Δραματική δημογραφική κατάρρευση: Μείωση της γεννητικότητας κατά 55% στην Ελλάδα - 184 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις

Δραματική δημογραφική κατάρρευση: Μείωση της γεννητικότητας κατά 55% στην Ελλάδα - 184 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις

Δευτέρα, 14/09/2026 - 13:36

Δραματικές είναι οι αλλαγές που βιώνει η χώρα μας όσον αφορά την υπογεννητικότητα, καθώς μετά το 1950 φαίνεται να υπάρχει μόνιμη πτωτική πορεία. Συγκεκριμένα, οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν στις 67 χιλ. το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά 6 σχεδόν έτη , από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από έρευνα του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη.

Η μείωση των γεννήσεων που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται, αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής μετά το 1990 εισόδου αλλοδαπών, οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5.

Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας που από 2.200 παιδιά/1.000 γυναίκες το 1979-80, έχουν περιοριστεί στα 1.240 το 2024-2025. Την ίδια δε περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζύγια συρρικνώνονται, και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Έτσι αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276 χιλ. και την μεθεπόμενη στις 22 χιλ., ενώ την δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσότερους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία 2021-2025 290 χιλ.

Η κατάρρευση των γεννήσεων σε περιφερειακό επίπεδο

Οι γεννήσεις στη χώρα μας, όπως αναφέραμε ήδη, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, από 117,7 χιλ. τη διετία 2008-2009 περιορίζονται σε 66,7 χιλ. το 2024-25 και στην κατάρρευσή τους αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών (- 480 σχεδόν χιλ. και – 28%) που οφείλεται κυρίως στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες εξαιτίας της μετά το 1980 προαναφερθείσας πτώσης των γεννήσεων, και, δευτερευόντως, εξαιτίας του αρνητικού μετά το 2010 μεταναστευτικού ισοζυγίου στις ηλικίες αυτές.

Εξετάζοντας ειδικότερα τις μεταβολές σε χαμηλότερα του εθνικού επίπεδα για την περίοδο 2009-2024 για την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διαθέτουμε δεδομένα ανά νομό θα διαπιστώσουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, ενώ οι γεννήσεις ανάμεσα στα δύο αυτά έτη στη χώρα μας μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλ.), σε 6 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους 10 κυμάνθηκε από 45- 50%, ενώ στον αντίποδα σε 6 νησιωτικούς νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δύο από αυτούς -Κυκλάδες και Ζάκυνθο- μικρότερη ακόμη και του 15%.

Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση των θανάτων άλλαξαν ριζικά και την αναλογία θάνατοι ανά 100 γεννήσεις ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Αν δε λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε τον λόγο θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, θα διαπιστώσουμε πως ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα μας 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, το 2024 αντιστοιχούν πλέον 184. Σε περιφερειακό όμως επίπεδο ο δείκτης αυτός το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τις τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις.

Αντιθέτως, σε 17 νομούς που βρίσκονται όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Οι διαφορές δε ανάμεσα στους 3 νομούς της Κρήτης, τα Δωδεκάνησα, Ξάνθη και στους 9 της ηπειρωτικής Ελλάδας (Τρικάλων, Αρκαδίας, Κιλκίς, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, Φωκίδας, Γρεβενών και Σερρών) στους οποίους αντιστοιχούν 2 ή και περισσότεροι ακόμη θάνατοι ανά γέννηση, είναι σημαντικές.

Δεν είναι δε τυχαίο ότι οι νομοί με αναλογία μεγαλύτερη του 175/100 συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025 με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ από τις εντονότερες μειώσεις ( >-10%) του πληθυσμού τους, ενώ αντιθέτως σε όσους η αναλογία αυτή ήταν μικρότερη του 125/100 συγκαταλέγονται στην ομάδα εκείνη που κατέγραψε είτε μια περιορισμένη μείωση, είτε ακόμη και μια μικρή αύξηση.

Τίθεται φυσικά το ερώτημα: Πού οφείλονται οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις; Για να απαντήσουμε, σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε -απλοποιώντας στο έπακρο-, ότι:

1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιά σε κάθε ενότητα εξαρτώνται βασικά από το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών (γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές, καθώς οι νεότερες από αυτές έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια) και από την τελική τους γονιμότητα, τον αριθμό δηλ. των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν την ίδια χρονιά ανάμεσα στα 25 και τα 45 τους, και, 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιά εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων ατόμων σε κάθε ενότητα και από τις ανά ηλικία πιθανότητες θανάτου την ίδια χρονιά.

Έτσι πχ. αν δύο ενότητες έχουν κάποια χρονιά τον ίδιο αριθμό κατοίκων (100.000) αλλά στην μεν πρώτη οι γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών είναι 30.000 ενώ στη δεύτερη 15.000, ενώ και στις δύο οι γυναίκες κατανέμονται ανά ηλικία με τον ίδιο τρόπο έχοντας ταυτόχρονα τα ίδια ανά ηλικία ποσοστά γονιμότητας θα καταγράψουμε στην πρώτη τον διπλάσιο αριθμό γεννήσεων από τη δεύτερη. Ή, ακόμη αν στις δύο αυτές ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.000 αντίστοιχα, ενώ η κατανομή τους και οι πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία είναι η ίδια, θα έχουμε στη δεύτερη τον διπλάσιο αριθμό θανάτων.

Τα παραπάνω, εξηγεί ο ερευνητής, μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε σε μεγάλο βαθμό, τη διαφοροποιημένη ανά νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των Φυσικών Ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Ειδικότερα:

Ι) Οι νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν αφενός μεν στη γενεά του 1960 χαμηλή γονιμότητα (μικρότερο αριθμό παιδιών/γυναίκα) και ταχύτερη και έντονη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενεές, αφετέρου δε ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας

ΙΙ) Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.

