής στους δύο αυτούς τομείς, μπορεί να είναι εξαιρετικά σοβαρές και γενικευμένες σε μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού».

Ποια είναι τα μέτρα που απαιτούνται για τον περιορισμό του φαινομένου; Σύμφωνα με τον κ. Βαρελίδη, «η προώθηση της ηλεκτροκίνησης και της βιώσιμης κινητικότητας είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό μέτρο για την αντιμετώπιση του φαινομένου της ρύπανσης. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει επίσης πολύ σημαντικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών CO2, καθώς επίσης και η προώθηση του βιοαερίου για την αξιοποίηση των αποβλήτων, η ενίσχυση των ΑΠΕ, η αναβάθμιση του κτηριακού αποθέματος της χώρας, αλλά και ο καθορισμός τομεακών πολιτικών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή (π.χ. γεωργία τουρισμός κλπ), για τις οποίες απαιτούνται εθνικά μέτρα».

Σχολιάζοντας την επικείμενη μετεξέλιξη του ΕΚΠΑΑ σε Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής αλλαγής, με βάση τις προβλέψεις του νέου περιβαλλοντικού νόμου, ο κ. Βαρελίδης, τη χαρακτήρισε ως ένα πολύ σημαντικό βήμα για την ενίσχυση τoυ ρόλου και του κύρους του.

Τέλος, όπως επισημαίνει στον πρόλογο της έκδοσης η πρόεδρος του ΔΣ ΕΚΠΑΑ, Ζωή Βροντίση, «οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις περιβαλλοντικής προστασίας αντιμετωπίζουν το περιβάλλον και τη φύση ως εμπόδιο ευημερίας. Αντίθετα η έκδοση αυτή τονίζει ότι η λήψη ουσιαστικών μέτρων περιβαλλοντικής προστασίας είναι μέρος της λύσης».

Έρευνα: Πρώτες ενδείξεις ότι η αιθάλη των ρύπων του αέρα μπορεί να φθάσει ως τον πλακούντα της εγκύου

Έρευνα: Πρώτες ενδείξεις ότι η αιθάλη των ρύπων του αέρα μπορεί να φθάσει ως τον πλακούντα της εγκύου

Τρίτη, 18/09/2018 - 19:00
Επιστήμονες στη Βρετανία ανακάλυψαν τις πρώτες βάσιμες ενδείξεις ότι η αιθάλη (καπνιά) της ατμοσφαιρικής ρύπανσης μπορεί να διεισδύσει στον πλακούντα της εγκύου γυναίκας και πιθανώς να βλάψει την υγεία του εμβρύου.

   Μικροσκοπικά σωματίδια άνθρακα που δημιουργούνται κατά την καύση των ορυκτών καυσίμων, βρέθηκαν στους πλακούντες εγκύων γυναικών για πρώτη φορά. Προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει την έκθεση των εγκύων σε ατμοσφαιρική ρύπανση με αυξημένο κίνδυνο για πρόωρο τοκετό, γέννηση λιποβαρούς μωρού, βρεφική θνησιμότητα, αναπνευστικά προβλήματα του μωρού κ.α.

   Η νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, η οποία παρουσιάσθηκε στο διεθνές συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας στο Παρίσι, έρχεται να διευρύνει τους ήδη γνωστούς κινδύνους των ρύπων του αέρα για τα αγέννητα παιδιά, όταν οι έγκυες μητέρες τους αναπνέουν σωματίδια αιθάλης, που από τους πνεύμονες «τρυπώνουν» στον πλακούντα μέσω της κυκλοφορίας του αίματος.

   Πέντε έγκυες που ζούσαν στη βρετανική πρωτεύουσα, έδωσαν στους ερευνητές την άδεια να μελετήσουν τους πλακούντες τους μετά τον τοκετό. Η μελέτη των κυττάρων του πλακούντα σε μικροσκόπιο υψηλής ανάλυσης αποκάλυψε την ύπαρξη σωματιδίων άνθρακα (καπνιάς).

