Πόλεμος και ανθρωπιστική κρίση στο Μάλι

Το Μάλι αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες χώρες της Αφρικής με έκταση 1.240.192 τ.χλμ. –περίπου δέκα φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της Ελλάδας– και πληθυσμό 20 εκατομμυρίων κατοίκων. Κατά το παρελθόν (1230-1600 μ.Χ.), η αυτοκρατορία του Μάλι γνώρισε τεράστια ανάπτυξη, κυρίως λόγω του εμπορίου χρυσού και άλατος και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του μεσαίωνα. Στις αρχές του 14ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Mansa Musa, του πλουσιότερου ίσως ηγέτη της εποχής του (η αξία της περιουσίας του σε σημερινά δεδομένα υπολογίζεται σε 400 δις δολάρια), η αυτοκρατορία εκτεινόταν σε περιοχές του σημερινού Μάλι, της Σενεγάλης, της Γκάμπια, της Γουινέας, του Νίγηρα, της Νιγηρίας, του Τσαντ, της Μαυριτανίας και της Μπουρκίνα Φάσο. Σύντομα, ο Mansa Musa μετέτρεψε την πόλη του Τιμπουκτού στο κέντρο της αυτοκρατορίας του, ανεγείροντας τζαμιά, παλάτια και άλλα δημόσια κτήρια, ιδρύοντας παράλληλα και το ιστορικό πανεπιστήμιο Sankore Madrasah. Στο πανεπιστήμιο αυτό δίδασκαν λόγιοι από όλο τον αραβικό κόσμο, ενώ στη βιβλιοθήκη του φυλασσόταν μία από τις μεγαλύτερες συλλογές χειρόγραφων (περίπου 1.000.000).

Η διάλυση της αυτοκρατορίας του Μάλι, στα τέλη του 16ου αιώνα, οδήγησε στον κατακερματισμό της σε πολλά μικρότερα βασίλεια και στη σταδιακή παρακμή τους, η οποία συνεχίστηκε κατά τους επόμενους αιώνες. Το 1892 η περιοχή του σημερινού Μάλι πέρασε υπό τον έλεγχο της Γαλλίας και πήρε την ονομασία Γαλλικό Σουδάν. Το Γαλλικό Σουδάν παρέμεινε υπό γαλλική κυριαρχία μέχρι το 1960, όταν και απέκτησε την ανεξαρτησία του και μετονομάστηκε σε Μάλι. Οκτώ χρόνια μετά την ανεξαρτησία της χώρας, το 1968, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση του Modibo Keita και εγκατέστησε το πρώτο δικτατορικό καθεστώς της χώρας υπό τον Mousa Traore. Έπειτα από την πτώση του Traore το 1991 και την εγκαθίδρυση του πολυκομματικού συστήματος, επικράτησε για τις επόμενες δύο δεκαετίες μία σχετική ηρεμία και σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, το Μάλι αποτελούσε σταθερά μία από τις φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, με τον μέσο όρο του ετήσιου κατά κεφαλήν εισοδήματος, κατά την περίοδο 1991-2011, να κυμαίνεται στα 424 δολάρια. Παράλληλα, τα επίπεδα διαφθοράς στους κόλπους των κυβερνήσεων της χώρας κατά το ίδιο διάστημα βρίσκονταν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ το γεγονός ότι στα εδάφη του Μάλι διαβιούν περισσότερες από 20 διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, συχνά με αντικρουόμενα συμφέροντα, οδηγούσε σε αμοιβαία καχυποψία.