Οι διαφοροποιημένοι επομένως ανά νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης σε συνδυασμό με τη διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είναι οι βασικές αιτίες των προαναφερθεισών μεταβολών ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Συμπερασματικά, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφεται μια κατάρρευση των γεννήσεων (-42%) πολύ εντονότερη από αυτήν της δεκαετίας του ’80, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31% (από 148 το 1980 στις 102 χιλ. το 1990). Μια τρίτη δε περίοδος σημαντικής σχετικά μείωσης (-15%) σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας αναμένεται εκ νέου ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς την περίοδο αυτή θα φθάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες το 2010-29 που υπολείπονται κατά 450 χιλ. των αντίστοιχων της εικοσαετίας 1990-2009.

Δημογραφικό: Πόσο μειώθηκαν οι γεννήσεις πέρυσι – Η περιφέρεια με αύξηση

Δημογραφικό: Πόσο μειώθηκαν οι γεννήσεις πέρυσι – Η περιφέρεια με αύξηση

Πέμπτη, 18/06/2026 - 18:50

Μείωση κατά 2.873 γεννήσεις ή 4,2% καταγράφηκε στη χώρα το 2025, καθώς οι γεννήσεις ζώντων ανήλθαν σε 65.594 (33.620 αγόρια και 31.974 κορίτσια), σε σύγκριση με 68.467 (35.216 αγόρια και 33.251 κορίτσια) το 2024. Ενώ, οι γεννήσεις νεκρών ανήλθαν σε 420, σημειώνοντας μείωση 7,5% σε σχέση με το 2024, όπου καταγράφηκαν 454 γεννήσεις νεκρών.

Σύμφωνα με τη νέα έρευνα από την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 σε σχέση με το 2024, οι πιο σημαντικές μειώσεις καταγράφονται τους μήνες Νοέμβριο και Ιανουάριο, κατά 10,4% και 10% αντίστοιχα. Οι πιο σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται τους μήνες Σεπτέμβριο και Μάιο, κατά 3% και 2,9% αντίστοιχα.

Από την ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά ηλικιακή ομάδα της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2015, οι κυριότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται για τις ηλικιακές ομάδες 30 έως 34 ετών (12.356 γεννήσεις), 25 έως 29 ετών (7.922 γεννήσεις) και 35 έως 39 ετών (4.597 γεννήσεις).

Ενώ οι κυριότερες αυξήσεις παρατηρούνται για τις ηλικιακές ομάδες 40 έως 44 ετών (1.031 γεννήσεις) και 45 έως 49 ετών (445 γεννήσεις). Αντίστοιχα, σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά ηλικιακή ομάδα της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2005, οι κυριότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται για τις ηλικιακές ομάδες 25 έως 29 ετών (20.775 γεννήσεις), 30 έως 34 ετών (13.983 γεννήσεις) και 20 έως 24 ετών (10.177 γεννήσεις). Ενώ οι κυριότερες αυξήσεις παρατηρούνται για τις ηλικιακές ομάδες 40 έως 44 ετών (2.955 γεννήσεις) και 45 έως 49 ετών (852 γεννήσεις).

Η αναλογία γεννήσεων ζώντων από μητέρες με ελληνική ιθαγένεια προς τις γεννήσεις από αλλοδαπές μητέρες, διαμορφώθηκε σε 8,9 προς 1 το 2025, έναντι 6,7 προς 1 το 2015 και 5,1 προς 1 το 2005.

Από την ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά περιφέρεια μόνιμης διαμονής της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2024, παρατηρείται μείωση των γεννήσεων στις 12 από τις 13 περιφέρειες της χώρας. Οι σημαντικότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται στις περιφέρειες Αττικής, Κεντρικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου, κατά 1.007, 656 και 273 γεννήσεις αντίστοιχα. Ενώ αύξηση παρατηρείται μόνο στην περιφέρεια Κρήτης, κατά 129 γεννήσεις.

ΕΛΣΤΑΤ: Μείωση ρεκόρ στον αριθμό γεννήσεων – Δεν έχει φρένο η πληθυσμιακή κατάρρευση

ΕΛΣΤΑΤ: Μείωση ρεκόρ στον αριθμό γεννήσεων – Δεν έχει φρένο η πληθυσμιακή κατάρρευση

Πέμπτη, 03/10/2024 - 12:11

Μειωμένες κατά -6,1% ήταν οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2023, όπως ανακοινώθηκε σήμερα από την ΕΛΣΤΑΤ. Η συρρίκνωση του πληθυσμού συνεχίζεται ακάθεκτη, αφού οι θάνατοι ήταν για άλλη μια χρονιά περισσότεροι από τις γεννήσεις, ένα φαινόμενο που παρατηρείται με όλο και μεγαλύτερη ένταση εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Συγκεκριμένα, το 2023 γεννήθηκαν 71.455 παιδιά, από 76.095 το 2022, καταγράφοντας νέο αρνητικό ρεκόρ. Από το 2010 ο ετήσιος αριθμός των γεννήσεων έχει μειωθεί κατά 38%, αντανακλώντας εν μέρει και τη συσχέτιση της οικονομικής κρίσης με τις δυσκολίες απόκτησης παιδιού.

Αρνητικό το ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι θάνατοι ανήλθαν σε 128.101, μειωμένοι κατά 9% σε σύγκριση με το 2022 (140.801) και σχεδόν 11% σε σύγκριση με το 2020 (143.901), παραμένοντας ωστόσο αισθητά περισσότεροι από ό,τι πριν την πανδημία του Covid-19.

Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά -56.446 άτομα, έναντι μείωσης -64.706 το 2022. Η αναλογία γεννήσεων-θανάτων ονομάζεται «φυσικό ισοζύγιο» και είναι ένα μέγεθος που κινείται σε αρνητικό έδαφος, από την εποχή των μνημονίων και μετά.

Η ψαλίδα του «φυσικού ισοζυγίου» μειώθηκε ελαφρά σε σύγκριση με το 2022, όμως αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι καταγράφηκαν λιγότεροι θάνατοι, καθώς οι επιπτώσεις του πανδημικού κύματος υποχώρησαν.

