Εμφάνιση άρθρων βάσει ετικέτας: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ - ERT Open
Σαν σήμερα, 10 Απριλίου 1826 οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου πραγματοποιούν την ηρωική έξοδο.

Σαν σήμερα, 10 Απριλίου 1826 οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου πραγματοποιούν την ηρωική έξοδο.

Παρασκευή, 10/04/2020 - 18:01
Σαν σήμερα, 10 Απριλίου 1826 οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου πραγματοποιούν την ηρωική έξοδο.

Έξοδος του Μεσολογγίου ή κατά ορισμένους συγγραφείς Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου αναφέρεται στην έξοδο που πραγματοποίησαν οι πολιορκημένοι στρατιώτες και άμαχοι του Μεσολογγίου, όταν οι δυνατότητες συνέχισης της άμυνας απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν χαθεί, λόγω εξάντλησης των τροφίμων

Το γεγονός συνέβη την νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. 
--------------------------------

Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γω στο χέρι;
Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

(Απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους
του Διονύσιου Σολωμού)

Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα και τη νικηφόρα πορεία της επανάστασης στην Ελλάδα, ο κίνδυνος να χαθούν εδάφη για την Οθωμανική αυτοκρατορία, να δημιουργηθεί ανεξάρτητο κράτος στα δυτικά και να πάρει φωτιά ολόκληρη η Βαλκανική είναι πλέον ορατός για τον Σουλτάνο. Τον Μάρτη του 1823 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ ζητά από τον ημιαυτόνομο πασά της Αιγύπτου, τον Μοχάμετ Αλι, να αναλάβει την καταστολή της ελληνικής επανάστασης με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κρήτης και το πασαλίκι της Συρίας.

 

Στην αρχή ο Μαχμούτ ζητά από τον Μοχάμετ Αλι να καταστείλει την κρητική εξέγερση. Την άνοιξη του 1823 μια μοίρα του αιγυπτιακού στόλου και μερικά συντάγματα αποβιβάζονται στα Χανιά. Γρήγορα καταστέλλουν την εξέγερση και αμέσως ανταμείβεται με το πασαλίκι της Κρήτης και της Κύπρου.

Στις 16 Γενάρη 1824 ένα φιρμάνι του σουλτάνου αποκαλεί τον Μοχάμετ Αλι «εξολοθρευτή των Απίστων» και του αναθέτει να «ειρηνεύσει» την Ελλάδα για λογαριασμό της Πύλης.

Ο πασάς της Αιγύπτου, σε αντίθεση με την Πύλη, διαθέτει σύγχρονο στρατό εκπαιδευμένο και οργανωμένο στα ευρωπαϊκά πρότυπα, με πολλούς Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς να υπηρετούν στο στρατό και το ναυτικό του. Ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση της μοναρχίας στη Γαλλία, καταδιωκόμενοι, κυρίως , καρμπονάροι και αντιμοναρχικοί επαναστάτες βρήκαν καταφύγιο στον Αίγυπτο.

Στις 17 Ιούλη 1824, ο Ιμπραήμ, θετός γιός του Μοχάμετ Αλι, με επιτελάρχη τον Γάλλο συνταγματάρχη Σεβ, ο οποίος ονομάζεται πλέον Σουλεϊμάν πασάς, αποπλέει από την Αλεξάνδρεια με 51 πολεμικά πλοία, εκατόν σαράντα έξι μεταγωγικά, 18.000 άνδρες (24 τάγματα πεζικού – 10 πυροβολαρχίες) και 800 άλογα (15 ίλες ιππικού). Μετά από επιχειρήσεις, σε συντονισμό με τον τουρκικό στόλο, στα νησιά του Αιγαίου, Κάσος, Ψαρά, Κρήτη κλπ, αποβιβάζεται στις 12 Φλεβάρη 1825, στη Μεθώνη. Η επιχείρηση κατάληψης της Πελοποννήσου είχε αρχίσει.

Τραγική ειρωνεία είναι ότι στρατευμένοι κάτω από τις σημαίες της πιο σκοτεινής μοναρχίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιμοναρχικοί δημοκρατικοί αξιωματικοί και στρατιώτες, ρίχτηκαν στη μάχη για να καταπνίξουν τη τελευταία εστία που είχε απομείνει από την φωτιά που είχε ανάψει ο διαφωτισμός στην Ευρώπη.

Το τουρκοαιγυπτιακό σχέδιο για να πετύχει, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Μοριά, απαιτούσε την οργάνωση επιδρομών και επιθέσεων στη Ρούμελη στις πόλεις και περιοχές που κατείχαν οι επαναστατημένοι Ελληνες. Βασικοί στόχοι η Αθήνα, ανατολικά, και το Μεσολόγγι δυτικά.

Το Μεσολόγγι βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων από την κήρυξη της επανάστασής του, στις 20 Μάη 1821. Πρώτη φορά το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε για δυο μήνες, τον Νοέμβρη του 1822, όταν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Ρεσίτ Μεχμέτ, γνωστός ως Κιουταχής, επιτέθηκαν στη πόλη και την πολιόρκησαν μέχρι που αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι στις 31 Δεκέμβρη 1822.

Στις 15 Απρίλη 1825 ο Κιουταχής Ξεκινάει από τα Γιάννενα με 20.000 Αρβανίτες και στις 17 Απρίλη κύκλωσε το Μεσολόγγι. Η πολιορκία είχε ξεκινήσει.

Από τη στεριά το Μεσολόγγι προστατευόταν από ένα χωματότοιχο και από τέσσερις προμαχώνες. Οι Μεσολογγίτες, μετά την πρώτη πολιορκία, με την καθοδήγηση του μηχανικού Κοκκίνη, είχαν ενισχύσει καλά τα αμυντικά χαρακώματα. Πίσω από την τάφρο και το χαράκωμα της πρώτης γραμμής, άνοιξαν μια δεύτερη τάφρο κι ακόμα ένα χαράκωμα.  Επίσης ήταν οχυρωμένα και τα νησάκια της λιμνοθάλασσας που σχηματίζεται μπροστά από την πόλη.

Υπήρχαν και 48 κανόνια στο κάστρο, 2 όλμοι, 2 βομβιβόλοι και 4.000 πολεμιστές που ενισχύονταν από τους πολίτες. Υπήρχαν ακόμα και 12.000 γυναικόπαιδα μέσα στο Μεσολόγγι.

Ο Κιουταχής ξεκίνησε μαζικές επιθέσεις και βομβαρδισμούς, επιχείρησε και στενό αποκλεισμό από τη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Μιαούλης με τον ελληνικό στόλο μπόρεσε αρκετές φορές και έσπασε τον αποκλεισμό και τροφοδότησε τους ηρωικούς υπερασπιστές του Μεσολογγίου με τρόφιμα και πυρομαχικά. Οι πολιορκούμενοι κατάφεραν και οργάνωσαν αντεπιθέσεις , όπως εκείνη στις 24 Ιούλη 1825, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της ανατολικής Ρούμελης – κυρίως με τον Καραϊσκάκη – βγήκαν από το κάστρο και χτύπησαν το τουρκικό στρατόπεδο, ενώ ο Καραϊσκάκης χτυπούσε από την έξω μεριά αναγκάζοντας τον Κιουταχή που έχασε πολύ στρατό να τραβηχτεί στο διάσελλο του Ζυγού και να περάσει στην άμυνα.

Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ που πήρε νέες ενισχύσεις και νέες υποσχέσεις από τον Σουλτάνο, περνά από το Ρίο στη Στερεά με 10.000 στρατό. Ετσι από τις 25 Δεκέμβρη ενώνεται με το στρατό του Κιουταχή και ξαναρχίζουν οι επιθέσεις.

Η πείνα

Από τις αρχές του 1826 η άμυνα των Μεσολογγιτών άρχισε να κλονίζεται. Ο αποκλεισμός εντάθηκε, η πείνα άρχισε να γίνεται πιεστική. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, οι τραυματίες έμεναν δίχως φάρμακα. Στις 7 Γενάρη ο Ανδρέας Μιαούλης έσπασε τον αποκλεισμό κι έφερε τρόφιμα, πυρομαχικά και φάρμακα. Τον ξανάσπασε μερικές φορές ακόμα μέχρι τα μέσα του Γενάρη.

Στις 25 Φλεβάρη πέφτει στα χέρια των πολιορκητών το νησάκι Βασιλάδι. Η πείνα έγινε αφόρητη, άρχισε να θερίζει του πολιορκημένους.

 Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει:

«Από τα μέσα του Φλεβάρη σε πολλά σπίτια έλειψε το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβαρένα τη λέγανε, που γιατροπόρευε τον άρρωστο αδερφό μου Μήτρο, τέλειωσε την τροφή της και μυστικά, μαζί με δυο άλλε φαμελιές, σφάξανε ένα γαϊδουράκι και το φάγανε. Τους πέτυχα την ώρα που το τρώγανε. Τους ρώτησα που βρήκατε το κρέας και τρόμαξε η ψυχή μου άμα άκουσα πως είτανε γαϊδούρι,

Μια συντροφιά αγωνιστές από τα Κράβαρα είχανε ένα σκύλο και κρυφά τονε σφάξανε και τον μαγείρεψαν. Μαθεύτηκε κι αυτό.

Μέρα τη μέρα αβγάτιζε η πείνα κ’ έπεσε η πρόληψη να μην τρώνε ακάθαρτα κι άρχισαν πια ολοφάνερα να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, ακόμα και να τα πουλάνε μια λίρα την οκά – και ποιος να πρωτοπάρει! Τρεις μέρες περάσανε και πάνε κι αυτά τα ζά.»

Ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» περιγράφει:

«Ο συνεργάτης  του Κου Γ. Μεσθενέα, τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν και έβαλεν τον ψυχογιόν του Στουρνάρη και εσκότωσεν άλλην μία. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους και εις ολίγας ημέρας γάτα δεν έμεινεν. Ο Αγιομαυρίτης ιατρός εμαγείρευσεν τον σκύλον του… Οι στρατιώτες  πλέον αυθαδίασαν και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάτα εύρισκαν εις τον δρόμον. Αλογα δεν είχαν μείνει… Αρχίσαμε, περί τας 15 Μαρτίου ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θάλασσας, το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα… Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν…»

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

Η έξοδος

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πολιορκημένοι απελπίστηκαν. Οι παπάδες δεν άδειαζαν να πηγαινοέρχονται στα νεκροταφεία και οι νεκροθάφτες να σκάβουν.

Στις 31 Μάρτη, σε μυστική σύσκεψη, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν την έξοδο. Την αυγή, στις 9 Απρίλη, μαζεύτηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες και να βρουν τρόπο να ειδοποιήσουν τον κόσμο χωρίς να τους πάρουν είδηση οι εχθροί. Στη σύσκεψη πήραν μέρος οι ανώτεροι αξιωματικοί, τα κεφάλια του τόπου και ο αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ.

Υστερα από μια ώρα διαβουλεύσεων αποφάσισαν:  

να σκοτώσουν καθένα που είτε από δειλία είτε από φιλοζωία θα μπορούσε να τους προδώσει

να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους, Τούρκους και χριστιανούς και όποιον είχε ο καθένας κοντά του και τον υποψιαζόταν.

Οι αποφάσεις εκτελέστηκαν αμέσως. Υστερα συζήτησαν για τις οικογένειές τους και τα μικρά παιδιά που σίγουρα θα κλαίγανε την ώρα της εξόδου και θα έβαζαν σε κίνδυνο όλη την επιχείρηση. Ομόφωνα πήραν την σκληρή απόφαση:

«Αποφάσισαν όλοι να σκοτώσουμε όλες τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά, δίχως να χαριστούμε σε κανέναν, για να μη φανερωθούμε από τις φωνές τους και δε μείνει ούτε ψυχή ζωντανός, κι ούτε, έτσι, να πέσουν σκλάβοι στα χέρια του εχθρού. Μα όπως θα λιγοψυχούσε κάθε πατέρας κι αδερφός, συμφώνησαν να σφάξει ο ένας τ’ αλλουνού τη φαμελιά».

 Τότε σηκώθηκε συγκινημένος ο Αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ και είπε:

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον να θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάρα του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων – και το αίμα των αθώων να πέσει στα κεφάλια σας!»

Με τις κατάρες και τα λόγια του το ξανασκέφτηκαν και αποφάσισαν να ποτίσουν αφιόνι τα μικρά παιδιά ώστε να ζαλιστούν και να κοιμηθούν βαριά.

Για τους πολύ γέροντες, του πληγωμένους και τους αρρώστους, 600 περίπου άτομα, αποφάσισαν να παραμείνουν στην πόλη, να οχυρωθούν στα πιο γερά σπίτια και να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους, αφού δεν είχαν καμιά πιθανότητα να επιζήσουν.

Η έξοδος ορίστηκε για το βράδυ του Σαββάτου προς Κυριακή των Βαΐων, 10 Απρίλη 1826, δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου. 3.000 περίπου μαχητές και 6.000 γυναικόπαιδα χωρισμένοι σε τρία σώματα με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτρη Μακρή βγήκαν από το κάστρο. Τους ακολουθούσαν οι γυναίκες που φόρεσαν αντρικά ρούχα και κρατούσαν το όπλο στο χέρι, μαζί με τα παιδιά και τους γέροντες.

Ξεχύθηκαν οι απελπισμένοι ελεύθεροι πολιορκημένοι να περάσουν μέσα από τις τουρκοαιγυπτιακές γραμμές. Θερίστηκαν αλλά και σκόρπισαν το θάνατο ανοίγοντας δρόμο με τα σπαθιά τους. Μια κολώνα από τις τρεις, εκείνη με τα περισσότερα γυναικόπαιδα, δεν τα κατάφερε. Κάποιος φώναξε «Πίσω! Πίσω!» δημιουργήθηκε σύγχυση, έσπασε το σώμα στα δυο και οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στη πόλη.

Από τους 3.000 μαχητές, 1.700 έπεσαν νεκροί. Μόλις 1.300 σώθηκαν. Από τους αμάχους, 5.000 σκοτώθηκαν μέσα στη νύχτα. Πέρασαν μόνο 13 γυναίκες μαζί με 3 – 4 παιδιά.

Άλλα 6.000 γυναικόπαιδα στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης και της Αλεξάνδρειας.

Οι Τούρκοι μπήκαν στο Μεσολόγγι. Οδομαχίες και πόλεμος σπίτι με σπίτι. Οι πολιορκημένοι έβαζαν φωτιά στο μπαρούτι, όταν δεν μπορούν ν’ αμυνθούν άλλο. Σκοτώνονταν, παίρνοντας μαζί τους όσους περισσότερους από τους εχθρούς μπορούσαν.

