100 χρόνια από τη θυσία των 4 μεταλλωρύχων στη Σέριφο

Δημήτρης Στρατούλης 
αναδημοσίευση από Iskra
Μεγάλη εκδήλωση για την 100ή επέτειο της εξέγερσης των μεταλλωρύχων στο νησί

Η Σέ­ρι­φος είχε με­ταλ­λεία σι­δή­ρου και χαλ­κού από την αρ­χαιό­τη­τα. Η συ­στη­μα­τι­κή εξό­ρυ­ξη αυτών των με­ταλ­λευ­μά­των και κυ­ρί­ως σι­δη­ρο­με­ταλ­λευ­μά­των και η εξα­γω­γή τους σε ευ­ρω­παϊ­κές χώρες ξε­κί­νη­σε από ιδιω­τι­κές εται­ρεί­ες το 1870 και άκ­μα­σε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το 1880 η εται­ρεία «Σέ­ρι­φος–Σπη­λια­ζέ­ζα» εκ­χώ­ρη­σε ερ­γο­λα­βι­κά την εκ­με­τάλ­λευ­ση των σι­δη­ρο­με­ταλ­λευ­μά­των στην οι­κο­γέ­νεια του Γερ­μα­νού με­ταλ­λειο­λό­γου και επι­χει­ρη­μα­τία Αι­μί­λιου Γρό­μαν, που με τη βία των επι­στα­τών και τρα­μπού­κων του κα­τα­πά­τη­σαν χω­ρά­φια και εκτά­σεις των ντό­πιων κα­τοί­κων και επέ­κτει­ναν τις δρα­στη­ριό­τη­τές της, αλλά και την εισ­ροή ερ­γα­τών και από άλλα κυ­κλα­δί­τι­κά νησιά, κυ­ρί­ως από τη γει­το­νι­κή Μήλο.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι 1.000 πε­ρί­που ερ­γα­ζό­με­νοι στα με­ταλ­λεία της Σε­ρί­φου ζού­σαν σεσυν­θή­κες πλή­ρους εξα­θλί­ω­σης σε πα­ρά­γκες, δου­λεύ­ο­ντας από 12 έως 14 ώρες την ημέρα, από την ανα­το­λή μέχρι τη δύση του ηλίου, σε επι­κίν­δυ­νες και αν­θυ­γιει­νές συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας, με συχνά θα­να­τη­φό­ρα ερ­γα­τι­κά ατυ­χή­μα­τα, πνευ­μο­νο­κο­νί­α­ση, πρό­ω­ρο γήρας, επει­δή δεν υπήρ­χαν κα­θό­λου μέτρα προ­στα­σί­ας, υγιει­νής και ασφά­λειας της ερ­γα­σί­ας. Οι αν­θυ­γιει­νές συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας και δια­βί­ω­σης, η υπερ­κό­πω­ση, η κακή δια­τρο­φή και τα ερ­γα­τι­κά ατυ­χή­μα­τα έσπρω­χναν μέρα με τη μέρα τους ερ­γά­τες στην απελ­πι­σία. Η πα­ρα­μι­κρή δια­μαρ­τυ­ρία τι­μω­ρού­νταν με από­λυ­ση.

Η άθλια κα­τά­στα­ση οδή­γη­σε τους ερ­γά­τες το 1916 σε δύο ενέρ­γειες: την ίδρυ­ση σω­μα­τεί­ου και τηνεξέ­γερ­ση-απερ­γία.

