Γαλλία: «επιστροφή» της εργατικής τάξης και υπόδειγμα αγώνα για όλη την Ευρώπη

Αλέξης Λιοσάτος
αναδημοσίευση από το rproject

Η εργατική τάξη και η νεολαία της Γαλλίας έδωσαν τους τελευταίους μήνες μεγάλες μάχες ενάντια στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης Ολάντ που απειλεί με «ξήλωμα» τις εργατικές κατακτήσεις.

Η «επιστροφή» της εργατικής τάξης, αλλά και του κινήματος της νεολαίας, ήταν εντυπωσιακή, όπως και η διάρκεια, η «αντοχή» και η αλληλοκάλυψη των κινητοποιήσεων. Το κίνημα αυτό πάλεψε ενάντια σε «θεούς και δαίμονες», ανακάλυψε ξανά ή επινόησε μορφές και μεθόδους πάλης, πάλεψε ενάντια στις ίδιες του τις αδυναμίες, κόντρα σε άτολμες συνδικαλιστικές ηγεσίες και παρά τις τεράστιες αδυναμίες της γαλλικής Αριστεράς, έσπασε στην πράξη την κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», έφερε την κυβέρνηση στα όρια της κατάρρευσης, έκανε τη φωνή της Λεπέν να σιγήσει.

Όχι μόνο είναι ένα ευχάριστο «ξάφνιασμα» που είχε ανάγκη η γαλλική κοινωνία και η γαλλική Αριστερά ύστερα από μεγάλη περίοδο κινηματικής «ξηρασίας», αλλά αποτελεί και αγωνιστικό υπόδειγμα για την Αριστερά και τα κινήματα αντίστασης σε όλη την Ευρώπη. Υποδεικνύει τη μέθοδο και τον προσανατολισμό του αγώνα, αλλά και της πολιτικής ατζέντας της Αριστεράς. Είναι, μεταξύ άλλων, η απάντηση στο «ερώτημα» αλλά και ο τρόπος που μπορεί να «γονιμοποιηθεί» η λαϊκή ψήφος υπέρ του «-exit» στη Βρετανία.   

Λιτότητα, Αυταρχισμός, Καταστολή – Η κατάρρευση των αυταπατών για τη Σοσιαλδημοκρατία

Στις 23 και 28 Ιουνίου είχαμε νέες πανεθνικές μέρες κινητοποίησης (την 11η και τη 12η από την αρχή του κινήματος αντίστοιχα) από τα συνδικάτα, με τους διαδηλωτές να φτάνουν τις 200.000. Νέες απεργίες έγιναν από τους εργαζόμενους στην αποκομιδή σκουπιδιών, την ενέργεια και τον  Πύργο του Άιφελ. Στις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης, το 67% συνέχιζε να απορρίπτει κατηγορηματικά το νόμο Ελ-Κομρί και το ξήλωμα του Εργατικού Κώδικα, ενώ το 60% υποστήριζε το κίνημα αντίστασης.

Στις δυο διαδηλώσεις, το κλίμα θύμιζε χούντα. Οι συγκεντρώσεις βρίσκονταν σε ασφυκτικό κλοιό από χιλιάδες αστυνομικούς (σε αριθμούς ρεκόρ), επιτράπηκε μόνο μια μικρή διαδρομή για τη διεξαγωγή πορείας, η αστυνομία μπλόκαρε την κυκλοφορία, απέκλεισε δρόμους και γειτονιές, έκλεισε τα μετρό για να εμποδίσει την πρόσβαση, προχωρούσε σε συνεχείς σωματικούς ελέγχους κι απαγόρευε σε «ύποπτους» διαδηλωτές να προσεγγίσουν. Στις 28/6, στο Παρίσι πραγματοποιούνταν σύσκεψη συνδικαλιστών στο εργατικό κέντρο πριν τη διαδήλωση. Η αστυνομία απέκλεισε το εργατικό κέντρο και τους απαγόρευσε να κινηθούν προς τη διαδήλωση, που κατέληξε σε 81 συλλήψεις.

Στην τελευταία συνάντηση με τον πρωθυπουργό (29-30 Ιουνίου) υπήρξαν αλλαγές που δεν ικανοποίησαν τα συνδικάτα, ήταν όμως αρκετές για να εξοργίσουν εκ νέου το γαλλικό ΣΕΒ. Η υπουργός Eργασίας προσπάθησε παράλληλα στις 29 Ιουνίου να εκτονώσει τον αναβρασμό στην ΚΟ των Σοσιαλιστών, με τρεις «βελτιωτικές» τροπολογίες.