Η θυσία του Καψάλη, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

Ο Χρίστος Καψάλης, πρόκριτος και μπαρουτοκαπνισμένος μαχητής και στις δυο πολιορκίες, οχυρώθηκε στο σπίτι που είχε μετατρέψει σε μπαρουταποθήκη. Πολέμησε παλικαρίσια αλλά οι Τούρκοι ήταν αμέτρητοι.  Όταν τελικά μπήκαν μέσα, οι κλεισμένοι καταλαβαίνουν πως έφτασε η ύστατη στιγμή. Ο Καψάλης με αναμμένο δαδί πλησιάζει τα μπαρουτοβάρελα, βάζει φωτιά κι ανατινάχτηκε στον αέρα, παίρνοντας μαζί του κι όσους από τους εχθρούς είχαν πλησιάσει.

Το πρωί, κάθε αντίσταση είχε καμφθεί. Το Μεσολόγγι είχε πέσει. Ύψωσαν την τουρκική σημαία στις 11 Απρίλη του 1826.

Σαν ξημέρωσε η 13 του Απρίλη είκοσι σπίτια μείνανε όλα κι όλα όρθια στο Μεσολόγγι. Στις πλατείες στα χαντάκια, στα στενοσόκακα χιλιάδες οι σκοτωμένοι και στη λιμνοθάλασσα πλέουν αμέτρητα κουφάρια.

Ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ βγάζουν το τελευταίο τους μπουγιουρντί: να μαζευτούν όλα τα κουφάρια, να σκαφτούν οι τάφοι, να ξεθάψουν τους νεκρούς, να κάνουν σωρούς για να τα κάψουν. Προηγουμένως όμως βάζουν ανθρώπους να κόβουν και να μαζεύουν τα αφτιά των νεκρών, τα αρμαθιάζουν και τα παστώνουν με αλάτι μέσα σε βαρέλια για να στείλουν πεσκέσι στον Σουλτάνο κι απόδειξη για το πόσο μεγάλη ήταν η εξολόθρευση των γκιαούρηδων που πήγαν να χαλάσουν το δοβλέτι. Μάζεψαν έτσι τρεις χιλιάδες ζευγάρια αυτιά.

Μπαίνουν τέλος στο Μεσολόγγι ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ, συνοδευόμενοι από τους ξένους αξιωματικούς και από τους Πρόξενους στην Πάτρα της Αγγλίας, ο Φίλιπ Τζέιμ Γκρην, και της Αυστρίας, ο αβάς Δον Μικαρέλι, που έτρεξαν, μόλις μάθανε ότι έπεσε το Μεσολόγγι, να συγχαρούν τους πασάδες.

«Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγίου», σημειώνει ο Φωτιάδης. «Μήτε τα τόσα ασκέρια, μήτε οι τόσες αρμάδες, μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων, μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα, που κανείς αντρειωμένος δεν τη νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι».

Η νίκη αυτή στο Μεσολόγγι και η κατάληψη της Αθήνας που ακολούθησε, έμοιασε να σημαίνει το τέλος της εξέγερσης. Αντίθετα όμως αυτή η σφαγή ταρακούνησε τους λαούς του κόσμου και σήμανε την αρχή της τελικής επικράτησης της Ελληνικής Επανάστασης.

Το ηρωικό Μεσολόγγι έμεινε κάτω από την τουρκική κυριαρχία για τρία ακόμη χρόνια. Στις, 2 Μάη του 1829 υπογράφεται συνθήκη με την οποία η πόλη παραδόθηκε στο νέο ελληνικό κράτος. Από τις 10 Μάη 1829 οι Μεσολογγίτες επιστρέφουν στην έρημη πόλη.  Τα ιερά του χώματα, ελεύθερα πια, ξαναγεμίζουν ζωή.


ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ 10 Απρίλη 2019

ΠΗΓΕΣ:

— Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορια της Ελλάδας» τόμος Χ, Εκδόσεις 20ος αιώνας.
 –Δημήτρη Φωτιάδη, «Το Μεσολόγγι», Εκδόσεις Δωρικός.
 – Νικολάου Κασομούλη, «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 – 1833», Χορηγία Παγκείου Επιτροπ0ής, Αθήναι 1941
— Ζιλμπέρ Σινουέ, «Μοχάμετ Αλι – ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου», εκδόσεις Ψυχογιός




ΠΗΓΗ: wikipedia - imerodromos

Επανάσταση του 1821: Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων

Επανάσταση του 1821: Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων

Δευτέρα, 25/03/2019 - 15:00

Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.

 

Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).

Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.

Τί γιορτάζουμε 25 Μαρτιου (Διπλή Γιορτή)

Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.

Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες.

Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.

Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα. Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία.

Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας.

Ήρωες του 1821: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ήρωες του 1821: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
O Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά». Γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας.

Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές. Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του.

Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

 

Ήρωες του 1821: Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα). Γεννήθηκε το 1780 στο Μαυρομάτι Καρδίτσας και ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του τον εγκατέλειψε μη αντέχοντας τον διασυρμό μιας παράνομης σχέσης και πέθανε όταν ήταν οκτώ ετών. Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς» κληρονόμησε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την παροιμιώδη βωμολοχία του.

Στα 15 του ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εγκαταλείπει τους θετούς του γονείς και σχηματίζει κλέφτικη ομάδα από συνομηλίκους του. Τρία χρόνια αργότερα πέφτει στα χέρια του Αλή Πασά, ο οποίος εκτιμώντας τον ισχυρό του χαρακτήρα τον προσλαμβάνει στη σωματοφυλακή του. Στην Αυλή των Ιωαννίνων όχι μόνο έμαθε τη στρατιωτική τέχνη, αλλά και στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση.

 

Ήρωες του 1821: Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ήρωες του 1821: Οδυσσέας ΑνδρούτσοςΑπό τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης του ‘21.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έπεσε θύμα των εμφύλιων διαμαχών κατά τη διάρκεια του Αγώνα και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν ο μονάκριβος γιος του ξακουστού αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Στο νησί του Οδυσσέα είχε καταφύγει η μητέρα του για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων, επειδή ο πατέρας του είχε ακολουθήσει τον θαλασσομάχο Λάμπρο Κατσώνη στις ανά το Αιγαίο περιπέτειές του. Εκεί βαφτίστηκε το 1792 από τη γυναίκα του Κατσώνη, Μαρουδιά, που για τον ίδιο λόγο είχε ζητήσει κι αυτή άσυλο στο νησί.

Προς τιμή του ομηρικού ήρωα, του δόθηκε το όνομα Οδυσσέας. Ο ίδιος, όμως, πατρίδα του θεωρούσε την πατρίδα του πατέρα του, τις Λιβανάτες της Λοκρίδας. Όταν ο Αλή Πασάς έμαθε πως ο φίλος του καπετάν Ανδρούτσος, που εν τω μεταξύ είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους το 1797, άφησε γιο, τον πήρε κοντά του στην αυλή του στα Γιάννενα, που αποτελούσε τότε σπουδαίο στρατιωτικό σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν αρκετοί Έλληνες αγωνιστές του '21. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο μικρός Οδυσσέας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και να μιλάει ιταλικά και αρβανίτικα. Η σωματική του δύναμη ήταν παροιμιώδης και διηγούνται αναρίθμητα κατορθώματά του. Κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι «επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος».

 

Ήρωες του 1821: Παπαφλέσσας

Κληρικός, από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του ‘21.

Ο Γεώργιος Δικαίος Φλέσσας, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε το 1786 ή το 1788 στην Πολιανή Μεσσηνίας. Ο Παπαφλέσσας φοίτησε στην ονομαστή Σχολή της Δημητσάνας και το 1816 εκάρη μοναχός στο μοναστήρι της Βαλανιδιάς στην Καλαμάτα κι έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Ζωηρός και εριστικός ως χαρακτήρας, γρήγορα ήλθε σε ρήξη με τον ηγούμενό του και πήγε να μονάσει στο μοναστήρι της Ρεκίτσας, μεταξύ Μυστρά και Λεονταρίου.

Στις αρχές του 1818 μάλωσε μ’ ένα Τούρκο αγά της περιοχής για κάποια διαφιλονικούμενα κτήματα και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο προτού εγκαταλείψει την Πελοπόννησο κι ενώ καταδιώκετο από Τούρκους οπλοφόρους, φέρεται να τους είπε: «Άιντε ρε και πού θα μου πάτε! Θα ξαναγυρίσω πάλι ή δεσπότης ή πασάς και τότε θα λογαριαστούμε!» .Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος τον κατήχησε και τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία στις 21 Ιουνίου του 1818 με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Την ίδια περίοδο έγινε αρχιμανδρίτης από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε'. Από τη στιγμή που έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο Παπαφλέσσας αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση του εθνικού ξεσηκωμού.

 

Ήρωες του 1821: Αθανάσιος Διάκος

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας. Γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.

Ο πατέρας του μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του. Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά και τότε ήταν που έλαβε το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία.

Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά.

 

Ήρωες του 1821: Μπουμπουλίνα

Ήρωες του 1821: Μπουμπουλίνα

Μια από τις δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης. Η άλλη είναι η Μαντώ Μαυρογένους.

Η Μπουμπουλίνα ήταν κόρη του Υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και γεννήθηκε το 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα και στα 26 της έμεινε χήρα με τρία παιδιά.

Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημήτριο Μπούμπουλη και έγινε έκτοτε γνωστή ως Μπουμπουλίνα (η γυναίκα του Μπούμπουλη). Έχασε και τον δεύτερό της σύζυγο με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Την περιουσία του θανόντος συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, την επένδυσε αποκτώντας μερίδια σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία.

Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντηκοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά.

 

Ήρωες του 1821: Μαντώ Μαυρογένους

Εξέχουσα μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, μία από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα.

Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση της αντλούνται κυρίως από ξένους συγγραφείς, τους οποίους φαίνεται ότι είχε σαγηνεύσει με την προσωπικότητα και την ομορφιά της και όχι από τους συγχρόνούς της Έλληνες ιστορικούς και απομνηματογράφους, που αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον Αγώνα.

Η Μαντώ (Μαγδαληνή το βαπτιστικό της όνομα) Μαυρογένους γεννήθηκε το 1796 ή το 1797 στην Τεργέστη, όπου ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, γόνος της ονομαστής φαναριώτικης οικογένειας των Μαυρογένηδων με καταγωγή από τις Κυκλάδες, ασχολείτο με το εμπόριο. Η μητέρα της Ζαχαράτη Χατζή Μπατή, γεννημένη στη Μύκονο, αλλά με καταγωγή από τη Σπάρτη, ήταν πολύγλωσση και κρατούσε τα κατάστιχα των εμπορικών δραστηριοτήτων του άνδρα της. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλέλληνα στρατιωτικό και συγγραφέα Μαξίμ Ρεμπό , η Μαντώ γνώριζε γαλλικά και ιταλικά.
Ήταν προικισμένη μ’ ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά «όταν μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα». Με την έναρξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους από την Τήνο, όπου διέμενε μετά τον θάνατο του πατέρα της, έσπευσε στη Μύκονο και πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων του νησιού.



πηγή Σαν Σήμερα

Ελάχιστες οι κινηματογραφικές παραγωγές με θέμα την επανάσταση του 1821

Ελάχιστες οι κινηματογραφικές παραγωγές με θέμα την επανάσταση του 1821

Κυριακή, 24/03/2019 - 21:00
Η επανάσταση του '21 απέτυχε στον κινηματογράφο



Η επανάσταση του 1821, ένα γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, που γοήτευσε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη, κανονικά θα έπρεπε να είναι μία ιστορία ανεξάντλητης έμπνευσης για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Αντιθέτως, όμως, οι κινηματογραφικές παραγωγές, με θέμα το '21, πρέπει να θεωρούνται ελάχιστες, καμιά δεκαριά και οι περισσότερες πλέον θεωρούνται «καλτ», για να αποφευχθούν οι χαρακτηρισμοί που τους αξίζουν...

Χωρίς υπερβολή, εκτός απ' ορισμένες εξαιρέσεις, ήταν ταινίες ιδιαίτερα χαμηλής ποιότητας, με κακογραμμένο σενάριο σχεδόν πάντα, παραγωγές που έδειχναν τη φτώχεια τους και την προχειρότητά τους, τις περισσότερες φορές προπαγανδιστικές, με ηρωικές φανφάρες, που έφταναν στο γκροτέσκο, παρουσιάζοντας Έλληνες και Τούρκους μονοδιάστατα, σχεδόν γραφικά και φυσικά μακριά από την ιστορική αλήθεια, αν και αυτό όταν πρόκειται για κινηματογράφο είναι το μικρότερο ελάττωμα - δείτε και το πλήθος των αμερικανικών ταινιών για τους ινδιάνους ή τον αμερικανικό εμφύλιο.

 

Και όμως η επανάσταση του '21 θα μπορούσε να είναι μια σπουδαία ευκαιρία για αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσες ταινίες, καθώς εκτός από τον πλούτο των γεγονότων, έχουμε σπάνιου ενδιαφέροντος χαρακτήρες, σύνθετες προσωπικότητες, που υπήρχαν κυρίως στην ελληνική πλευρά, αλλά και από την τουρκική. Επίσης, υπάρχουν πολυεπίπεδα κοινωνικά και προσωπικά ζητήματα που θα μπορούσαν να αναδείξουν το χαρακτήρα, τις χάρες και τα ελαττώματα της φυλής, τις παθογένειες της χώρας, αλλά και αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει...»

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε, επίσης, ότι υπάρχουν μορφές του Αγώνα, όπως ο Γιώργος Καραϊσκάκης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μακρυγιάννης κα, που είναι εξαφανισμένες από τις ταινίες του είδους, λες και θα ενοχλούσαν ένα σύστημα αξιών, αλλά και θα χάλαγαν τις προτεραιότητες ή το αστικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκονταν οι παραγωγοί της εποχής.

Υπάρχει βεβαίως ακόμη ένα πρόβλημα, καθώς οι περισσότερες ταινίες γυρίστηκαν στην παρακμή του λεγόμενου εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου και μάλιστα όταν έκαναν κουμάντο στα πλατό οι συνταγματάρχες και τα σενάρια τα εξέταζαν οι κολαούζοι των χουντικών, πολλές φορές και οι λοχίες που εμπνέονταν από τα κηρύγματα μίσους των επιφανών εκπροσώπων της δικτατορίας.

Ωστόσο, υπάρχουν και δικαιολογίες. Βάσιμες. Όπως ότι η παραγωγή μίας ιστορικής ταινίας και ειδικά της εποχής της επανάστασης απαιτούσε πολλά χρήματα. Χρειάζονταν εκατοντάδες κομπάρσοι (αυτό λόγω χούντας δεν ήταν και τόσο πρόβλημα, αφού υπήρχαν «πρόθυμα» φανταράκια), άλογα, όπλα, γιαταγάνια, κοστούμια, εκπαίδευση των ηθοποιών για τις μάχες της εποχής (δεν πεθαίνουμε από εχθρικό βόλι ...πλονζάροντας) πολλά εξωτερικά γυρίσματα και άλλα πολλά και δαπανηρά.

