Ο ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΓΟΥΑΙΖΜΑΝ ΗΤΑΝ Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

Ο ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΓΟΥΑΙΖΜΑΝ ΗΤΑΝ Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

Κυριακή, 22/02/2026 - 13:27

ΘΟΔΩΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γουάιζμαν, που πέθανε 96 χρονών ενώ γύριζε ταινίες μέχρι και το ‘23, κατέγραψε θεσμούς και συστήματα της Αμερικής όπως ποτέ κανείς άλλος. Αυτό είναι το σινεμά του – κι αυτά είναι όσα μας είπε όταν είχαμε την τιμή να τον συναντήσουμε.

«Κανείς δεν παρακολουθούσε ανθρώπους όπως ο Φρέντερικ Γουάιζμαν», έγραψαν οι New York Times αποτιμώντας την τεράστια καριέρα ενός τιτάνα του αμερικάνικου σινεμά, ο οποίος πέθανε στα 96 του την Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου στο σπίτι του στη Μασαχουσέτη.

«Αν ανοίξεις τον Φρέντερικ Γουάιζμαν θα βρεις κτίρια», έγραψε το Flix στο υπέροχο δικό του κείμενο για τον κινηματογραφικό θρύλο.

Είναι όλα ολόσωστα – άνθρωποι, κτίρια – και θεσμοί, και κοινωνικές δομές. Όλοι οι τρόποι δηλαδή με τους οποίους στελεχώνονται, υπάρχουν και κινούνται όλα τα συστήματα στον κόσμο γύρω μας. Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν έφυγε αφήνοντας πίσω κάτι περισσότερο από φιλμογραφία: Αφήνει μια παρακαταθήκη, ένα ντοκουμέντο για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.

Αν θες να εξηγήσεις τις δομές και την κοινωνική ψυχοσύνθεση του σύγχρονου κόσμου – ψέματα, τι να εξηγήσεις δηλαδή; – αν θες κι εσύ να καταλάβεις πράγματα που δεν καταλάβαινες πως δεν καταλαβαίνεις, για τις λεπτομερείς διαδικασίες και λειτουργίες που απαρτίζουν τα πάντα γύρω μας; Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν το έκανε πριν από σένα, για σένα.

***

«Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν είναι ο ήρωάς μου», μου έλεγε πριν κάποια χρόνια ένας από τους αγαπημένους μου σύγχρονους ντοκιμαντερίστες, ο Ρόμπερτ Γκριν. «Το να βλέπεις ταινίες του είναι τόσο ζεστό […], είναι αυτή η αίσθηση σα να κάνει κρύο και να βάζεις κάλτσες. Έτσι νιώθω βλέποντας Γουάιζμαν».

Είναι εύκολο να κάνουμε πολλές φορές το έργο του Γουάιζμαν να ακούγεται σαν κάποιο βαρετό μάθημα στο σχολείο, αλλά η αλήθεια είναι εντελώς αντίθετη. Μέσα από το στυλ του τη θεματολογία του καταφέρνει να εμβυθίσει τόσο πολύ τον θεατή στον εκάστοτε κόσμο, περνώντας 15 ή 20 λεπτά τη φορά σε μια σκηνή, στις εσωτερικές της εντάσεις, συγκρούσεις και διαδικασίες, που στο τέλος καθηλώνεσαι από τη μαγεία του πεζού.

Στο σινεμά του Γουάιζμαν δεν υπάρχουν κατασκευασμένες δραματουργικές κορυφώσεις, δεν θα βρεις κλιμάκωση προς τη λύση κάποιου δράματος μέχρι το τέλος της κάθε ταινίας. Πρόκειται για αγνή παρατήρηση και η ένταση προκύπτει πάντα από αυτό. Σκέψου την λιγότερο αξιοσημείωτη μέρα της ζωής σου, που στο τέλος της μπορεί να μην έχεις τίποτα ιδιαίτερο να αναφέρεις. Αλλά που στη διάρκειά της έκανες πράγματα στη δουλειά σου, ασχολήθηκες με διάφορες υποχρεώσεις, πέρασες ένα μισάωρο να λύνεις ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί.

Ακόμα και σε μια ουδέτερη κατάσταση, η καθημερινότητα αποτελείται από διαρκείς μικρο-“πλοκές”, από διαρκείς εντάσεις γεννούν και λύνουν το σασπένς του – και που όλες μαζί συνθέτουν την εμπειρία του να (απλώς) υπάρχεις. Πόσο σπάνιο είναι για το σινεμά το να καταγράφει την “(απλώς) ύπαρξη”;

Ο Γουάιζμαν ξεκίνησε να σκηνοθετεί με το Titicut Follies το 1967, στα 37 του, διεισδύοντας στα άδυτα ενός διαβόητου νοσοκομειακού ιδρύματος για ψυχικά ασθενείς εγκληματίες. Έκτοτε γύρισε πάνω από 40, κοντά στα 50, ντοκιμαντέρ, συχνά πολύωρα (3, 4, 4μιση ώρες), με έναν αδιάκοπο ρυθμό ταινία-ανά-διετία μέχρι και πολύ πρόσφατα, το 2023. Όταν, στα 93 του, ανακοίνωσε και την απόσυρσή του από τη σκηνοθεσία. Τελευταία του ταινία ήταν το Menus-Plaisirs – Les Troisgros, για την καθημερινότητα ενός οικογενειακού εστιατορίου στην κεντρική Γαλλία.

Στο ενδιάμεσο ασχολήθηκε μέσα από το έργο του με πόλεις και τοπικές κοινότητες (Belfast, Maine), με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (Welfare), με το σύστημα υγείας (Hospital), με την εκπαίδευση (High School), δημόσιες δομές όπως δανειστικές βιβλιοθήκες (Ex Libris: The New York Public Library), τα πανεπιστήμια (At Berkeley), την οργανωμένη θρησκεία (Essene), το αστυνομικό και δικαστικό σύστημα (Law and Order), την τοπική αυτοδιοίκηση (City Hall).

Η καταγραφή του είναι λεπτομερής στο βαθμό που αγγίζει επίπεδα που ξεπερνάνε το υλικό – παρόλο που ποτέ δεν το δηλώνει ρητά. Ακολουθώντας τη λειτουργία μιας μονάδας εντατικής θεραπείας ιατρικής περίθαλψης στο συνταρακτικό Near Death, συνδέει τις συστηματικές διαδικασίες με κάτι το υπαρξιακό. Στο Monrovia, Indiana καταγράφει με μεστό και πολυεπίπεδο τρόπο την καθημερινότητα και τα rituals μιας κοινότητας λίγο μετά την εκλογή του Τραμπ, σε ένα σχεδόν ποιητικό προφίλ.

Το In Jackson Heights, για πολλούς η κορυφαία δουλειά του στον 21ο αιώνα, πιάνει τους ρυθμούς μιας νεοϋορκέζικης κοινότητας ζωντανής, πολύχρωμης, πολυ-πολιτισμικής, ακτιβιστικής: Το πορτρέτο μιας κοινότητας σε καθεστώς μετάβασης, υπό το φάσμα του gentrification και των καθημερινών τριβών με τους θεσμούς.

Όπως παντού στο σινεμά του, έτσι κι εδώ η αφήγησή του είναι καθαρά εμπειρική και ποτέ θεωρητική. Το στυλ του Γουάιζμαν συνδέεται απόλυτα με τη μέθοδό του, κατά την οποία ασχολείται με το εκάστοτε θέμα του για κάποιες εβδομάδες γυρισμάτων, συγκεντρώνοντας ακόμα και πάνω από 100 ώρες υλικού – πάντα σε λογική παρατήρησης και ποτέ επέμβασης.

Ο Γουάιζμαν ποτέ δεν ήθελε να μπαίνει σε ένα θέμα γνωρίζοντας από πριν τι θέλει να πει για αυτό. Έφτανε ως σχεδόν λευκή σελίδα ο ίδιος. Δεν βλέπουμε ποτέ συνεντεύξεις πρώτου προσώπου με αντικείμενά του. Δεν έχουμε καρτέλες που εξηγούν καταστάσεις ή πρόσωπα. Δεν υπάρχουν ποτέ αφηγήσεις. Τα πάντα είναι ό,τι βλέπεις.

Παρόλαυτά ο ίδιος πάντα απέρριπτε τον χαρακτηριστικό του σινεμά-ντιρέκτ γιατί υπονοούσε μια μη κριτική σχέση αμεσότητας με το αντικείμενό του. Αντιθέτως, ο Γουάιζμαν πάντα μιλούσε πολύ ανοιχτά για την οπτική του ως σκηνοθέτης: Το να μοντάρει κανείς εκατοντάδες ώρες υλικού σε ένα 2ωρο ή 3ωρο αφηγηματικό ‘παράθυρο’ συνιστά μια εκ των πραγμάτων επέμβαση στον όποιον ‘ρεαλισμό’ και παρουσιάζει μια πραγματικότητα όπως εκείνος (ως αφηγητής) την αντιλαμβάνεται.