Η σημερινή κρίση στο Μάλι ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2012, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και της αυτονομιστικής οργάνωσης “National Movement for the Liberation of Azawad” (MNLA) των φυλών Τουαρέγκ  Βασικός στόχος της MNLA ήταν η απόκτηση του ελέγχου του βόρειου τμήματος της χώρας και προκειμένου να τα καταφέρει συμμάχησε με την ισλαμιστική οργάνωση Ansar Dine, η οποία συνδέεται με την Al-Qaeda, καθώς και με άλλες μικρότερες ομάδες (MUJAO, AQIM κ.α.). Ωστόσο, η πραγματική αφετηρία της κρίσης έχει τις ρίζες της στα αντικρουόμενα συμφέροντα των Τουαρέγκ και των υπόλοιπων αφρικανικών φυλών του Μάλι για την απόκτηση πολιτικής εξουσίας και επιρροής καθώς και για την προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι ιδιαίτερα έντονος ανάμεσα στους Τουαρέγκ και τις φυλές Fula και Songhay, καθώς ανταγωνίζονται για την απόκτηση πρόσβασης στους ίδιους περιορισμένους πόρους (βοσκοτόπια, υδάτινοι πόροι κλπ.). Μία ακόμα αιτία της φυλετικής διαμάχης ανάμεσα στον νομαδικό Βερβερικό λαό των Τουαρέγκ και στις υπόλοιπες μαύρες φυλές του Μάλι έχει να κάνει με το γεγονός πως οι Τουαρέγκ στο παρελθόν χρησιμοποιούσαν μέλη των υπόλοιπων φυλών των νότιων περιοχών του Μάλι ως σκλάβους. Έτσι, σε βάθος χρόνου η αντιπαλότητα και τα μίση ανάμεσα στις φυλές αυτές οδήγησαν στην αύξηση του ανταγωνισμού και των εντάσεων.

Η ανεξαρτησία της χώρας το 1960 μετέβαλε την ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των Τουαρέγκ καθώς οι φυλές του νότου, οι οποίες υπερτερούσαν κατά πολύ αριθμητικά, απέκτησαν την εξουσία. Δεδομένης της χρόνιας αντιπαλότητας με τους Τουαρέγκ οι υπόλοιπες φυλές δεν ήταν διατεθειμένες να μοιραστούν την εξουσία μαζί τους και τα επόμενα χρόνια ελάχιστοι πόροι αξιοποιήθηκαν προκειμένου να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των Τουαρέγκ. Παράλληλα, οι ξηρασίες που έλαβαν χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές στην κτηνοτροφία των Τουαρέγκ. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί Τουαρέγκ εγκατέλειψαν το Μάλι και μετακινήθηκαν στη Λιβύη προκειμένου να ενταχθούν στις στρατιωτικές δυνάμεις του Καντάφι ως μισθοφόροι, αποκτώντας μεγάλη εμπειρία στα πεδία των μαχών. Η ήττα των δυνάμεων του Καντάφι και ο θάνατος του το 2011, είχαν ως αποτέλεσμα την επιστροφή αρκετών Τουαρέγκ (1.000-4.000) στο Μάλι, φέρνοντας πίσω μαζί τους βαρύ στρατιωτικό οπλισμό τον οποίο απέκτησαν από τα αποθέματα των δυνάμεων της Λιβύης. Με αυτόν τον τρόπο οι δυνάμεις του MNLA ενισχύθηκαν σημαντικά, καθώς οι νέοι μαχητές αύξησαν σε μεγάλο βαθμό τις επιχειρησιακές δυνατότητες των εξεγερμένων