 

Τέλος πάντων, αυτές τις ταινίες έχουμε, αυτές θα δούμε παρακάτω, αν και μπορούμε πάντα να ελπίζουμε ότι μπορεί να γυριστεί στο μέλλον μια αξιοπρεπής, αν μη τι άλλο, ιστορική ταινία για το '21. Πάντως, εδώ και δεκαετίες, κάθε 25 Μαρτίου βλέπουμε από τα κανάλια το πολύ τέσσερις πέντε ταινίες, πάντα τις ίδιες, όπως τον «Παπαφλέσσα», τους «Σουλιώτες», τη «Μαντώ Μαυρογένους».

Έτσι, με αφορμή τον επικείμενο εορτασμό της εθνικής εορτής, 198 χρόνια από την επανάσταση, ας θυμηθούμε όλες τις ταινίες που γυρίστηκαν για την ιστορική αυτή εποχή, ποιοι ήταν οι συντελεστές τους πίσω και μπροστά από την κάμερα, αλλά και να επιχειρήσουμε μία συνοπτική και πραγματικά καλοπροαίρετη κριτική επισκόπησή τους.

«Ζάλογγο, το Κάστρο της Λευτεριάς»

Από τις πρώτες, μπορεί και η πρώτη ταινία για το '21 και ίσως από τις πλέον αξιοπρεπείς παραγωγές παρά τις δυσκολίες της εποχής, καθώς η ταινία γυρίστηκε το 1958. Σκηνοθέτης της ήταν ο Στέλιος Τατασόπουλος, ένας από τους πρωτομάστορες του ελληνικού σινεμά, που προσπάθησε να φέρει το νεορεαλισμό στη χώρα μας, γύρισε πολλά μελοδράματα και σίγουρα δεν του δόθηκαν οι ευκαιρίες που άξιζε. Η παραγωγή ήταν της «ΑΝΖΕΡΒΟΣ», μίας εταιρίας που έκανε μερικές από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες, ενώ το σενάριο ήταν του Θ. Τέμπου και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Το θέμα της καταπιάνεται με την ηρωική μάχη των Σουλιωτών εναντίον του Αλή Πασά με αρχηγό τον Φώτο Τζαβέλλα και τον Κόγκα Δράκο. Μετά την προδοσία του Πήλιου Γούση, το Σούλι καταλαμβάνεται από τους Τουρκαλβανούς και οι Σουλιώτισσες για να μην πέσουν στα χέρια τους ρίχνονται στο γκρεμό του Ζαλόγγου με τα μωρά τους, ενώ ο καλόγερος Σαμουήλ ανατινάζει το Κούγκι. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Τζαβάλας Καρούσος, Ανδρέας Ζησιμάτος, Νίνα Σγουρίδου, Βύρων Πάλλης, Δήμος Σταρένιος, Γιάννης Σπαρίδης, Νίκος Φέρμας, κα.

 
 
 
 

«Μπουμπουλίνα»

Την ίδια περίπου εποχή, ο Κώστας Ανδρίτσος γυρίζει την «Μπουμπουλίνα», μία σχετικά ευπρόσωπη παραγωγή, στην οποία κυριαρχεί η μορφή της Ειρήνης Παππά (Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα), η οποία στέκει αγέρωχη με τη μεσογειακή της εμφάνιση, δίνοντας έναν άλλο αέρα στην ταινία. Από κοντά ο πολύ καλός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στο ρόλο του κακού, ενώ εμφανίζονται και οι Ανδρέας Μπάρκουλης, Μιράντα Μυράτ, Χριστόφορος Νέζερ, Γκίκας Μπινιάρης, Γεωργία Βασιλειάδου.

«Η Λίμνη των Στεναγμών»

Ακόμη μία ταινία με την Ειρήνη Παππά, την οποία γύρισε το 1959 ο Γρηγόρης Γρηγορίου και αποτελεί ακόμη μία παραγωγή που ξεφεύγει από τη γενική εικόνα των ταινιών του είδους. Εκτός από την ελκυστική και πάντα γοητευτική Παππά, πρωταγωνιστούν και οι Ανδρέας Μπάρκουλης, στο ρόλο του Μουχτάρ, γιο του Αλή Πασά, τον οποίο ερμηνεύει ο επιβλητικός Τζαβάλας Καρούσος. Επίσης, παίζουν οι Ελένη Ζαφειρίου, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Ανδρέας Ζησιμάτος κα. Η ταινία στέκεται περισσότερο στον έρωτα της Ελληνίδας καλλονής και του Τούρκου «πρίγκιπα», αλλά και στο αρρωστημένο πάθος του Αλή Πασά για αυτήν, παρά στις διαφορές Ελλήνων και Τούρκων. Η ταινία τελειώνει με την κυρά Φροσύνη να πέφτει στη λίμνη των Ιωαννίνων και τον Μουχτάρ να θρηνεί...

 
 
 
 

«Σαράντα Παλικάρια»

Ταινία που περισσότερο κολλάει με τα βουκολικά δράματα της εποχής παρά με την επανάσταση του '21 και μάλλον έχει ξεχαστεί ακόμη και απ' τους «συλλέκτες» του κινηματογραφικού είδους. Τη γύρισε το 1961 ο Γιώργος Πετρίδης, ο οποίος με αφηγείται στα όρια της γραφικότητας την ιστορία ενός τσοπάνου που ακολουθεί στο βουνό τον Κίτσο και τα παλικάρια του, που πολεμούν τους Τούρκους. Παίζουν μεταξύ άλλων, Άντζελα Ζήλεια, Ανδρέας Ντούζος, Κώστας Ρηγόπουλος, Κώστας Καζάκος και Λαυρέντης Διανέλλος.

 
 
 
 

«Η έξοδος του Μεσολογγίου»

Οι τελευταίες ημέρες της ιστορικής πολιορκίας του Μεσολογγίου και η απελπισμένη αλλά και θαρραλέα έξοδος των αποκλεισμένων από τους Τούρκους υπερασπιστών της πόλης, γυρισμένη από τον Δημήτρη Δούκα το 1965. Η ταινία έχει αδυναμίες, κυρίως τεχνικές και σεναριακές, αλλά σίγουρα δεν τη λες κακή. Αντιθέτως, έχει ορισμένες καλές στιγμές με βασικότερες όταν εμφανίζεται ο Μάνος Κατράκης, αυτό το θηρίο της υποκριτικής. Παίζουν ακόμη οι Τζαβαλάς Καρούσος, Άννα Ιασωνίδου, Ίλια Λιβυκού, Τάκης Εμμανουήλ, Χριστόφορος Ζήκας κα.

 
 
 
 
 
 
 

«Παπαφλέσσας»

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και το «Μπεν Χουρ» της ελληνικής παραγωγής, καθώς η ταινία αυτή, που γύρισε το 1971 εντελώς επιφανειακά και χωρίς έμπνευση ο Ερρίκος Ανδρέου, έχοντας η αλήθεια ως εμπόδιο και ένα σενάριο εντελώς συμβατικό με την εποχή. Η παραγωγή, που ήταν μία σύμπραξη του Φίνου και του Τζέιμς Πάρις, ήταν η ακριβότερη της εποχής ίσως και όλων των εποχών για την Ελλάδα, καθώς κόστισε τότε το εξωφρενικό ποσό των 12 εκατομμυρίων δραχμών.

Υπήρξαν εκατοντάδες κομπάρσοι, πολλά εξωτερικά γυρίσματα και πάμπολλοι πρωταγωνιστές της εποχής που παίζουν μικρούς ρόλους. Κι όμως η ταινία έχει και τεράστιες τεχνικές αδυναμίες, όπως τα γυρίσματα των μαχών που δεν είναι λίγα, αλλά ιδιαιτέρως ψεύτικα, που πολλές φορές προκαλούν το γέλιο, όπως με τις ατσαλάκωτες και κατάλευκες φουστανέλες των παλικαριών που εφορμούν. Σκηνές που αποτελούν για πολλούς ένα παιχνίδι παρατηρητικότητας με τις γκάφες και τις γραφικότητες. Φυσικά το σενάριο δεν έχει και πολύ σχέση με την πραγματικότητα, ενώ υπάρχουν σαφείς νύξεις κατά των «Φιλικών», καθώς αυτοί παρέπεμπαν στους κακούς Ρώσους.

 
 
 
 

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, βοηθούμενος, για πρώτη φορά, από τα παραπανίσια κιλά του και το επιβλητικό ράσο δεν είναι κακός, παρότι υπερβολικός και ορισμένες φορές θυμίζοντας το ρόλο του στην «Υπολοχαγό Νατάσα», ο Δημήτρης Ιωακειμίδης λες και γεννήθηκε για το ρόλο αυτό, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, είναι συμπαθέστατος, ενώ και ο Στέφανος Στρατηγός στο ρόλο του Ιμπραήμ σπάει ελαφρώς τη μονοδιάστατη εμφάνιση των Τούρκων, όπως γίνεται στην ίδια ταινία με τον Φερνάντο Σάντσο (Δράμαλης). Παίζει σχεδόν η εθνική Ελλάδος της εποχής, μεταξύ των οποίων και οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Άγγελος Αντωνόπουλος, Χρήστος Πολίτης, Κάτια Δανδουλάκη, Λαυρέντης Διανέλλος, Θόδωρος Μορίδης, Ηλίας Λογοθέτης, Σταύρος Ξενίδης. Η «ηρωική» πομπώδης μουσική είναι του Κώστα Καπνίση.

«Μαντώ Μαυρογένους»

Ταινία του 1971, που πρέπει να μετάνιωσαν πικρά τη συμμετοχή τους σε αυτή η Τζένη Καρέζη και Πέτρος Φυσσούν, υπό την καθοδήγηση του μετρ της άρπα κόλας, Κώστα Καραγιάννη. Φυσικά κεντρική ηρωίδα η Μαντώ Μαυρογένους (Τζένη Καρέζη), που έδωσε όλη την περιουσία της για την επανάσταση, αλλά και ο έρωτάς της με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (Φυσσούν). Γκροτέσκο καταστάσεις, εκεί που έπρεπε να κυριαρχεί το δράμα μπορεί να πέσεις κάτω από τα γέλια και σενάριο που πιστεύεις βάσιμα ότι έχει γράψει η καλύτερη μαθήτρια του γυμνασίου, που φυσικά έχει εγκρίνει και η λογοκρισία της εποχής. Παίζουν και οι Άλκης Γιαννακάς, Σταύρος Ξενίδης, Λαυρέντης Διανέλλος, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Ντίνος Καρύδης, Γιώργος Μοσχίδης, καθώς και σε πρώτη εμφάνιση η Ελένη Ερήμου στο ρόλο του κοριτσιού «πειρασμός», θυμίζοντας με την ερμηνεία της και με βάση το σενάριο και τη σκηνοθεσία του Καραγιάννη, μια άλλη εποχή, πολύ πιο κοντινή από εκείνη της επανάστασης.

 
 
 
 

«Σουλιώτες»

Ταινία με παιδαριώδες σενάριο, που γύρισε το 1972 ο Δημήτρης Παπακωνσταντής, με μία ελαφράδα, κόντρα στο σκληρό θέμα της ιστορίας και πολλές φορές χωρίς να τηρεί κανένα κινηματογραφικό κανόνα για τις ταινίες του είδους, κάνοντάς την καλτ, για τους θαυμαστές αυτών των περιπτώσεων. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μιχάλη Περάνθη, που το αποτελειώνει μάλλον το σενάριο του Πάνου Κοντέλλη. Πρωταγωνιστούν ο ακατάλληλος για το ρόλο Χρήστος Πολίτης, η Κάτια Δανδουλάκη, ο Γιάννης Κατράνης, η Αλέκα Κατσέλη, ο Χρήστος Καλαβρούζος και ο Φερνάντο Σάντσο, που είχε πάρει, εκείνα τα χρόνια, εργολαβία τις ηρωικές ταινίες για το '21 και το '40.

 
 
 
 

«Η Δίκη των Δικαστών»

Θα μπορούσε να είναι σίγουρα κάτι καλύτερο αυτή η παραγωγή της Φίνος Φιλμς, που βρίσκεται στα ξεψυχίσματά της και δεν εκμεταλλεύεται ούτε τα σημεία διάλυσης της χούντας, καθώς βρισκόμαστε στα 1974. Πρόκειται για τη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, που έγινε στο Ναύπλιο το 1834 και τη θαρραλέα στάση του δικαστή Αναστάσιου Πολυζωΐδη. Η ταινία πλήττεται από τη θεατρική δομή της και την άψυχη αφήγησή της, για ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο είναι ενδεικτικό για τα χαρακτηριστικά της φυλής και τα δημόσια πράγματα της χώρας. Στη σκηνοθεσία ο Πάνος Γλυκοφρύδης, ενώ πρωταγωνιστούν ο Νίκος Κούρκουλος (Πολυζωΐδης), Μάνος Κατράκης (και πάλι εξαιρετικός, αυτή τη φορά στο ρόλο του Κολοκοτρώνη, γεμίζει εκφραστικότητα την οθόνη), Χρήστος Καλαβρούζος (στρατηγός Πλαπούτας), Χρήστος Τσάγκας (Έντουαρντ Μάσον), Νικηφόρος Νανέρης (Τερτσέτης) και Σπύρος Καλογήρου (Σχοινάς).

 
 
 
 

«Μπάιρον: Η Μπαλάντα ενός Δαιμονισμένου»

Θα πρέπει να περάσουν περίπου 20 χρόνια και να φτάσουμε στο 1992 για να γυριστεί ταινία με θέμα από την επανάσταση του '21, με σκηνοθέτη τον Νίκο Κούνδουρο («Δράκος») και διαφορετική αφήγηση από τα συνηθισμένα. Το φιλμ του Κούνδουρου έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον Λόρδο Βύρωνα και επικεντρώνεται όχι τόσο στον αγώνα των Μεσολογγιτών αλλά στους δαίμονες του ρομαντικού ποιητή, ενώ γενικώς η ταινία δεν διακατέχεται από τον ηρωισμό, αλλά μάλλον το αντίθετο. Πάντως, η ταινία του Κούνδουρου, που έχει διφορούμενη ανάγνωση, είναι κάπως κουραστική, παρά τις καλές της στιγμές της και με έναν Μάνο Βακούση στο ρόλο του Μπάιρον υπερβολικά θεατρικό, αν και δίνει την υπαρξιακή οδύνη του Άγγλου ποιητή.

 
 
 
 



ΑΠΕ

1821: “Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είν’ ο ίδιος ο λαός” του Νίκου Μπογιόπουλου

1821: “Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είν’ ο ίδιος ο λαός” του Νίκου Μπογιόπουλου

Κυριακή, 25/03/2018 - 19:00
Ό,τι ξέρουμε για το 1821 μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο στον καθρέφτη. Υπάρχουν δύο ‘21, αυτό των αρχόντων, των Φαναριωτών και της επίσημης διπλωματίας και αυτό του λαού και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου…»

(Δ. Φωτιάδης, από την ιστορική μονογραφία «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ»)


    Πώς γίνεται η Καλαμάτα να έχει απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Μάρτη του 1821, αλλά να γιορτάζουμε την έναρξη της Επανάστασης στις 25 Μάρτη;

    Η απάντηση είναι απλή: Έπρεπε ο ξεσηκωμός να εγκιβωτιστεί σε ένα σχήμα που θα εξυπηρετούσε τους επί τουρκοκρατίας εξουσιαστές του λαού που παρέμειναν τέτοιοι και μετά την Επανάσταση. Ανάμεσά τους οι σεβάσμιοι δεσποτάδες της εποχής. Κι αφού οι τελευταίοι δεν είχαν να επιστρατεύσουν τίποτα άλλο για να οικειοποιηθούν την Επανάσταση, επιστράτευσαν την Παναγία.