«Το cinéma vérité είναι απλώς ένας πομπώδης γαλλικός όρος που δεν έχει απολύτως κανένα νόημα όσο με αφορά», είχε πει σε μια συνέντευξή του 2014.

 

 

Άρα πώς περιγράφει κανείς αυτή τη γουαϊζμανική αμεσότητα; Εδώ έχουμε πορτρέτα θεσμών, διαδικασιών και κοινοτήτων όπου το exposition είναι οι ίδιες οι πράξεις, οι ίδιες οι διαδικασίες. Η πολιτική τους διάσταση είναι αδιαπραγμάτευτη αλλά ποτέ στρατευμένη και ποτέ δίνοντας την αίσθηση ενός εμπειρογνώμονα που σου εξηγεί πράγματα: Προκύπτει με αμεσότητα και φυσικότητα από το σύνολο διαδικασιών, αποφάσεων, παρατηρήσεων. Το χέρι του δημιουργού δεν φαίνεται ποτέ – αυτό δεν είναι ένα φιλμικό στυλ που έχει επίγωνση του εαυτού του. Είναι σαν μια σειρά από αναλυτικά, λεπτομερή snapshots που το ένα μετά το άλλο δημιουργούν κάτι μεγαλύτερο. Κάτι απόλυτο.

Ίσως να μην υπάρχει, να μην χρειάζεται να υπάρξει, κάποιος περαιτέρω χαρακτηρισμός. Ίσως ο ίδιος ο Γουάιζμαν να το απέρριπτε.

Και ίσως όλα αυτά να εξηγούν και γιατί ποτέ δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη ταινία ή στιγμή όπου έγινε το μεγάλο breakthrough για τον μεγάλο δημιουργό. Δεν υπήρξε Εκείνη Η Μία Ταινία που πέρασε στο mainstream, που έγινε φαινόμενο, που συγκέντρωσε αναγνώριση και βραβεία. Ακόμα κι οι βραβεύσεις του (όπως ένας τιμητικός Χρυσός Λέοντας στη Βενετία το ‘14 ή ένα τιμητικό Όσκαρ το ‘16) ήρθαν ως μια ευρύτερη αναγνώριση του συνόλου του έργου του.

Είναι συνεπές, τελικά. Το έργο του Γουάιζμαν είναι κιβωτός.

City Hall: Η τελευταία του αμιγώς πολιτική ταινία

Το City Hall, ένα ντοκιμαντέρ για την τοπική αυτοδιοίκηση της Βοστώνης, βρέθηκε στη #1 θέση της ετήσιας λίστας των Cahiers du Cinema με τις ταινίες του 2020, ενώ ήταν και στο δικό μου τοπ-10 εκείνης της χρονιάς. Μέσα από το τότε κείμενο για την ταινία, υπογραμμίζονται και κάποια διαχρονικά στοιχεία του στυλ και του έργου του Γουάιζμαν. Αυτά έγραφα τότε:

Ο Γουάιζμαν, στα 90 του πλέον χρόνια, έχει αφιερώσει την καριέρα και τη ζωή του στην αποτύπωση των διαδικασιών της κοινωνικής και πολιτικής λειτουργίας πόλεων και κοινοτήτων. Ένα από τα διάσημα πρόσφατα έργα του ήταν ας πούμε το Ex Libris, ένα 4ωρο ντοκιμαντέρ για τη δημόσια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Το City Hall ακολουθεί καθημερινές διαδικασίες και συμβάντα από το δημαρχείο της Βοστώνης.

Ο Γουάιζμαν επιλέγει μια αφηγηματικά αφιλτράριστη προσέγγιση στο υλικό του, χωρίς συνεντεύξεις, χωρίς voice over, χωρίς συμβατική δραματουργία. Για 4μιση ώρες παρακολουθούμε την ομάδα του δημάρχου στην καθημερινή της λειτουργία και το πώς προσεγγίζει κάθε παραμικρή πτυχή της τοπικής διακυβέρνησης.

Από μια σκηνή 20 λεπτών που αναλύει το μπατζετάρισμα του δημαρχείου μέχρι ένα 15λεπτο ευχαριστήριο λόγο ενός βετεράνου του Ιράκ στη διάρκεια ενός event, ο Γουάιζμαν καταγράφει με αυθεντική περιέργεια αλλά και αγάπη για αυτού τους είδους το process, κάθε κομμάτι του τι σημαίνει να βρίσκεσαι στο επίκεντρο της λειτουργίας μιας πόλης.

Μέσα από αυτή την παρατήρηση γεννιούνται συναρπαστικές παρατηρήσεις για τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές: Η σιγουριά του λόγου όταν μιλάμε για γνώριμες διαδικασίες είναι απαράμιλλη, όμως καθώς η συζήτηση έρχεται σε ζητήματα διακρίσεων ή diversity τα πάντα μοιάζουν να γίνονται πιο ρευστά και αβέβαια, δείγμα του πώς το άγνωστο και η αλλαγή εισέρχονται μέσα σε σφιχτές και καλολαδωμένες μηχανές.

Μέσα από όλη αυτή τη συλλογή περιστατικών, σχηματίζεται τελικά η εικόνα και της ίδιας της πόλης, ακριβώς επειδή την παρατηρούμε από την πλευρά της τοπικής της διακυβέρνησης: Γινόμαστε μάρτυρες των προβλημάτων, των αναγκών, της κουλτούρας. Και στη μεγάλη εικόνα του όλου του εγχειρήματος, ο Γουάιζμαν καταθέτει τελικά ένα παθιασμένο επιχείρημα υπέρ της ζωτικής σημασίας ισχυρής παρουσίας θεσμών και κρατικής οργάνωσης σε τοπικό επίπεδο. Η αμεσότητά του αναδεικνύει ανθρώπους, καθήκον και κοινότητες ως την αρχή και το τέλος.

Φρέντερικ Γουάιζμαν: «Στα ντοκιμαντέρ δεν ξεκινώ ποτέ με άποψη για το υλικό»

Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν στο φεστιβάλ Βενετίας το 2017 για την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ Ex Libris. AP Photo/Domenico Stinellis

Είχα την τιμή να συναντήσω από κοντά τον Φρέντερικ Γουάιζμαν στη Βενετία το 2022, στο πλαίσιο της πρεμιέρας της ταινίας του Un Couple – προτελευταία ταινία της καριέρας του, και μόλις 2η μυθοπλασία που γύρισε ποτέ. Βασισμένος σε επιστολές και ημερολόγια της Σοφία, συζύγου του Λέο Τολστόι, ο Γουάιζμαν σκηνοθέτησε έναν δραματοποιημένο μονόλογο παιγμένο σε one-woman show από την συν-σεναριογράφο, Ναταλί Μπουτεφό.

Ακολουθούν κάποια επιλεγμένα αποσπάσματα από εκείνη τη συζήτηση, που εστιάζουν κυρίως στην προσέγγιση του Γουάιζμαν στο ντοκιμαντέρ και γύρω από την ευρύτερη κοσμοθεωρία του σινεμά του. Ξεκινώντας από το σημείο που, μιλώντας για την απόφαση να ασχοληθεί με τον Τολστόι, ξεκαθάρισε πως: «Για μένα, τίποτα στην επιλογή του θέματος δεν είχε να κάνει με ιδεολογία. Απλώς σκέφτηκα ότι θα ήταν μια ενδιαφέρουσα σχέση.»

Ισχύει αυτό γενικά για τις ταινίες σας; Δηλαδή αυτό που λέτε τώρα, ότι δεν είχε να κάνει με ιδεολογία;

Λοιπόν, μισώ τις ιδεολογικές εξηγήσεις, γιατί πάντα μου φαίνονται απλοϊκές. Απλοϊκές και επικίνδυνες. Οπότε, ε… η προσπάθεια στις ταινίες μου –είτε πετυχαίνει είτε όχι– και η προσπάθεια και σε αυτή την ταινία, ήταν να παρουσιάσω σύνθετες καταστάσεις με τρόπο που να αντανακλά τη συνθετότητά τους. Και, συχνά, την αμφισημία τους. Και δεν αντέχω την προπαγάνδα, που θεωρώ ότι προπαγάνδα είναι κι οι ιδεολογικές εξηγήσεις.