Η ΙΔΡΥ­ΣΗ ΣΩ­ΜΑ­ΤΕΙΟΥ

Όπως πε­ρι­γρά­φει ο Γιάν­νης Κορ­δά­τος στο βι­βλίο του  «Ιστο­ρία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στην Ελ­λά­δα»:

«Οι ερ­γά­τες των με­ταλ­λεί­ων Με­γά­λου Λι­βα­διού στη Σέ­ρι­φο ίσαμε τα 1916 ήταν ολό­τε­λα ανορ­γά­νω­τοι. Κατά τα μέσα του Ιούνη της ίδιας χρο­νιάς οι ίδιοι ερ­γά­τες σκέ­φτη­καν πως έπρε­πε να ορ­γα­νω­θούν και να ιδρύ­σουν επαγ­γελ­μα­τι­κό σω­μα­τείο. Κά­λε­σαν λοι­πόν από την Αθήνα τον ερ­γά­τη Κ. Σπέρα και του ανά­θε­σαν να τους βοη­θή­σει, για να φκιά­σουν το σω­μα­τείο τους. Άμα γί­να­νε τα προ­κα­ταρ­κτι­κά, η ορ­γα­νω­τι­κή επι­τρο­πή κά­λε­σε τους ερ­γά­τες σε γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση στην αί­θου­σα του Δη­μαρ­χεί­ου για να εγκρί­νει το κα­τα­στα­τι­κό που είχε συ­ντά­ξει. Η ίδια γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση ανά­θε­σε στην προ­σω­ρι­νή επι­τρο­πή να ζη­τή­σει από την Εται­ρεία να δε­χτεί ορι­σμέ­να αι­τή­μα­τα. Η Εται­ρεία όμως, αντίς ν’ απα­ντή­σει στο έγ­γρα­φο υπό­μνη­μα, στα­μά­τη­σε τις δου­λειές, με σκοπό να εξα­να­γκά­σει τους ερ­γά­τες να υπο­κύ­ψουν μπρο­στά στο φάσμα της πεί­νας…»

Στις 24 Ιου­λί­ου 1916 ιδρύ­ε­ται το σω­μα­τείο «ερ­γα­τών-με­ταλ­λευ­τών» Σε­ρί­φου με αι­τή­μα­τα τηνκα­θιέ­ρω­ση του 8ωρου, τον πε­ριο­ρι­σμό των αυ­θαι­ρε­σιών της ερ­γο­δο­σί­ας, την αύ­ξη­ση των με­ρο­κά­μα­των και τη λήψη μέ­τρων προ­στα­σί­ας των ερ­γα­ζό­με­νων, αλλά και όχι μόνο, όπως φαί­νε­ται από το κα­τα­στα­τι­κό του πε­ριέ­γρα­φε –με­τα­ξύ άλ­λων- ως σκοπό του σω­μα­τεί­ου τα εξής:

«Η αλ­λη­λεγ­γύη με τους ορ­γα­νω­μέ­νους ερ­γά­τας όλης της Ελ­λά­δος και όλου του κό­σμου, δια την άμυνα υπέρ των ερ­γα­τι­κών δι­καί­ων και την κα­τα­πο­λέ­μη­ση της εκ­με­ταλ­λεύ­σε­ως από το κε­φά­λαιον, με τε­λι­κό σκοπό να δη­μο­σιο­ποι­η­θούν τα μέσα πα­ρα­γω­γής, να γί­νουν τα εκ της ερ­γα­σί­ας αγαθά απο­κλει­στι­κή από­λαυ­σις των πα­ρα­γω­γών των και να παύ­σει η εκ­με­τάλ­λευ­σης του αν­θρώ­που από τον όμοιό του».

ΗΑΠΕΡ­ΓΙΑ - ΕΞΕ­ΓΕΡ­ΣΗ

Στις 7 Αυ­γού­στου 1916 μετά από σειρά υπο­μνη­μά­των στα αρ­μό­δια υπουρ­γεία, χωρίς όμως κα­νέ­να απο­τέ­λε­σμα, ξέ­σπα­σε η απερ­γία. Οι με­ταλ­λω­ρύ­χοι στα­μά­τη­σαν κάθε ερ­γα­σία, αρ­νού­με­νοι επί­σης να φορ­τώ­σουν τα πλοία που ήρθαν να πα­ρα­λά­βουν σι­δη­ρο­με­τάλ­λευ­μα, απαι­τώ­ντας την κα­θιέ­ρω­ση του οκτα­ώ­ρου, την αύ­ξη­ση του ημε­ρο­μι­σθί­ου και την προ­στα­σία της ζωής τους. Για 15 μέρες το νησί ελέγ­χε­ται από τους ερ­γά­τες, που πήραν στα χέρια τους την κα­θη­με­ρι­νή τους ζωή, μέσω ενός άμεσα ανα­κλη­τού ερ­γα­τι­κού συμ­βου­λί­ου, που συ­ντό­νι­ζε όλες τις ασχο­λί­ες.