    Ήταν 17 ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση, με διάταγμα του 1838, που ως εθνική γιορτή ορίστηκε η μέρα του Ευαγγελισμού ώστε το ιερατείο να καμώνεται ότι ευλόγησε τον ξεσηκωμό…

     Η αλήθειαβέβαια, είναι ελαφρώς διαφορετική: Η σημαία της επανάστασης πρωτοσηκώθηκε από το λαογέννητο ηγέτη και δολοφονημένο αργότερα από τους πρόκριτους, Παναγιώτη Καρατζά, στην Πάτρα στις 21 Μάρτη. Όσο για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που όπως επιβεβαιώνουν τα απομνημονεύματά του απλώς… απουσίαζε, θυμήθηκε να «ευλογήσει» τα όπλα μόνο αφότου η Επανάσταση είχε ξεσπάσει και επιβληθεί.

    Και τούτο συνέβη γιατί ο λαός (ανάμεσά του και ο λαϊκός κλήρος) δεν άκουσε τις «νουθεσίες» του ραγιαδισμού ούτε τις φοβέρες των φορέων του. Αυτοί, οι δεύτεροι, αντί του «Ελευθερία ή θάνατος» είχαν άλλη αντίληψη:

«Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου», έλεγαν…

***    

    Ας δούμε τι έλεγαν τα «παιδιά του Ροβεσπιέρου» και γιατί δεν άρεσαν στο αρχοντολόι:

    «Σ' Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά

για την πατρίδα όλοι να 'χωμεν μία καρδιά

στην πίστη του καθένας ελεύθερος να ζει

στη δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί

Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,

για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί

πως είμαστ' αντρειωμένοι παντού να ξακουστεί.

    Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί

Αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή

για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί

να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγόν βαστούν

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά

τους τυραννούν».

    Αυτά έγραφε τότε ο Ρήγας Φεραίος. Έγραφε κι αυτά:

    «Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του.

    Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν' ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (...)».

    Κι επειδή έγραφε κι έλεγε αυτά, γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα»…

    Όταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι ...άνθρωποι του Θεού και ...προστάτες του Γένους, αγαλλίασαν! Όπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (...)».

     Έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά ή μήπως να τα αγνοήσουμε και να το ρίξουμε στο τσάμικο αυτής της περίφημης… «εθνικής ομοψυχίας» και του «όλοι μαζί» που διακινούν αιώνες τώρα οι «από πάνω», οι οποίοι συνήθως απουσιάζουν και από το «όλοι» και από το «μαζί»;

***

    Τι ήταν ο Παπαφλέσσας; Ήταν ο φλογερός αγωνιστής που γνωρίζουμε; Για το λαό ναι. Αλλά οι κοτσαμπάσηδες και οι σεβάσμιοι δεσποτάδες που τα είχαν κάνει τάτσι μήτσι κότσι με τους πασάδες είχαν άλλη άποψη.

    Για παράδειγμα, και σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιών Πατρών Γερμανού όπως καταγράφονται στα απομνημονεύματά του, ο Παπαφλέσσας – αυτός που θα μνημονεύεται στους αιώνες για τη θυσία του στο Μανιάκι - ήταν «... άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους...».

   Όταν ο Παπαφλέσσας συναντήθηκε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό για να του πει ότι όλα ήταν έτοιμα για την Επανάσταση, ο τελευταίος αυτό το «πατριωτικό» του απάντησε: «Είσαι απατεώνας».

    Ποιο το συμπέρασμα; Μήπως να αδιαφορήσουμε για την αλήθεια και να συνεχίσουμε το «εθνικό» τσάμικο εκείνων που όποτε ακούνε για «ελευθερία» και «δικαιώματα» βλέπουν «ταραχήν του έθνους»;

***

    Τι ήταν το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου που ξεδιπλώθηκε τον Μάρτη του ’21 στην Μολδοβλαχία; Τι ήταν αυτή καθ’ αυτή η Επανάσταση του 1821; Αν μιλάμε για το λαό ήταν η λύτρωση. Ήταν το σάλπισμα για την διεκδίκηση της λευτεριάς και του δίκιου.

    Για τους προύχοντες, όμως, τι ήταν; Για το «ιερατείο» των «κεφαλών του Έθνους» τι ήταν; Μας το πληροφορεί το φιρμάνι του αφορισμού (!) της Επανάστασης (ο αφορισμός εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου...):

   «... αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (...) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (...) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (...)».

    Και οι εκπρόσωποι του ...Θεού και του Έθνους φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:

    «Διά τούτο (...) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν (…) να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (...) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)».

    Ωραίο δεν είναι το τσάμικο της… «εθνικής ομοψυχίας»;

***

   Αυτά, λοιπόν, με τους «μέσα». Αλλά υπήρχαν και οι «φίλοι» μας οι «απ’ έξω». Ας πάμε να δούμε τι συνέβη και με τους «έξω». Ο λόγος στον Στρατηγό, τον Μακρυγιάννη:

    «Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε - κ' εσείς οι φιλάνθρωποι της πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη· και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου·(…) Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από 'μας ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμεν οι Ελληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας -καμμιά χάρη 'σ εσάς της ανεμοδούρες, της διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. 
Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα 'φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι' άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, του Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους (…) δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από της οδηγίες της πατρικές των Πρέσβεων και δικώ μας ξενολάτρων».

    Αυτά συνέβαιναν, γράφονταν και λέγονταν δυο αιώνες προ ΝΑΤΟ και προ ΕΕ. Και μάλλον δεν χρειάζεται κάποιο πιο επίκαιρο σχόλιο.

***

    Τα συμπεράσματα - τα δικά μας τουλάχιστον - από όλα αυτά παραμένουν αναλλοίωτα:

   Πρώτο: Τιμή και δόξα στην Επανάσταση του ’21. Τιμή και δόξα στους επαναστάτες, σε εκείνους που ανάμεσά τους δεν υπήρξε «κανένας φρόνιμος», όπως το λέει ο Κολοκοτρώνης.

    Δεύτερο: Τιμή και δόξαστην «επαναστάτισσα Ελλάδα» που ύμνησε ο Πούσκιν και λάτρεψε ο Μπάιρον, τιμή και δόξα στον επαναστατημένο λαό που δεν αρνήθηκε το ευκταίο στο όνομα του «εφικτού», τιμή και δόξα στους«Καραισκάκηδες» που δεν διαπραγματεύτηκαν τον ξεσηκωμό τους με τον Μέτερνιχ.

    Τρίτο: «Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος).
Η’ όπως το έλεγε 120 χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21 ο ύμνος του ΕΛΑΣ:  «Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είναι ο ίδιος ο λαός».

    Τέταρτο: Ο λαός. Ο μόνος που μπορεί να βάζει τέλος στις τυραννίες. Που ακόμα κι όταν «χάνονται» οι Επαναστάσεις του, δεν έχει άλλο δρόμο από εκείνον που γράφει: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»! 


Φιντέλ Κάστρο – Τι σημαίνει Επανάσταση

Φιντέλ Κάστρο – Τι σημαίνει Επανάσταση

Κυριακή, 26/11/2017 - 21:00
Καθώς συμπληρώνεται ένας χρόνος από το θάνατο του ηγέτη της Κουβανικής Επανάστασης Φιντέλ Κάστρο, αξίζει να θυμηθούμε τον ορισμό που ο ίδιος έδινε στην Επανάσταση στην οποία αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή και δράση του. Το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα αποτελεί τμήμα ομιλίας που εκφώνησε ο Φιντέλ την Πρωτομαγιά του 2000, σε μεγάλη συγκέντρωση στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα. 

«Επανάσταση σημαίνει να έχεις συναίσθηση της ιστορικής στιγμής.
Να αλλάζεις όλα όσα πρέπει να αλλάξουν.
Σημαίνει πλήρης ισότητα και ελευθερία.
Σημαίνει να σου συμπεριφέρονται και να συμπεριφέρεσαι στους άλλους σαν σε ανθρώπινα όντα.
Σημαίνει χειραφέτηση από εμάς τους ίδιους, με τις δικές μας δυνάμεις.
Σημαίνει να προκαλείς τις κυρίαρχες ισχυρές δυνάμεις μέσα και έξω από το εθνικό και κοινωνικό πλαίσιο. 
Σημαίνει να υπερασπίζεσαι αξίες στις οποίες πιστεύεις, με τίμημα οποιαδήποτε θυσία.
Σημαίνει ταπεινοφροσύνη ανιδιοτέλεια αλτρουϊσμό, αλληλεγγύη και ηρωϊσμό.
Σημαίνει να αγωνίζεσαι με τόλμη, εξυπνάδα και ρεαλισμό.
Σημαίνει να μη λες ποτέ ψέματα, ούτε να παραβιάζεις ηθικές αρχές.
Σημαίνει βαθιά πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο ικανή να συνθλίψει τη δύναμη της αλήθειας και των ιδεών.
Επανάσταση σημαίνει ενότητα, ανεξαρτησία, σημαίνει να αγωνίζεσαι για τα όνειρά μας, της δικαιοσύνης για την Κούβα και για ολόκληρο τον κόσμο, το οποίο αποτελεί τη βάση για τον πατριωτισμό μας, τον σοσιαλισμό μας και τον διεθνισμό μας.»

 – Φιντέλ Κάστρο, 1 Μάη 2000.






πηγή atexnos.gr
Ο Φιντέλ, η Επανάσταση, η Κούβα, η αξιοπρέπεια

Ο Φιντέλ, η Επανάσταση, η Κούβα, η αξιοπρέπεια

Σάββατο, 13/08/2016 - 21:00
ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
Αναδημοσίευση από imerodromos

Ο ηγέτης της Κουβανέζικης Επανάστασης 
συμπληρώνει σήμερα τα 90 του χρόνια. Η ζωή και το όνομα τουΦιντέλ Κάστρο είναι συνδεδεμένα με την Κούβα. Με την Επανάσταση. Με την αξιοπρέπεια.

    Αν κάποιοι το είχαν «ξεχάσει» φρόντισε να τους το υπενθυμίσει ο ίδιος με το περίφημο άρθρο του τον περασμένο Μάρτη στην «Γκράνμα», την επομένη της επίσκεψης του προέδρου των ΗΠΑ στο νησί.

    Είναι εκεί, υπό τον τίτλο «Αδελφέ Ομπάμα», που ο Κάστρο σχολιάζοντας και απαντώντας στις «σοροπιασμένες λέξεις» – όπως αναφέρει – του Μπάρακ Ομπάμα, καταλήγει: 

    «Ας μην έχει κανείς ψευδαισθήσεις ότι ο λαός αυτής της αξιοπρεπούς και ανιδιοτελούς χώρας θα απαρνηθεί τη δόξα, τα δικαιώματα ή τον πνευματικό πλούτο που έχει κερδίσει με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της επιστήμης και του πολιτισμού. Επίσης, προειδοποιώ ότι με τις προσπάθειες και την ευφυΐα του λαού μας είμαστε ικανοί να παράγουμε την τροφή και τα υλικά αγαθά που χρειαζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε δώρα από την αυτοκρατορία. Οι προσπάθειές μας θα είναι μέσα στα νόμιμα πλαίσια και ειρηνικές, γιατί η αφοσίωσή μας βρίσκεται στην ειρήνη και την αδελφοσύνη ανάμεσα σε όλα τα ανθρώπινα όντα που ζουν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη».

ΦΙΝΤΕΛ 1

    Ο Φιντέλ είναι ταυτισμένος με το μεγαλείο της Επανάστασης. Ήταν Πρωτοχρονιά του 1959 όταν οι δυνάμεις των επαναστατών μπαίνουν θριαμβευτικά στην Αβάνα με επικεφαλής τον Τσε Γκεβάρα.

    Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 του μήνα, φτάνει στην Αβάνα και ο Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δηλώνει:

«Ζούμε μια αποφασιστική στιγμή της ιστορίας μας. Η τυραννία έπεσε. Απέραντη είναι η λαϊκή χαρά. Έχουμε όμως ακόμα πολλά να κάνουμε. Δεν έχουμε την αυταπάτη να πιστεύουμε ότι από δω και μπρος όλα θα είναι εύκολα. Ισως στο μέλλον όλα θα ‘ναι ακόμα πιο δύσκολα»…

    Τα λόγια του Κάστρο αποδεικνύονται προφητικά όταν δυο χρόνια αργότερα, τον Απρίλη του 1961, εκδηλώνεται η ανοιχτή επέμβαση των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας στον Κόλπο των Χοίρων.

    Οι Κουβανοί τσακίζουν τους εισβολείς και υπό τις επευφημίες μιας τεράστιας διαδήλωσης ο Κάστρο ανακοινώνει την εθνικοποίηση όλων των Αμερικάνικων πολυεθνικών, ανακηρύσσει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Επανάστασης και τονίζει:

«Πόσο βοήθησαν αυτά τα γεγονότα το λαό μας να διδαχθεί! Αυτά τα μαθήματα είναι πολύτιμα, είναι οδυνηρά, είναι αιματηρά, αλλά πόσα ο λαός δεν απεκόμισε ως γνώση. Οι ιμπεριαλιστές – ήταν τα λόγια του Κάστρο – δεν μπορούν να μας συγχωρέσουν που είμαστε εδώ κάτω από τη μύτη τους ή να βλέπουν να οικοδομούμε την επανάστασή μας, μία σοσιαλιστική επανάσταση, ακριβώς στο υπογάστριο των Ηνωμένων Πολιτειών»…

   Το εμπάργκο

    Μετά το φιάσκο των ΗΠΑ στον Κόλπο των Χοίρων, ο εμπνευστής της εισβολής Αμερικανός Πρόεδρος Κένεντι θέτει σε πλήρη εφαρμογή (Φεβρουάριος 1962) το εγκληματικό οικονομικό, εμπορικού και χρηματοπιστωτικό εμπάργκο των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας. Το εμπάργκο μέχρι το 2013  υπολογιζόταν ότι οι ζημιές που έχει προκαλέσει στην κουβανέζικη οικονομία ξεπερνούν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.

    Το εμπάργκο διαρκεί πάνω από 50 χρόνια με ένα και μόνο στόχο: Την καταστροφή του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που έχει επιλέξει ο κουβανικός λαός ασκώντας το δικαίωμά του για αυτοδιάθεση και κυριαρχία.