Αφού ο νόμος εγκρίθηκε από τη Γερουσία (με ψήφους 185 υπέρ -156 κατά) ,  επέστρεψε στις 5/7 για να περάσει από δεύτερη -και οριστική- ψηφοφορία , ώστε  να υπογραφεί από τον πρόεδρο Ολάντ για την οριστική επικύρωσή του. Ακόμα και την τελευταία στιγμή, παρά τις προσπάθειες «διαλόγου» και «τροποποιήσεων», βουλευτές κι υπουργοί των Σοσιαλιστών εξέφραζαν δημόσια τη διαφωνία τους με την κυβερνητική αδιαλλαξία. Η αντίδραση του Βαλς ήταν να επικαλεστεί στις 5 Ιουλίου για 2η φορά την αντιδημοκρατική διάταξη 49.3 του Συντάγματος, παρακάμπτοντας τη Βουλή , ενώ οι μετρήσεις έδειχναν ότι το 73% των Γάλλων δηλώνουν αντίθετοι με νέα χρησιμοποίησή του. Αρκετοί Σοσιαλιστές βουλευτές αποχώρησαν από τη Βουλή απογοητευμένοι, ενώ απ’ έξω διαδήλωναν 45 χιλιάδες διαδηλωτές σύμφωνα με τη CGT, επίσης μέσα σε κλίμα αστυνομοκρατίας.

Την προηγούμενη φορά, στις 10/5, θυμίζουμε ότι περίπου 40 βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος απειλούσαν να μην ψηφίσουν το νόμο. Τη χρήση του 49.3 ακολούθησε προτάσεις μομφής. Πρόταση μομφής κατέθεσε η Δεξιά, ενώ 31 βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος (Σοσιαλιστικό Κόμμα) ψήφισαν υπέρ της πρότασης μομφής του Αριστερού Μετώπου, αψηφώντας την απειλή διαγραφής. Αυτή η επίδειξη αλαζονείας κι αυταρχισμού, μάλιστα, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για κλιμάκωση της αντίστασης και την εισβολή του «βαρέος πυροβολικού» της εργατικής τάξης στην αρένα με απεργίες διαρκείας.

Αυτή τη φορά η Δεξιά του Σαρκοζί έδειξε διαγωγή κοσμιοτάτη απέναντι στα αφεντικά της και πρόσφερε χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση, χωρίς να απευθύνει πρόταση μομφής, κάτι που προσπάθησε να κάνει η Αριστερά, αλλά γι άλλη μια φορά χωρίς επιτυχία.

Τις τελευταίες μέρες επήλθε η κάμψη των κλαδικών απεργιών διαρκείας, που έδωσαν τον τόνο το Μάη και το μεγαλύτερο μέρος του Ιουνίου. Επιπλέον, ο αριθμός των διαδηλωτών αποκλιμακώθηκε σοβαρά σε σχέση με το 1,3 εκατομμύριο στις 14 Ιουνίου. Το λαϊκό ξέσπασμα απέδειξε ότι διαθέτει αρκετές εφεδρείες, ωστόσο αυτή τη φορά δείχνει να υποχωρεί οριστικά.

Πρώτος απολογισμός και «κρατούμενα» για το μέλλον

Η νεολαία γι’ άλλη μια φορά άνοιξε το δρόμο πυροδοτώντας ένα ευρύτερο κίνημα αντίστασης, δίνοντας τον τόνο πρώτα με τις καταλήψεις του Μαΐου και έπειτα με το κίνημα των Πλατειών του Απριλίου. Αυτά έπειτα έδωσαν τη σκυτάλη στα στιβαρά χέρια της εργατικής τάξης, που επέστρεψε με όλα της τα όπλα: απεργίες, καταλήψεις, κλεισίματα δρόμων. Μπλοκάρισμα κρίσιμων τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας: διυλιστήρια και αποθήκες καυσίμων, ηλεκτρική ενέργεια, πυρηνικά εργοστάσια (!), λιμάνια, τρένα κι αεροδρόμια. Αμφισβήτηση του «ιερού κι απαραβίαστου στόχου» της ομαλής διεξαγωγής του Euro, π.χ. με τις απεργίες στις μεταφορές, τον τουριστικό τομέα και τη συλλογή σκουπιδιών. Νέες μορφές αγώνα ξεπήδησαν: κατάληψη πλατειών, κατάληψη διοδίων με ελεύθερη δίοδο οχημάτων και με συλλογή χρημάτων για τους απεργούς, δημιουργία απεργιακού ταμείου on-line που συγκέντρωσε 400.000 ευρώ. Τις τελευταίες μέρες τα συνδικάτα οργάνωσαν εναλλακτικό δημοψήφισμα. 800.000 εργαζόμενοι ψήφισαν, με ποσοστό 92% (!) να τάσσεται υπέρ της απόσυρσης της επίμαχης μεταρρύθμισης. Οι υπογραφές παραδόθηκαν στο Μέγαρο του Ολάντ.

