Εμφάνιση άρθρων βάσει ετικέτας: Πρωτομαγιά - ERT Open
ΠΟΣΠΕΡΤ: ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΔΕΝ «ΑΡΓΟΥΜΕ» ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

ΠΟΣΠΕΡΤ: ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΔΕΝ «ΑΡΓΟΥΜΕ» ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

Τετάρτη, 01/05/2019 - 08:05

ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΔΕΝ  «ΑΡΓΟΥΜΕ»  ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

Αγ. Παρασκευή 30/4/2019

“…Ολοι οι σοσιαλισταί και οι υπό μισθόν πάσχοντες θα συναθροισθώσι να υπογράψωσι ψήφισμα προς τη Βουλή, διά του οποίου θα ζητώσι α) τας Κυριακάς όλα τα καταστήματα γενικώς να ήναι κλειστά προς ανάπαυσιν των πολιτών,β) τον περιορισμόν των εργάσιμων ωρών εις 8 καθ' εκάστην κατ' ανώτατον όριον και ολιγώτερον διά τας κοπιώδεις και ανθυγιεινάς εργασίας και διά τους παίδας και τας γυναίκας γ) απονομήν συντάξεως εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των και εις τας οικογενείας των εν τη εργασία φονευομένων…»

(Εφημερίδα «Σοσιαλιστής» Μάιος 1893)

Εφτά χρόνια μετά τη σφαγή του Σικάγο, την επομένη της πρωτομαγιάς του 1893 για πρώτη φορά μαζεύτηκαν απ΄ολη την Αθήνα οι εργάτες και οι εργάτριες μπροστά στο στάδιο, όχι για να γιορτάσουν αλλά για να διεκδικήσουν το δικαίωμα της ύπαρξής τους ως ανθρώπινα πρόσωπα, το δικαίωμα της συμμετοχής τους σε ένα κράτος που δεν υπάρχει απλά για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων ισχυρών αφεντικών.

Πέρασαν από τότε 126 χρόνια και η ίδια αριστοκρατία σήμερα, με την κίβδηλη υπόσχεση μιας αόριστης «ανάπτυξης», ευαγγελίζεται την κατάργηση   ακόμα και θεμελιωδών εργατικών δικαιωμάτων. Για αυτούς π.χ το 8ωρο, η κυριακάτικη απλήρωτη εργασία, η πρόσθετη αμοιβή των επικίνδυνων και ανθυγιεινών εργασιών, η σταθερή δουλειά κλπ είναι «παλιομοδίτικα βαρίδια» που εμποδίζουν την ανάπτυξη της …χώρας.

Επειδή τα σύννεφα στον ορίζοντα έχουν ήδη αρχίσει να πυκνώνουν και η απειλή   της αναβίωσης του εργασιακού μεσαίωνα είναι υπαρκτή και ορατή.

Επειδή

οι εργάτες, οι υπάλληλοι και οι μικρομεσαίοι ανεξάρτητοι επαγγελματίες, βλέπουν να καταρρέουν η μία μετά την άλλη   εργατικές κατακτήσεις που κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες και αίμα.

Η οργανωμένη συνδικαλιστικά αντίστασή μας είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε όλοι μαζί να αποτρέψουμε αυτά τα δεινά και να προστατεύσουμε αποτελεσματικά τα δικαιώματά μας ανάμεσα στα οποία είναι και το δικαίωμα της ισονομίας και της μόνιμης σταθερής δουλειάς.

Η ΠΟΣΠΕΡΤ συμμετέχει και καλεί όλους τους εργαζόμενους και τη κοινωνία στις συγκεντρώσεις στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα που γίνονται για να τιμήσουμε την απεργία της πρωτομαγιάς

(Προσυγκέντρωση 10.30 π.μ έξω από το Υπ. Εργασίας)

 

 

Συλλαλητήρια και πορείες για την Πρωτομαγιά

Συλλαλητήρια και πορείες για την Πρωτομαγιά

Τετάρτη, 01/05/2019 - 13:00

Συλλαλητήρια και πορείες πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες πόλεις της χώρας για τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς.


Στην Αθήνα συγκέντρωση πραγματοποίησαν η ΓΣΕΕ, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας και η ΑΔΕΔΥ στην πλατεία Κλαυθμώνος, το ΠΑΜΕ στο Σύνταγμα, ενώ ολοκληρώθηκε η πορεία της Πρωτοβουλίας Πρωτοβάθμιων Σωματείων, του ΜΕΤΑ, οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και συλλογικοτήτων, προς τη Βουλή. 