    Ο χαρακτήρας του εμπάργκο είναι δολοφονικός. Φτάνει μέχρι την απαγόρευση εισαγωγής στην Κούβα ιατρικών αναλώσιμων και υλικών, φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε καρδιολογικές παθήσεις, σε ειδική διατροφή με θρεπτικές ουσίες για τα πρόωρα νεογέννητα βρέφη, σε σκευάσματα για τη θεραπεία παιδιών που έχουν υποστεί σοβαρά εγκαύματα, σε φάρμακα για το Αλτσχάιμερ, σε τρόφιμα, σε υλικοτεχική υποδομή για την Παιδεία και φυσικά εξαπλώθηκε σε όλους τομείς της οικονομίας, από την κατασκευαστική βιομηχανία και το εμπόριο μέχρι τις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές της Κούβας.

    Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του εμπάργκο είναι πρόδηλος. Οι ΗΠΑ – και επί προεδρίας Ομπάμα – συνέχιζαν να εφαρμόζουν τους «νόμους Τοριτσέλι και Χελμς Μπάρτον» μέσω των οποίων η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αναλάβει παράνομα το δικαίωμα να νομοθετεί εξ ονόματος άλλων χωρών σε ό,τι αφορά τις σχέσεις τους με την Κούβα! Στο πλαίσιο αυτών των νόμων οποιοδήποτε εμπορικό πλοίο από οποιαδήποτε χώρα αράξει σε κουβανικό λιμάνι, οποιαδήποτε εταιρεία ή τράπεζα άλλης χώρας έρθει σε συναλλαγή με την Κούβα, υφίσταται τον αποκλεισμό ή την επιβολή προστίμων από τις ΗΠΑ!

    Πώς, όμως, λειτούργησε αυτή η πολιτική στη συνείδηση του ίδιου του Αμερικάνικου λαού; Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήχθη το Φλεβάρη του 2012 από την «Angus Reid Public Opinion» το 62% των Αμερικανών τάσσονταν υπέρ της ανασύστασης διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα, το 57% τάσσετο υπέρ της άρσης των ταξιδιωτικών περιορισμών και το 51% αντιτίθετο στον αποκλεισμό.

    Πώς λειτούργησε αυτό το εμπάργκο στη συνείδηση όλων των λαών του κόσμου; Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, για 20 και πλέον φορές έχει υπερψηφιστεί το σχέδιο ψηφίσματος της Κούβας για την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού του νησιού. Συνολικά 187 χώρες ψηφίζουν συνεχώς υπέρ της πρότασης της Κούβας, και δυο – τρεις εναντίον: Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα Νησιά Μάρσαλ…

ΦΙΝΤΕΛ 2

    Η διαρκής επίθεση κατά της Κούβας δεν ήταν μόνο οικονομική. Τα σαμποτάζ, οι προβοκάτσιες και οι «κρυφές» επεμβάσεις εναντίον της Κούβας όλα αυτά τα χρόνια έχουν επιφέρει το θάνατο σε πάνω από 3.000 Κουβανούς.

    Το χρήμα για αντικουβανική προπαγάνδα ρέει άφθονο: Μόνο τη δεκαετία 1997 – 2007 οι ΗΠΑ διέθεσαν στον ραδιοτηλεοπτικό τους πόλεμο ενάντια στην Κούβα πάνω από 257 εκατομμύρια δολάρια.

    Όσο για τις προσπάθειες όλα αυτά τα χρόνια εξόντωσης του Φιντέλ Κάστρο (υπολογίζονται σε πάνω από 600 οι απόπειρες δολοφονίας του!) κατάντησαν ανέκδοτο, σε σημείο που ο ίδιος ο Φιντέλ πριν μερικά χρόνια δήλωσε: Οι Αμερικάνοι με έχουν «σκοτώσει» τόσες φορές που όταν κάποια στιγμή πεθάνω δεν θα το πιστεύουν ούτε οι ίδιοι!

    Ας δούμε συμπυκνωμένα τα αίτια της έχθρας των Αμερικανών ενάντια στην Κούβα; Τα περιγράφει ο Κάστρο στην εισήγησή του στο 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας:

  • «Ένα από τα πρώτα μέτρα της Επανάστασης υπήρξε η παραδειγματική τιμωρία των βασικών ενόχων για τα εγκλήματα που έγιναν από τη δικτατορία του Μπατίστα».
  • «Δημεύτηκαν χωρίς καθυστέρηση όλα τα παράνομα αποκτημένα υλικά αγαθά που βρίσκονταν στα χέρια των αξιωματούχων του αιματοβαμμένου καθεστώτος».
  • «Ο παλιός στρατός που είχε καταπιέσει σκληρά το λαό, διαλύθηκε και οι αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ένοπλες δυνάμεις, μεταβιβάστηκαν στον ένδοξο Επαναστατικό Στρατό, που, όπως έλεγε ο Καμίλιο Σιενφουέγκος: «Ηταν ο λαός, ντυμένος τ’ αμπέχονο»».
  • «Η δημόσια διοίκηση ξεκαθαρίστηκε από τα στοιχεία που είχαν συνεργαστεί με την τυραννία».
  • «Η διεφθαρμένη και πουλημένη ηγεσία των συνδικάτων απομακρύνθηκε και τα δικαιώματα των εργαζομένων αποκαταστάθηκαν».
  • «Οι εργάτες που είχαν απολυθεί από τις επιχειρήσεις στην περίοδο της δικτατορίας γύρισαν στις εργασίες τους. Σταμάτησε αμέσως το διώξιμο αγροτών από τη γη».
  • «Στις 3 Μάρτη 1959 η Κουβανική Εταιρεία Τηλεφώνων – αμερικάνικο μονοπώλιο – που είχε αναμειχθεί στις βρώμικες υποθέσεις της τυραννίας σε βάρος των συμφερόντων του λαού, μπήκε κάτω από κρατικό έλεγχο».
  • «Στις 6 Μάρτη ψηφίστηκε νόμος που μείωσε κατά 50% τα υψηλά ενοίκια που πλήρωνε ο λαός, μέτρο που ξεσήκωσε μεγάλο ενθουσιασμό στον πληθυσμό των πόλεων και δημιούργησε πραγματική αναταραχή στους αστικούς κύκλους».
  • «Στις 21 Απρίλη όλες οι πλαζ της χώρας κηρύχτηκαν ελεύθερες για τη χρήση του λαού και καταργήθηκαν έτσι τα προνόμια και οι μισητές διακρίσεις που είχε επιβάλει η αστική τάξη σε πολλούς από αυτούς τους τόπους αναψυχής».
  • «Στις 17 Μάη ψηφίστηκε η πρώτη Αγροτική Μεταρρύθμιση. Αυτό το αποφασιστικό, αναγκαίο και δίκαιο μέτρο, μας έβαλε άμεσα αντιμέτωπους όχι μόνο με την ντόπια ολιγαρχία, αλλά και με τον ιμπεριαλισμό, γιατί πολλές αμερικάνικες επιχειρήσεις είχαν στην ιδιοκτησία τους πελώριες εκτάσεις με τα πιο γόνιμα εδάφη της χώρας, κυρίως φυτεμένες με ζαχαροκάλαμο».
  • «Στις 20 Αυγούστου 1959 μειώθηκε η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και μπήκε έτσι τέρμα στην ασυδοσία ενός αλλού τεράστιου αμερικανικού μονοπωλίου».
  • «… η επανάσταση από τις πρώτες κιόλας μέρες καταπιάστηκε με τη φοβερή μάστιγα της ανεργίας κι έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στον αγώνα για βελτίωση των αθλίων συνθηκών που επικρατούσαν, στην Παιδεία και στη λαϊκή Υγεία. Χιλιάδες δάσκαλοι στάλθηκαν στην ύπαιθρο, ενώ στις πιο απόμακρες γωνιές της χώρας μας άρχισαν να χτίζονται πολυάριθμα νοσοκομεία».
  • «Σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισε με επιτυχία το έργο της εξάλειψης των τενεκεδοσυνοικιών που τόσο πλατιά διάδοση έχουν στις μεγάλες πόλεις της Λατινικής Αμερικής».
  • «…οι ΗΠΑ σταμάτησαν τις εμπορικές τους πιστώσεις. Αυτό είχε σημαντική αρνητική επίδραση στις απαραίτητες για τη χώρα εισαγωγές. Έτσι, η Επανάσταση αναγκάστηκε να πάρει αυστηρά μέτρα οικονομίας. Αυτό όμως δεν το έκανε σε βάρος των φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού, όπως γίνεται στον καπιταλιστικό κόσμο. Σταμάτησαν οι εισαγωγές των περιττών ειδών και καθιερώθηκε ισότιμη κατανομή των βασικών προϊόντων. Αυτό ήταν ένα από τα πιο δίκαια, ριζικά και αναγκαία μέτρα που πήρε η Επανάσταση, η οποία είχε μπροστά της έναν απελπισμένο αγώνα επιβίωσης». (Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1976).
Η Κούβα τα κατάφερε! 

    Οι ΗΠΑ, είναι ευεξήγητο, είχαν κάθε λόγω να εξαπολύσουν αυτόν τον – με όλα τα μέσα – υπερπεντηκονταετή τους πόλεμο εναντίον της Κούβας.

    Πριν την Επανάσταση η Κούβα ήταν η «παιδική χαρά» των ΗΠΑ.

    Ήταν ο χώρος στον οποίο έκαναν τα πάρτι τους από τις φαμίλιες της Μαφίας υπό τον Λάκι Λουτσιάνο μέχρι τις αμερικάνικες πολυεθνικές. Από την ITT και την United Fruit που ήλεγχε 110.000 στρέμματα στο νησί μέχρι την Francisco Sugar Company που ανήκε στο διευθυντή της CIA Αλεν Ντάλες και την Bethlehem Steel Corporation που εξουσίαζε το 80% του εξαγόμενου ορυκτού πλούτου της χώρας (πλήθος στοιχείων για τον ρόλο των ΗΠΑ στην Κούβα περιέχονται στο βιβλίο του Κώστα Λουλουδάκη, «Ασπρα Μαντήλια στην Plaza de Mayo», εκδόσεις ΚΨΜ).

    Αλλά η Κούβα τα κατάφερε. Και στάθηκε στα πόδια παρά την τεράστια δοκιμασία που υπέστη μετά τις εξελίξεις του 1990 με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.       

    Σήμερα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η Κούβα έχει 

«ένα από τα πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο, όπως αυτά της Φινλανδίας, της Σιγκαπούρης, της Σαγκάης, της Δημοκρατίας της Κορέας, της Ελβετίας, της Ολλανδίας και του Καναδά».

    Η Κούβα διαθέτει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας. Η Παγκόσμια Τράπεζα, αναφέρει:

 «Η Κούβα είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για τα επιτεύγματά της στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας (…) Από την Κουβανική Επανάσταση το 1959 και μέχρι σήμερα, η χώρα έχει δημιουργήσει ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που εγγυάται την δωρεάν πρόσβαση όλων των πολιτών της στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη (…). Άλλο επίτευγμα του νησιού είναι η εξάλειψη ορισμένων ασθενειών, η προσφορά ασφαλούς νερού και διάφορα άλλα βασικά για τη δημόσια υγεία. Η Κούβα έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες σε ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας στην περιοχή και έναν από τους μεγαλύτερους σε προσδόκιμο ζωής» («Καθημερινή», 16/11/2014).

Πριν από την Επανάσταση

    Πριν από την Επανάσταση στην Κούβα, στο καπιταλιστικό κράτος υπό την φασιστική δεσποτεία του δικτάτορα Μπατίστα, η εικόνα ήταν η εξής:         

  • Πληθυσμός:  6,5 εκατομμύρια. Προσδόκιμο ζωής 54 χρόνια. Παιδική θνησιμότητα στο 66  τοις χιλίοις, δηλαδή 66 παιδιά στα χίλια μέχρι δώδεκα ετών.
  • Οικονομία: Το 100/% της γης ανήκε σε φεουδάρχες. Το 90/% της παραγωγής ζαχαροκάλαμου στην εταιρεία «Μπακάρντι». Το 90% της παραγωγής,φρούτων και λαχανικών στην «Γιουνάιτεντ Φρούιτ Κόμπανι».
  • Το πετρέλαιο, η ενέργεια, το ηλεκτρικό και το χρωμονικέλιο στις «ΕΣΣΟ», «ΙΤΤ», «ΕΛΚΕΥ» και Αμερικάνικες εταιρείες.
  • Τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τα μέσα μεταφοράς και οι τράπεζες επίσης ανήκαν σε αμερικάνικες εταιρείες.
  • Οι άνεργοι πάνω από 1 εκατομμύριο, οι άστεγοι ή οι στεγασμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες χωρίς νερό, ρεύμα και αποχέτευση ήταν το 70% του πληθυσμού, τόσο στις πόλεις όσο  και στην ύπαιθρο. Η χώρα ήταν μια τεράστια τενεκεδούπολη.
  • Οι ασθένειες, όπως φυματίωση, δάγκειος πυρετός, μηνιγγίτιδα, πολιομυελίτιδα, θέριζαν κυρίως τις μικρές ηλικίες. Πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν υπήρχε παρά μόνο σε αυτούς  που μπορούσαν να πληρώσουν.
  • Ένας μόνο εργάτης στους 10 μπορούσε να αγοράσει γάλα, μόνο το 4% μπορούσε να αγοράσει κρέας, τα 3/5 όσων εργάζονταν αμείβονταν με μισθούς 4 φορές κάτω από το κόστος διαβίωσης.
    Την εικόνα στην προεπαναστατική Κούβα είχε περιγράψει ο Φιντέλ Κάστρο στην απολογία του μετά την αποτυχημένη επίθεση των επαναστατών το 1953 στο στρατόπεδο Μονκάδα:

«Αδιανόητο είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πεινάνε ενώ υπάρχει γη να σπείρουν. Αδιανόητο είναι ότι υπάρχουν παιδιά που πεθαίνουν χωρίς ιατρική περίθαλψη. Αδιανόητο είναι ότι το 30% των αγροτών μας δεν ξέρουν να βάλουν ούτε την υπογραφή τους και το 99% δεν ξέρουν την ιστορία της Κούβας. Αδιανόητο είναι ότι οι οικογένειες στην ύπαιθρο ζουν σε χειρότερες συνθήκες από ότι οι Ινδιάνοι που συνάντησε ο Κολόμβος (…). Το 90% των παιδιών στην ύπαιθρο υποφέρει από παράσιτα της γης που εισχωρούν από τα νύχια των ποδιών τους γιατί περιπατάνε ξυπόλυτα» (Κώστας Λουλουδάκης ο.π.)

ΦΙΝΤΕΛ 3
   
 Η Επανάσταση


    Μετά την Επανάσταση η καπιταλιστική και φεουδαρχική ιδιοκτησία οργανώθηκε σε συνεταιρισμούς σοσιαλιστικής βάσης. Οργανώθηκε ένας τεράστιος έρανος σε όλη τη χώρα όπου συνεισέφεραν όσοι είχαν, για την εξαφάνιση των παραγκουπόλεωνκαι το κτίσιμο νέων σύγχρονων για την εποχή πολυκατοικιών για να μην μείνει κανείς άστεγος. Έτσι εξάλειψαν μια για πάντα τις παράγκες από την  χώρα.