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Άκαρπα τα μέτρα για το δημογραφικό

Φαίνεται πως τα μέχρι τώρα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του λεγόμενου «δημογραφικού προβλήματος», όπως το εφάπαξ επίδομα γέννησης,  δεν είναι αρκετά για να αναχαιτίσουν την τάση μείωσης των γεννήσεων. Εξάλλου, τα 2.000 ευρώ για κάθε παιδί που γεννιέται, ποσό που αυξήθηκε κατά 400 ευρώ το 2024,  λειτουργούν περισσότερο ως επικοινωνιακός «μποναμάς», παρά ως πραγματική στήριξη στα ζευγάρια ή τους μονογονείς.

Όσο για τα μέτρα στήριξης των νέων ζευγαριών, όπως το πρόγραμμα «Σπίτι Μου», παραμένουν αποσπασματικά και δεν λύνουν το στεγαστικό πρόβλημα, που είναι από τους βασικότερους ανασχετικούς παράγοντες για όσους θέλουν να φτιάξουν οικογένεια και να μεγαλώσουν παιδιά.

Ομολογουμένως, το νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό, που παρουσιάστηκε χθες στο υπουργικό συμβούλιο, είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο -τουλάχιστον στα χαρτιά, καθώς περιλαμβάνει μια ευρεία μια δέσμη μέτρων. Μένει ωστόσο να δοκιμαστεί στην πράξη, ενώ τα αποτελέσματά του δεν θα είναι άμεσα ορατά, αφού οι δράσεις έχουν ορίζοντα δεκαετίας.

πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Αύξηση της βρεφικής και περιγεννητικής θνησιμότητας

Ανησυχητική ένδειξη είναι η αύξηση των θανάτων βρεφών ηλικίας κάτω του έτους, ανεβάζοντας τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (αναλογία θανάτων βρεφών ανά 1.000 γεννήσεις) στο 3,5 από 3,2.

Επίπεδα ρεκόρ καταγράφει ο δείκτης περιγεννητικής θνησιμότητας, δηλαδή η αναλογία θανάτων βρεφών κάτω της μίας εβδομάδας ή βρεφών που γεννήθηκαν νεκρά, ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων. Όπως σημειώνεται στην έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, ο  δείκτης περιγεννητικής  θνησιμότητας ανήλθε στο 7,5 το 2023, έχοντας αυξηθεί πάνω από 2 μονάδες μέσα στην τελευταία δεκαετία.

Ο δείκτης νεογνικής θνησιμότητας, δηλαδή οι θάνατοι βρεφών που είναι μικρότερα ενός μηνός σε αναλογία με τις γεννήσεις, παραμένει σταθερός, στο 2,2

πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

«Βιομηχανία» τοκετών με καισαρική

Ερωτηματικά προκαλεί και η μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στους φυσιολογικούς τοκετούς και τις γεννήσεις με καισαρική τομή. Όπως φαίνεται στο σχετικό γράφημα της ΕΛΣΤΑΤ, το 2023  44.406 παιδιά γεννήθηκαν με καισαρική τομή – αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 62% των συνολικών γεννήσεων. Είναι γνωστό ότι μια γέννηση με καισαρική κοστίζει από 1.000 ευρώ και πάνω σε δημόσιο νοσοκομεία, και από 1400 σε ιδιωτικό μαιευτήριο – χωρίς να περιλαμβάνονται οι αμοιβές των γιατρών, η παρακολούθηση των νεογνών κ.λπ.   Είναι φαινομενικά παράδοξο, ότι όσο μειώνονται οι γεννήσεις, τόσο «φουσκώνουν» τα έξοδα και οι ταρίφες στην αγορά τοκετού, στον ιδιωτικό αλλά και τον δημόσιο τομέα.

Μείωση γάμων, αύξηση διαζυγίων

Ως προς τα στοιχεία της  ΕΛΣΤΑΤ για τους γάμους και τα διαζύγια, καταγράφονται τα εξής:

  • Οι γάμοι το 2023 ανήλθαν σε 40.351 (21.402 θρησκευτικοί και 18.949 πολιτικοί) παρουσιάζοντας μείωση κατά 6,9% σε σχέση με το 2022, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 43.355 (21.381 θρησκευτικοί και  21.974 πολιτικοί).
  • Τα σύμφωνα συμβίωσης το 2023 ανήλθαν σε 15.069, παρουσιάζοντας αύξηση 17,4% σε σύγκριση με το 2022 που ήταν 12.840. Στα σύμφωνα συμβίωσης του έτους 2023 περιλαμβάνονται 262 σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρών και 121 μεταξύ γυναικών
  • Τα διαζύγια το 2023 ανήλθαν σε 15.114 παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4,4% σε σχέση με το 2022 (14.477 διαζύγια). Αναφορικά με τον τύπο διαζυγίου, οκτώ στα δέκα διαζύγια που εκδόθηκαν την τελευταία πενταετία είναι συναινετικά. Κατά το 2023, εκδόθηκαν 12.214 συναινετικά (80,8%) και 2.044 κατ’αντιδικία διαζύγια (13,5%), ενώ για 856 διαζύγια (5,7%) δεν δηλώθηκε ο τύπος διαζυγίου. Το 2023, οι περισσότερες αποφάσεις διαζυγίων για τους άντρες αφορούσαν την ομάδα ηλικιών 45 – 49 (20,1%), ενώ για τις γυναίκες την ομάδα ηλικιών 40 – 44 (21,3%). Το 66,1% των διαζυγίων που εκδόθηκαν το 2023 αφορά σε γάμους που διήρκησαν 10 και πλέον έτη (9.990 διαζύγια) (Πίνακες 10, 11, 12 και 13).
  • Η αναλογία διαζυγίων ανά 100 γάμους ήταν 37,5 το 2023, έναντι 33,4 το 2022, 34,2 το 2021, 41,2 το 2020 και 32,1 το 2019
Δημογραφικό / Ρεκόρ υπογεννητικότητας το 2023 – Προς δραματική μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας

Δημογραφικό / Ρεκόρ υπογεννητικότητας το 2023 – Προς δραματική μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας

Σάββατο, 20/01/2024 - 14:53

Ο μικρότερος που καταγράφηκε μέχρι στιγμής αναμένεται να είναι ο αριθμός των γεννήσεων το 2023, όπως τονίστηκε σε διεθνές συνέδριο του Economist, στο Καβούρι.