«Ήρθαμε εδώ για να διαδηλώσουμε κατά των μνημονίων των αντεργατικών νόμων, την επίθεση που κάνουν οι εργοδότες στα ταξικά δικαιώματα των εργατών», επισήμανε το μέλος του εργατικού κέντρου Αθήνας, Ηλίας Κόκκαλης. Και πρόσθεσε: «Είμαστε εδώ για να πούμε όχι σε αυτούς που θέλουν να διαλύσουν τα Συνδικάτα, είμαστε εδώ για να ανασυνταχθούμε, να αρχίσουμε να ξαναυπογράφουμε συλλογικές συμβάσεις, να πούμε στην κυρία Αχτσιόγλου ότι χωρίς τους κοινωνικούς φορείς και τους θεσμούς δεν μπορούν να γίνονται διαπραγματεύσεις». «Σήμερα αυτή η λαίλαπα των μνημονίων και των εργοδοτών και της κυβέρνησης είναι εναντίον μας, να είναι σίγουροι ότι σύντομα θα είμαστε παρών και πιο πολλοί», κατέληξε ο κ. Κόκκαλης.

Από την πλευρά η ΑΔΕΔΥ, σε ανακοίνωσή της τονίζει: «Η εργατική Πρωτομαγιά είναι ημέρα τιμής και αγώνα της εργατικής τάξης που, με τη διαχρονική της πάλη, προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της εκμετάλλευσης, να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες, να διατηρήσει και να διευρύνει κατακτήσεις και δικαιώματα. Οι αγώνες των εργατών του Σικάγο αλλά και μεταγενέστερα, πέτυχαν με θυσίες την καθιέρωση του 8ωρου, την Κοινωνική Ασφάλιση, την υπεράσπιση της μητρότητας, την κανονική άδεια, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, αλλά και την πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά της δωρεάν Υγείας, Παιδείας, Πολιτισμού κ.ά.».

Το ΠΑΜΕ πραγματοποίησε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με κεντρικό σύνθημα «1η Μάη 2019 ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους - Με συνδικάτα των εργατών και όχι των κυβερνήσεων και των εργοδοτών». Με ανακοίνωσή του το ΠΑΜΕ χαιρέτισε τους χιλιάδες εργάτες, νεολαίους, άνεργους, συνταξιούχους, γυναίκες και μετανάστες, τους αγρότες, τους αυταπασχολούμενους που διαδήλωσαν σήμερα σε όλη τη χώρα και συμμετείχαν μαζικά στις πρωτομαγιάτικες απεργιακές συγκεντρώσεις. Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοινωσή του, «133 χρόνια μετά την αιματοβαμμένη εξέγερση στο Σικάγο, σφίγγουμε την αγωνιστική γροθιά, υψώνουμε τις σημαίες του αγώνα και με οδηγό το φετινό σύνθημα "ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με συνδικάτα των εργατών και όχι των κυβερνήσεων και των εργοδοτών", συνεχίζουμε αταλάντευτα, ταξικά, δυναμικά στο δρόμο του αγώνα, για την ανασύνταξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος. Καλούμε τους εργαζόμενους σε κάθε κλάδο, να μην παγιδευτούν, να μην δώσουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στη ΝΔ και στα υπόλοιπα κόμματα που στηρίζουν το σύστημα της εκμετάλλευσης, να προσπεράσουν τους εκβιασμούς, τις υποσχέσεις και τις νέες απάτες όλων αυτών που με αποκλειστικό συμφέρον την προστασία των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων, επιδιώκουν να ξεγελάσουν τους εργαζόμενους μπροστά στις εκλογές».

«Το σύστημα της εκμετάλλευσης», συνεχίζει, «δεν μπορεί να γίνει πιο ανθρώπινο όπως λένε οι υπερασπιστές του! Η καπιταλιστική ανάπτυξη δε μπορεί να είναι "δίκαιη" και "βιώσιμη", δε μπορεί να ικανοποιήσει τις σύγχρονες διευρυμένες λαϊκές ανάγκες. Σήμερα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς φτώχεια, ανεργία και ιμπεριαλιστικούς πολέμους, χωρίς επεμβάσεις και πραξικοπήματα, χωρίς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ που μόνο δυστυχία έχουν φέρει στους λαούς! Καλούμε όλους τους συναδέλφους να απαντήσουν αγωνιστικά με τη συμμετοχή τους στους διεκδικητικούς αγώνες, με την οργάνωση στα σωματεία τους. Μόνο έτσι θα μπει στο περιθώριο η συνδικαλιστική μαφία στη ΓΣΕΕ, που έχει κάτσει στο σβέρκο των της εργατικής τάξης, που φέρνει μέσα στις γραμμές των συνδικάτων, την εργοδοσία και τους ανθρώπους της».