Αυτό που λέτε είναι πολύ ενδιαφέρον. Και ο τρόπος που η κάμερα στις ταινίες σας παρατηρεί υπομονετικά, είναι σαν να μην έχετε ένα τελικό συμπέρασμα πριν ξεκινήσετε.

Στα ντοκιμαντέρ δεν ξεκινώ ποτέ με άποψη για το υλικό. Τις περισσότερες φορές δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό. Και η τελική ταινία αντιπροσωπεύει αυτό που έμαθα.

Δεν είχα περάσει ποτέ χρόνο σε ένα δημαρχείο. Δεν είχα περάσει ποτέ χρόνο σε ένα μουσείο τέχνης, εκτός αν είχα πάει ως επισκέπτης. Δεν είχα πάει ποτέ στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Και μέρος της χαράς του να κάνεις αυτά τα ντοκιμαντέρ είναι ότι μαθαίνεις κάτι – ή νομίζεις ότι μαθαίνεις κάτι, ή εξαπατάς τον εαυτό σου ότι έμαθες κάτι.

Και αυτό που έμαθες είναι αυτό που βλέπεις στην τελική ταινία. Αλλά αυτή η άποψη προκύπτει ως αποτέλεσμα δέκα μηνών ή ενός χρόνου δουλειάς. Δεν ξεκινώ με μια άποψη που θέλω να πουλήσω ή να επιβάλω στο υλικό. Η άποψη προκύπτει από τη μελέτη του υλικού.

Όσον αφορά την προσέγγιση… έχετε μάθει τόσα πολλά ως κινηματογραφιστής κάνοντας ντοκιμαντέρ επί δεκαετίες. Πώς εφαρμόζονται όλα αυτά σε κάτι τελείως διαφορετικό;

Δε νομίζω ότι εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος θα έπρεπε να μπαίνει σε κουτάκια. Προσπαθώ να κάνω ταινίες και, από τη δική μου σκοπιά, προσπαθώ να κάνω ταινίες που με ενδιαφέρουν, όποια κι αν είναι η μορφή τους. Αυτό το θέμα με ενδιέφερε. Και μέρος της χαράς του να κάνεις ταινίες είναι να βρίσκεις τη μορφή που ταιριάζει στο υλικό που σε ενδιαφέρει. Η δουλειά μου ως σκηνοθέτη και μοντέρ ήταν να βρω μια μορφή για το υλικό που υπήρχε στο σενάριο.

Η δομή καθορίστηκε από το σενάριο. Μετά, στα γυρίσματα, πειραματίζεσαι, προσπαθείς να καταλάβεις πώς μετατρέπεις τις λέξεις σε κάτι που να σου φαίνεται οπτικά ενδιαφέρον. Και στο μοντάζ, πώς παίρνεις τον τρόπο που έχει γυριστεί και τον κάνεις να λειτουργήσει –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– ως ταινία. Αυτό κάνεις στο μοντάζ.

Ανακαλύψατε κάτι καινούργιο γυρίζοντας αυτή την ταινία; Ακόμη και τεχνικά;

Είναι δύσκολη ερώτηση. Ανακάλυψα ότι μπορούσα να το κάνω. Αυτό είναι καινούργιο. Δηλαδή, μπορούσα να προσπαθήσω να το κάνω. Πάντα φοβάμαι λίγο πριν ξεκινήσω ένα ντοκιμαντέρ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Και σίγουρα φοβόμουν όταν ξεκινήσαμε αυτή την ταινία. Πάντα αναρωτιέσαι αν ξέρεις τι κάνεις. Και συχνά δεν ξέρεις, αλλά πρέπει να προσποιηθείς ότι ξέρεις.

Πάντα αγχώνομαι. Θα πάρω τις σωστές αποφάσεις; Θα υπάρξει καλό υλικό; Στο ντοκιμαντέρ ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις. Μερικές φορές βρίσκεις κάτι παράξενο και συναρπαστικό, μερικές φορές όχι.

Ήσασταν λιγότερο αγχωμένος εδώ, επειδή εσείς ελέγχατε τα πάντα;

Όχι, ήμουν περισσότερο αγχωμένος. Στο ντοκιμαντέρ, αν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχει πάντα η επόμενη μέρα. Εδώ έχεις σενάριο και πρέπει να σκεφτείς πώς θα το γυρίσεις και πώς θα λειτουργήσει στο μοντάζ. Για παράδειγμα, ήξερα ότι ήθελα πολλά πλάνα της Νάταλι να περπατά στον κήπο, χωρίς να ξέρω πώς ακριβώς θα τα χρησιμοποιήσω. Αλλά ήξερα ενστικτωδώς ότι τα χρειάζομαι. Και τελικά τα χρησιμοποίησα πολύ.

Έχετε την αίσθηση ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οι ταινίες ντοκιμαντέρ γίνονται όλο και πιο σημαντικές στα φεστιβάλ;

Ναι, αυτό συμβαίνει. Υπάρχει ακόμη δρόμος, αλλά συμβαίνει. Για παράδειγμα, όταν ξεκίνησα να κάνω ταινίες τη δεκαετία του ’60, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να προβληθεί μια ταινία μου στη Βενετία ή… και οι Κάννες ακόμη δεν είναι ιδιαίτερα δεκτικές. Η Βενετία όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι πιο ανοιχτή σε διαφορετικά είδη κινηματογράφησης, και αυτό είναι υπέροχο.

Χαίρομαι που συμβαίνει. Τώρα, ποιος είναι ο λόγος; Δεν έχω ιδέα.

Είναι ενδιαφέρον ότι λέτε, μέσα στην καριέρα σας, ότι «προσπαθείτε» ακόμη να κάνετε ταινίες. Έχετε γυρίσει πάνω από 40 ταινίες!

Για μένα, το αν λειτουργεί ή όχι… προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Και ήταν μεγάλη χαρά για εμάς να δούμε την ταινία εδώ, σε μεγάλη οθόνη, με κοινό. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά. Την είχαμε δει σε μεγάλη οθόνη στο μιξάζ και στο color grading, αλλά είναι διαφορετικό να τη βλέπεις σε μια αίθουσα με τετρακόσια ή πεντακόσια άτομα και ακόμη μεγαλύτερη οθόνη. Και φυσικά μας αρέσει όταν ο κόσμος ανταποκρίνεται στην ταινία.

Στην δημοσιογραφικη προβολή όταν εμφανίστηκε το όνομά σας στη μεγάλη οθόνη, όλοι χειροκροτούσαν.

Χαίρομαι που μου το λέτε.

Πριν και μετά.

Πριν και μετά. [χαμογελάει]

Πώς νιώθετε με αυτόν τον σεβασμό και τον θαυμασμό;

Μου αρέσει προφανώς όταν αρέσουν οι ταινίες μου. Αλλά αυτό που μας συγκίνησε περισσότερο ήταν η εμπειρία της προβολής εδώ. Μετά από όλη τη δουλειά, ήταν μια πολύ συγκινητική εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο. Να περπατάς προς την αίθουσα και να συνειδητοποιείς ότι δύο χρόνια μετά την έναρξη της δουλειάς πάνω σε μια ταινία, βρίσκεται τώρα στη Βενετία. Πάντα με την ελπίδα – ότι ο κόσμος θα ανταποκριθεί.

Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν ίδρυσε το 1970 τη Zipporah Films, ονομασμένη προς τιμήν της συζύγου του, δικηγόρου και καθηγήτριας νομικής Ζιπόρα Μπάτσο, με την οποία ήταν παντρεμένος από το 1955 ως το 2021, όταν και πέθανε. Όλες οι ταινίες του έλαβαν χρηματοδότηση και προβλήθηκαν από το PBS, το μη κερδοσκοπικό δίκτυο δημόσιας τηλεόρασης στις ΗΠΑ. Στο σάιτ της Zipporah Films (όπου είναι και διαθέσιμες όλες οι ταινίες του), η ανακοίνωση του θανάτου του Φρέντερικ Γουάιζμαν κλείνει με τη φράση:

«Αντί για λουλούδια, η οικογένεια και η Zipporah Films παρακαλούν θερμά, στη μνήμη του Φρέντερικ Γουάιζμαν, να στηρίξετε τον τοπικό σας σταθμό PBS ή ένα ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο».

Πηγή: news247.gr

 

Νίκος Ζερβόπουλος: Πέθανε ο σκηνοθέτης και ηθοποιός σε ηλικία 65 χρόνων

Νίκος Ζερβόπουλος: Πέθανε ο σκηνοθέτης και ηθοποιός σε ηλικία 65 χρόνων

Δευτέρα, 10/11/2025 - 18:17

Ο Νίκος Ζερβόπουλος υπήρξε επικεφαλής της θεατρικής ομάδας «Η συνάντηση» ενώ υπηρετούσε ως καλλιτεχνικός υπεύθυνος του πνευματικού κέντρου της μητρόπολης Αλεξανδρουπόλεως.