Οι συγκρούσεις με τις κυβερνητικές δυνάμεις ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2012 και μέσα σε σύντομο διάστημα οι δυνάμεις των Τουαρέγκ (MNLA) και η ισλαμιστική οργάνωση Ansar Dine, πήραν υπό τον έλεγχο τους το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου Μάλι. Στις αρχές του Απριλίου του 2012, οι δυνάμεις του MNLA ανακήρυξαν την ανεξαρτησία του βόρειου Μάλι, το οποίο μετονόμασαν σε Azawad, ενώ οι ηγέτες της οργάνωσης δήλωσαν ότι οι στόχοι του κινήματος είχαν επιτευχθεί και ανακοίνωσαν την κατάπαυση του πυρός. Ωστόσο, η συμμαχία ανάμεσα στους Τουαρέγκ και τις υπόλοιπες ισλαμιστικές οργανώσεις αποδείχτηκε βραχύβια με αποτέλεσμα σύντομα να έρθουν σε ρήξη για την εδαφική κυριαρχία των νεοαποκτηθέντων εδαφών. Ακόμα, έγινε φανερό πως οι ισλαμιστικές οργανώσεις έθεταν ως πρωταρχικό στόχο την εφαρμογή της δικής τους ισλαμιστικής εκδοχής μέσα στα όρια της επικράτειας του Μάλι καθώς και την εφαρμογή του ισλαμικού νόμου της Σαρίας. Αντίθετα, βασική προτεραιότητα των δυνάμεων του MNLA ήταν η δημιουργία και η διατήρηση του ελέγχου ενός ανεξάρτητου κράτους (Azawad) στο βόρειο Μάλι, κάτι που δεν έδειχνε να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις ισλαμιστικές οργανώσεις. Αυτές οι διαφορές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ηγεσία του MNLA ήταν αντίθετη στην εφαρμογή της Σαρίας, έκανε αναπόφευκτη τη σύγκρουση των δύο πλευρών. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 οι δυνάμεις των ισλαμιστικών οργανώσεων είχαν πάρει υπό τον έλεγχό τους τις κυριότερες πόλεις του βόρειου Μάλι (Τιμπουκτού, Γκάο, Μενάκα, Κιντάλ κ.α.) εκδιώκοντας τις δυνάμεις του MNLA. Ταυτόχρονα, προχώρησαν στην εφαρμογή του νόμου της Σαρίας στα εδάφη που κατέλαβαν, απαγορεύοντας σε αρκετές πόλεις (π.χ. Γκάο, Κιντάλ) το κάπνισμα, το αλκοόλ, την τηλεόραση, τη μουσική και το ποδόσφαιρο. Με την εδραίωση της κυριαρχίας τους στα νέα εδάφη, οι ισλαμιστικές οργανώσεις ξεκίνησαν να εξαπολύουν νέες επιθέσεις, αυτή τη φορά εναντίον της πρωτεύουσας του Μάλι, Μπαμάκο.

Από την άλλη πλευρά, οι ήττες στο πεδίο των μαχών οδήγησαν τις κυβερνητικές δυνάμεις σε στρατιωτικό πραξικόπημα με αποτέλεσμα την ανατροπή του πρωθυπουργού της χώρας, Amandou Toumani Toure. Ωστόσο, η κατάσταση εξακολουθούσε να χειροτερεύει τόσο για την κυβέρνηση του νέου πρωθυπουργού, Dioncounda Traoré, όσο και για τις δυνάμεις του MNLA. Έτσι, οι δύο πλευρές υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης τον Ιούνιο του 2013 προκειμένου να απωθήσουν τις δυνάμεις των ισλαμιστικών οργανώσεων που πλέον αποτελούσαν τον κοινό εχθρό. Παράλληλα, ο νέος πρωθυπουργός, D. Traoré, ζήτησε τη βοήθεια της Γαλλίας, ώστε να ανακαταλάβει τις περιοχές που είχαν πάρει υπό τον έλεγχο τους οι ισλαμιστικές οργανώσεις. Η γαλλική κυβέρνηση του Francois Hollande κατανοώντας ότι οι ισλαμιστές όχι μόνο απειλούσαν το Μάλι με πλήρη αποσταθεροποίηση αλλά συνιστούσαν ευρύτερη απειλή για τα γαλλικά συμφέροντα στην περιοχή, αποφάσισε τη στρατιωτική εμπλοκή της χώρας. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξε και το γεγονός ότι οι στρατιωτικές συγκρούσεις στο Μάλι απειλούσαν τον γειτονικό Νίγηρα, στα εδάφη του οποίου δραστηριοποιείτο η πολυεθνική εταιρεία γαλλικών συμφερόντων Areva. Η συγκεκριμένη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς της πυρηνικής ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών, εκμεταλλεύεται τα ιδιαίτερα πλούσια κοιτάσματα ουρανίου στην επικράτεια του Νίγηρα. Καθώς η Γαλλία έχει στηρίξει την ανάπτυξη της πυρηνικής της βιομηχανίας σε μεγάλο βαθμό στο ουράνιο και εισήγαγε από το Νίγηρα το 30% του ουρανίου (3.000 τόνους το 2011)  που χρησιμοποιεί για την παραγωγή ενέργειας, η προστασία των κοιτασμάτων του Νίγηρα ήταν ιδιαίτερης σημασίας. Παράλληλα, το Μάλι αποτέλεσε μία ιδανική ευκαιρία για τη Γαλλία ώστε να αυξήσει το διεθνές της κύρος, αποδεικνύοντας ότι είναι μία παγκόσμια δύναμη ικανή να επιχειρεί και να επιβάλλει την τάξη στις πρώην αποικίες της στην Αφρική.