Ιδιαίτερα η έλλειψη καυσίμων (τέλη Μαΐου-αρχές Ιουνίου) στοίχισε σοβαρά στην οικονομία και έφτασε μια αναπνοή από την πτώση της κυβέρνησης. Η ιδέα ότι ότι η κοινωνία χωρίζεται σε δυο 2 αντίπαλα ταξικά στρατόπεδα, κι ότι υπάρχει μια τάξη, η εργατική, που είναι μακράν πλειοψηφική, κρατάει στα χέρια της την οικονομία και διαθέτει την πραγματική δύναμη να νικήσει τα αφεντικά, άρχισε να ακούγεται πιο ρεαλιστική.

Η κυβέρνηση από το Μάρτιο κιόλας άρχισε να παρουσιάζει διάφορες «βελτιώσεις» του νόμου ή υποσχέσεις για «εξαιρέσεις κλάδων», σε προσπάθεια σαλαμοποίησης των αντιφρονούντων. Σε αυτό το περιβάλλον έγινε εφικτό να κατακτηθούν επιμέρους νίκες. Ανασφάλιστοι εργαζόμενοι διεκδίκησαν και κέρδισαν νόμιμη εργασία. Οι εκπαιδευτικοί κέρδισαν αυξήσεις μισθών μέσα στην κρίση. Ικανοποιήθηκαν αιτήματα του φοιτητικού κινήματος, αλλά και των σιδηροδρομικών που απεργούσαν εδώ και τέσσερις μήνες. Αυτές οι νίκες αφενός δείχνουν ότι δεν ισχύει το να «περιορίζουμε τα αιτήματά μας για να είναι πιο εύκολο να τα κερδίζουμε», κλασικό επιχείρημα των ρεφορμιστών και των γραφειοκρατών. Το αντίθετο ακριβώς ισχύει: το να τα διεκδικούμε «όλοι όλα» είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να κερδίσουμε ακόμα κι επιμέρους κατακτήσεις, ακόμα και μέσα στην κρίση. Αφετέρου δείχνουν τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, που ποντάρει όλα τα λεφτά της στο ξήλωμα του Εργατικού Κώδικα και την ήττα του κινήματος, για να «καταπιαστεί» έπειτα με τα υπόλοιπα μέτωπα και κατακτήσεις.

Το κίνημα κατάφερε να σπάσει το στρατιωτικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης ξανά και ξανά, αποκαλύπτοντας αδυναμίες του καθεστώτος. Σε μια περίοδο που οι διαδηλώσεις απαγορεύονταν στο όνομα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας», ξέσπασε ένα κίνημα με καθημερινές διαδηλώσεις που «απελευθέρωσε» επί 4 μήνες τη δημόσια ζωή, έσπασε το φόβο και την εξατομίκευση. Όταν ο Ολάντ προσπάθησε να φέρει προς ψήφιση συνταγµατική τροποποίηση που βάθαινε το καθεστώς στρατιωτικού νόµου, σαρώθηκε από τις αντιδράσεις στο κόµµα του και την απέσυρε. Οι απειλές ενάντια στους απεργούς, ώστε να μην προκληθούν προβλήματα στο Euro, εν μέρει τουλάχιστον αψηφήστηκαν. Στις 23 και 28 Ιουνίου απείλησε η κυβέρνηση με απαγόρευση των διαδηλώσεων-στις 23 έκανε την απειλή πράξη. Οι απεργοί αψήφησαν την απειλή, και βουλευτές του Ολάντ καλούσαν δημόσια στη διαδήλωση. Μια μέρα πριν τη συγκέντρωση οι κυβερνώντες ανακοίνωσαν την άρση της απαγόρευσης με την ουρά στα σκέλια.