Σε ανακοίνωσή της στα social media η θεατρική ομάδα κάνει λόγο για έναν σπουδαίο άνθρωπο και καλλιτέχνη με σοφία, υπομονή, χιούμορ και πίστη που υπήρξε πολλά παραπάνω από σκηνοθέτης και σημάδεψε τις ζωές των ανθρώπων.

Ανακοίνωση εξέδωσε και η Ιερά Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως επισημαίνοντας ότι «η τοπική κοινωνία, η πανεπιστημιακή κοινότητα και η Ιερά Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως αποχαιρετούν έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη, έναν διαρκή εργάτη του θεάτρου και έναν σεμνό, πολύτιμο συνεργάτη».

Ποιος ήταν ο Νίκος Ζερβόπουλος

Σπούδασε αρχικά στην Ιδιωτική Δραματική Σχολή Γιώργου Θεοδοσιάδη (1978-1980) και στη συνέχεια, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, φοίτησε επί τριετία στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.).

Η μητέρα του καταγόταν από την Αλεξανδρούπολη και ο πατέρας του από την Κρήτη, με την οικογένειά του να έχει έντονη δραστηριοποίηση στον χώρο της εστίασης.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών και των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, επέστρεψε στη γενέτειρά του και άρχισε να δραστηριοποιείται στα θεατρικά δρώμενα της περιοχής, δημιουργώντας σε βάθος τεσσάρων δεκαετιών μια σταθερή και βαθιά θεατρική κουλτούρα, μέσα από τις ομάδες και τους φορείς με τους οποίους συνεργάστηκε.

Η καλλιτεχνική διαδρομή του και οι συνεργασίες

Από το 1987 και εξής, οργάνωσε και παρουσίασε, σε συνεργασία με πολιτιστικούς και δημόσιους φορείς, πλήθος θεατρικών παραστάσεων σε πόλεις και χωριά της Θράκης, ιδιαιτέρως του Νομού Έβρου. Ανάμεσά τους τα έργα: «Θάψτε τους νεκρούς» του Ίρβιν Σόου (Συμπαραγωγή: Δήμος Αλεξανδρούπολης, Κινηματογραφική Λέσχη Αλεξανδρούπολης, Δ΄ Σώμα Στρατού), «Φον Δημητράκης» του Δημήτρη Ψαθά, «Εμιγκρέδες» του Σλαβομίρ Μρόζεκ, «Φιάκας» του Δημοσθένη Μισιτζή (ως επικεφαλής του Θεατρικού Εργαστηρίου του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αλεξανδρούπολης, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος), «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Αλεσάντρο Κασόνα (Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Φερών), «Ο αχόρταγος» του Δημήτρη Ψαθά, «Ελένη» του Ευριπίδη κ.ά.

Κατά την περίοδο 1989-1990, συνεργάστηκε με το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι Νομού Πιερίας, σκηνοθετώντας τα έργα «Φονιάς» του Μήτσου Ευθυμιάδη, «Η πόλη» της Λούλας Αναγνωστάκη και τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, τα οποία παρουσιάστηκαν και στο Κίεβο. Ακολούθως συνεργάστηκε με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, σκηνοθετώντας τα έργα «Εσωτερικές ειδήσεις» του Μάριου Ποντίκα, «Ο κύκλος με την κιμωλία» του Μπρεχτ σε παιδική διασκευή, «Βασίλισσα του χιονιού» (παιδικό θέατρο) και την «Τερέζα» του Φρέντυ Γερμανού, όπου επίσης ερμήνευσε τον ρόλο του συγγραφέα.

Η διδασκαλία

Με τη θεατρική ομάδα φοιτητών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ανέβασε έργα σημαντικών συγγραφέων, όπως των Τσέχωφ, Πιραντέλο, Τριβιζά, Ουίλιαμς, Μπρεχτ, Καλογεροπούλου, Κασόνα, Ξανθούλη και άλλων.

Από το 1990 έως το 2007 δίδαξε κουκλοθέατρο, παιδικό θέατρο, θέατρο σκιών και θεατρικό παιχνίδι στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, καθώς και θεατρική αγωγή στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Δ.Π.Θ.

Δίδαξε ακόμη σε δεκάδες σεμινάρια και επιμορφωτικά προγράμματα με αντικείμενα όπως δραματοποίηση, υποκριτική, δραματολογία, αισθητική, θεατρικό παιχνίδι, ιστορία θεάτρου, ανάλυση παραστάσεων, θεωρία κινηματογράφου, κατασκευή κούκλας κ.ά.

YouTube thumbnail

Οι συνεργασίες

Συνεργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης με το Κέντρο Λαϊκών Δρωμένων Δήμου Κομοτηνής, το Κέντρο Διαπολιτισμικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Τομέα Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και συμμετείχε ως εισηγητής σε πλήθος συνεδρίων, ημερίδων και συμποσίων σε όλη την Ελλάδα.

Από το 1990 συμμετείχε σε πλήθος εκδηλώσεων ως αφηγητής, προσκεκλημένος πολιτιστικών φορέων της Θράκης.

Το 1999, μετά από πρόσκληση του Συλλόγου Δασκάλων «Αριστοτέλης» της Βάδης-Βυρτεμβέργης και του Ελληνικού Προξενείου, οργάνωσε και σκηνοθέτησε τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, σε παιδική διασκευή του Γιάννη Καλατζόπουλου, ο οποίος εκπροσώπησε την Ελλάδα στο πολιτιστικό πρόγραμμα «KULTUR – BEGEGNUNGEN» στη Στουτγκάρδη, ενώ ακολούθησε περιοδεία σε πόλεις της Γερμανίας και στη Ζυρίχη της Ελβετίας.

Με τη θεατρική ομάδα «Η συνάντηση», της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, σκηνοθέτησε από το 2004 έως σήμερα σειρά σημαντικών έργων, ανάμεσά τους: «Ματωμένος Γάμος» και «Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Λόρκα, «Βάκχες» του Ευριπίδη, «Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» του Ντύρρενματ, «Το Μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη, «Η Δίκη του Θεού» του Δημοσθένη Δούκα, «Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ» του Σμιτ, «Δάφνες και Πικροδάφνες» των Κεχαΐδη-Χαβιαρά κ.ά. Το 2010 ίδρυσε και τη «Νέα Σκηνή» με μαθητές Γυμνασίου-Λυκείου, ανεβάζοντας έργα Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Κοκτώ, Ουίλιαμς κ.ά.

Σε όλη τη διαδρομή του στάθηκε αρωγός σε κάθε θεατρική προσπάθεια που ζήτησε τη συμβολή του, έχοντας σταθερά ως στόχο την προώθηση και διάδοση της θεατρικής παιδείας.

Το έργο και η προσφορά του αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο της πολιτιστικής ιστορίας της Αλεξανδρούπολης και της Θράκης».

Η κηδεία του έγινε την περασμένη Παρασκευή στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου.

Πέθανε ο παραγωγός και σκηνοθέτης Βάσος Γεώργας

Πέθανε ο παραγωγός και σκηνοθέτης Βάσος Γεώργας

Δευτέρα, 22/09/2025 - 15:51

«Δυστυχώς αυτό που φοβόμασταν συνέβη σήμερα» και «Στο καλό Βάσο! Έγινε το αίμα σου μελάνι. Έγινες αυτό το ποίημα που στ' αλήθεια υπήρξες» έγραψαν στα social για τον Βάσο Γεώργα που πίστευε στη ρήση του Γκοντάρ ότι κάθε ταινία έχει τουλάχιστον έναν θεατή, αυτόν που την έφτιαξε.

Ο Βάσος Γεώργας, που γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια, είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO, το 2012.

«Δεν υπάρχουν πια οι χαρακτηριστικοί τύποι της γενιάς των Εξαρχείων. Εννοώ από τον Ιωάννου μέχρι τον Μίνω Βολανάκη. Από τον Κώστα Καραγιάννη μέχρι τον Λεωνίδα Χρηστάκη και τον Πάνο Κουτρουμπούση. Δεν υπάρχει κανένας πια. Δηλαδή, για κάποιον που έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια εδώ, νιώθει μοναξιά, απόλυτη μοναξιά» είχε πει στη LiFO.

Βάσος Γεώργας: Μια ζωή αφιερωμένη στον πολιτισμό

Ο Βάσος Γεώργας υπήρξε δημιουργός με πολυσχιδή πορεία στον χώρο του πολιτισμού. Γεννημένος και μεγαλωμένος στα Εξάρχεια, συνδέθηκε στενά με την περιοχή, την οποία θεωρούσε πάντα πνευματικό του σπίτι.