Σύμφωνα με την ΕΡΤ, για τα τελευταία 91 χρόνια, από το 1932, οι γεννήσεις το 2023 είναι λιγότερες από 73.000, για την ακρίβεια 72.244, που αναμένεται βεβαίως να οριστικοποιηθούν από τα ληξιαρχεία και την ΕΛΣΤΑΤ το επόμενο διάστημα.

Ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει κάτω από το 1,5% από το 1987 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε ενάμισι παιδί ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Αυτό μεταφράζεται σε συρρίκνωση του πληθυσμού, ο οποίος αναμένεται, σύμφωνα με τις πιο ζοφερές εκτιμήσεις, να μειωθεί την τελευταία 25ετία έως και 1,5 εκατομμύριο, ενώ με κάποια πιο αισιόδοξα στοιχεία, ίσως η μείωση του πληθυσμού θα είναι 1,15 εκατομμύριο.

Αυτό σημαίνει ότι η μείωση του πληθυσμού κάτω των 65 ετών θα είναι 1,8 εκατομμύρια άτομα.

Δημογραφικό: Αρνητικό ρεκόρ για Ελλάδα - Στην 6η θέση παγκοσμίως στη γήρανση του πληθυσμού

Παρασκευή, 08/12/2023 - 16:43

Βασίλης Τσακίρογλου

Στη διάρκεια του 2022, δηλαδή του τελευταίου έτους για το οποίο η ΕΛΣΤΑΤ έχει ολοκληρωμένη στατιστική εικόνα, επιβεβαιώθηκε η τάση συρρίκνωσης του ελληνικού πληθυσμού: Οι γεννήσεις ήταν μειωμένες κατά 10,31% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Σε απόλυτους αριθμούς, το 2022 γεννήθηκαν 76.541 παιδιά -και, προοπτικά, νέοι Έλληνες πολίτες- ήτοι 8.805 λιγότερα από τα 85.346 παιδιά που καταγράφηκαν στα ληξιαρχεία ανά την επικράτεια το 2021.

Μάλιστα, το σύνολο των γεννήσεων του 2022 κατέρριψε κάθε προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ για τη χώρα μας από το 1955, καθώς για πρώτη φορά από τότε που τηρούνται επίσημα και έγκυρα στατιστικά στοιχεία, καταγράφηκαν λιγότερες από 80.000 γεννήσεις ετησίως στην Ελλάδα.

pinakas-1 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



Το πιο δυσοίωνο στοιχείο είναι όμως ότι τα τελευταία 67 χρόνια οι γεννήσεις στην Ελλάδα βαίνουν σταδιακά μειούμενες. Η δε καθοδική τάση γίνεται πιο έντονη τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά από το 2008, μια χρονική περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την οικονομική κρίση, τόσο παγκοσμίως όσο -και ίσως πολύ πιο επώδυνα για την πλειονότητα των πολιτών- στην Ελλάδα. Έτσι, ενώ τη δεκαετία των '00s εκδηλώθηκε μια αναλαμπή αύξησης των γεννήσεων, από το 2008 και εξής ο πληθυσμιακός κατήφορος κυριαρχεί. Και προβληματίζει, βεβαίως, θέτοντας επιτακτικά ακόμη και ζήτημα ύπαρξης της Ελλάδας στο βάθος του χρόνου.

Την ως άνω, εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα, με τη σαφή πληθυσμιακή συρρίκνωση της χώρας, αποτυπώνει εναργώς σε μια διεξοδική επιστημονική μελέτη με τίτλο «Υπογεννητικότητα και Θνησιμότητα στην Ελλάδα», την οποίαν εκπόνησαν ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης (Ακαδημαϊκός, Βασιλική Ακαδημία Οικονομικών & Χρηματοοικονομικών, Βασιλική Ευρωπαϊκή Ακαδημία των Διδακτόρων Ισπανίας, Επίτιμος Δρ. ΑΠΘ, Πολυτεχνείο Κρήτης & Audencia Business School στη Γαλλία), ο Δρ. Δημήτρης Μπατάκης (Πολυτεχνείο Κρήτης, Εργαστήριο Financial Engineering, Μ.Sc. LSE International Health Policy, M.Sc. Health Economics and Management) και ο Μανώλης Καρακώστας (M.Sc. Διοίκησης Επιχειρήσεων Επαγγελματίας Υγείας – Ερευνητής).

 

pinakas-5 Πηγή: The World Factbook (cia.gov)

 

pinakas-6 Πηγή: statista.com



Η συγκριτική παρατήρηση και η αντιπαραβολή του ρυθμού γεννήσεων με τον αντίστοιχο των θανάτων, εικονογραφεί με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια το μέγεθος του προβλήματος. Διότι, βάσει των στατιστικών στοιχείων, καθίσταται σαφές ότι από το 2010 το ισοζύγιο γεννήσεων/θανάτων είναι μονίμως αρνητικό, έχοντας σταθερά αυξητικές τάσεις.

Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές «ανά μέσο όρο πενταετίας από το 1955, ο αριθμός των θανάτων συνεχώς αυξάνεται. Μάλιστα, την τριετία 2020-2022 η αύξηση είναι αισθητά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των προηγούμενων χρονικών περιόδων. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως αυτό οφείλεται στην πανδημία του κορονοϊού, για τα έτη 2021 και 2022, όμως η εκτίναξη των θανάτων στους 131.084 το 2020 από τους 124.954 που ήταν το 2019, μαρτυρά πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο».

Η άμεση συνέπεια της υστέρησης των γεννήσεων έναντι των θανάτων, είναι ότι η Ελλάδα γερνά. Μέσα σε 50 χρόνια οι Έλληνες ηλικίας έως 14 ετών μειώθηκαν κατά 11,3%: Το 1971 ήταν 25,4% επί του συνόλου του πληθυσμού, ενώ το 2021 μετρήθηκαν μόλις στο 14,1%. Ταυτόχρονα, αντιστρόφως ανάλογη είναι η πορεία των ηλικιωμένων. Η πληθυσμιακή ομάδα των ατόμων άνω των 65 ετών αυξήθηκε σχεδόν όσο μειώθηκαν οι νέοι, με 11,7%.