Μια νέα γενιά αγωνιστών μπήκε στη συστηματική  διαδικασία της πολιτικής συζήτησης και της γενίκευσης των εμπειριών της, εκπαιδεύτηκε στην αλληλεγγύη (στους εργάτες, στους πρόσφυγες, στους άστεγους), την οικοδόμηση σχέσεων και επικοιωνίας με τους εργάτες, τη μάχη με τα σώματα καταστολής. Αντιστράφηκε η ακροδεξιά ατζέντα και ηγεμονία, που ευνοούσε την επέλαση της Λεπέν. Η Δεξιά βυθίστηκε σε κρίση κι η Ακροδεξιά στριμώχτηκε στη γωνία, υποστηρίζοντας τους μπάτσους και καλώντας σε σκληρότερη καταστολή. 

Το κίνημα έβαλε και στη Γαλλία τις βάσεις για την κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, αποδεικνύοντας ότι δε διαφέρει σε τίποτα από τη Δεξιά. Οι «Σοσιαλιστές» προχώρησαν σε μια κατασταλτική επιχείρηση ευρύτατης κλίμακας, στέλνοντας πολλές εκατοντάδες στο νοσοκομείο (φτάνοντας πολύ κοντά στο να σκοτώσει), συλλαμβάνοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Κλομπ, κανόνια νερού, δακρυγόνα, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, πλαστικές σφαίρες έγιναν καθημερινό «ψωμοτύρι». Οι «Σοσιαλιστές» χτύπησαν διαδήλωση της Πρωτομαγιάς για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1970, κι απαγόρευσαν πρώτη φορά διαδήλωση των συνδικάτων από το 1962 και τον Πόλεμο της Αλγερίας! Συκοφάντησαν μαζί με τα ΜΜΕ χυδαία τα συνδικάτα ταυτίζοντάς τα με … τζιχαντιστές και τρομοκράτες. Από τα τέλη Μαρτίου η γαλλική Δικαιοσύνη επέβαλε βαριές ποινές σε πάνω από 750 άτομα, μεταξύ των οποίων εκατό άτομα κάτω των 18 ετών.  Κάπως έτσι εξηγείται ότι στις τελευταίες μετρήσεις, o Oλάντ συγκεντρώνει αρνητικές γνώμες από το 88% των Γάλλων (!), μόνο το 14% τάσσεται υπέρ μιας νέας υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της επόμενης χρονιάς, ενώ η δημοτικότητα του Βαλς βρίσκεται στο 16%.

Το μεγάλο κίνημα  άντεξε 4 μήνες ως ένα αμφίρροπο μπρα ντε φερ με το γαλλικό σύστημα. Έτριξε τα δόντια στην κυβέρνηση και την απείλησε σοβαρά. Έστω κι αν, όπως δείχνει , ολοκληρώνει τον κύκλο του, η ταξική οργή παραμένει ασίγαστη και μένει να δούμε τι θα συμβεί στον απόηχο. Ο λαϊκός κόσμος δε βλέπει  καμία προοπτική. Η κρίση βαθαίνει διεθνώς κι η Γαλλία περιδινίζεται. Νέα μέτρα βρίσκονται προ των πυλών , όπως δεκάδες χιλιάδες απολύσεις στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας. Θα επικρατήσει αίσθημα ήττας ή θα περάσουμε σε μια νέα φάση κλαδικών αγώνων ενάντια στην εφαρμογή του νέου νόμου και στα επόμενα μέτρα; 

Με ποιες δυνάμεις θα καταφέρει να εφαρμόσει το νόμο η πλήρως απονομιμοποιημένη και σε κρίση κυβέρνηση Βαλς-Ολάντ;  Το κυβερνητικό στρατόπεδο έχει υποστεί βαθιά τραύματα και κλυδωνισμούς, έχει αποξενωθεί πλήρως από την εκλογική αλλά σε μεγάλο βαθμό και από την κομμματική του βάση. Στο βαθμό που θα συνεχίζει η κρίση των «Σοσιαλιστών» , θα αφήνει συνεχώς ανοιχτά παράθυρα για να εισβάλει ξανά η λαϊκή οργή.

Τα συνδικάτα πάντως ήδη έχουν υποσχεθεί θερμό φθινόπωρο.

Ο οριστικός απολογισμός αυτού του αγώνα αποτελεί εκκρεμότητα.

Εξαίσια δυναμική από τα κάτω. Τι θα μπορούσε να γίνει «από τα πάνω»;

Η ιστορική πείρα δείχνει ότι συνήθως για τη νίκη χρειάζεται ένας συνδυασμός αποφασισμένου γενικευμένου κινήματος και πολιτικής προοπτικής. Καθώς ένας  πρώτος κύκλος κλείνει, μπορούμε να ανοίξουμε τη συζήτηση για το «τι παραπάνω έπρεπε να γίνει».