Εργάστηκε ως παραγωγός και σκηνοθέτης, συμμετέχοντας σε κινηματογραφικές και καλλιτεχνικές παραγωγές, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την ποίηση και τη συγγραφή κειμένων. Ξεχώρισε για την εναλλακτική του ματιά, διοργανώνοντας εκδηλώσεις μικρής κλίμακας με έντονο προσωπικό αποτύπωμα.

Η παρουσία του στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών χαρακτηρίστηκε από αφοσίωση, συνέπεια και αυθεντικότητα. Το έργο του «Το Σινεμά Γυμνό» (2010) αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα της καλλιτεχνικής του προσέγγισης, ενώ το όνομά του συνδέεται και με εκδοτικές πρωτοβουλίες. Δημιουργός πολιτιστικού site, βιβλιοπωλείων και δικών του εκδόσεων άφησε το στίγμα του στον πολιτισμό.

Ο Βάσος Γεώργας αφήνει πίσω του ένα πλούσιο πολιτιστικό αποτύπωμα, έχοντας συμβάλει στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας και διατηρώντας πάντα ζωντανό τον διάλογο γύρω από τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την καλλιτεχνική δημιουργία.

Πέθανε ο σπουδαίος ηθοποιός Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Πέθανε ο σπουδαίος ηθοποιός Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Τρίτη, 16/09/2025 - 20:10

Ο θρυλικός Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρόμπερτ Ρέντφορντ πέθανε την Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025, σε ηλικία 89 ετών, στο σπίτι του στην πολιτεία Γιούτα.

Γεννημένος στις 18 Αυγούστου 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια. Ήταν μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες του κινηματογράφου, με μια καριέρα που εκτείνονταν από τον κινηματογράφο μέχρι τη σκηνοθεσία και τον ακτιβισμό. Κέρδισε δύο βραβεία Όσκαρ: το πρώτο το 1980 για τη σκηνοθεσία της ταινίας Συνηθισμένοι Άνθρωποι (Ordinary People), και το δεύτερο το 2002 για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Με τα χαρακτηριστικά του ξανθά μαλλιά και την ακαταμάχητη γοητεία του, κατάφερε να καθιερωθεί ως το απόλυτο σύμβολο του ωραίου και του στιλάτου Αμερικανού ηθοποιού για περισσότερα από 25 χρόνια.

Robert Redford

Robert Redford AP Photo Christian Alminana

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ γεννήθηκε σε μια οικογένεια με βρετανικές και ιρλανδικές ρίζες, με τον πατέρα του να εργάζεται ως λογιστής και τη μητέρα του να είναι νοικοκυρά. Η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη αναταραχές, καθώς συχνά είχε προβλήματα συμπεριφοράς και καταναλωνόταν σε μικροκλοπές και αλκοόλ. Ωστόσο, κατάφερε να κερδίσει μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο μέσω των ικανοτήτων του στον αθλητισμό, κυρίως στο μπέιζμπολ.

Ήταν, ένας από τους τελευταίους θρύλους του αμερικανικού σινεμά με ταινίες όπως “Τα Καλύτερά μας Χρόνια”, “Το Κεντρί“, “Οι μέρες του Κόνδορα”, “Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου”. Είχε κερδίσει μάλιστα Οσκαρ ως σκηνοθέτης για την ταινία «Συνηθισμένοι Ανθρωποι» και ένα δεύτερο για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά με τη Λόλα βαν Γουάγκενεν.

Ο πρώτος ρόλος και το θέατρο

Ο πρώτος του ρόλος ήταν στην παράσταση Tall Story το 1958, η οποία παίχτηκε στο θέατρο Μπρόντγουεϊ. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στις τηλεοπτικές σειρές The Naked City και Route 66. Το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο του σε τηλεοπτική σειρά έγινε το 1960 στο Maverick. Ακολούθησαν και άλλες σειρές και θεατρικές παραστάσεις.. Η σπουδαιότερη παράσταση, στην οποία συμμετείχε ήταν το “Ξυπόλυτοι στο πάρκο”, με συμπρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Άσλι. Η παράσταση παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ το 1963 και, το 1967, κυκλοφόρησε και ως κινηματογραφική ταινία. Μέσα στο ίδιο έτος, έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere, για την εμφάνισή του στην οποία, κέρδισε το βραβείο Έμμυ β’ ανδρικού ρόλου.

Η κινηματογραφική του πορεία

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο War Hunt (Ο πόλεμος μας έκανε σκληρούς), το οποίο γυρίστηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1965, έπαιξε στο Situation Hopeless… But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία. Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Inside Daisy Clover, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, αφού ανακηρύχθηκε ο πιο πολλά υποσχόμενος ηθοποιός.

Το 1966, του δόθηκε ο ρόλος του σερίφη στο The Chase, του Άρθουρ Πεν, όμως, ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Ο σερίφης ενσαρκώθηκε από τον Μάρλον Μπράντο. Επίσης, συνεργάσθηκε και πάλι με τη Νάταλι Γουντ, αυτή τη φορά, για το This Property Is Condemned, του Σίντεϊ Πόλακ, το οποίο είχε βασιστεί στο ομότιτλο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς. Το 1967, πρωταγωνίστησε μαζί με την Τζέιν Φόντα στην κινηματογραφική εκδοχή του Ξυπόλυτοι στο Πάρκο. To 1968, υπέγραψε συμφωνία για το γύρισμα μιας ταινίας γουέστερν με την Paramount. Ωστόσο, αθέτησε την υπόσχεσή του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί στα δικαστήρια και ο Ρέντφορντ να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς δουλειά. Το 1969, πρωταγωνίστησε στο γουέστερν Οι δύο ληστές του Τζορτζ Ρόι Χιλ, μαζί με τον Πωλ Νιούμαν.

Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε σε ταινίες που είχαν μέτρια απήχηση, όπως, το Downhill racer, του Μάικλ Ρίτσι (1969). Παρ’ όλα αυτά κέρδισε βραβεία BAFTA καλύτερου ηθοποιού για το Downhill racer και το Tell them Willie Boy is here.

Συνεργάσθηκε ξανά με τον Σίντεϊ Πόλακ το 1972 για το γουέστερν Jeremiah Johnson και το 1973 για τη δραματική ιστορία αγάπης The Way We Were, μαζί με τη Μπάρμπρα Στράιζαντ. Στην ταινία αυτή, η οποία συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του είδους της, έπαιξε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους του, αυτόν του Χάμπελ. Ακόμη, το τραγούδι της Στράιζαντ The Way We Were κέρδισε βραβείο Όσκαρ.

Σκηνή από το «Ξυπόλυτοι στο Πάρκο» με την Τζέιν Φόντα:

Μεταξύ των δύο ταινιών του Πόλακ, μεσολάβησε το The Candidate του Μάικλ Ρίτσι (1972). Στην επόμενη συνεργασία του με τους Τζορτζ Ρόι Χιλ και Πωλ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ κατάφερε να είναι υποψήφιος για το βραβείο α’ ανδρικού ρόλου για την ταινία Το Κεντρί. Το 1974, ακολούθησε μια νέα επιτυχία, Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, η οποία βασίσθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.

Το 1975, συνεργάσθηκε και πάλι με τον Πόλακ για το πολιτικό θρίλερ Οι τρεις μέρες του κόνδορα, ενώ το 1976, στην ταινία All the President’s Men, η οποία και βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουορντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλακ παραγωγό και την Τζέιν Φόντα συμπρωταγωνίστρια, οι οποίες ήταν: το A Bridge Too Far, του 1977 και το The Electric Horsemen, του 1979.

Η απονομή του Όσκαρ σκηνοθεσίας το 1981 για την ταινία «Συνηθισμένοι άνθρωποι»:

Robert Redford

Robert Redford AP Photo

Η πρώτη σκηνοθεσία και τα Όσκαρ

Το 1980, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (Ordinary People), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. Η ταινία αυτή κέρδισε τέσσερα Όσκαρ και ο Ρέντφορντ αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη. Οι κριτικοί ανέφεραν πως, ο Ρέντφορντ κατάφερε να βγάλει μια πολύ δυνατή δραματική ερμηνεία τόσο από τη Μάιρη Τάιλερ Μουρ, όσο και από τον Σάδερλαντ και τον Τίμοθυ Χάτον, ο οποίος κέρδισε βραβείο β’ ανδρικού ρόλου. Η δεκαετία του 1970 έκλεισε με το Brubaker, του 1980.