    Το ίδιο διάστημα επιτεύχθηκε ο στόχος για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού. Μέσα σε αντίξοες συνθήκες οι νέοι σπουδαστές, φοιτητές και δάσκαλοι δίδαξαν γραφή και ανάγνωση σε πάνω από 2.000.000 αναλφάβητους.

    Παρότι οι εξελίξεις του ’90 επέφεραν μια δεκαετία μεγάλων θυσιών για τον λαό της, σήμερα η Κούβα, σε σύγκριση με την προ Επανάστασης περίοδο έχει καταφέρει:

  • Να διπλασιάσει τον πληθυσμό της. Το προσδόκιμο ζωής έχει ανέλθει στα 78 χρόνια. Η παιδική θνησιμότητα έχε κατρακυλήσει στο 4,3 τοις χιλίοις, κάτω ακόμη και από τα όρια της ΕΕ.
  • Το 90% των αναγκών τους σε φάρμακα και εμβόλια οι Κουβανοί τα παράγουν οι ίδιοι. Παιδικές ασθένειες και ασθένειες που στοιχειώνουν ακόμη τον Τρίτο Κόσμο, έχουν εξαφανιστεί.
  • Το αγαθό της υγείας με υπερσύγχρονες υποδομές και  διαγνωστικά μηχανήματα προσφέρεται εντελώς δωρεάν στους Κουβανούς πολίτες. Η Κούβα είναι στις πρώτες θέσεις στον κόσμο στην αντιμετώπιση του καρκίνου, της καρδιολογίας, των μεταμοσχεύσεων οργάνων και της νεφρολογίας.
  • Η Παιδεία είναι  έτσι οργανωμένη σε όλες τις βαθμίδες όπου ο γονιός δεν σπαταλάει ούτε ένα σεντς για την μόρφωση των παιδιών του. Η κατώτερη και η μέση βαθμίδα είναι ολοήμερη στην Κούβα, στο σχολείο τα παιδιά θα πάρουν το πρωί το γάλα που πρέπει, το δεκατιανό τους και το μεσημεριανό τους. Στο ολοήμερο σχολείο θα ασχοληθούν με τον αθλητισμό, την μουσική τον χορό, τις ξένες γλώσσες. Η μεταφορά τους γίνεται δωρεάν με τα σχολικά λεωφορεία. Η Κούβα είναι η χώρα της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής με τον υψηλότερο δείκτη στην Ανάπτυξη της Εκπαίδευσης (IDE).
  • Σύμφωνα με την παγκόσμια έκθεση της UNESCO «Εκπαίδευση για όλους», ο δείκτης της Κούβας ήταν 0,983, ανώτερος ακόμα και από τον αντίστοιχο των ΗΠΑ. Η έκθεση της Unesco αναγνώρισε το 2011 ότι η Κούβα κατέχει το πιο υψηλό μορφωτικό επίπεδο της Καραϊβικής και την κατατάσσει 14η στον κόσμο.
«Πατρίδα ή θάνατος»!

    Η σοσιαλιστική Κούβα, στα 57 χρόνια της ύπαρξής της, χωρίς ποτέ να κάνει έκπτωση στο διεθνιστικό της χρέος, πορεύτηκε και κέρδισε τη ζωή κάτω από το σύνθημα «Πατρίδα ή θάνατος» («Patria o muerte»). Έδωσε κάτω από ανείπωτες συνθήκες τη μάχη για το συνολικό όφελος και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής σε όλους τους τομείς και για κάθε Κουβανό πολίτη. Και την κέρδισε!

    Στα εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που δεν ξέρουν γράμματα, στα εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που δεν έχουν εκπαίδευση ή υφίστανται την παιδική εργασιακή εκμετάλλευση, στα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, στα εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που δεν έχουν πρόσβαση σε νερό και υποδομές υγιεινής, στα εκατοντάδες εκατομμύρια άνεργων και ανασφάλιστων στο κόσμο, κανείς δεν ζει στην ΚούβαΤα θύματα φυλετικού ή θρησκευτικού ρατσισμού στην Κούβα είναι μηδέν.

ΦΙΝΤΕΛ 4

    Πέρσι, μετά την ιστορικής σημασίας ανακοίνωση για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων των ΗΠΑ με την Κούβα, όπως και φέτος μετά την επίσκεψη του Ομπάμα στο νησί, είχαμε σημειώσει ότι το «πως» θα εξελιχθούν τα πράγματα, είναι κάτι που θα το δούμε.

    Όμως, ένα είναι σίγουρο, ένα είναι το μήνυμα του κουβανικού λαού προς όλο τον κόσμο και το επαναλαμβάνουμε:

    Η Κούβα έφτασε ως εδώ όρθια! Στάθηκε στα πόδια της χωρίς να προσκυνήσει! Χωρίς να γονατίσει! Χωρίς να υποταχθεί! Χωρίς να ταπεινωθεί! Με το λαό της (τον εξοπλισμένο λαό της) να μην εγκαταλείπει ούτε μια στιγμή, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, την αξιοπρέπεια και το δικαίωμά του να αποφασίζει αυτός για τη ζωή του και για τη χώρα του!

    Σύμβολο του πατριωτισμού, του διεθνισμού και της αξιοπρέπειας που πάει χέρι – χέρι με το όραμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης στην αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να περπατάει όρθιος, είναι ο Φιντέλ Κάστρο.
Μίκης Θεοδωράκης στα Χανιά: Εδώ που φτάσαμε, εκεί που μας φτάσανε χρειάζεται επανάσταση

Μίκης Θεοδωράκης στα Χανιά: Εδώ που φτάσαμε, εκεί που μας φτάσανε χρειάζεται επανάσταση

Δευτέρα, 06/06/2016 - 21:02
Μίκης Θεοδωράκης: Αν μπορούσε σήμερα να περπατήσει, τότε θα έπαιρνε ένα καλάσνικοφ και θα κατέβαινε στις πλατείες γιατί «εδώ που φτάσαμε χρειάζεται επανάσταση».

Αυτά ανέφερε μεταξύ άλλων ο Μίκης Θεοδωράκης στη διάρκεια της προς τιμήν του εκδήλωσης στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου στα Χανιά.
Ο γνωστός μουσικοσυνθέτης, αφού επεσήμανε πως η Ελλάδα είναι μια χώρα που μπορεί να είναι αυτάρκης καθώς έχει μεγάλο πλούτο που θέλουν να τον αρπάξουν οι ξένοι, τόνισε χαρακτηριστικά:

«Εδώ που φτάσαμε, εκεί που μας φτάσανε χρειάζεται επανάσταση». Και υπο τα χειροκροτήματα του κόσμου που είχε κατακλύσει ασφυκτικά την αίθουσα, λίγο μετά συμπλήρωσε πως λυπάται που δεν μπορεί να περπατήσει και να πάρει ένα καλάσνικοφ να κατεβεί στις πλατείες.

Στη διάρκεια της εκδήλωσης η νεανική ομάδα Paspartou απέδωσε γνωστά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ εκτός προγράμματος και την ώρα που έφευγε ο Μίκης Θεοδωράκης τον περίμεναν για να του δώσουν ένα δώρα και αυτός ίσως τους έδωσε το μεγαλύτερο που μπορούσε, τους διηύθυνε σε ένα από τα τραγούδια του.

Στη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Δήμαρχος Χανίων Τάσος Βάμβουκας ανάγνωσε την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την οποία ανακηρύσσεται ο Μίκης Θεοδωράκης επίτιμος δημότης των Χανίων και του παρέδωσε το χρυσό κλειδί της πόλης.

Επίσης ο Πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης Βασίλης Διγαλάκης απέδωσε στον Μίκη Θεοδωράκητη μέγιστη τιμή του Ιδρύματος, παραδίδοντάς του το χρυσό μετάλλιο για το παγκόσμιας εμβέλειας έργο του και την εθνικά ενωτική στάση του σε όλη την πρόσφατη ιστορία.

Χαιρετισμό απηύθυνε ο Περιφερειάρχης Κρήτης Σταύρος Αρναουτάκης.

Πριν από την έναρξη της εκδήλωσης, ο κ. Θεοδωράκης ξεναγήθηκε στους χώρους τού Παλιού Τελωνείου Χανίων το οποίο ανακατασκευάζεται ως πολιτιστικό κέντρο που θα φέρει το όνομά του.










ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Παρασκευή, 25/03/2016 - 17:00
Η επανάσταση του 1821, ο εθνικοαπελευθερωτικός και συγχρόνως κοινωνικός αγώνας ενάντια στον οθωμανικό ζυγό και στους εγχώριους κοτσαμπάσηδες αποτελούν μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας μας και είναι μια πολύτιμη και επίκαιρη παρακαταθήκη για τον ελληνικό λαό.

Οι μετέπειτα κοινωνικοί αγώνες για την απελευθέρωση των εργαζομένων και του λαού από κάθε είδους παραβίαση της εθνικής και Λαϊκής κυριαρχίας αλλά και για να επιτευχθούν οι θεμελιώδεις αρχές της ελευθερίας ,της ισότητας, ,της δικαιοσύνης ,της κοινωνικής προκοπής άντλησαν δύναμη και έμπνευση από το παράδειγμα του 1821.

Φυσικά έτυχε σε αυτή τη χώρα και στο λαό της να δεινοπαθήσει και να ματώσει πολλές φορές από τις ξένες επεμβάσεις και τη ληστρική συμπεριφορά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ,τις οποίες διευκόλυνε σχεδόν πάντα μια εθελόδουλη αστική τάξη. Όμως ο αγώνας για το δίκιο ,την αξιοπρέπεια και για να είναι αυτός ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του ήταν ένας αγώνας σταθερός ,αλλά μέχρι τώρα ανεκπλήρωτος.

Ετσι και σήμερα η αγωνιστική προσπάθεια για να σταματήσουν οι αντιλαϊκές πολιτικές των μνημονίων ,που έχουν συνθλίψει τη θέση των εργαζομένων και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων ,που έχουν δημιουργήσει μια τεράστια ζώνη φτώχειας και εξαθλίωσης ,που μας γυρίζουν στον άγριο καπιταλισμό του 19ου αιώνα , συνδέεται άρρηκτα με την πάλη για την κατάργηση της υποτέλειας αλλά και της πολιτικής που θέλει τη χώρα μας αποικία χρέους και ένα προτεκτοράτο των ισχυρών της ΕΕ.

Καλούμε τους εργαζόμενους ,τον ελληνικό λαό να κάνουν δική τους υπόθεση την ακύρωση των μνημονίων και τη διεκδίκηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας,που είναι μεγάλοι στόχοι και στις μέρες μας και να τα συνδέσουν άμεσα με μεγάλους ενωτικούς ταξικούς λαϊκούς αγώνες για την κοινωνική χειραφέτηση και απελευθέρωση,για μια Ελλάδα προοδευτική ,δίκαιη,ελεύθερη και σοσιαλιστική.
Η εθνεγερσία της 24ης Φεβρουαρίου 1821

Η εθνεγερσία της 24ης Φεβρουαρίου 1821

Τετάρτη, 24/02/2016 - 19:01
Τάσος Κωστόπουλος

«Ο Μωρέας, η Ηπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησία του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα» 


Αλέξανδρος Υψηλάντης, Επαναστατική προκήρυξη, 24/2/1821 

Μια από τις συνέπειες της καθιέρωσης (επί Οθωνα) της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου υπήρξε η αποσύνδεση στη νεοελληνική συλλογική συνείδηση της καθαυτό επαναστατικής εμπειρίας του 1821 από τα προεόρτιά της, έναν μήνα νωρίτερα, στη Μολδοβλαχία.

Κάτι οι ενδοπελοποννησιακοί τοπικιστικοί ανταγωνισμοί (αν η εθνεγερσία ξεκίνησε στην Αχαΐα ή με την απελευθέρωση της Καλαμάτας, δύο μέρες πριν από την υποτιθέμενη ύψωση του λαβάρου στην Αγία Λαύρα), κάτι ο πραγματικός περιορισμός της επανάστασης –ως μαζικού φαινομένου– στα εδάφη που αποτέλεσαν τελικά το πρώτο ελληνικό κράτος, ποιος ο λόγος να θυμάται κανείς πως η εναρκτήρια προκήρυξη του Αγώνα εκδόθηκε στις 24 Φλεβάρη στο Ιάσιο της Ρουμανίας, και μάλιστα με περιεχόμενο πολύ διαφορετικό από τη διεκδίκηση ανεξάρτητης κρατικής οντότητας για τους ελληνόφωνους (και αλβανόφωνους) χριστιανούς που ζούσαν στη νοτιότατη εσχατιά της Βαλκανικής

Η γραμμή της αποσύνδεσης των δύο εγχειρημάτων έχει άλλωστε υπαγορευθεί εδώ κι ενάμιση σχεδόν αιώνα από τον εθνικό μας ιστορικό, τον αρχιτέκτονα της εικόνας που η νοερή κοινότητα των Νεοελλήνων διαμόρφωσε στο μεσοδιάστημα για τη διαχρονική ιστορική της διαδρομή.

«Είναι άραγε αναγκαίον να διέλθωμεν διά μακρών την ελεεινήν εκείνην ιστορίαν;»αναρωτιέται χαρακτηριστικά στο κανονιστικό έργο του, όταν έρχεται η στιγμή να περιγράψει τα γεγονότα της επτάμηνης εκστρατείας του Αλέξανδρου Υψηλάντη και των συντρόφων του μεταξύ Προύθου και Δούναβη (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», τ. ΙΕ΄, Αθήνα 1971, σ. 21).

Εξίσου αρνητική απέναντι στο εγχείρημα του τσαρικού πρίγκιπα υπήρξε και η αριστερή ιστοριογραφία, που προτίμησε ν’ ασχοληθεί με τα κοινωνικά συμφραζόμενα της νικηφόρας επανάστασης στη νότια Ελλάδα. 

Παρά τον τυχοδιωκτισμό και την αποκοπή του από την εκεί κοινωνία, το κίνημα του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες δεν παύει όμως ν’ αποτελεί έναν βασικό κρίκο για την κατανόηση της αλυσίδας των διαδικασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση του σημερινού ελληνικού έθνους.

Τη μετάβαση, με άλλα λόγια, από τις υπερτοπικές νοερές κοινότητες των ελληνόγλωσσων αναγνωστών και των ριζοσπαστικοποιημένων μικροαστών της βαλκανικής διασποράς, που οραματίζονταν τη μεταφύτευση της γαλλικής επαναστατικής εμπειρίας στην οθωμανική Ανατολή, στην τελική οικοδόμηση μιας εδαφοποιημένης συλλογικής οντότητας, όπου τα κοινά βιώματα του οκτάχρονου αγώνα λειτούργησαν ως συγκολλητική ύλη και νοηματοδότηση μιας συνειδησιακής τομής, παρ' όλες τις αντιφάσεις (ταξικές ή πολιτισμικές) που εμπεριείχε αυτή η συλλογική διαδρομή. 