Ο παράγοντας «αυθόρμητο» άγγιξε τα όριά του. Επί 4 μήνες νέες δυνάμεις έμπαιναν στο κίνημα και η μια συμπλήρωνε και «ξεκούραζε» την άλλη. Όταν είπαμε παραπάνω ότι η εργατική τάξη επέστρεψε με όλα της τα όπλα, «ξεχάσαμε» το βασικότερο: τη Γενική Απεργία. Η μια από τις 2 μεγαλύτερες συνομοσπονδίες, η CFDT, δεν κάλεσε ποτέ σε απεργία. Το κίνημα Nuit Debout κράτησε το νήμα της αντίστασης στα μεγάλα μεσοδιαστήματα που η Διασυνδικαλιστική των 7 συνδικάτων δεν καλούσε σε διαδηλώσεις, αλλά έλειπε η δύναμη που θα ενώσει όλους τους εργάτες με τη νεολαία και τους υπόλοιπους φτωχούς. Λογικό ήταν οι κλαδικές απεργίες να μην αντέξουν πάνω από μερικές βδομάδες, ενώ υπήρχε κι έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους.

Οι μεγάλες συνομοσπονδίες που συμμετείχαν στο κίνημα, κυρίως αυτή της CGT, ποτέ δεν απομακρύνθηκαν από το ρόλο απλώς του «ριζοσπάστη διαπραγματευτή»,  δεν ξέφυγαν ποτέ από τα ανεκτά όρια του αστικού πλαισίου. Δεν κάλεσαν σε πολιτική απεργία διαρκείας. Δεν κάλεσαν ανοιχτά σε σαμποτάζ του Euro, αντίθετα η CGT κατήγγειλε τους κλάδους που δημιούργησαν προβλήματα στη διεξαγωγή του και διατηρεί την τάση να συρθεί σε «διάλογο».

Τα μεγάλα συνδικάτα συνολικά φάνηκαν δέσμια του διαμεσολαβητικού τους ρόλου με το κεφάλαιο και της κοινοβουλευτικο-κεντρικής (αντί της ταξικής) λογικής «κι αν πέσει ο Ολάντ, μήπως ανοίξουμε το δρόμο στη Λεπέν;». Δεν μπόρεσαν να διακρίνουν καθαρά ότι η κλιμάκωση του αγώνα είναι η μόνη εγγύηση τόσο ενάντια στη Λεπέν όσο και για να ανοίξει ο «χώρος» για αναζήτηση και δημιουργία εναλλακτικών στα αριστερά του Ολάντ.

Η κακή κατάσταση της Αριστεράς, ο ρεφορμισμός και η πολυδιάσπαση, τη βρήκαν ανέτοιμη να παίξει ηγετικό ρόλο πολιτικά και να γενικεύσει τον αγώνα προς την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα, το κίνημα ταρακούνησε ήδη την κυβέρνηση, σε βαθμό που να μπορεί να γίνει λόγος για αρχή του τέλους της. Η δυναμική τού «από τα κάτω» αποδείχθηκε θαυμάσια, και μπορούσε να φτάσει πολύ μακρύτερα. Είναι βέβαιο ότι αν οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες συγκροτούσαν ένα «κέντρο» που να συντονίζει από την αρχή τις απεργίες με τις πλατείες και τις καταλήψεις της νεολαίας, να μην αφήνει τόσο μεγάλα μεσοδιαστήματα μεταξύ των πανεθνικών μερών δράσης (αφήνοντας την αντίσταση να ξεθυμαίνει και να παρουσιάζει φαινόμενα κόπωσης), να εργαστεί για το στόχο της γενικής πολιτικής απεργίας και την ανατροπή των  Βαλς-Ολάντ από τα κάτω κι από τα αριστερά, να προωθεί μια πολιτική εναλλακτική λύση που θα διεκδικούσε  «λιτότητα στους πλούσιους» και θα διεκδικούσε πίσω τα κλεμμένα, οι δυνατότητες για την άμεση πτώση των Ολάντ-Βαλς και μια συνολικότερη πολιτικο-κοινωνική ανατροπή ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτές.

Η οικοδόμηση ενός τέτοιου πολιτικού και κινηματικού κέντρου παραμένει πρωταρχικό καθήκον για τους αγωνιστές κι ανάγκη για την εργατική τάξη και τους φτωχούς της Γαλλίας. Από την άλλη, όποια κι αν είναι η εξέλιξη των τελευταίων επεισοδίων της μάχης, όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι μία: «να γίνει της Γαλλίας» - η απαραίτητη προϋπόθεση για τις όποιες θετικές εξελίξεις.