Τη δεκαετία του 1980 συμμετείχε σε ελάχιστες ταινίες: το The Natural, του 1984, στην οποία υποδύθηκε τον πρωταθλητή του μπέιζμπολ και το Out of Africa του 1985, το οποίο βραβεύθηκε με επτά Όσκαρ και ήταν καρπός μιας νέας συνεργασίας του και του Σίντεϊ Πόλακ. Το 1988, σκηνοθέτησε την ταινία The Milagro Beanfield War.

Το 1992, συμπρωταγωνίστησε με τον Σίντεϊ Πουατιέ στην κωμωδία Sneakers και σκηνοθέτησε τη δραματική ταινία A River Runs Through It, με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. Ο Ρέντφορντ διεκδίκησε το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας για τη δουλειά του στην ταινία αυτή. To 1993, συμπρωταγωνίστησε με τους Γούντι Χάρελσον και Ντέμι Μουρ, στην ταινία Ανήθικη πρόταση, του Έιντριαν Λάιν. Ωστόσο, ο ρόλος του χαμηλής ηθικής εκατομμυριούχου τον έφερε αντιμέτωπο για πρώτη και μοναδική -μέχρι σήμερα- φορά, με την υποψηφιότητα για το βραβείο του Χρυσού Βατόμουρου.

Robert Redford

Robert Redford nvision/AP Chris Pizzello

Το 1994, σκηνοθέτησε το Quiz Show και έθεσε, έτσι, υποψηφιότητα για δύο βραβεία Όσκαρ: αυτού του καλύτερου σκηνοθέτη και αυτού της καλύτερης τανίας. Το 1996, έπαιξε, μαζί με τη Μισέλ Φάιφερ, στο Up Close & Personal. Το 1998, πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε το The Horse Whisperer, όπου συμμετείχε και η πολύ νεαρής ηλικίας -τότε- Σκάρλετ Γιοχάνσσον. Η ταινία αυτή πήγε σχετικά καλά εμπορικά, ενώ οι κριτικές που απέσπασε ήταν -ως επί το πλείστον- θετικές.

Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερου σκηνοθέτη. Το 2000, σκηνοθέτησε το The Legend of Bagger Vance, με πρωταγωνιστές τους Γουίλ Σμιθ, Ματ Ντέιμον και Σαρλίζ Θερόν.

Το 2001, συμπρωταγωνίστησε με τον Μπραντ Πιτ στο Spy Game, του Τόνυ Σκοτ. Το 2002, βραβεύθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Ακολούθησε το θρίλερ μυστηρίου The Clearing, του 2004 με συμπρωταγωνιστές τους Γουίλεμ Νταφόε και Έλεν Μίρεν. Το 2005, έπαιξε με τους Τζένιφερ Λόπεζ και Μόργκαν Φρίμαν στην ταινία An Unfinished Life. Το 2007, σκηνοθέτησε το Lions for Lambs, συμπρωταγωνιστώντας με τη Μέριλ Στριπ και τον Τομ Κρουζ. To 2011, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε το The Conspirator.

Σκηνή από την ταινία «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου»:

To 2012, γύρισε, σε συνεργασία με το γιο του, το Watershed ένα ντοκιμαντέρ, με θέμα την αλόγιστη εκμετάλλευση και τη σταδιακή πτώση της στάθμης του νερού του ποταμού Κολοράντο, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή νερού για τις δυτικές πολιτείες της Αμερικής. Το 2012 παρουσίασε την ταινία The Company You Keep, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τη Τζούλι Κρίστι και τη Σούζαν Σαράντον, ενώ ήταν και σκηνοθέτης. Το 2013 πρωταγωνίστησε στην ταινία Όλα Χάθηκαν του Τζέι Σι Τσάντορ, που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών και απέσπασε θερμά χειροκροτήματα από το κοινό.

Αλέξης Τσίπρας / Καταγγέλλει απαγωγή του σκηνοθέτη του «No Other Land» από τον ισραηλινό στρατό

Αλέξης Τσίπρας / Καταγγέλλει απαγωγή του σκηνοθέτη του «No Other Land» από τον ισραηλινό στρατό

Δευτέρα, 15/09/2025 - 15:33

Την εισβολή Ισραηλινών στρατιωτών στο σπίτι του βραβευμένου με Όσκαρ Παλαιστίνιου σκηνοθέτη της ταινίας «No Other Land» Μπασέλ Άντρα, καταγγέλλει με ανάρτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας.

Σημειώνεται ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε βραβεύσει τον σκηνοθέτη και με το βραβείο Ειρήνης των Πρεσπών.

Επίσης, ο Αλέξης Τσίπρας καταγγέλλει «όλεθρο που βιώνει ο παλαιστινιακός λαός», ενώ δεν κρύβει τη ντροπή που νιώθει, όπως επισημαίνει, τόσο για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για εκείνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Ολόκληρη η ανάρτηση του Αλέξη Τσίπρα έχει ως εξής:

«Ο ισραηλινός στρατός κατέλαβε χθες το σπίτι του παλαιστίνιου, βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Μπασέλ Άντρα, στον οποίο τον περασμένο Ιούνιο στην Αθήνα απονείμαμε το Βραβείο Ειρήνης των Πρεσπών, για το ντοκιμαντέρ “No Other Land”, μαζί με τον ισραηλινό σκηνοθέτη, Γιουβάλ Αμπραχάμ.

Είχε προηγηθεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο ξυλοδαρμός του αδελφού και του ξαδέλφου του, από ομάδες Ισραηλινών εποίκων που επιτέθηκαν στο χωριό του, Αλ Τουβάνι, στη νότια κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Μέχρι στιγμής, ο Μπασέλ Άντρα αγνοείται.

Ο Μπασέλ ήρθε τον Ιούνη στην Αθήνα με την οικογένειά του. Στην αγκαλιά της γυναίκας του ήταν διαρκώς το νεογέννητο παιδί τους. Η βίαιη επίθεση εναντίον τους είναι μια από τις χιλιάδες που βιώνει καθημερινά ο παλαιστινιακός λαός, ο οποίος σφαγιάζεται και λιμοκτονεί με επιλογή της κυβέρνησης Νετανιάχου και υπό την ανοχή της διεθνούς κοινότητας. Ως ευρωπαίους πολίτες, μας ντροπιάζει η στάση της ΕΕ, που αρνείται να επιβάλει κυρώσεις στο Ισραήλ, αποδεικνύοντας την αποτυχία της ως διεθνής δύναμη, αλλά και την υποκρισία της, όταν ισχυρίζεται ότι δήθεν βασίζεται σε ανθρωπιστικές αρχές και αξίες.

Ως Έλληνες, μας ντροπιάζει διπλά η στάση του κ. Μητσοτάκη, που μιλάει για “τη σωστή πλευρά της ιστορίας”, αλλά μπλοκάρει τις κυρώσεις κατά της ισραηλινής κυβέρνησης και αγνοεί επιδεικτικά τον όλεθρο που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι, προσβάλλοντας τον λαό μας, τις αρχές, την ιστορία και τους αγώνες του».

 

Γιώργος Λάνθιμoς: Στο Φεστιβάλ Βενετίας με καρφίτσα στα χρώματα της Παλαιστίνης

Γιώργος Λάνθιμoς: Στο Φεστιβάλ Βενετίας με καρφίτσα στα χρώματα της Παλαιστίνης

Πέμπτη, 28/08/2025 - 19:48

Με έντονο ενδιαφέρον και υψηλές προσδοκίες υποδέχθηκε το Φεστιβάλ Βενετίας 2025 την άφιξη του Γιώργου Λάνθιμου και της Έμα Στόουν (Emma Stone), με αφορμή την παρουσίαση της νέας τους ταινίας «Bugonia», που συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα και διεκδικεί τον Χρυσό Λέοντα.

Το μήνυμα που θέλησε να περάσει

Ο καταξιωμένος Έλληνας σκηνοθέτης και η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός, που έχουν καθιερώσει μια στενή δημιουργική συνεργασία τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας πλαισιωμένοι από τους συμπρωταγωνιστές Τζέσε Πλέμονς και Έινταν Ντέλμπις. Ο Λάνθιμος τράβηξε επιπλέον τα φλας, φορώντας καρφίτσα με τα χρώματα της Παλαιστίνης, σε μια κίνηση με προφανές πολιτικό συμβολισμό.

Η Στόουν μίλησε με ενθουσιασμό για την εμπειρία της από τα γυρίσματα του «Bugonia», χαρακτηρίζοντας τη συνεργασία με τον Λάνθιμο «βαθιά δημιουργική και ελευθερωτική». Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Λατρεύω να δουλεύω με τον Γιώργο. Οι ιστορίες που τον ελκύουν, οι κόσμοι που χτίζει, οι χαρακτήρες που μου επιτρέπει να ενσαρκώσω… όλα είναι ξεχωριστά».