 

pinakas-2 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



Ως προς τη σύγκριση με ό,τι ισχύει παγκοσμίως, η μελέτη διαπιστώνει ότι, ως προς την γήρανση του πληθυσμού, η Ελλάδα βρίσκεται στην 6η θέση παγκοσμίως, με το 22,8% των κατοίκων της να είναι ηλικίας άνω των 65 ετών. Έως το 2050, αυτή η πληθυσμιακή ομάδα θα περιλαμβάνει το 34,5% των κατοίκων, φέρνοντας την χώρα μας στην 7η θέση του σχετικού καταλόγου.

 

pinakas-7 Πηγή: statista.com / World Data Forum

Εξυπακούεται ότι όταν αυξάνονται οι ηλικιωμένοι και μειώνονται οι νεότεροι, πολλαπλασιάζονται οι θάνατοι. Και η περιδίνηση προς την εξαφάνιση, καθώς επιταχύνει συν τω χρόνω, από ένα ορισμένο χρονικό σημείο και μετά, καθίσταται μη αναστρέψιμη. Παράλληλα, θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν του ότι πχ στην Αφρική παρατηρείται τα τελευταία χρόνια αντίστροφη τάση, με τον εκεί πληθυσμό να αυξάνεται, τον ηλικιακό μέσον όρο να πέφτει κ.ο.κ.

 

pinakas-3 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

 

pinakas-4 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Εύλογα, λοιπόν, διατυπώνεται η υπόθεση ότι η Ελλάδα θα είναι όλο και πιο ευάλωτη στο μέλλον, όλο και πιο ανίσχυρη να αντισταθεί σε κύματα μετανάστευσης από τον διεθνή περίγυρο. Η προοπτική «κατάκτησης» της Ελλάδας από φύλα διαφορετικής εθνοτικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής κ.λπ. προέλευσης, δεν είναι μια εθνικιστικού και αντιδραστικού τύπου κινδυνολογία. Δεν προκύπτει από ιδεολογικές, ρατσιστικές επί της ουσίας, φοβίες ή προκαταλήψεις. Είναι απλώς μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα ψυχρά στατιστικά στοιχεία και επιβεβαιώνεται από μελέτες όπως η συγκεκριμένη που παρουσιάζει το protothema.gr.

Ο Δήμος Αγράφων θα δίνει 3.000 ευρώ για κάθε γέννηση παιδιού από το 2024

Τρίτη, 24/10/2023 - 12:06

Το ποσό των 3.000 ευρώ θα δίνει από το 2024 ο Δήμος Αγράφων για κάθε παιδί που γεννιέται στο Δήμο, ενώ σήμερα το ποσό που ισχύει, ανέρχεται στα 1.500 ευρώ.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον δήμαρχο Αγράφων, Αλέξη Καρδαμπίκη, ο δήμος παροτρύνει και νέα ζευγάρια που θέλουν να ξεκινήσουν τη δική τους οικογένεια, αν το επιθυμούν να εγκατασταθούν στα Άγραφα. Όπως ο ίδιος είπε, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο Action24 τη Δευτέρα (23.10.23), χρηματοδοτεί και την εξωσωματική γονιμοποίηση για τα παιδιά που θα γεννηθούν στο Δήμο.

«Προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε, με τις λίγες δυνάμεις που έχουμε», σημείωσε, μιλώντας στο Action24.

«Εμείς σε όλα τα ζευγάρια που τεκνοποιούν και μένουν στο Δήμο, δίνουμε 1500 ευρώ, ενώ έχουμε δεσμευτεί ότι από τις αρχές του 2024 τα χρήματα θα γίνουν 3.000. Έχουμε ζητήσει βοήθεια φίλων των Αγράφων να ενισχύσουν με κάποιο τρόπο τις νέες μανάδες στα Άγραφα. Σύμφωνα με το πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχουμε όποιο παιδί γεννιέται στα Άγραφα, γεννιέται δωρεάν», είπε. 

ΕΛΣΤΑΤ: Μείωση στις γεννήσεις το 2022 στην Ελλάδα – Πόσοι παντρεύτηκαν και πόσοι χώρισαν (γραφήματα)

Κυριακή, 08/10/2023 - 13:51

Περαιτέρω μείωση κατά 10,3% σημείωσαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα πέρυσι και ανήλθαν σε 76.541 (39.558 αγόρια και 36.983 κορίτσια) σε σχέση με το 2021 που ήταν 85.346 (43.998 αγόρια και 41.348 κορίτσια). Στις γεννήσεις δε συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών, οι οποίες το 2022 ανήλθαν σε 446, μειωμένες κατά 1,5% σε σχέση με το 2021 που ήταν 453.

Από την άλλη πλευρά, οι θάνατοι το 2022 ανήλθαν σε 140.801 (70.802 άνδρες και 69.999 γυναίκες), καταγράφοντας μείωση 2,2% σε σχέση με το 2021 που ήταν 143.923 (73.420 άνδρες και 70.503 γυναίκες).

Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανήλθαν σε 239, μειώνοντας το δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων) από 3,48 το 2021 σε 3,12 το 2022.

Με κόκκινο χρώμα αποτυπώνονται οι θάνατοι

Σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία φυσικής κίνησης πληθυσμού από την ΕΛΣΤΑΤ, οι γάμοι το 2022 ανήλθαν σε 43.355 (21.381 θρησκευτικοί και 21.974 πολιτικοί), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 6,4% σε σχέση με το 2021, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 40.759 (18.487 θρησκευτικοί και 22.272 πολιτικοί).

Τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν σε 13.157, παρουσιάζοντας αύξηση 13,9% σε σύγκριση με το 2021 που ήταν 11.550. Στα σύμφωνα συμβίωσης του 2022 περιλαμβάνονται 394 σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρών και 113 μεταξύ γυναικών.

