Σαχζάτ Λουκμάν και Παύλος Φύσσας - ενώνουν τις φωνές οι οικογένειές τους

Έρχονται στην Αθήνα, η μητέρα και ο πατέρας του Σαχζάτ Λουκμάν για να παραστούν στην εκδήλωση τιμής το Σάββατο 14 Δεκέμβρη και να καταθέσουν στο δικαστήριο. Στις 18 Δεκέμβρη δικάζονται οι δολοφόνοι του Σαχζάτ Λουκμάν, του Πακιστανού εργάτη που μαχαιρώθηκε στη καρδιά στις 17 Γενάρη στα Πετράλωνα. Μαζί τους στην εκδήλωση ο δικηγόρος Ανδρέας Τζίλλης εκπρόσωπος της οικογένειας του Παύλου Φύσσα.

Στην ανακοίνωσή της η κίνηση ενωμένοι ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή (ΚΕΕΡΦΑ) που διοργανώνει την εκδήλωση, αναφέρει:

"Ο Σαχζάτ Λουκμάν, πήγαινε με το ποδήλατο του στη δουλειά και οι δύο νεοναζί του έκλεισαν το δρόμο με μηχανή, κατέβηκαν και τον μαχαίρωσαν εν ψυχρώ. Μετά τη σύλληψη των δύο με το όπλο του εγκλήματος έγινε έρευνα στα σπίτια τους όπου βρέθηκε υλικό της Χρυσής Αυγής και ένα οπλοστάσιο τάγματος εφόδου της συμμορίας. Τότε η Αστυνομία δεν ερεύνησε τις διασυνδέσεις τους με τους κεντρικούς εγκεφάλους της εγκληματικής οργάνωσης των νεοναζί, τον Μιχαλολιάκο και το Κασσιδιάρη, ούτε δόθηκαν οι φωτογραφίες των δολοφόνων στη δημοσιότητα.

Τώρα, ένας εκ των δύο δολοφόνων, ο Λιακόπουλος Διονύσης συνδέεται στην έρευνα των εφετών ανακριτών για την εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Μαζί με το Στεργιόπουλο περιπολούσαν και προχώρησαν σε καταδίωξη θανάτου εγκαταλείποντας με επτά μαχαιριές στο σώμα τον Σαχζάτ Λουκμάν. Αν είχαν γίνει τότε τα βήματα για την αποκάλυψη της δράσης των ταγμάτων εφόδου, ίσως ποτέ να μην φτάναμε στις δολοφονικές τους επιθέσεις στο Πέραμα και στη Νίκαια που κόστισαν τη ζωή του Παύλου Φύσσα.



Είναι σκάνδαλο η απόπειρα να αποδοθεί το έγκλημα σε διαπληκτισμό οδηγών στο δρόμο όταν μάλιστα οι ίδιοι που ερευνούν ξανά τις υποθέσεις ρατσιστικής βίας υπογραμμίζουν ότι ο Σαχζάτ Λουκμάν μαχαιρώθηκε με στρίψιμο του μαχαιριού στην καρδιά όπως έγινε στην περίπτωση του Παύλου Φύσσα. Οι δολοφονίες του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα είναι οι πιο φρικιαστικές εγκληματικές ενέργειες των νεοναζί. Η συγκάλυψη των ευθυνών των ενόχων είναι νομιμοποίηση των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής.

Καταδικάζουμε τη κυβέρνηση Σαμαρά, τη κυβέρνηση της φτώχειας, της ανεργίας και των Μνημονίων που τους άνοιξε το δρόμο καλύπτοντας τα ρατσιστικά πογκρόμ και βάζοντας την ΕΛΑΣ να συνεργάζεται με τη Χρυσή Αυγή. Απαιτούμε τη παραδειγματική τιμωρία ενόχων και την διάλυση των ταγμάτων εφόδου των νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Να κλείσουν τα Γραφεία-ορμητήρια των επιθέσεων των νεοναζί στις γειτονιές. Να βάλουμε τέλος στις πολιτικές του ρατσισμού, των στρατοπέδων συγκέντρωσης διεκδικώντας νομιμοποίηση των μεταναστών,ιθαγένεια, για όλα τα παιδιά".

Εκδήλωση τιμής  Σάββατο 14 Δεκέμβρη, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθήνας. Ομιλητές: Οικογένεια Λουκμάν, Τζαβέντ Ασλάμ, επικεφαλής Πακιστανική Κοινότητα Ελλάδος, Ζώτος Δημήτρης, δικηγόρος, Πέτρος Κωνσταντίνου, δημοτικός σύμβουλος Αθήνας με την «Ανταρσία στις γειτονιές της Αθήνας». Συγκέντρωση  Λ.Αλεξάνδρας και Λουκάρεως, 18 Δεκέμβρη 9πμ.