 

Γιώργος Λάνθιμος
Γιώργος Λάνθιμος

 

Αναφερόμενη στην ταινία, την περιέγραψε ως «συναρπαστική, συγκινητική, αστεία και γεμάτη ζωή», υπογραμμίζοντας τη διαχρονική και κοινωνικά επίκαιρη θεματολογία της.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος Λάνθιμος επισήμανε πως παρά τη δυστοπική αισθητική της, η ταινία είναι ρεαλιστική: «Δεν είναι και τόσο φανταστικό το δυστοπικό στοιχείο. Σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Αυτό που παρουσιάζει συμβαίνει ήδη σήμερα, με την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και τους πολέμους. Η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις».

Το νόημα της ταινίας

Το «Bugonia», ριμέικ της νοτιοκορεατικής cult ταινίας «Save the Green Planet», πραγματεύεται την απαγωγή μιας ισχυρής διευθύντριας φαρμακευτικής εταιρείας από δύο συνωμοσιολόγους, οι οποίοι είναι πεπεισμένοι πως πρόκειται για εξωγήινη που απειλεί την ανθρωπότητα. Η ιστορία εξερευνά τη λεπτή γραμμή μεταξύ λογικής και παράνοιας, σχολιάζοντας τον καπιταλισμό, την κοινωνική αποξένωση και την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.

Το σενάριο υπογράφει ο Γουίλ Τρέισι (γνωστός από το «Succession»), ενώ εκτός από τη Στόουν και τον Πλέμονς, συμμετέχουν οι Αλίσια Σίλβερστοουν και ο Έλληνας κωμικός Σταύρος Χαλκιάς.

Υπενθυμίζεται ότι ο Έλληνας σκηνοθέτης είχε αιτηθεί να πραγματοποιήσει γυρίσματα για την ταινία στην Ακρόπολη – ένα αίτημα που απορρίφθηκε ομόφωνα από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), προκαλώντας δημόσια συζήτηση για τα όρια πρόσβασης του κινηματογράφου στα πολιτιστικά μνημεία.

Η τελευταία φορά που οι δύο καλλιτέχνες συμμετείχαν μαζί στο διαγωνιστικό της Βενετίας ήταν με το «Poor Things» που απέσπασε τον Χρυσό Λέοντα, τέσσερα Όσκαρ και δύο Χρυσές Σφαίρες. Το «Bugonia» θεωρείται ήδη φαβορί για διάκριση, επιβεβαιώνοντας τον Λάνθιμο ως μια από τις σημαντικότερες φωνές του σύγχρονου σινεμά.

Καθώς η Μόστρα αποτελεί την παραδοσιακή αφετηρία της οσκαρικής σεζόν, η πορεία της ταινίας ενδέχεται να επαναλάβει το γνωστό μονοπάτι επιτυχιών, εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο τον Γιώργο Λάνθιμο στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα.

Πέθανε η ηθοποιός και σκηνοθέτις Ελένη Καρπέτα – Είχε παντρευτεί τον Νίκο Ξανθόπουλο

Πέθανε η ηθοποιός και σκηνοθέτις Ελένη Καρπέτα – Είχε παντρευτεί τον Νίκο Ξανθόπουλο

Δευτέρα, 18/08/2025 - 17:02

Η Ελένη Καρπέτα γεννήθηκε το 1937 στην Χιλιαδού Φθιώτιδας. Απόφοιτη της σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1971 ίδρυσε με τον ηθοποιό Θανάση Παπαγεωργίου το θέατρο Στοά, στου Ζωγράφου, όπου ανέβασε αρκετά έργα έως το 1974 οπότε και αποχώρησε.

Έπαιξε και σκηνοθέτησε πολλές παραστάσεις του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας και από το 1974 έως το 1986 δίδασκε εκεί την υποκριτική τέχνη. Ζούσε μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Είχε παντρευτεί τον Νίκο Ξανθόπουλο με τον οποίο απέκτησε έναν γιο.

 

Ελένη Καρπέτα

«Πέθανε η Ελένη Καρπέτα. Η πρώτη μου δασκάλα στην σχολή του ΚΘΒΕ» έγραψε ο Ευδόκιμος Τσολακίδης

YouTube thumbnail

Τη θλιβερή είδηση του θανάτου της έκανε γνωστή ο συνάδελφος της, Ευδόκιμος Τσολακίδης μέσα από τα social media.

Πιο συγκεκριμένα, αναρτώντας μια εικόνα της αείμνηστης πια καλλιτέχνιδας ο ηθοποιός και σκηνοθέτης έγραψε χαρακτηριστικά στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram τα εξής: «Πέθανε η Ελένη Καρπέτα. Η πρώτη μου δασκάλα στην σχολή του ΚΘΒΕ. Τη θυμάμαι με πολλή αγάπη και νοσταλγία αλλά θα ήθελα να τονίσω κάτι που δεν ξέρω γιατί αλλά δεν το γράφουν ούτε το λένε στα αφιερώματα για το συγκεκριμένο θέατρο ή τέλος πάντων το περνάνε στα ψιλά γράμματα: Η Ελένη Καρπετα λοιπόν ίδρυσε το θέατρο Στοά. Αντίο δασκάλα μου».

Λάμπρος Παπαδημητράκης: Έφυγε από τη ζωή μια από τις φωνές του Πολυτεχνείου στα 77 χρόνια

Λάμπρος Παπαδημητράκης: Έφυγε από τη ζωή μια από τις φωνές του Πολυτεχνείου στα 77 χρόνια

Παρασκευή, 20/06/2025 - 18:55

Ο Λάμπρος Παπαδημητράκης, σκηνοθέτης και ένας από τους εκφωνητές του ραδιοφωνικού Σταθμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, έφυγε σήμερα το πρωί της Παρασκευής από τη ζωή, σε ηλικία 77 ετών.

Ο Λάμπρος Παπαδημητράκης ήταν το κατάλληλο πρόσωπο που θα μπορούσε να αναλάβει τον σταθμό αφού ήξερε ορθοφωνία και σκηνοθεσία και επιλέχθηκε από τη Συντονιστική της εξέγερσης για να αναλάβει τον Σταθμό μαζί με τον Δημήτρη Παπαχρήστο και τη Μαρία Δαμανάκη.

Είχε έντονη αντιδικτατορική δράση ως πρόεδρος του Συλλόγου Χίων φοιτητών την περίοδο της δικτατορίας και τα επόμενα χρόνια της ζωής του έδινε το δυναμικό παρόν στους αγώνες της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών.

Συνολικά γύρισε 80 ταινίες, μεταξύ αυτών και το εμβληματικό φιλμ «Κύπρος, Η Άλλη Πραγματικότητα» με συνεργάτιδά του στην σκηνοθεσία την Κύπρια σκηνοθέτιδα Θέκλα Κίττου. Μάλιστα η ταινία απέσπασε 2 μεγάλα Βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1976. Στην Κύπρο η ταινία ήταν απαγορευμένη για 7 χρόνια. Προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία σε όλη την Ελλάδα ξεπερνώντας τους 500.000 θεατές.

Το νέο site της συγγραφέως και σκηνοθέτιδος Μαρίας Μπακοπούλου βρίσκεται σε λειτουργία

Το νέο site της συγγραφέως και σκηνοθέτιδος Μαρίας Μπακοπούλου βρίσκεται σε λειτουργία

Πέμπτη, 19/06/2025 - 18:24

Το νέο site (mariabakopulu.gr) της συγγραφέως και σκηνοθέτιδος Μαρίας Μπακοπούλου βρίσκεται σε λειτουργία. Σε αυτό οι αναγνώστες/-τριες μπορούν να βρουν συγκεντρωμένη και ταξινομημένη όλη τη δουλειά της: βιβλία (ποιητικές συλλογές, μονόπρακτα), θεατρικές παραστάσεις (σκηνοθεσία, διδασκαλία, ερμηνείες, μουσική), κριτικές για το έργο της, δημοσιεύματα, φωτογραφίες, βιογραφικά στοιχεία.

Υπεύθυνη για τη δημιουργία και τη λειτουργία του site είναι η ArtsPR, η εταιρεία επικοινωνίας που εξειδικεύεται στην κατασκευή ιστοσελίδων για συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους.