Τα διαζύγια ανήλθαν σε 14.477, παρουσιάζοντας αύξηση 4% σε σχέση με το 2021 (13.921διαζύγια). Αναφορικά με τον τύπο διαζυγίου, οκτώ στα δέκα διαζύγια που εκδόθηκαν την τελευταία πενταετία είναι συναινετικά. Το 2022, εκδόθηκαν 11.638 συναινετικά (80,4%) και 1.906 κατ’ αντιδικία διαζύγια (13,2%), ενώ για 933 διαζύγια (6,4%) δεν δηλώθηκε ο τύπος διαζυγίου.

Οι περισσότερες αποφάσεις διαζυγίων αφορούν σε άτομα ηλικίας 40- 44 ετών (άνδρες 17,8% και γυναίκες 20%) και ακολουθούν τα άτομα ηλικίας 45- 49 ετών (άνδρες 17,6% και γυναίκες 16,4%).

Το 65,6% των διαζυγίων που εκδόθηκαν το 2022 αφορά σε γάμους που διήρκησαν 10 και πλέον έτη (9.500 διαζύγια).

Η αναλογία διαζυγίων ανά 100 γάμους ήταν 33,4 το 2022, έναντι 34,2 το 2021, από 41,2 το 2020, από 32,1 το 2019 και από 32,8 το 2018.

Επειγόντως μέτρα για το δημογραφικό - Πώς μπορεί να ανακοπεί η τάση μείωσης του πληθυσμού της Ελλάδας

Κυριακή, 05/01/2020 - 13:00

Ως βραδυφλεγή δημογραφική βόμβα για τη χώρα μας ερμηνεύουν ειδικοί επιστήμονες το νέο αρνητικό ρεκόρ που σημειώθηκε στον αριθμό των γεννήσεων και τη χρονιά που πέρασε. Το βασικό σενάριο που, δυστυχώς, ισχύει για τη χώρα είναι ότι «ο τελικός αριθμός παιδιών που θα φέρουν στη ζωή οι γυναίκες στην Ελλάδα θα είναι μικρότερος, λίγο μικρότερος σε κάθε γενιά από αυτόν των γονιών τους». 


Ο καθηγητής Δημογραφίας του Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βύρων Κοτζαμάνης έχει αναφέρει επανειλημμένως σε δηλώσεις του πως το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο, αφού ο πληθυσμός «δεν αυξάνεται μόνο με τις γεννήσεις και τους θανάτους, αλλά και σε σχέση με την αντίστοιχη ζυγαριά, που είναι οι είσοδοι και οι έξοδοι, πόσοι μπαίνουν και πόσοι βγαίνουν από τη χώρα».
«Στην Ελλάδα η γονιμότητα των γενεών φθίνει διαρκώς. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια των τελευταίων ετών, οδήγησε μετά το 2010 αρχικά στην ανακοπή της αύξησης του πληθυσμού μας και εν συνεχεία στη μείωσή του, η οποία πιθανότατα θα συνεχιστεί μέχρι και το 2050» υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Καταθλιπτικά στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία από τα ληξιαρχεία της χώρας, τα οποία επεξεργάστηκε και δημοσίευσε την Παρασκευή η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), στην Ελλάδα πέρυσι οι θάνατοι ήταν 33.857 περισσότεροι από τις γεννήσεις, ένα φαινόμενο που πλέον αποκτά χαρακτηριστικά μονιμότητας, καθώς καταγράφεται αδιαλείπτως από το 2011, με την «ψαλίδα», ειδικά την τελευταία τετραετία, να κυμαίνεται μεταξύ 25.894 (περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις) το 2016 και 35.948 το 2017.
● Οι γεννήσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε 86.440 (44.525 αγόρια και 41.915 κορίτσια) καταγράφοντας μείωση 2,4% σε σχέση με το 2017, όταν ήταν 88.553 (45.686 αγόρια και 42.867 κορίτσια).
● Στις γεννήσεις δεν συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών, οι οποίες ανήλθαν σε 335, μειωμένες κατά 7,7% σε σχέση με το 2017, οπότε ήταν 363.
● Οι θάνατοι ανήλθαν σε 120.297 (61.387 άνδρες και 58.910 γυναίκες) καταγράφοντας μείωση 3,4% σε σχέση με το 2017, που ήταν 124.501 (63.168 άντρες και 61.333 γυναίκες).
● Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανήλθαν σε 300, αυξάνοντας ελάχιστα τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων), από 3,46 το 2017 σε 3,47 το 2018.
Οι προβλέψεις για το πληθυσμιακό μέλλον της Ελλάδας είναι εξαιρετικά δυσοίωνες. Με βάση το χειρότερο σενάριο, ο πληθυσμός της χώρας θα φτάσει τα 8,3 εκατομμύρια το 2050. Πιο μετριοπαθής πρόβλεψη κάνει λόγο για 8,8 εκατομμύρια. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για μία μείωση τουλάχιστον 2 εκατομμυρίων.

