Ο ΜΕΤΑΞΑΣ, ΤΟ «ΟΧΙ» ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Άρθρο από τα απομνημονεύματα Εθνικής Αντίστασης 1940-1944 του Δημήτρη Κυρατζόπουλου-Φωτεινού, "Δυτική Μακεδονία η Ελεύθερη Ελλάδα της Κατοχής"

 
Πολλοί μέχρι τώρα έχουν γράψει για τον Μεταξά, για την πολιτεία του, για το «ΟΧΙ», καθώς επίσης και για τη θέση του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1941.
Οι περισσότεροι τον κατακρίνουν σφοδρότατα, τόσο για τις φασιστικές του ιδέες και τη φασιστική δικτατορική του πολιτική στη διεύθυνση του κράτους 1936-41 με την 4η Αυγούστου, όσο και για τις μιλιταριστικές του ιδέες, τη σύνδεσή του με τη μιλιταριστική Γερμανία, σαν γερμανόφιλος και χιτλερόφιλος που ήταν, σαν καταλύτης των δημοκρατικών ελευθεριών, φιλόδοξος, που με την πολιτεία του ζημίωσε ανεπανόρθωτα τον ελληνικό λαό.
Δημήτρης Κυρατζόπουλος-Φωτεινός,
Έφεδρος Υπολοχαγός,
Κοζάνη 1939


Για την πολιτεία του, τις ιδέες του και το χειρισμό των πολιτικών προβλημάτων, σαν κυβερνήτης που ήταν από τον Αύγουστο του 1936 ως το θάνατό του, το 1941, έχουμε αναφέρει προηγούμενα σε πολλά σημεία και δε θα τα επαναλάβουμε.

Εκείνο όμως που πρέπει να τονίσουμε και να υπογραμμίσουμε είναι ότι: τη στιγμή εκείνη που ο Μουσολίνι έδωσε το τελεσίγραφο για την υποταγή της Ελλάδας και ο Μεταξάς το απέρριψε σαν κυβερνήτης με το ιστορικό «ΟΧΙ», τη στιγμή και την περίοδο εκείνη ο Μεταξάς πρόσφερε εθνική υπηρεσία στη πατρίδα και το λαό της, υπήρξε πραγματικά και έγινε εκείνη τη στιγμή ένας γνήσιος Έλληνας πατριώτης και κυβερνήτης. Θεληματικά ή άθελα πήρε την πρέπουσα και αρμόζουσα τότε θέση, αυτήν που απαιτούσαν τα εθνικά και παλλαϊκά συμφέροντα της Ελλάδας, αυτά που ήθελε και απαιτούσε λαός και στρατός. Κάθε άλλη ενέργεια και απάντηση θα ήταν καταστρεπτική για το έθνος.

Εμείς λέμε την γνώμη μας, σύμφωνα με την ίδια τη ζωή και την πραγματικότητα της στιγμής εκείνης, όπως τη ζούσαμε στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, κοντά στα σύνορα, μέσα στον ίδιο το λαό και στρατό, με τις σκέψεις και τις λαχτάρες μας, μιας και ήταν κυβερνήτης με τόσα πολλά επιβαρυντικά.


Στον στρατιωτικό τομέα η κυβέρνηση πολύ λίγα μέτρα είχε πάρει, τόσο στο ζήτημα της οργάνωσης, διοίκησης και οπλισμού, άλλο τόσο και στην οχύρωση.
Δεν επανέφερε και δεν αποκατέστησε τους δημοκρατικούς αξιωματικούς στο στρατό, παρά μόνο ολίγους ανίκανους γερμανόφιλους ανώτατους αξιωματικούς. Τα σύνορα με την Αλβανία από όπου περιμέναμε την επίθεση και η εισβολή των Ιταλών ήταν σχεδόν ανοχύρωτα, το δε γενικό επιτελείο στρατού δεν επεξεργάστηκε μελετημένο σχέδιο αντιμετώπισης της επίθεσης των Ιταλών και Γερμανών.
Και αυτό που υπήρχε ήταν ημιτελές και δεν ανταποκρίνονταν στα δεδομένα, στις προοπτικές που είχε το δημοκρατικό-αντιφασιστικό κίνημα του λαού και στρατού.
Μάλιστα μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει σχέδιο ηττοπάθειας και αυτό γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του λαού και του στρατού που διοικούσε, γιατί ήταν ξένοι και επηρεασμένοι από τις νίκες των Γερμανών.


Οχύρωση ή και αμυντικά έργα είχαν γίνει μόνο στα σύνορα της Βουλγαρίας. Στα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας δεν υπήρχε οχύρωση, γιατί ίσχυε το βαλκανικό σύμφωνο.
Στα αλβανικά σύνορα επίσης δεν υπήρχε καμία οχύρωση, γιατί η Ελλάδα δεν διέτρεχε κίνδυνο από τη μικρή Αλβανία.
Όταν τώρα την Αλβανία την κατέλαβαν οι Ιταλοί, ο κίνδυνος παρουσιάστηκε και πρόβαλε άμεσα το ζήτημα της οχύρωσης του εδάφους.
Η οχύρωση όμως απαιτεί πολλά χρήματα και χρόνο. Και τα δύο αυτά, ιδίως τα χρήματα βέβαια έλειπαν, αλλά και ο χρόνος ήταν ελάχιστος.
Μπορούσαν όμως να γίνουν κάπως αξιόλογα έργα οχύρωσης, όμως η κυβέρνηση Μεταξά απέφυγε να αναλάβει και να κατασκευάσει έργα οχύρωσης για το λόγο, όπως έλεγε «να μην προκαλέσει» και να μην «εξερεθίσει» τους Ιταλούς.
Και αυτά που έγιναν, ούτε και για ελαφρά οχύρωση δεν μπορούσε να υπολογισθεί, παρά σαν μια πρόχειρη, για ξεγέλασμα αυτών που θα επιτεθούν και αυτών που θα τα χρησιμοποιήσουν για άμυνα.
Και το επιτελείο δεν είχε από νωρίτερα επεξεργαστεί σχέδιο άμυνας ή κλιμακωτή άμυνα ή και δημιουργία μετώπου.

Το πρόβλημα αυτό εξεταζόμενο είναι πολύ μεγάλο και σοβαρό όσο και πολύπλοκο. Και πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα με τις δικές της δυνάμεις δεν μπορούσε μόνη της να δημιουργήσει αμυντικό σύστημα από το Ιόνιο έως τον Έβρο ή να δημιουργήσει μέτωπο στα Βαλκάνια κατά του Άξονα, αν σ’αυτό το μέτωπο, δεν συμμετείχε η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία. Δυστυχώς όμως η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία τήρησαν στάση αρνητική.