Και προσθέτει: «Η σημερινή γύμνια τους στις πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα, είναι χαρακτηριστική της πλήρους απαξίωσης, της πραγματικής "στήριξης" που έχουν από τους εργαζόμενους σε κάθε κλάδο και χώρο δουλειάς. Βρίσκονται μακριά από τις ανάγκες και τα προβλήματα της εργατικής τάξης, γι' αυτό και οι εργαζόμενοι τους γυρνούν την πλάτη. Αυτοί που μιλούν ως ηγέτες της εργατικής τάξης, είναι ξεκρέμαστοι χωρίς την κάθε είδους νοθεία, τους μηχανισμούς της εργοδοσίας και των προγραμμάτων απασχόλησης/εξαγοράς, που συνοδεύονται από φαινόμενα διαφθοράς, διασπάθισης εκατομμυρίων ευρώ από κονδύλια. Απευθύνουμε κάλεσμα προς όλους τους εργαζόμενους, τα συνδικάτα και τους συνδικαλιστές που θέλουν να αλλάξει η κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα, να σπάσει το απόστημα της εργοδοσίας και του εργατοπατερισμού. Να σηκώσουν ανάστημα, να κάνουν το βήμα και να περπατήσουμε μαζί τον όμορφο δρόμο του αγώνα, της σύγκρουσης με τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων, της πάλης για τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».




ΑΠΕ

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909. Στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του: "Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο"

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909. Στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του: "Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο"

Τρίτη, 01/05/2018 - 14:05
Σαν σήμερα, Πρωτομαγιά, γεννήθηκε ο κομμουνιστής ποιητής Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990).
Από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, με διεθνή φήμη και ακτινοβολία.
Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Το έργο του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά και πολλά άλλα.

Οι στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του, που ακολουθούν : «Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο».

I

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέ-
      στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
      πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γε-
      νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
      με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη 
      νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε 
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II

Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
      της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
      μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
      τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
      του Aλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
      απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
      λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
      η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας 
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
      καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά
      σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρε΄i το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
      το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρό-
      φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το 
      αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο 
      δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κρι-
      θαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα-
      κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού –
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
      πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και 
      τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυ-
      ρώσει τις δαγκάνες του.

III

Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του μα-
      τιού μας
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας 
      που σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια
      μπρος απ’ τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του
      στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από 
      τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και
      μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βε-
      λονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη 
      φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην
      καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι
      αψύς κει πάνου.

΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλο-
      πάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά
      ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογ-
      γίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα 
      στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξε-
      κολλήσει πάνου απ’ το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι
      αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύ-
      μησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν
      καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιά-
      κουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον
      αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει
      τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα
      μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε
      πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάμαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

IV

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου
      που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρου-
      θούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικά
      στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού
      και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να
      ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη
      σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα
      του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς
      μύριζε το χώμα –
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα 
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – περμένουνε την ώρα, δεν
      κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

V

Kάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε
      στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε
      τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθι-
      νοπώρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο
      στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά με-
      γάλωνε πολύ
κ’ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό
      της σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα
      σάπια πλατανόφυλλα
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
      σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το
      λελέκι του χιονιού;
Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα 
      μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη
      ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ’ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με
      τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας 
      τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
      λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνά
      ή κάτου απ’ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρω-
      τήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή
      μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρούν
      το ψωμί και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρ-
      τούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Kαμένο
      το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’
      άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερό
      στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρε-
      χει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.
Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το 
      δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Tο ξέρεις. Kαλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η
      γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Mέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας
      τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα
      τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.

K’ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
      άντικρυ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της 
      Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού
      στον κόρφο της λιακάδας.
K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την 
      καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

VI

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την
      αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της 
      δίψας
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύ-
      δια μπρος στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο 
      ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και
      τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την 
      αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και
      τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια
      καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει 
      τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρω-
      μένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυ-
      παρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά
      στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι
      μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η
      οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος
      στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.

Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια. 
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν
      το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι,
      δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο με-
      γάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής
      σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε
      βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις
      λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ’ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν
      στην κουβέρτα του ίσκιου –
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό 
      σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο τη ρώγα της γυ-
      ναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας 
      του πατρικού σπιτιού σου.

VII

Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην 
      αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.
Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφή-
      γκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του
      φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμί-
      λητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο
      σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού
      καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της 
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μου-
      ριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρω-
      τοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ’ η κάπαρη.
Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
στρογγυλή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
Kάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιο του
απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Kουρ-
      ντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοί ανά-
      μεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλο-
      καιριάτικα άστρα
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνά-
      ξουμε: αγαπώ.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα
      χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πα-
      τρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατί αυτός έχει γνω-
      ρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το
      θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά
      του Θεού.
Kαι την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια
      στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ τα κάγκελα του μπαλ-
      κονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων
      και των αδελφών του.

Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη (από τα Ποιήματα 1930-1960, B΄, Kέδρος 1961)  – Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού – Νέα Ελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμός. 
ΠΟΣΠΕΡΤ:  Η 1η ΜΑΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΓΙΑ

ΠΟΣΠΕΡΤ: Η 1η ΜΑΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΓΙΑ

Παρασκευή, 27/04/2018 - 17:05


Αγία Παρασκευή, 26/4/2018



Η 1η ΜΑΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΓΙΑ

Οι φωνές των σκοτωμένων απεργών του Σικάγο την πρωτομαγιά του 1886 μαζί με εκείνες των οκτώ συνδικαλιστών τους που λίγες ημέρες μετά εκτελέστηκαν γιατί εκφώνησαν λόγους που «ερέθισαν» το πλήθος, μας λένε να μην ξεχνάμε ότι σήμερα δεν είναι αργία ή αφορμή για εκδρομές και μάζεμα χαμομηλιού, αλλά μέρα απεργίας.

Μέρα που μαζί με τα συνδικάτα, τα σωματεία, τις ομοσπονδίες μας, όλοι μαζί θα βγούμε για να τραγουδήσουμε το «τραγούδι της απεργίας» του Μπρεχτ:

Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε

Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι

Τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή

Και της δουλειάς τη θέση που αύριο θα χάσεις!

Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!

Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!

Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:

Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!



Η ΠΟΣΠΕΡΤ συμμετέχει και καλεί όλους τους εργαζόμενους και την κοινωνία στις συγκεντρώσεις στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα που γίνονται για να τιμήσουμε την απεργία της πρωτομαγιάς.

Από το Σικάγο έως την Καισαριανή και μέχρι το μέλλον…

Από το Σικάγο έως την Καισαριανή και μέχρι το μέλλον…

Δευτέρα, 01/05/2017 - 19:00

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣ:

Από τον Μάη του 1886, στο Σικάγο, την πρώτη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα (Αθήνα – 1893), τον ματωμένο Μάη (Θεσσαλονίκη – 1936), την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή μέχρι και το μέλλον…Γιατί η Ιστορία δεν τελείωσε. Το μέλλον των ανθρώπων δεν είναι καταδικασμένο στη βαρβαρότητα.     


  Γιατί «…η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή / που δεν την αρμενίσαμε ακόμα. / Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα./ Τις πιο όμορφες μέρες,/ τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα…» (Ναζίμ Χικμέτ).

Μια θαυμάσια μέρα…

 «Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα. Ο παγωμένος άνεμος, που συχνά ήταν πολύ διαπεραστικός την άνοιξη, ξαφνικά έπεσε και είχε βγει ο δυνατός ήλιος (…) Γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα. Περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία. Στο Σικάγο 80.000 απεργούσαν για το οχτάωρο, είπε ο Σπάις, δείχνοντας με συγκίνηση, βρίσκονταν εδώ και περίμεναν να αρχίσει η διαδήλωση (…) Τη Δευτέρα η απεργία απλώθηκε…» (Η άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ, Ρ. Ο. Μπόγιερ – Χ. Μ. Μορέ, μετφ: Αθηνά Παναγουλοπούλου, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 152-155).

  Η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας το 1884 είχε αποφασίσει πως εάν οι εργοδότες δεν αποδέχονταν το αίτημα του οκτάωρου θα πραγματοποιούσε πανεργατική απεργία την 1η Μάη του 1886.

  Στις 3 του Μάη, έξι εργάτες δολοφονήθηκαν και 30 τραυματίστηκαν όταν η αστυνομία πυροβόλησε σε μεγάλη συγκέντρωση έξω απ’ το εργοστάσιο «Μακ Κόρμικ», στο Χάρβεστερ. Τα συνδικάτα καλούν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την επόμενη μέρα στην πλατεία Χαϊμάρκετ.