Αντιμετώπιση υπογονιμότητας
Τι μπορεί να γίνει για να ανακοπεί σε πρώτη φάση η φθίνουσα πορεία της γονιμότητας; Σύμφωνα με την έρευνα του καθηγητή απαιτούνται:
● Μια αλλαγή των αναπαραγωγικών συμπεριφορών, η οποία απαιτεί κάποιο βάθος χρόνου και προϋποθέτει την πλήρωση δύο συνθηκών: την προοδευτική αλλαγή των κυρίαρχων αξιών και την αντικατάστασή τους από αξίες που «ευνοούν» περισσότερο την τεκνογονία.
● Η δημιουργία ενός γενικότερου ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα επιτρέψει την υλοποίηση από τις νεότερες γενεές του επιθυμητού μεγέθους οικογένειας (γύρω από τα δύο παιδιά).
Ποιοι είναι όμως οι κύριοι τομείς στους οποίους χρειάζεται να επέμβουμε ώστε να περιοριστεί το πρόβλημα της υπογονιμότητας; Μια σειρά ανεπτυγμένες χώρες έχουν υιοθετήσει μέτρα στήριξης και ανόρθωσης της γονιμότητας του πληθυσμού τους, τα οποία μπορεί να κωδικοποιηθούν ως εξής:
1. Ενισχύσεις οικονομικής φύσης: Επιδόματα γάμου / συμβίωσης, οικογενειακά επιδόματα διαφοροποιούμενα συνήθως αναλόγως της τάξης έλευσης του παιδιού, πριμ (π.χ. στη γέννηση ενός παιδιού), φορολογικές ελαφρύνσεις (φόρος εισοδήματος), επιδότηση ή ακόμη και δωρεάν χρήση υπηρεσιών (π.χ. μεταφοράς με τα μαζικά μέσα, σχολικά βιβλία και είδη, εξωσχολικές δραστηριότητες – άθληση, πολιτισμός – υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), στεγαστικά βοηθήματα και δάνεια (προγράμματα κοινωνικής στέγασης, στεγαστικά επιδόματα, χαμηλότοκα δάνεια για την απόκτηση πρώτης κατοικίας και μείωση ή απαλλαγή από τους φόρους που τη βαρύνουν).
2. Μέτρα που επικεντρώνονται στον γονέα ή τους γονείς με στόχο την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή: Άδειες μητρότητας / μεγαλώματος των παιδιών και κατοχύρωση της επανόδου στην πρότερη της εγκυμοσύνης εργασία, άδειες διακοπών, επιδόματα φύλαξης των παιδιών, ύπαρξη επαρκών ποιοτικών δομών για τη μόνιμη φιλοξενία και δημιουργική απασχόληση όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, παιδικές κατασκηνώσεις, ανάπτυξη δομών για τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας εντός και εκτός σχολείου, ευέλικτα για τους γονείς ωράρια εργασίας και άδειες μικρής διάρκειας για οικογενειακούς λόγους, ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για την αποφυγή διακρίσεων στο πεδίο της εργασίας.
3. Παρεμβάσεις που στοχεύουν στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα. Αυτές αφορούν γενικότερα τη δημιουργία ευνοϊκού για το παιδί και τον γονέα / τους γονείς του περιβάλλοντος για το μεγάλωμα των παιδιών τους. Π.χ. πολεοδόμηση με ασφαλείς δημόσιους χώρους, προσβάσιμους στα παιδιά και στους συνοδούς τους (πλατείες, παιδικές χαρές, αθλοπαιδιές, πάρκα με άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο), χωροθέτηση των δομών προσχολικής και μικρής ηλικίας λαμβάνοντας υπόψη τη χωρική κατανομή των γονέων για την ελαχιστοποίηση του χρόνου μετακίνησης, μέτρα που αποσκοπούν στη διεύρυνση της ισότητας των δύο φύλων – εκτός αυτών που αναφέρονται στην οικονομική σφαίρα – και ιδιαίτερα στην ισότητα στο πλαίσιο της συμβίωσης, ανάπτυξη θετικών προσεγγίσεων απέναντι στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα.


Πηγή ://www.topontiki.gr/

Το 2060 ένας στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι πάνω από 65 ετών - Βραδυφλεγής βόμβα το δημογραφικό στην Ελλάδα

Κυριακή, 16/06/2019 - 16:00

Οι Ευρωπαίοι μπορούν να προσβλέπουν σε ζωές πιο μακριές, υγιείς και δραστήριες, χάρη στις συνεχείς προόδους στη βιοϊατρική και στην ποιότητα ζωής, που έχουν ως αποτέλεσμα το μέσο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση ενός ανθρώπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι σήμερα περίπου τα 81 έτη, εννέα χρόνια πάνω από το μέσο παγκόσμιο όρο.

         Το προσδόκιμο ζωής του μέσου Ευρωπαίου προβλέπεται ότι στο μέλλον θα αυξάνεται κατά δύο χρόνια ανά δεκαετία.

Αν αυτή η τάση όντως επιβεβαιωθεί, τότε -σύμφωνα με μια νέα μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (Joint Research Centre-JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Ινστιτούτου Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων- το 2060 το 32% του πληθυσμού της ΕΕ, δηλαδή σχεδόν ο ένας στους τρεις κατοίκους, θα είναι άνω των 65 ετών, έναντι ποσοστού 19% το 2015 και μόνο 13% το 1960.

         Επιπλέον, έως το 2060 η ΕΕ θα διαθέτει ένα μικρότερο εργατικό δυναμικό (215 εκατομμύρια έναντι 245 εκατομμυρίων το 2015), αλλά ακόμη καλύτερα μορφωμένο (το 59% θα έχει μετα-δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2060, έναντι 35% το 2015). Όμως επειδή, αν και πιο μορφωμένοι, οι μελλοντικοί Ευρωπαίοι εργαζόμενοι θα είναι συνολικά λιγότεροι λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, αυτό θα αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για τα ασφαλιστικά-συνταξιοδοτικά συστήματα και το κράτος πρόνοιας. Λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να υποστηρίζουν με τις εισφορές τους περισσότερους ηλικιωμένους και συνταξιούχους, οι οποίοι θα εξαρτώνται από τους πρώτους.

    Η αναλογία ανενεργού-ενεργού πληθυσμού -δηλαδή ο βαθμός εξάρτησης των συνταξιούχων και λοιπών μη απασχολούμενων από τους εργαζόμενους- ήταν περίπου 1,05 στην ΕΕ το 2015 (δηλαδή 105 μη εργαζόμενοι ήσαν εξαρτημένοι από 100 εργαζόμενους) και προβλέπεται -με τις σημερινές τάσεις- να αυξηθεί στο 1,36 το 2060, αν και θα υπάρχουν μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα. Χώρες που συνδυάζουν υπογεννητικότητα, υψηλό προσδόκιμο ζωής και χαμηλή απασχόληση, θα έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Για την Ελλάδα π.χ. προβλέπεται αναλογία 1,69 (169 μη εργαζόμενοι θα εξαρτώνται από 100 εργαζόμενους) και για την Ιταλία 1,72, ενώ στο άλλο άκρο θα βρίσκονται χώρες όπως η Σουηδία (1,04) και η Δανία (1,05). 