Βιογραφικό
Η Μαρία Μπακοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική με τον Μάριο Βάρβογλη και τον Αντίοxo Ευαγγελάτο στο Ελληνικό Ωδείο, από όπου αποφοίτησε. Επίσης σπούδασε στη Σχολή Μουσικού Θεάτρου (Μενέλαου Θεοφανίδη) και τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Κωνσταντινίδη. Παρακολούθησε τη θεατρική πράξη στην Αμερική (Υale Rep.Theater, Longwarph, Broadway), στο Λονδίνο και στη Γερμανία (Gelsenkirchen). Eργάστηκε στο Ελεύθερο Θέατρο και στο ραδιόφωνο ως σκηνοθέτης, ηθοποιός, μεταφράστρια και μουσικός.
Με πολυδιάστατη παρουσία στον χώρο του πολιτισμού, έχει σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις, έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές («Ποιήματα 69», «Προσόμοια», «Χωρίς επίφαση», «28 Ποιητές» (Ανθολογία), «Αιφνίδιος Λόγος») και το θεατρικό έργο «Αυλαία, Οκτώ Μονόπρακτα», έχει μεταφράσει σημαντικά κείμενα και έχει αρθρογραφήσει, μελετώντας σε βάθος ποικίλες πτυχές του λόγου και της τέχνης.

 

 

«Έφυγε» ο σπουδαίος σκηνοθέτης Δημήτρης Κολλάτος

«Έφυγε» ο σπουδαίος σκηνοθέτης Δημήτρης Κολλάτος

Παρασκευή, 31/01/2025 - 17:04

Σε ηλικία 87 ετών πέθανε ο κινηματογραφικός και θεατρικός σκηνοθέτης, ηθοποιός και συγγραφέας, Δημήτρης Κολλάτος. Είχε γεννηθεί στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου του 1937.  Την είδηση του θανάτου του έκανε γνωστή με ανάρτηση του ο Σπύρος Μπιμπίλας. 

Μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Κολλάτος έγραψε 13 βιβλία, κινηματογράφησε 15 ταινίες, απέσπασε διακρίσεις στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ανέβασε προκλητικές παραστάσεις στο θέατρο και μίλησε ανοιχτά για τον αυτισμό, από τον οποίο έπασχε ο γιος του. 

Ειδικότερα, ο Δ. Κολλάτος ίδρυσε το 1959-1960 το «Πειραματικό Θέατρο Τσέπης» ανεβάζοντας έργα όπως η «Φαλακρή τραγουδίστρια» του Ιονέσκο, το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ και το «Δωμάτιο» του Χάρολντ Πίντερ. Σκηνοθέτησε επίσης την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη, με τη Μαριέτα Ριάλδη στον ρόλο της Ιφιγένειας.

Στις 7 Οκτωβρίου 1961 στο Παρίσι ανέβασε την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη, στο Centre culturel Πρωταγωνιστές ήταν οι: Arlette Baumann, Roger Jandly, Nicolas Ruffieux,M.-F. Bonte, F. Guiman. Το γαλλικό περιοδικό "L'Express" χαρακτήρισε την παράσταση «μία άνοιξη στο γαλλικό θέατρο». Η Αρλέτ Μπωμάν έγινε σύζυγός του, από την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Αλέξανδρο και τον Άλκη, και η οποία πρωταγωνίστησε στις ταινίες του.

Το 1962 γύρισε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους «Αθήνα Χι Ψι Ξι», που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.  Ακολούθησε η μεσαίου μήκους ταινία του «Ελιές» το 1964, που κι αυτή βραβεύτηκε.

Το 1966 η μεγάλου μήκους ταινία του «Θάνατος του Αλέξανδρου» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αγνοήθηκε από τα επίσημα βραβεία, πήρε όμως τρία βραβεία Κριτικών (καλύτερης ταινίας, καλύτερου σεναρίου, καλύτερης μουσικής) και γνώρισε όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και εισπρακτική επιτυχία, αφού όταν κατάφερε επιτέλους να προβληθεί στους αθηναϊκούς κινηματογράφους έκοψε σε μία εβδομάδα, 29.900 εισιτήρια.

Ο Μάνος Χατζηδάκις είχε πει: «Η σημαντικοτέρα ταινία που προεβλήθη εις το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αληθινά πανίσχυρη παρουσία που με άφησε άναυδον με το θάρρος και την δύναμιν της συλλήψεώς της, ήταν η ταινία του Δημήτρη Κολλάτου "Ο Θάνατος του Αλέξανδρου". Αυτή είναι η αληθινά μεγάλη ταινία του φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι ο πρώτος Δραματουργός του ελληνικού κινηματογράφου».

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, όπου ανέβασε 20 θεατρικές παραγωγές, δημιουργώντας το «Θέατρο της Τέχνης» (Théatre de l'Art) στο ίδιο κτίριο του Châtelet Σατλέ, στο Παρίσι. Εκεί παρουσίασε, μεταξύ άλλων, το έργο Philippe Pétain  και το θεατρικό έργο του "Γυναίκα του Σωκράτη", ένα μονόλογο με πρωταγωνίστρια τη σύζυγό του Αρλέτ Μπωμάν που ανέβασε στο θέατρο Τέχνης. Η πρεμιέρα έγινε στις 22 Δεκεμβρίου 1973. Επιλέχτηκε ως καλύτερη παράσταση της χρονιάς, και παρουσιάστηκε στο θέατρο των εθνών στις Βρυξέλλες και επαναλήφθηκε τον Ιανουάριο του 1975 και το Σεπτέμβριο του 1976. Γύρισε επίσης την ταινία "Συμπόσιο" (1972), με θέμα τον έρωτα και την ομοφυλοφιλία. Το 1974 ανέβασε το θεατρικό του έργο "Καλησπέρα κύριε Τσέχοφ " με συμπρωταγωνίστριες την Αρλέτ Μπωμάν και την Φανί Αρντάν.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1975, άρχισε να ανεβάζει μια σειρά παραστάσεων που από πολλούς θεωρήθηκαν πως έχουν ως στόχο την πρόκληση (όπως τα «Σόδομα και Γόμορρα» με γυμνό που εκείνη την εποχή έκανε σάλο) ή έστω τον πολιτικοκοινωνικό ακτιβισμό και όχι την τέχνη, όπως οι «Οι εφοπλιστές», «Άγιος Πρεβέζης» που έγινε και ταινία (1982), «Οι Γιατροί». Κέρδισε ωστόσο τις συμπάθειες με τη μαχητική του στάση όσον αφορά τα δικαιώματα των αυτιστικών παιδιών, ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία με τον γιο του Άλκη, και τη δημιουργία ειδικού χώρου στην Αίγινα για τα αυτιστικά παιδιά.

Στην αυτοβιογραφική ταινία «Ζωή με τον Άλκη» (1988), το ρόλο του αυτιστικού νεαρού έπαιξε ο άλλος του γιος, Αλέξανδρος Κολλάτος, που βραβεύτηκε με ειδική Μνεία για την ερμηνεία του στο ρόλο του αυτιστικού αδελφού του. Ο Αλέξανδρος έκτοτε έγινε ηθοποιός και σκηνοθέτης. Άλλη μια ταινία, «Κόκκινα τριαντάφυλλα σου έκοψα» (1993), μιλά όχι μόνο για την εμπειρία ενός γονιού με αυτιστικό παιδί αλλά και για την αυτοκτονία της συζύγου του Αρλέτ Μπωμάν. Στην ταινία του «Αλέξανδρος και Αϊσέ» (1998), πάλι με πρωταγωνιστή τον γιό του Αλέξανδρο, προσεγγίζει το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας μέσα από μια ερωτική ιστορία. Ενώ η «Διαθήκη του ιερέα Ζαν Μεσλιέ» (2009), επιστρέφει πάλι στο θέμα της θρησκείας και το ρόλο της εκκλησίας.

Στη Γαλλία το 1977 γύρισε τη μεσαίου μήκους "Η Γαλλία του Ζισκάρ", μια κριτική ματιά στη Γαλλία της δεκαετίας του '70.

Στην τηλεόραση είχε για ένα χρόνο δική του εκπομπή με τίτλο: «Ο Κολλάτος χωρίς λογοκρισία». Το 1989 και ξανά το 2013 έθεσε υποψηφιότητα ως ευρωβουλευτής. Το 2011 δημιούργησε την Ένωση Πολιτών Πόρτα-Πόρτα, μια νέα μορφή πολιτικής παρέμβασης που οργανώνει διάφορα "χάπενινγκ" διαμαρτυρίας κατά της πολιτικής ηγεσίας, της παρέμβασης ξένων δυνάμεων στη χώρα κτλ. Το 2014 γύρισε την ταινία "Διόνυσος", με θέμα την Ελλάδα της κρίσης που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Σελίδα 1 από 4