  130 αστυνομικοί με επικεφαλής έναν γνωστό αξιωματικό, διώκτη των εργατών, επιτέθηκαν στη συγκέντρωση. Κάποιος, που έμεινε άγνωστος, πέταξε μια βόμβα. Σκοτώθηκαν 7 αστυνομικοί, 4 εργάτες και πολλοί άλλοι εργάτες τραυματίστηκαν.

  Η αστυνομία συλλαμβάνει εργατικά στελέχη και οκτώ παραπέμπονται σε δίκη. Οι 4 (Α. Σπάις, Α. Φίσερ, Τζ. Ενγκελ, Α. Πάρσον) καταδικάζονται σε απαγχονισμό και τους κρεμάνε στις 11 του Νοέμβρη του 1887.



«Η φωτιά είναι υπόγεια και δε θα μπορέσετε να τη σβήσετε»

  Τα λόγια με τα οποία ο Αύγουστος Σπάις απευθύνθηκε στους κατηγόρους τους παραμένουν ζωντανά:

  «Είναι αυτό που εσείς αποκαλείτε «αύξηση του εθνικού πλούτου»!«Εθνικού»! Τι ειρωνεία! Τη χαρά μερικών προνομιούχων του έθνους να λέτε.

  (…)Όποιος λέει ιδιωτική βιομηχανία, λέει αναρχούμενη βιομηχανία. Μετρημένα άτομα χρησιμοποιούν προς όφελός τους τις εφευρέσεις. Ο κόσμος είναι για τους λίγους. Δεξιά και αριστερά πέφτουν οι όμοιοί τους, θύματα του πλούτου και της καλοζωίας τους. Λίγο τους ενδιαφέρει.
Με τις μηχανές τους μετατρέπουν το ανθρώπινο αίμα σε βώλους χρυσαφιού.


  (…)Εδώ θα ποδοπατήσετε μία μικρή σπίθα, εκεί όμως και πιο πέρα και απέναντι και γύρω μας παντού, θα ξεπεταχτούν οι φλόγες.
Η φωτιά είναι υπόγεια και δε θα μπορέσετε να τη σβήσετε…».


«Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι…»

  «…Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, / μόν’ ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους / κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος…» (Κώστας Βάρναλης – Πρωτομαγιά 1944).



   «Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί./Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας σημαίες -/ η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο. / Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα. / Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες / αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον./ Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς να ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς / μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: αν η ελευθερία / δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, / εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας» (Γιάννης Ρίτσος, «Σκοπευτήριο Καισαριανής»).

  Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευσαν την εντολή:

 «Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τους τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:
1.Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μάη 1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωριών. Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδος».


  Οι «εθελοντές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ταγματασφαλίτες.

  Ο Θέμος Κορνάρος έγραψε: «Ο διοικητής του Χαϊδαρίου (σ.σ. του στρατοπέδου όπου ήταν φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές της Αντίστασης) δεν είχε κανένα δικαίωμα ν’ αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν’ αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα(…) Ο διοικητής απάν’ στη βιάση του φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα (…)Οχι. Οχι εσύ Ναπολέων(…) Το στρατόπεδο αναταράσσεται.

  Ως ετούτη τη στιγμή αιτία της αναταραχής είναι η αγωνία και ο φόβος για τη ζωή του «Παιδιού». Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. Κι όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα και αφουγκράζονται. Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του: Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!…

  Το στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά σαν ηλεχτρισμένο την αποκάλυψη. Την κρυμμένη ψυχή της Ελλάδας που κάνει την παρουσία της. Οι Γερμανοί σαστίζουν, κοιτάζονται και σα νευρόσπαστα χτυπούνε τα τακούνια και στέκονται προσοχή!…».

«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

 Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου». Στην αρραβωνιαστικιά του: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου». Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: «Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».

  Ο εργάτης μεταλλουργός Σάββας Σαββόπουλος: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα, δε χάσαμε την πίστη μας στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης… Καμία δύναμη δε θα τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει. Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

  Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές». Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα».

  Ηταν, έγραψε ο Νίκος Καραντηνός, «μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη. Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα ‘βγαινε στις 5.33΄… Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.

  Ηταν 200 αντιφασίστες. Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές… Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή.
Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. Στο προσκλητήριο του θανάτου. Με την ιαχή της λευτεριάς. Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: Το Σκοπευτήριο.