   «Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν τα σωματίδια αυτά μπορούν επίσης να φθάσουν στο έμβρυο, αλλά είναι πράγματι πιθανό. Ξέρουμε πάντως ότι δεν είναι ανάγκη τα σωματίδια να εισδύσουν στο σώμα του μωρού για να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, επειδή εάν έχουν επίδραση στον πλακούντα, αυτό ούτως ή άλλως θα έχει άμεση επίπτωση και στο έμβρυο», δήλωσαν οι ερευνητές.
Πάνω από το 90% του εδάφους της Γης θα έχει υποβαθμισθεί έως το 2050

Πάνω από το 90% του εδάφους της Γης θα έχει υποβαθμισθεί έως το 2050

Δευτέρα, 25/06/2018 - 16:00
Πάνω από τα τρία τέταρτα (75%) του εδάφους του πλανήτη μας έχει ήδη υποβαθμισθεί λόγω των ποικίλων ανθρωπογενών και περιβαλλοντικών πιέσεων και το ποσοστό αυτό μπορεί να ξεπεράσει το 90% έως το 2050, προειδοποιούν οι επιστήμονες του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που παρουσίασαν το νέο Παγκόσμιο Άτλαντα Ερημοποίησης (World Atlas of Desertification).

Η συνεχής αύξηση του πληθυσμού, η ρύπανση, η ολοένα μεγαλύτερη κατανάλωση από ολοένα περισσότερους ανθρώπους, η αλλαγή χρήσεων γης, η κλιματική αλλαγή και άλλοι παράγοντες έχουν ως συνέπεια κάθε χρόνο να διαβρώνεται, να υποβαθμίζεται και να καθίσταται ακατάλληλη για καλλιέργεια ή ακόμη και για κατοικία μια συνολική έκταση που αντιστοιχεί περίπου στη μισή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Αφρική και η Ασία είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο, όπου εντείνονται οι ανησυχίες για τη διατροφική ασφάλειά τους και όπου εκτοπίζονται οι περισσότεροι άνθρωποι από τα σπίτια τους, με συνέπεια -μεταξύ άλλων- να αυξάνονται οι ροές μεταναστών προς τη Δύση.

Έως το 2050 περίπου 700 εκατομμύρια άνθρωποι εκτιμάται ότι θα έχουν εκτοπισθεί λόγω διαφόρων αιτιών που συνδέονται με την υποβάθμιση του εδάφους και τους ανεπαρκείς πόρους για την επιβίωσή τους.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η υποβάθμιση της γης, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση περίπου 10% των αποδόσεων των γεωργικών καλλιεργειών έως το 2050.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις αναμένονται στην Ινδία, στην Κίνα και στην υποσαχάρια Αφρική.



ΑΠΕ

Ένας στους 12 θανάτους στην Ελλάδα σχετίζονται με τη ρύπανση

Ένας στους 12 θανάτους στην Ελλάδα σχετίζονται με τη ρύπανση

Παρασκευή, 20/10/2017 - 18:05
Η ρύπανση σχετίζεται με περίπου έναν στους έξι θανάτους παγκοσμίως (9 εκατομμύρια το 2015), σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα, την πιο ολοκληρωμένη του είδους της μέχρι σήμερα.

Σχεδόν όλοι αυτοί οι θάνατοι συμβαίνουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η ρύπανση μπορεί να ευθύνεται ακόμη και για το ένα τέταρτο των θανάτων, με χειρότερες περιπτώσεις το Μπαγκλαντές και τη Σομαλία. Τους λιγότερους θανάτους από ρύπανση έχουν το Μπρουνέι και η Σουηδία.

Η ρύπανση του αέρα είναι αυτή με την μεγαλύτερη επίπτωση, καθώς συνδέεται με τα δύο τρίτα των θανάτων από ρύπανση (περίπου 6,5 εκατ. πρόωροι θάνατοι το 2015). Ακολουθεί σε σοβαρότητα η ρύπανση των υδάτων (1,8 εκατ. θάνατοι), ενώ η ρύπανση στους χώρους εργασίας ευθύνεται για περίπου 800.000 θανάτους ετησίως και η ρύπανση από μόλυβδο για 500.000 θανάτους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, στην Ελλάδα το 8% των θανάτων -δηλαδή τουλάχιστον ένας στους 12- κάθε χρόνο σχετίζεται με τη ρύπανση.
Από τους περίπου 122.000 θανάτους του 2015, κατά προσέγγιση οι 9.800 συνδέονται με τη ρύπανση. Από αυτούς, οι 7.216 σχετίζονται με τη ρύπανση του αέρα, οι 257 με τη ρύπανση των υδάτων και οι 1.422 με τη ρύπανση στους χώρους εργασίας (ιδίως όσον αφορά το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους).








ΑΠΕ