Αν μη τι άλλο, ο αυτοκαταστροφικός «αντιπερισπασμός» της Μολδοβλαχίας αποτυπώνει στην καθαρότερη δυνατή μορφή της την κοινωνική δυναμική (και τα όρια) του συνωμοτικού δικτύου της Φιλικής Εταιρείας κατά την ύστερη φάση της μαζικοποίησής του: μια συμμαχία ελληνόγλωσσων ή εξελληνισμένων Βαλκάνιων μικροαστών με τη «φωτισμένη» μερίδα της περιφερειακής χριστιανικής οθωμανικής γραφειοκρατίας, απουσία πολιτικών και οργανωτικών δεσμών με την ντόπια αγροτιά, στήριξη σ’ ένα «πολυεθνικό» συνονθύλευμα επαγγελματιών πολεμιστών και την ενθουσιώδη (αλλά τεχνικά ανεπαρκή) στράτευση της νεανικής αστικής διανόησης.

Στοιχεία που συναντάμε μεν εν μέρει και στον μεγάλο σηκωμό του νότου, με την καθοριστική όμως εδώ ποιοτική διαφορά της κινητοποίησης των αγροτικών μαζών, που προσέδωσε στην εξέγερση τον χαρακτήρα αυθεντικής κοινωνικής επανάστασης· σε αντίθεση, θυμίζουμε, προς τις γραπτές οδηγίες του Υψηλάντη, που απαγόρευαν ρητά «να αρματωθή ο τυχών, διά την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαν από την απειρίαν του όχλου», αλλά να παραμείνει η στρατολογία κάτω από τον πλήρη έλεγχο των προεστών και του αδερφού του (Χ. Τρικούπης, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, Εν Λονδίνω 1860, σ. 29).

Στην περίπτωση του κινήματος των Ηγεμονιών, το υπό συγκρότηση επαναστατικό υποκείμενο παρέμεινε αντίθετα μέχρι τέλους εντελώς φανταστικό, περιλαμβάνοντας (όπως διαπιστώνουμε από την εναρκτήρια προκήρυξη του Ιασίου) ακόμη και περιοχές όπως η Σερβία ή η Βουλγαρία, η απρόσκοπτη υπαγωγή των οποίων στη μελλοντική Ελλάδα τεκμαιρόταν με βάση την υποτιθέμενη καταγωγή των (χριστιανών) κατοίκων τους από τους 300 του Λεωνίδα και τους Αθηναίους τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα... 

Διακόσια σχεδόν χρόνια μετά, η ελληνική βιβλιογραφία για τα γεγονότα αυτά εξακολουθεί να εμπλουτίζεται. Οχι μόνο με νεωτερικές ιστοριογραφικές επεξεργασίες, απόρροια των καινούργιων ερωτημάτων που θέτει η εξέλιξη της θεωρίας και της κοινωνίας σε παλιά ζητήματα, αλλά και με ελληνικές μεταφράσεις έργων που είδαν παλαιότερα το φως σε λιγότερο προσιτές γλώσσες.

Ακόμη και πρωτογενών πηγών, που παρέμεναν στα αζήτητα από τη μακρινή εκείνη εποχή.

Τι ζητούν οι Ελληνες στη Μολδοβλαχία;

Η διάβαση του Προύθου από τον Υψηλάντη (21/2/1821). Μεταγενέστερος –εξιδανικευτικός– πίνακας του Βαβαρού ρομαντικού ζωγράφου Πέτερ Φον Ες
Η διάβαση του Προύθου από τον Υψηλάντη (21/2/1821). Μεταγενέστερος – εξιδανικευτικός– πίνακας του Βαβαρού ρομαντικού ζωγράφου Πέτερ Φον Ες | 

Τα απομνημονεύματα γράφονται λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το εξιστορούμενο παρελθόν αλλά και το μελλοντικό κοινό, μπροστά στα μάτια και την κρίση του οποίου θα ξεδιπλωθεί η ζωή του αυτοβιογραφούμενου.

Αυτός ο τελευταίος παράγοντας διαδραματίζει συχνά εξίσου αποφασιστικό ρόλο, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του τελικού πονήματος, με τη διάνοια, τον χαρακτήρα ή την ποιότητα της γραφίδας του συγγραφεα: όσο πιο αντιφατικό, απαιτητικό και λιγότερο δεδομένο είναι αυτό το νοερό κοινό τόσο πιο ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται συνήθως και η αφήγηση. 

Στην περίπτωση των αδελφών Καντακουζηνού, δυο Ρώσων ευγενών ελληνομολδαβικής καταγωγής που μετείχαν στα πρώτα στάδια της Ελληνικής Επανάστασης και εξέδωσαν τις αναμνήσεις τους το 1824 στη Χάλλη της Γερμανίας, το δυνητικό αυτό κοινό απαρτιζόταν από δύο κυρίως υποσύνολα: παλιούς συντρόφους, ενώπιον των οποίων τα δύο αδέρφια απολογούνται για τις ατομικές επιλογές τους όσον αφορά τη διεξαγωγή και την εγκατάλειψη του αγώνα, κυρίως όμως την τοπική κοινωνία της Σαξονίας, στην οποία οι συγγραφείς προσπαθούσαν να ενταχθούν και προς την οποία πρωτίστως απευθύνονταν, αφού το βιβλίο τους κυκλοφόρησε στα γερμανικά.

Εξ ου και ο υπόρρητα απολογητικός τόνος του, οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις περί κοινωνικού ριζοσπαστισμού του ελληνικού εθνικού κινήματος, η απουσία εξιδανίκευσης των επαναστατικών πεπραγμένων· αυτό το τελευταίο υπαγόρευε άλλωστε η ανάγκη, όχι μόνο πειστικότητας απέναντι στο γερμανικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και δικαιολόγησης της δικής τους απομάκρυνσης από μια σύρραξη που δεν είχε ακόμη κριθεί. 

Το βιβλίο συγκροτείται από δυο μέρη:

(α) το «Υπόμνημα» που ο Γεώργιος Καντακουζηνός, συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού και σύντροφος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, συνέταξε τον Οκτώβριο του 1821, μετά την αναχώρησή του από τη Μολδοβλαχία, εξιστορώντας τη δράση του εκεί, και

(β) 33 ανώνυμες επιστολές του 1821 από τη νότια Ελλάδα, όπου περιγράφονται τα συμβάντα στα οποία μετείχε ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, στενός συνεργάτης του Δημητρίου Υψηλάντη, που είναι και ο πιθανότερος συντάκτης τους.

«Δυο πρίγκιπες στην Ελληνική Επανάστηση»

Η ελληνική έκδοση («Δυο πρίγκιπες στην ελληνική επανάσταση», Αθήνα 2015, εκδ. Ασίνη) συμπληρώνεται από μια εκτενέστατη εισαγωγή –κι εξίσου εκτενή σχόλια– του πανεπιστημιακού καθηγητή Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Η αφήγηση του Γεωργίου, που θα μας απασχολήσει εδώ, αποτελεί μια συνοπτική μεν, αλλά εξαιρετικά ζωντανή περιγραφή του απονενοημένου διαβήματος των Φιλικών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Εγχειρήματος κυριολεκτικά μπρανκαλεονικού, με τα ετερόκλητα επαναστατικά στρατεύματα να περιφέρονται επί της ουσίας άσκοπα σε μια χώρα αδιάφορη ή εχθρική, εν αναμονή μιας εξωτερικής επέμβασης που αρκετά νωρίς συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να 'ρθεί.

Εμπειρία, επιπλέον, σημαδεμένη από τις αλλεπάλληλες απογοητεύσεις του αριστοκράτη αφηγητή για το έμψυχο υλικό που έχει κληθεί να διοικήσει· υλικό που απαρτίζεται μεν κυρίως από επαγγελματίες πολεμιστές (Βαλκάνιους μισθοφόρους των Ηγεμονιών) κι όχι απλούς χωρικούς, διατηρεί όμως όλα τα χαρακτηριστικά ενός προνεωτερικού συλλογικού υποκειμένου. 

Αρχηγός των ατάκτων 

Οι διαψεύσεις ξεκινούν αμέσως μετά το πέρασμα του Προύθου και την άφιξη του επιτελείου του Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας:

«Αντί των 2.000 ανδρών, που κατά τις διαβεβαιώσεις του Δούκα, του Ορφανού και του Λασσάνη επρόκειτο να βρούμε, δεν μπορέσαμε να μαζέψουμε παρά 250 Αλβανούς, Σέρβους, Βουλγάρους και Μολδαβούς, ανθρώπους μαθημένους στην τεμπελιά, στην ακολασία και στη λεηλασία» (σ. 262). 

Ευθύς εξαρχής, τα ήθη των μαχητών αναδεικνύονται σε κυρίαρχο ζήτημα – στον απολογισμό, τουλάχιστον, του αφηγητή:

«Βλέποντας την αταξία και την ασυδοσία των Αλβανών, έθεσα στον πρίγκηπα το θέμα:εάν δεν μάθαινε τους στρατιώτες του από την αρχή σε αυστηρή πειθαρχία, αργότερα, όταν θα γίνονταν πολυπληθέστεροι, δεν θα μπορούσε να τους χαλιναγωγήσει».

Ο Υψηλάντης όμως, αδιαφορώντας γι’ αυτές τις συμβουλές, «επέτρεπε στον καθένα να μαζεύει γύρω του ανθρώπους και να σηκώνει μια σημαία. Αυτή η κακή τακτική μάζεψε αυτόν τον αριθμό άχρηστων ανθρώπων και αυτό το πλήθος των αρχηγών που ούτε βάσεις είχαν, ούτε ήθος. Οταν αφήσαμε το Ιάσιο είχαμε λιγότερους από 400 άνδρες και 18 αρχηγούς με τις σημαίες τους» (σ. 263).

«Χρησιμοποίησα όλα τα μέσα που μπορούσα να φανταστώ για να επιβάλω την τάξη ανάμεσα στους άνδρες, να περιορίσω τις λεηλασίες και να συνηθίσω τους επικεφαλής στην υπακοή. Ολες μου οι προσπάθειες όμως έμειναν άκαρπες» – γι’ αυτό και, μετά την άφιξή τους στο Πλοέστι (23/3), παραιτείται από τα καθήκοντα του αξιωματικού υπηρεσίας (σ. 265). 

Για τις επιπτώσεις αυτών των πρακτικών στον τοπικό πληθυσμό, ο Καντακουζηνός είναι βέβαια μάλλον διακριτικός.

Με μοναδική εξαίρεση μια παρεμπίπτουσα, λακωνική παραδοχήκατά την αποστολή του από το Τιργκοβίστι προς το Γαλάτσι, τον Μάιο του 1821, γράφει:

«Ηθελα να αποφύγω να πάρω μαζί μου Αλβανούς, για ν’ αποφύγω να ερημώσω τη Μολδαβία, όπως είχε αρχίσει να γίνεται στη Βλαχία» (σ. 270). 

Επήλυδες και ντόπιοι 

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που ο ντόπιος πληθυσμός απουσιάζει ουσιαστικά από την όλη αφήγηση – με κάποιες σποραδικές, κι εδώ, εξαιρέσεις.

Μετά την αναδίπλωση του Υψηλάντη στο Τιργκοβίστι, διαβάζουμε, «είχαν οριστεί 2.500 κάτοικοι της πόλης για τις οχυρωματικές εργασίες», μισθοδοτούμενοι «για τις εργασίες που είχαν εκτελέσει» (σ. 269).

«Τα βουνά της Μπράντσα», σημειώνει πάλι παρακάτω ο αφηγητής, «τα βρήκα κατειλημμένα από τους κατοίκους που είχαν λάβει διαταγή από τον Ισπράβνικο να συγκεντρωθούν οπλισμένοι και να μη με αφήσουν να περάσω. Μου κόστισε απίστευτη κούραση και προσπάθεια να κερδίσω αυτούς τους ανθρώπους για να μ’ αφήσουν όχι μόνο να περάσω αλλά και να μου δώσουν τρόφιμα για τους άνδρες μου· οι παρακλήσεις και το χρήμα βοήθησαν σ’ αυτό» (σ. 279). 

Εξίσου επώδυνη με τις υλικές καταστροφές αποδεικνύεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις η αποψίλωση των τοπικών πόρων διαβίωσης από τα ξένα στρατεύματα·φαινόμενο που ο Λέων Τρότσκι θα περιγράψει αργότερα, ως αυτόπτης μάρτυρας των Βαλκανικών πολέμων, ως τον «πόλεμο που τρέφει τον εαυτό του».

Η περιγραφή του Καντακουζηνού είναι κι εδώ αρκετά εύγλωττη:

«Αν και στο Ιάσιο είμαστε περίπου 350 άνθρωποι, καταναλώναμε καθημερινά 4.000 ψωμιά και ακόμα υπήρχαν διαμαρτυρίες για τις ελλείψεις».

Τα αποθηκευμένα τρόφιμα και ζωοτροφές «γρήγορα έμαθα ότι πολλοί αρχηγοί τα μοίραζαν μεταξύ τους και τα πουλούσαν» (σ. 282).

Οταν διέταξε, τέλος, τους οπλαρχηγούς να καταλάβουν συγκεκριμένες θέσεις στα περίχωρα, αυτοί «δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την πόλη πριν φανεί ο εχθρός και ότι αν δεν μπορέσουν να την κρατήσουν, θα της βάλουν φωτιά και θα την κάψουν» (σ. 286). 

Για τον ευπατρίδη αφηγητή, σημασία είχε βέβαια κυρίως η εγχώρια αριστοκρατία.

«Ακόμα και οι Βογιάροι [οι Ρουμάνοι ευγενείς] μάς εγκατέλειψαν, αφού για μερικές ημέρες διαπραγματεύονταν μαζί μας», σημειώνει στην αρχή των αναμνήσεών του (σ. 266), ενώ ακόμη γλαφυρότερος είναι όταν περιγράφει τις προσπάθειές του να σταθεροποιήσει την κατάσταση, λίγο πριν από την τελική κατάρρευση

«Αυτή λοιπόν ήταν η κατάσταση την οποία επρόκειτο να συναντήσω στη Μολδαβία. Αντί των 2.600 ανδρών και των 28 κανονιών που έπρεπε να βρίσκονται στο Γαλάτσι, βρήκα την πόλη στα χέρια των Τούρκων, τους Ελληνες νικημένους και τα κανόνια να έχουν λαφυραγωγηθεί. Στο Ιάσιο βρήκα, αντί μια νόμιμη Κυβέρνηση και ένα στρατιωτικό σώμα 1.400 ανδρών, τίποτα άλλο παρά τον Πεντεδέκα με 70 Αλβανούς, 50 Ελληνες και περίπου 90 Μολδαβούς και Τσιγγάνους, που τους ονομάζανε Κοζάκους και που ήτανε οι περισσότεροι άοπλοι και χωρίς στολές! [...]

Σ’ αυτή την κατάσταση αποφάσισα να καλέσω τους Βογιάρους δεύτερης και τρίτης τάξεως να γυρίσουν πίσω και να τεθούν επικεφαλής της Κυβερνήσεως, για να μπει μια τάξη και να σταματήσει η καταστροφή της χώρας» (σ. 281). 