Ψήφισμα για την παγκόσμια ημέρα μετανάστη υιοθέτησε το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων. Υπερψηφίστηκε από τις παρατάξεις «Δικαίωμα στην πόλη», «Λαϊκή συσπείρωση Αθήνας», «Επιμένουμε Αθήνα», «Ανοιχτή Πόλη», «Ανταρσία στις γειτονιές της Αθήνας» «Η 18η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ παγκόσμια ημέρα του Μετανάστη. Η καθιέρωση αυτή έχει ως στόχο να υπενθυμίζει στην ανθρωπότητα τα εκατομμύρια ανθρώπων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους προς αναζήτηση ενός καλύτερου και πιο ασφαλούς μέλλοντος.

Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, ενόψει της παγκόσμιας ημέρας του Μετανάστη, η οποία φέτος συμπίπτει κατά τρόπο τραγικό με την εκδίκαση της υπόθεσης δολοφονίας του μετανάστη Σαχζάτ Λουκμαν, στα Πετράλωνα, η οποία εντάσσεται στη διερευνούμενη από τη Δικαιοσύνη υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, καταδικάζει, ακόμη μια φορά, απερίφραστα τη ρατσιστική βία κατά μεταναστών που τα τελευταία χρόνια τραυματίζει τη Δημοκρατία και καλεί την Πολιτεία και τους πολίτες να σηκώσουν τοίχος απέναντι στο ρατσισμό και τη ξενοφοβία».

Η οικογένεια του Σαχζάτ Λουκμάν ζει σε ένα ορεινό χωριό στο Πακιστάν.

Η μητέρα του, η Σούκραν Μπίμπι, έζησε μια φτωχική ζωή. Την πάντρεψαν μικρή. Έκανε δέκα παιδιά, δύο αγόρια και οκτώ κορίτσια. Η ζωή της μοιράστηκε στο σπίτι και στο χωράφι. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Πολλά παιδιά φύγανε από το χωριό, μακριά από τη φτώχεια και τις φασαρίες, και πήγανε στη δύση. Για να πιάσουν δουλειά, να βοηθήσουν τις οικογένειές τους, να στείλουν πίσω λεφτά. Ο μικρός της, ο Σαχζάτ, έφυγε κι αυτός. Τη μέρα που έφυγε, ήταν 21 χρόνων. “Για λίγο”, είπε. Τη φίλησε και της υποσχέθηκε ότι θα ξανάρθει.

Πίσω, στο χωριό, λίγα άλλαξαν. Η ζωή συνέχισε να είναι φτωχική, έστω και με τα λιγοστά χρήματα, “τα είκοσι ευρώ” που έλεγε και ο Σαχζάτ, που έφταναν πίσω στο σπίτι, μαζί με κανένα γράμμα. Οι καιροί συνέχισαν να είναι δύσκολοι. Η ζωή της Σούκραν Μπίμπι συνέχισε να μοιράζεται ανάμεσα στο σπίτι και το χωράφι. Τα χέρια της σκλήρυναν από τις δουλειές, το πρόσωπό της έσπασε. Τα δάκρυα της τρέχανε κάθε φορά που κοιτούσε τη φωτογραφία που της είχε στείλει ο γιος της από τη χώρα που ήτανε και που η Σούκραν δεν την είχε ξανακούσει.

Μια μέρα, ήρθε ο μεγάλος της γιος και της έφερε τα νέα. Πάει ο Σαχζάτ, τον σκότωσαν. Πήγαινε στο παζάρι για δουλειά, πούλαγε φρούτα, για να βγάλει το ψωμί του. Γι’ αυτά τα είκοσι ευρώ που έστελνε πίσω. Και δύο άντρες τού στήσανε καρτέρι και τον μαχαίρωσαν. Από κείνη τη χειμωνιάτικη μέρα, η Σούκραν δεν σταμάτησε να κλαίει. Γράμματα δεν ήξερε. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάνανε κακό στο παιδί της. Ρώτησε αν είχε κάνει αυτός κακό. Ή αν τον κλέψανε. Αλλά τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει. Και η Σούκραν δεν καταλάβαινε. Δεν κάνουν έτσι οι άνθρωποι. Γράμματα βέβαια δεν ήξερε. Αλλά δεν καταλάβαινε πώς αφήνουν να κάνουν τέτοια πράματα. Μόνο κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν τον κράτησε όταν έφευγε από το σπίτι. Δεν άξιζε ολόκληρη ζωή. Δεν άξιζαν τα είκοσι ευρώ. Κάθε φορά που τον σκεφτόταν, αισθανόταν πεθαμένη. Τον ένιωθε να σπαρταράει από τις μαχαιριές. Και ήταν σαν να μαχαίρωναν την ίδια.

Τώρα έμαθε τα νέα, από αυτή τη χώρα που δεν την είχε ξανακούσει, ότι θα γίνει δικαστήριο, θα δικάσουν λέει τους φονιάδες του γιου της. Δεν σκότωσαν μόνο το δικό της το παιδί, σκοτώσαν κι άλλα παιδιά. Πονάει και για τις δικές τους μάνες. Θέλει να πάει κι αυτή στο δικαστήριο. Να τους δει. Να αποδοθεί δικαιοσύνη. Καμία μητέρα να μη βρεθεί στη θέση της. Κι ίσως έτσι, τέτοιο πράγμα να μην ξανασυμβεί.