  (…) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: «Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων».

  (…) Η Μαίρη Παρασκευοπούλουήταν τότε 14 χρόνων. Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. Είδε τα χέρια ψηλά με τ’ άσπρα πουκάμισα. Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».

  Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»:

  «… Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. Αυτό είναι απλή δικαιολογία. Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.

 (…) Η στιγμή είναι κρίσιμη. Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχθείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε μας. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».

Ο ματωμένος Μάης του 1936

 Θεσσαλονίκη 1936. Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας κατεβαίνουν σε απεργία ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης. Στην απεργία πήραν μέρος 40.000 καπνεργάτες. Τις επόμενες μέρες ακολουθούν συγκρούσεις.



 Στις 9 του Μάη οι χωροφύλακες αρχίζουν επιθέσεις στις συγκεντρώσεις των απεργών. Οι αυτοκινητιστές είχαν κατέβει σε απεργία αλληλεγγύης στην Εγνατία. Για να αμυνθούν στήνουν οδοφράγματα.

  Οι χωροφύλακες χτυπάνε «στο ψαχνό». Πρώτος νεκρός ο Τάσος Τούσης.
Ακολουθούν άλλοι τέσσερις. Αντί για σημαίες υψώνονται μαντίλια βουτηγμένα στο αίμα. Οι διαδηλωτές φωνάζουν: «Κάτω οι δολοφόνοι, να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά».




 Λίγο πιο πέρα οι χωροφύλακες πυροβολούν άοπλο πλήθος. «Απολογισμός»: 20 νεκροί, 300 τραυματίες. Το απόγευμα γίνεται νέα διαδήλωση, τη νύχτα η κυβέρνηση Μεταξά στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις από τη Λάρισα και τέσσερα αντιτορπιλικά.

 Την επόμενη μέρα η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός παλλαϊκός ξεσηκωμός. Στο νεκροταφείο συγκεντρώνονται 150.000 άνθρωποι. Στις 11 του Μάη κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 του Μάη πανελλαδική απεργία. Οι καπνέμποροι υποχωρούν στις περισσότερες οικονομικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση Μεταξά αρνείται να ικανοποιήσει τα πολιτικά αιτήματα.




Ο Γιάννης Ρίτσος (γεννήθηκε, σαν σήμερα, την Πρωτομαγιά του 1909), συγκλονισμένος απ’ τα γεγονότα, γράφει τον «Επιτάφιο».
Στις 10 του Μάη ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη συγκλονιστική φωτογραφία, όπου απεικονίζεται μια μάνα να θρηνεί καταμεσής του δρόμου το νεκρό παιδί της. Ο νεκρός είναι ο Τάσος Τούσης.


Η πρώτη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

 Αθήνα 1893. Στις 2 του Μάη του 1893 γιορτάστηκε πρώτη φορά η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Εγκρίθηκε ειδικό ψήφισμα με αιτήματα το 8ωρο, την κυριακάτικη αργία, τη σύνταξη. Επιδόθηκε στη Βουλή αλλά ο πρόεδρός της το παρουσίασε χλευαστικά στους βουλευτές. Ο Καλλέργης, εξοργισμένος, προσπάθησε να το διαβάσει απ’ το δημοσιογραφικό θεωρείο, όπου βρισκόταν. Αμέσως πιάστηκε και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα. Κρατήθηκε και παραπέμφθηκε στο πλημμελειοδικείο, όπου καταδικάστηκε σε 10 μέρες φυλάκιση.

***

 Πηγές: Η άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ, Ρ. Ο. Μπόγιερ – Χ. Μ. Μορέ), μετφ. Αθηνά Παναγουλοπούλου ,εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή – Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα (1890-1999), Δημήτρης Λιβιεράτος, εκδόσεις Προσκήνιο – Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α΄ Τόμος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή – Θέμος Κορνάρος, «Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου», χαρισμένο στη μνήμη του εθνικού ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Νεοελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1963 – «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», εκδόσεις Κέδρος, 1974 – Νίκος Καραντηνός, «Ο λαός της Καισαριανής ξαναθυμάται τους 200», «Ριζοσπάστης», 27 Απριλίου 1980 –  «Ριζοσπάστης».

  Το χαρακτικό για τους 200 της Καισαριανής είναι έργο του Τάσσου.

  Σημείωση: Τηρείται η ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων.