Την εποχή που συνέβαιναν τα παραπάνω, στην ύπαιθρο της Βλαχίας διεξαγόταν μια παράλληλη επαναστατική διαδικασία με σαφή κοινωνικά χαρακτηριστικά: η αγροτική εξέγερση του Τουντόρ («Θεόδωρου») Βλαδιμηρέσκου.

Ο Καντακουζηνός υπολογίζει τους ένοπλους αγρότες του τελευταίου σε 7.100, συν 1.500 του συμπολεμιστή του Σάββα Καμινάρη, τη στιγμή που ο Υψηλάντης διέθετε μόλις 985 πολεμιστές και οι σύμμαχοί του οπλαρχηγοί κάπου 2.500 (σ. 271-2).

Στους αριστοκράτες επικεφαλής του ελληνικού «αντιπερισπασμού», τα επαναστατημένα αυτά πλήθη ήταν όμως μάλλον απωθητικά.

Αναχωρώντας στις 9 Μαΐου από το Τιργκοβίστι για τη Μολδαβία, θυμάται ο συγγραφέας, «συμβούλεψα τον πρίγκηπα Υψηλάντη, για πολλοστή φορά, να μην έχει καμία εμπιστοσύνη στον Σάββα και τον Θεόδωρο [...]. Αλλά ο πρίγκηπας τους κοινοποίησε, μέσω κάποιου Μακεντόνσκυ, όλα τα σχέδιά του» (σ. 271).

Λίγο αργότερα, ο Βλαδιμηρέσκου δολοφονήθηκε πάντως από τους ανθρώπους του Υψηλάντη, με την κατηγορία της «προδοσίας» (27/5/1821)· ενέργεια που σηματοδότησε και την οριστική αποκοπή της στρατιάς των Φιλικών από την τοπική κοινωνία. 

Ο σώζων εαυτόν σωθήτω 

Ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός στη Μονεμβασιά (αριστερά), ο Γεώργιος Καντακουζηνός με την πολυμελή οικογένειά του στη μετεπαναστατική Αθήνα  (δεξιά)Ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός στη Μονεμβασιά (αριστερά), ο Γεώργιος Καντακουζηνός με την πολυμελή οικογένειά του στη μετεπαναστατική Αθήνα (δεξιά) | 

Σημείο τομής για την αποσύνθεση του κινήματος αποτέλεσε η είδηση της αποκήρυξής του από τον τσάρο και τον Καποδίστρια, αποκήρυξης που ενταφίαζε οριστικά τα σχέδια για ρωσική στρατιωτική επέμβαση:

«Τότε άρχισαν ανωμαλίες και λεηλασίες κάθε είδους. Κανένας δεν σκεφτόταν πλέον τον πατριωτικό πόλεμο, αλλά καθένας ζητούσε να έχει το πλεονέκτημα. [...] Κάθε οπλαρχηγός προσπαθούσε να πάρει με το μέρος του όσους περισσότερους άνδρες μπορούσε και έτσι από τους 3.000 άνδρες που αρχικά είχαμε συγκεντρώσει, στον πρίγκηπα έμειναν πιστοί, ως Ιερός Λόχος, μόνο 300 άνδρες. [...]

Η πορεία μας από την Κολεντίνα στο Τιργκοβίσι έμοιαζε με φυγή: επικρατούσε φοβερή αταξία, τα τρόφιμα έλειπαν και ο καθένας προσπαθούσε να αποκτήσει όσο μπορούσε περισσότερα» (σ. 267). 

Με δεδομένη την κατάρρευση του εγχειρήματος, ως μόνη προοπτική επιβίωσης διαφαινόταν πλέον η καταφυγή στον επαναστατημένο Μοριά.

Προοπτική που αφορούσε όμως μόνο τον κεντρικό πυρήνα των επαναστατών και όχι τους επαγγελματίες πολεμιστές που είχαν συρρεύσει ευκαιριακά κάτω από την ίδια σημαία:

«Στη θλιβερή μας κατάσταση ελπίζαμε να μας επέτρεπαν οι Σέρβοι τη διάβαση προς την Ελλάδα. Εμείς θα περνούσαμε μόνο με τον Ιερό Λόχο, γιατί οι περισσότεροι Αλβανοί σ’ εκείνα τα μέρη είχαν εγκατασταθεί καλά και δεν ήθελαν να περάσουν το Δούναβη» (σ.267). 

Ολα αυτά τα σχέδια θάφτηκαν, ως γνωστόν, οριστικά στο Δραγατσάνι και επισφραγίστηκαν με τη φυγή του υψηλαντικού επιτελείου στην Αυστρία.

Εχοντας εγκαταλείψει τη Βλαχία για τη Μολδαβία ήδη από τον Μάιο, ο Καντακουζηνός θ’ αποφύγει την ύστατη αντιπαράθεση με τον εκεί οθωμανικό στρατό στο Σκουλένι (17/6/1821), καταφεύγοντας στο ρωσικό έδαφος με πρόσχημα μιαν ακόμη ανταρσία των υφισταμένων του.

Δέκα μέρες νωρίτερα, είχε ωστόσο προλάβει ν’ αναλύσει με ωμό ρεαλισμό σ’ έναν απ’ αυτούς, τον οπλαρχηγό Θανάση Καρπενησιώτη, πόσο ανώφελη έβλεπε την ηρωική αυτοθυσία τους «σε μια εχθρική χώρα» (σ. 287). 

Τα ίχνη του Μόσκοβου

Ηττημένοι επαναστάτες της Μολδοβλαχίας στην αυτοεξορία. Σκίτσο εκ του φυσικού, δημοσιευμένο σε ελβετική έκδοση της εποχής (1828) Ηττημένοι επαναστάτες της Μολδοβλαχίας στην αυτοεξορία. Σκίτσο εκ του φυσικού, δημοσιευμένο σε ελβετική έκδοση της εποχής (1828) | Δ. ΦΩΤΙΑΔΗΣ, «Η Επανάσταση του 21» (Αθήνα 1971)

Το πιο κρίσιμο ίσως ερώτημα γύρω από το κίνημα του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες αφορά την πραγματική έκταση της εμπλοκής του ρωσικού κράτους στο όλο εγχείρημα.

Η εντυπωσιακή αδράνεια του ασφυκτικού πλέγματος ασφαλείας απέναντι στις κινήσεις του στρατηγού κατά το προηγούμενο διάστημα, η κάλυψη του συνωμοτικού δικτύου της Φιλικής Εταιρείας από τις ίδιες υπηρεσίες αλλά και μια ακριτομυθία της τσαρίνας Ελισάβετ στην ιδιωτική της αλληλογραφία (περί «αποστολής» του Υψηλάντη στην τότε ρωσοτουρκική μεθόριο) αποτελούν πρώτης τάξης τροφή για τα σχετικά σενάρια, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. 

Εξαιρετικά καλοδεχούμενη, ως εκ τούτου, η πρόσφατη έκδοση δύο κλασικών έργων του παλαίμαχου Γκριγκόρι Αρς, του συστηματικότερου μέχρι σήμερα ερευνητή των ρωσικών αρχείων για ό,τι σχετίζεται με τη νεοελληνική Ιστορία.



Το 2011 κυκλοφόρησε η ελληνική μετάφραση της διδακτορικής του διατριβής («Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία», εκδ. Παπασωτηρίου) και ακολούθησε το 2015 η μονογραφία «Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία» (εκδ. Ασίνη) – υπό την αιγίδα, και τα δύο, του Κέντρου Ελληνορωσικών Ιστορικών Ερευνών. 

Πρωτοδημοσιευμένη στη Μόσχα το 1970, η διατριβή του Αρς συνδυάζει την αξιοποίηση των διαθέσιμων ελληνικών πηγών με μεγάλο αριθμό ρωσικών εγγράφων.

Ιδιαίτερα διαφωτιστικές είναι οι πληροφορίες που μας παρέχει για την «υπόθεση Γαλάτη» (την ανακάλυψη και συγκάλυψη της Εταιρείας από τις ρωσικές Αρχές το 1817), αλλά και για την υλική υποστήριξη που οι Φιλικοί τής τότε Νότιας Ρωσίας παρείχαν στο κίνημα του Υψηλάντη· δραστηριότητα που πολλαπλασίασε μεν τις υποψίες πως η Φιλική Εταιρεία δρούσε ως προέκταση του ρωσικού βαθέος κράτους, συνεχίστηκε όμως και μετά τη λήψη των πρώτων απαγορευτικών μέτρων από τις εκεί Αρχές, τον Απρίλιο του 1821. 

Χωρίς ν’ αποσαφηνίζονται τελεσίδικα οι στρατηγικές επιλογές της ρωσικής ηγεσίας, το βιβλίο τεκμηριώνει ενδελεχώς την ανεκτική στάση των ανώτερων κλιμακίων της παραμεθόριας (τουλάχιστον) διοίκησης απέναντι στους επαναστάτες.

Στάση που μπορεί να υπαγορευόταν από απλή συμπάθεια προς ένα ομόδοξο έθνος («Οι Ελληνες μάχονται απελπισμένα κι εμείς οι ορθόδοξοι καθόμαστε και κοιτάμε», γράφει χαρακτηριστικά τον Μάιο σε ιδιωτική επιστολή του ο διοικητής της Βεσσαραβίας, Ι. Ν. Ιντζόφ), ίσως όμως αρχικά να υπάκουε και σε κεντρικές οδηγίες. Τα σχετικά τεκμήρια παραμένουν, πάντως, ζητούμενα. 

Ακόμη διαφωτιστικότερο είναι ένα μεταγενέστερο άρθρο του Αρς (1989), ενσωματωμένο ως παράρτημα στην ελληνική έκδοση.

Με βάση αρχειακό υλικό που κατέστη προσβάσιμο στον συγγραφέα μετά την ολοκλήρωση της διατριβής του, παρέχει άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία για τις κινήσεις των ιδρυτών της Φιλικής στην Οδησσό κατά την εκκόλαψη της οργάνωσης, κυρίως όμως αποκαλυπτικές πληροφορίες για τη διαπλοκή του Υψηλάντη με τα υψηλόβαθμα κλιμάκια της ρωσικής διπλωματίας.

Μία μόλις μέρα μετά την κήρυξη της επανάστασης, μαθαίνουμε, ο τελευταίος έστειλε στον Ρώσο πρέσβη της Κωνσταντινούπολης ένα πακέτο εγγράφων προς διανομή σε εγχώριους αποδέκτες· μεταξύ άλλων, και την (άκαρπη) εντολή προς την τοπική εφορεία των Φιλικών για εμπρησμό της οθωμανικής πρωτεύουσας, κατάληψη του ναυστάθμου και απαγωγή του σουλτάνου.

Εντολή που ο Αρς σκιαγραφεί μεν υπαινικτικά στο δημοσίευμα του 1989, παραθέτει όμως αυτολεξεί στην έκδοση της αλληλογραφίας του Υψηλάντη που συνεπιμελήθηκε αργότερα με τον καθηγητή Σβολόπουλο («Alexandre Ypsilanti. Correspondance», Θεσσαλονίκη 1999, εκδ. ΙΜΧΑ, σ. 72). 

Εξίσου ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η εξιστόρηση της καριέρας του Καποδίστρια στην υπηρεσία του τσάρου, που πραγματεύεται το δεύτερο βιβλίο του Αρς. Βασισμένος κυρίως σε ρωσικό αρχειακό υλικό, ο συγγραφέας παρακολουθεί τη διαδρομή τού μετέπειτα κυβερνήτη, από τα πρώτα του βήματα ως απλού διπλωματικού υπαλλήλου στην Αγία Πετρούπολη (1809-11) και την ταχύτατη ανάδειξή του σε υπουργό Εξωτερικών (1815), μέχρι τον παραγκωνισμό και την εύσχημη καθαίρεσή του λόγω της Ελληνικής Επανάστασης (8/8/1822).

Η αφήγησή του αναδεικνύει τις αντιφάσεις που ο βιογραφούμενος βίωνε ως ανώτατος αξιωματούχος μιας ευρωπαϊκής δύναμης, από τη μια, και φορέας μιας συντηρητικής εκδοχής του ελληνικού εθνικισμού, από την άλλη.

Ενθερμος πολέμιος της Φιλικής Εταιρείας το 1819-20, όταν καταδίκαζε με ταξική υπεροψία τα στελέχη της σαν «κακομοίρηδες που ανακατεύονται με υποθέσεις που δεν υπάγονται, ούτε θα υπαχθούν ποτέ στην αρμοδιότητά τους», συνειδητός όμως ταυτόχρονα προστάτης τους απέναντι στην οθωμανική εξουσία και τις ευρωπαϊκές αστυνομίες· άνθρωπος που πρωτοστατούσε στους σχεδιασμούς της Ιερής Συμμαχίας για την εξάλειψη της «επαναστατικής μόλυνσης», αλλά που μετά το ξέσπασμα της εθνεγερσίας σχεδίαζε έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο, ως μόνη προοπτική σωτηρίας του γένους. 

Το αποκορύφωμα αυτών των αντιφάσεων ήρθε τον Μάρτιο του 1821, όταν ο Καποδίστριας ένιωσε να συνθλίβεται ανάμεσα στον ενδόμυχο θαυμασμό του για τη χειρονομία του Υψηλάντη και την οργανική ένταξή του στο επιτελείο της πανευρωπαϊκής αντεπανάστασης.

«Η επιστολή του είναι το άκρον άωτον της τελειότητας κι εγώ ήμουν καταδικασμένος να της απαντήσω», έγραφε για τον πρώτο στην κοινή τους φίλη, Ρωξάνδρα Στούρτζα (26/3/1821), για ν’ ακολουθήσει, τέσσερις μέρες μετά, η ορθολογική δικαιολόγηση της στάσης του προς τον αδελφό της Αλέξανδρο«Τη στιγμή που την Ευρώπη απειλούν από παντού οι επαναστατικές εκρήξεις, πώς να μην αναγνωρίσουμε στην έκρηξη που συνέβη στις Ηγεμονίες το πανομοιότυπο αποτέλεσμα των ίδιων καταστροφικών αρχών, των ίδιων σκευωριών», που δική του αποστολή ήταν να καταπνίγει; 






πηγή: efsyn
7 Νοέμβρη…

7 Νοέμβρη…

Πέμπτη, 06/11/2014 - 23:45
Φαντάζομαι πως ο υπηρέτης του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας, Αντώνης Σαμαράς, πέρσι, τη νυχτιά από την 6η προς την 7η Νοέμβρη έπεφτε για ύπνο με τη σιγουριά ενός βρώμικου σχεδίου που θα έφερνε το κτήριο της ΕΡΤ στην Αγία Παρασκευή στα χέρια της συγκυβέρνησης. Είχε αποκηρύξει τη βία
απ' όπου κι αν προερχόταν, εκτός από εκείνη, τη βία που εξυπηρετούσε τα σχέδιά του.
Σελίδα 1 από 2