Η γαλλική στρατιωτική επιχείρηση με την ονομασία “Serval” ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2013 και ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2014. Παρά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις συνέβαλαν στην αναχαίτιση των ισλαμιστικών οργανώσεων και στην ανακατάληψη των εδαφών του βορρά, δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν πλήρως τις δυνάμεις τους καθώς διέφυγαν στα βουνά και στις ερήμους της χώρας.

Έκτοτε, οι ισλαμιστικές οργανώσεις διεξάγουν επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου και πραγματοποιούν πλήθος τρομοκρατικών επιθέσεων (π.χ. επίθεση στο ξενοδοχείο Radisson Blu το 2015) και οργανωμένων επιθέσεων εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Η κατάσταση μάλιστα έχει γίνει ακόμα πιο περίπλοκη, καθώς νέες ισλαμιστικές οργανώσεις (π.χ. ISIS), οι οποίες επιχειρούν στην ευρύτερη περιοχή, ξεκίνησαν να συγκρούονται με οργανώσεις που πρόσκεινται στην Al-Qaeda (π.χ. Jama’at Nasr al-Islam wal Muslimin), για την απόκτηση πόρων και επιρροής.

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΡΙΘΜΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Από το ξεκίνημα των εχθροπραξιών το 2012 περισσότεροι από 3.000 μαχητές έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ άγνωστος είναι ο ακριβής αριθμός των νεκρών αμάχων, οι οποίοι πάντως ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο τους πρώτους οκτώ μήνες του 2020, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας έχουν κοστίσει τη ζωή σε 1.840 αμάχους. Ακόμα, από την έναρξη του πολέμου το 2012, περισσότεροι από 1 εκατομμύριο πολίτες έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας (από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι και τον Αύγουστο του ίδιου έτους, 287.500 πολίτες εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό του Μάλι), ενώ 139.700 ακόμα έχουν αναγκαστεί να διαφύγουν σε γειτονικές χώρες (Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρας, Μαυριτανία κ.α.) και αρκετοί ακόμη σε χώρες της Ευρώπης.

               ΟΜΑΔΙΚΟΙ ΒΙΑΣΜΟΙ, ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ, ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ ΠΑΙΔΙΩΝ

Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία δημοσιεύτηκε  το 2012, τόσο οι δυνάμεις του MNLA όσο και αυτές του Ansar Dine έχουν προβεί σε ομαδικούς βιασμούς, εκτελέσεις καθώς και στη στρατολόγηση παιδιών. Αντίστοιχες ενέργειες έχουν σημειωθεί και στο νότιο Μάλι κατά των Τουαρέγκ καθώς και άλλων αραβικών φυλών, μέλη των οποίων έχουν επανειλημμένα πέσει θύματα βίας από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Τον Σεπτέμβριο του 2012 μία ομάδα κυβερνητικών στρατευμάτων συνέλαβε 17 άοπλους μουσουλμάνους ιερείς και στη συνέχεια τους εκτέλεσε, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι στρατιωτικές δυνάμεις του Μάλι έχουν προχωρήσει σε συνοπτικές εκτελέσεις ύποπτων οι οποίοι δεν διέθεταν έγγραφα ταυτοποίησης. Τέλος, σύμφωνα με στοιχεία της ανθρωπιστικής οργάνωσης “Refugees International”, το 2019, 3,2 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν σε άμεση ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας.

Η μελλοντική κατάσταση στο Μάλι φαντάζει δυσοίωνη. Η δεύτερη στρατιωτική επιχείρηση της Γαλλίας (“Barkhane”) στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε το 2014 και βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν έχει φέρει ξεκάθαρα αποτελέσματα, με τη βία και τις συγκρούσεις να συνεχίζουν να μαστίζουν τη χώρα. Τον Ιούνιο του 2020, έπειτα από αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στις οποίες οι διαδηλωτές εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους για τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές συγκρούσεις, την κυβερνητική διαφθορά και την αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19, η κυβέρνηση απάντησε με τη χρήση βίας με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 11 διαδηλωτές και να τραυματιστούν άλλοι 124. Δύο μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 2020, ο αξιωματικός των κυβερνητικών δυνάμεων, Assimi Goïta, κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, εξαναγκάζοντας τον πρόεδρο, Ibrahim Boubacar Keïta και τον πρωθυπουργό, Boubou Cissé, σε παραίτηση. Ως αποτέλεσμα, το Μάλι αποβλήθηκε από την Αφρικανική Ένωση, ενώ τα ΗΕ και η ΕΕ καταδίκασαν το πραξικόπημα.

Η πλειοψηφία του λαού του Μάλι εξακολουθεί να μην τρέφει ελπίδες για το μέλλον. Οι συγκρούσεις των τελευταίων οκτώ ετών, πέρα από τους χιλιάδες νεκρούς και τις πολυάριθμες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (το 2019 καταγράφηκαν 1.236 παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και 2.021 περιστατικά βίας με βάση το φύλο ), έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση μεγάλη μερίδα των κατοίκων της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2019, το 42,7% του πληθυσμού ζούσε με λιγότερα από 1,9 δολάρια την ημέρα, ενώ η χώρα κατατασσόταν στην 184η θέση (σε σύνολο 189 χωρών), όσον αφορά στον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης. Παράλληλα, οι υποδομές στις περισσότερες περιοχές του βόρειου Μάλι έχουν καταστραφεί ή υποστεί σοβαρές ζημιές με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων να μην έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό και ηλεκτρικό ρεύμα. Επίσης, για ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, η πρόσβαση σε δομές υγείας και εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Εξαιτίας των συγκρούσεων 1.260 σχολεία έχουν σταματήσει να λειτουργούν, με αποτέλεσμα 378.000 παιδιά να μην έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, ενώ εκατομμύρια κάτοικοι συνεχίζουν να εξαρτώνται από την ξένη βοήθεια (τρόφιμα, φάρμακα κ.α.), η οποία αρκετές φορές καταλήγει στα χέρια ενόπλων ομάδων. Στα παραπάνω προβλήματα ήρθε να προστεθεί και η νέα πανδημία του COVID-19, με το Μάλι να μετρά ήδη 2.640 ασθενείς και 125 νεκρούς. Τα κρούσματα, ωστόσο, του νέου κορονοϊού υπολογίζονται σε πολύ περισσότερα καθώς το σύστημα υγείας της χώρας αδυνατεί να καταγράψει την πλειονότητα των περιπτώσεων.

Πάνος Σκαλτσούνης, Υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

https://www.nostimonimar.gr