Από imerodromos 1 ΜΑΪΟΥ 2016
Τι ισχύει για την ημέρα της Πρωτομαγιάς

Τι ισχύει για την ημέρα της Πρωτομαγιάς

Κυριακή, 30/04/2017 - 21:00
Η Πρωτομαγιά καθορίστηκε ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας με Υπουργική Απόφαση. Φέτος πέφτει Δευτέρα. Την Πρωτομαγιά απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών και η λειτουργία των επιχειρήσεων, εκτός από αυτές που λειτουργούν νόμιμα κατά τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας όπως π.χ επιχειρήσεις στον τομέα Υγείας, Τουρισμού, Συγκοινωνίας, εργοστάσια συνεχούς λειτουργίας κ.λπ.

Ειδικότερα:

Α)Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο και δεν θα απασχοληθούν κατά την 1η Μαΐου δικαιούνται να λάβουν το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους χωρίς καμία προσαύξηση.
Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο και θα απασχοληθούν κατά την 1η Μαΐου θα λάβουν το συνήθως καταβαλλόμενο ημερομίσθιο και προσαύξηση 75% που θα υπολογιστεί στο νόμιμο ωρομίσθιό τους για όσες ώρες απασχοληθούν.

Β)Σε περίπτωση που αμείβονται με μηνιαίο μισθό, εάν η επιχείρηση λειτουργεί κατά τις Κυριακές και αργίες θα λάβουν μόνο προσαύξηση 75% που υπολογίζεται στο νόμιμο ωρομίσθιό τους για όσες ώρες απασχοληθούν, ενώ αν πρόκειται για επιχείρηση που αργεί και εκτάκτως λειτουργήσει την 1η Μαΐου θα λάβουν επιπλέον της προσαύξησης 75% (επί του νομίμου ωρομισθίου τους) και τόσα ωρομίσθια του καταβαλλόμενου μισθού για όσες ώρες απασχολήθηκαν



ergasianet
Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Δυτικής Αττικής: Όλοι στην Πρωτομαγιάτικη απεργιακή συγκέντρωση πλ. Ηρώων Ελευσίνας 10.00 π.μ.

Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Δυτικής Αττικής: Όλοι στην Πρωτομαγιάτικη απεργιακή συγκέντρωση πλ. Ηρώων Ελευσίνας 10.00 π.μ.

Παρασκευή, 21/04/2017 - 13:00
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ:

Όλοι στην Πρωτομαγιάτικη απεργιακή συγκέντρωση

πλ. Ηρώων Ελευσίνας 10.00 π.μ.





Εργατική Πρωτομαγιά 2017

«Με τους εργαζόμενους όλων των χωρών

για ένα κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, πολέμους, προσφυγιά!»





Συναδέλφισσες, Συνάδελφοι

Τιμάμε την Εργατική Πρωτομαγιά!

Οργανώνουμε την πάλη μας για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών μας!

Είναι σε όλους μας γνωστό ότι η ζωή μας τα τελευταία χρόνια έχει χειροτερέψει. Όλες οι αστικές κυβερνήσεις που πέρασαν με πρόσχημα την κρίση πήραν μέτρα που ωφέλησαν την μεγαλοεργοδοσία, το κεφάλαιο. Για μια ακόμα φορά, ως ορκισμένοι υπηρέτες του κεφαλαίου, φέρνουν νέες αιματηρές ανατροπές στη ζωή μας. Τα νέα μέτρα θα ενισχύσουν τα κέρδη των μονοπωλιακών ομίλων για την καπιταλιστική ανάκαμψη.

Στην ίδια ρώτα με την Κυβέρνηση και οι υπόλοιποι «υπηρέτες» του κεφαλαίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τα υπόλοιπα κόμματα που ψήφισαν το 3ο μνημόνιο. Όλοι μαζί έχουν συμφωνήσει στα νέα μέτρα, στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, μείωση μισθών και μεροκάματων, νέα φοροληστεία με την μείωση του αφορολόγητου, παραπέρα κόψιμο συντάξεων, κα.

Αυτό όμως δεν τους φτάνει! Θέλουν και την ανοχή των εργαζομένων. Το παλεύουν με νύχια και με δόντια, με εκβιασμούς και απειλές.

Έχουμε εμπειρία από την ανάπτυξή τους!

Η ανάπτυξη που επιδιώκουν μετριέται με κριτήρια κατά πόσο εξυπηρετεί την μεγαλοεργοδοσία. Όλα τα παλιά και νέα μέτρα αυτό μαρτυρούν. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του κλάδου μας. Η εταιρεία «ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ» έκλεισε και συνεχίζει κι αναπτύσσει τις επενδύσεις της στην φαρμακοβιομηχανία, επειδή εκεί έχει κέρδος. Για το μέλλον των χιλιάδων εργαζομένων δεν νοιάζεται. Αντίστοιχο είναι το παράδειγμα της «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ».