         Η μελέτη του JRC εξετάζει διάφορα σενάρια για να βελτιωθεί η κατάσταση.
Από τις τρεις βασικές κυριότερες επιλογές (αύξηση της γεννητικότητας, της εισροής μεταναστών από χώρες εκτός ΕΕ και της απασχόλησης), οι ερευνητές θεωρούν πιο κρίσιμο να διευρυνθεί η απασχόληση.

Δηλαδή ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού, που βρίσκεται σε ηλικία για εργασία, να βρίσκει όντως δουλειές. Μεταξύ άλλων, αυτό αφορά την περαιτέρω διεύρυνση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας.

    Παράλληλα, προτείνεται να ενθαρρυνθεί και η συνέχιση της εργασίας πέρα από τα 65 χρόνια. Σύμφωνα με την έκθεση, η ηλικία των 65 δεν πρέπει πια να θεωρείται συνώνυμη με το τέλος της παραγωγικής ζωής ενός ανθρώπου και η ηλικία συνταξιοδότησης πρέπει να γίνει πιο ευέλικτη στο μέλλον.

   Αν όλα τα κράτη μέλη βελτίωναν έως το 2060 το ποσοστό απασχόλησης του εργατικού δυναμικού τους για να φθάσουν τις χώρες με την καλύτερη επίδοση σήμερα (π.χ. Σουηδία), τότε η ΕΕ δεν θα εξαρτιόταν τόσο από την αύξηση της εισροής μεταναστών ως εργατικού δυναμικού, ούτε από την αύξηση της γεννητικότητας.

         Η έκθεση θεωρεί σημαντική τη μετανάστευση για τις μελλοντικές δημογραφικές εξελίξεις στην ΕΕ, τόσο για το μέγεθος του εργατικού δυναμικού, όσο και του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης. Χωρίς καθόλου έξωθεν μετανάστευση, ο πληθυσμός της ΕΕ προβλέπεται ότι -λόγω υπογεννητικότητας- θα μειωθεί στα 466 εκατομμύρια το 2060, δηλαδή στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980, ενώ με τη μετανάστευση, μπορεί να φθάσει τα 521 εκατομμύρια.

   Όμως, από την άλλη, η έκθεση επισημαίνει ότι η μετανάστευση δεν μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά τη γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού (η οποία θεωρείται δημογραφικά σχεδόν αναπότρεπτη), ούτε να λύσει από μόνη της τη δυσμενή αναλογία εργαζομένων/συνταξιούχων σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με τα σενάρια της μελέτης, ακόμη και με διπλάσια μετανάστευση, που θα αυξήσει τον πληθυσμό της ΕΕ στα 632 εκατομμύρια το 2060, το ποσοστό των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών δεν θα υποχωρήσει κάτω από το 29% (ενώ χωρίς καθόλου μετανάστευση, από την άλλη, θα έφθανε το 34%). Αν εξάλλου η γεννητικότητα αυξηθεί κατά 25%, το ποσοστό του πληθυσμού της τρίτης ηλικίας το 2060 υπολογίζεται γύρω στο 30%. Με άλλα λόγια, μετανάστευση και γεννητικότητα είναι ανεπαρκείς, χωρίς να «βάλει το χεράκι» της η διεύρυνση της απασχόλησης.

   Το πρόβλημα της Ελλάδας

    Πριν ενάμισι αιώνα, η Ευρώπη είδε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της να φεύγει για το Νέο Κόσμο, κυρίως τις ΗΠΑ. Μεταξύ 1850-1913 πάνω από 40 εκατομμύρια Ευρωπαίοι μετανάστευσαν. Τώρα η κατάσταση έχει αντιστραφεί και η Ευρώπη υποδέχεται κύματα μεταναστών.

Αλλά, σύμφωνα με τη μελέτη, σε μερικές χώρες της ΕΕ, όπως η Ελλάδα, λόγω και της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, στο ισοζύγιο των ροών της μετανάστευσης (πόσοι φεύγουν από τη χώρα και πόσοι έρχονται σε αυτήν) η ζυγαριά εξακολουθεί να γέρνει υπέρ των εκροών, καθώς η μορφωμένη νέα γενιά αναζητά καλύτερη τύχη σε άλλες χώρες.

   Η μελέτη επίσης προειδοποιεί ότι μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (όπως η Ελλάδα) μπορεί να αντιμετωπίσουν περαιτέρω συρρίκνωση πληθυσμού έως το 2060, αλλά και γήρανση του, καθώς -παράλληλα με την ενδημική υπογεννητικότητα τους- συνεχίζουν να μεταναστεύουν σε άλλες χώρες δυναμικά τμήματα του εργατικού δυναμικού τους, ένα φαινόμενο που εν μέρει οφείλεται στη «διαρροή εγκεφάλων».

Για τη Ρουμανία, για παράδειγμα, προβλέπεται ότι -με τη σημερινή τάση- ο πληθυσμός της θα μειωθεί από 19,9 εκατομμύρια το 2015 σε 13,8 εκατομμύρια το 2060 (μείωση 30%). Αν όμως σταματούσε η μετανάστευση Ρουμάνων σε άλλες χώρες της ΕΕ, τότε η μείωση του ρουμανικού πληθυσμού θα ήταν περίπου η μισή (14%) έως το 2060.



ΑΠΕ

Δημογραφικό: Μειώνονται ανησυχητικά οι γεννήσεις στην Ελλάδα ( video)

Κυριακή, 27/01/2019 - 08:00

Τον κώδωνα του κινδύνου για μείωση του πληθυσμού της χώρας κρούουν οι ειδικοί επιστήμονες, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια οι θάνατοι είναι σταθερά πολύ περισσότεροι από τις γεννήσεις αλλά και ότι νέοι άνθρωποι υψηλών προσόντων φεύγουν στο εξωτερικό.


Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από το 2010 ως το 2017 κατά 355.000


Πηγή:ΕΡΤ

Σελίδα 1 από 2