Η περιβόητη «ανάπτυξη» με την δημιουργία του Θριασίου Πεδίου σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων μόνο για το συμφέρον των εργαζομένων δεν είναι. Εκατοντάδες συνάδελφοι εργάζονται στις αποθήκες για πενιχρά μεροκάματα. Πολλοί στα σκλαβοπάζαρα των εργολάβων για 15 και 18 ευρώ την μέρα και συμβάσεις ακόμα και ημέρας. Πολλοί δουλεύουν «μαύρα». Η εντατικοποίηση έχει αυξηθεί κατακόρυφα με την λογική των εργοδοτών «τόση είναι η νόρμα, τόσα πρέπει να βγαίνουν την μέρα».

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στους εμποροϋπάλληλους. Οι συνάδελφοι εργάζονται με ωράρια λάστιχο, «μαύρα», πληρώνονται έναντι κι άμα έχει δουλειά το μαγαζί. Στο τραπέζι συζητιέται η παραπέρα κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, όπως επιχείρησε να κάνει με πρότασή της η αντιπεριφέρεια, αλλά δεν πέρασε μετά από δυναμικές παρεμβάσεις του σωματείου μας.

Πολλά ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε. Το σίγουρο είναι πως η όποια ανάπτυξη θα θεμελιωθεί πάνω στην άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων, με την καταστολή στους εργατικούς λαϊκούς αγώνες, με την καταλήστευση άλλων λαών, με το μοίρασμα των ενεργειακών πηγών, των αγορών, των δρόμων μεταφοράς, με νέο αιματηρό χάραγμα των συνόρων.

Αυτό το βλέπουμε ξανά να εξελίσσεται ολοζώντανο μπροστά μας. Ολόκληρες περιοχές βρίσκονται μέσα στη φωτιά. Ο πόλεμος στη Συρία στον οποίο μπλέκονται ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ-ΕΕ-Ρωσία,κα) έχει στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, έχει ξεριζώσει εκατομμύρια άλλους και το δράμα των προσφύγων συνεχίζεται με τον εγκλωβισμό τους.

Η ευθύνη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι μεγάλη. Συμβάλει στα παραπάνω με την πολιτικής της σε όφελος των συμφερόντων των ελληνικών μονοπωλιακών ομίλων. Έφερε το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο με πρόσχημα την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών, του παρέχει βάσεις, αεροδρόμια και λιμάνια. Μπλέκει τη χώρα πιο βαθιά σε αιματηρούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.





Δεν θα ματώνουμε για τα κέρδη τους στην ειρήνη!

Δεν θα γίνουμε κρέας για τα κανόνια τους στον πόλεμο!





Καλούμε όλους τους συναδέλφους να απαιτήσουμε:

  • Καμία συμμετοχή, καμία εμπλοκή της Ελλάδας στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που εξελίσσονται και σε αυτές που ετοιμάζονται. Να γυρίσουν πίσω πλοία, αεροπλάνα, στρατιωτικές αποστολές. Κανένας φαντάρος έξω από τα σύνορα.

  • Όχι δαπάνες πολεμικές για το ΝΑΤΟ, αλλά για τις ανάγκες της εργατικής – λαϊκής οικογένειας. Έξω το ΝΑΤΟ από το Αιγαίο.

  • Όχι στην αλλαγή των συνόρων και των συνθηκών που τα κατοχυρώνουν.

  • Όχι στο μίσος των εθνικιστών. Αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και στους μετανάστες. Απομόνωση σε όλους τους εργασιακούς χώρους της ναζιστικής εγκληματικής Χρυσής Αυγής.

  • Να κλείσει η βάση της Σούδας.

  • Έξω η Ελλάδα από ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Τιμάμε, συνεχίζουμε τους αγώνες του κινήματός μας.

Βαδίζουμε τον ίδιο δρόμο που χαράχτηκε από το Σικάγο του 1886, τη Θεσσαλονίκη του 1936, από τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές στην Καισαριανή, από τις χιλιάδες επώνυμους και ανώνυμους αγωνιστές μέχρι τις μέρες μας!





Ζήτω η Εργατική Πρωτομαγιά!

Όλοι στην Πρωτομαγιάτικη απεργιακή συγκέντρωση

πλ. Ηρώων Ελευσίνας 10.00 π.μ.


Σελίδα 1 από 5