Στις 21 Αυ­γού­στου η κυ­βέρ­νη­ση έστει­λε από την Κέα επι­πλέ­ον 30 χω­ρο­φύ­λα­κες στο νησί με επι­κε­φα­λής τον υπο­μοί­ραρ­χο Χρυ­σάν­θου και σαφή εντο­λή να κα­τα­πνί­ξουν την απερ­γία να εξα­σφα­λί­σουν, με κάθε τρόπο, τη φόρ­τω­ση με σι­δη­ρο­με­τάλ­λευ­μα και τον από­πλου των πλοί­ων από την Σέ­ρι­φο.

Σε όλη τη δια­δρο­μή προς το Με­γά­λο Λι­βά­δι, όπου βρί­σκο­νταν συ­γκε­ντρω­μέ­νοι οι απερ­γοί, οι χω­ρο­φύ­λα­κες χτυ­πού­σαν όποιον έβρι­σκαν μπρο­στά τους. Αμέ­σως φυ­λα­κί­ζουν την ηγε­σία του σω­μα­τεί­ου.

Όταν το από­σπα­σμα χω­ρο­φυ­λά­κων φτά­νει στην κλει­στή πα­ρα­λία του Με­γά­λου Λι­βα­διού, δίνει 5λε­πτη προ­θε­σμία στους απερ­γούς να στα­μα­τή­σουν τον αγώνα τους και να φορ­τώ­σουν τα πλοία. Τα 5 λεπτά περ­νούν και οι χω­ρο­φύ­λα­κες αρ­χί­ζουν να πυ­ρο­βο­λούν εν ψυχρώ τους ερ­γά­τες. Πρώ­τος πέ­φτει νε­κρός ο Θε­μι­στο­κλής Κου­ζού­πης και ακο­λου­θούν ο Μι­χά­λης Ζω­ί­λης, ο Μι­χά­λης Μη­τρο­φά­νης και ο Γιάν­νης Πρω­τό­πα­πας. Οι με­ταλ­λω­ρύ­χοι αμέ­σως αντι­δρούν και η σύρ­ρα­ξη γε­νι­κεύ­ε­ται με τησυμ­με­το­χή και γυ­ναι­κών και παι­διών, με τους χω­ρο­φύ­λα­κες και τους μπρά­βους της ερ­γο­δο­σί­ας να πυ­ρο­βο­λούν και τους ερ­γά­τες να μά­χο­νται με πέ­τρες, ξύλα και οτι­δή­πο­τε άλλο έβρι­σκαν μπρο­στά τους.

Οι χω­ρο­φύ­λα­κες τραυ­μα­τί­ζο­νται, ο Χρυ­σάν­θου λι­θο­βο­λεί­ται μέχρι θα­νά­του, ενώ ο αστυ­νό­μος Σε­ρί­φου, Τρια­ντα­φύλ­λου, γκρε­μί­ζε­ται από τη γέ­φυ­ρα φόρ­τω­σης στη θά­λασ­σα.

Οι απερ­γοί κα­τά­φε­ραν να φτά­σουν μέχρι τα γρα­φεία της με­ταλ­λευ­τι­κής εται­ρεί­ας και απε­λευ­θέ­ρω­σαν την ηγε­σία του σω­μα­τεί­ου τους και άλ­λους συ­να­δέλ­φους τους που είχαν συλ­λη­φθεί.

Τις επό­με­νες μέρες οι εξε­γερ­μέ­νοι ελέγ­χουν τα πάντα στο νησί. Στην απερ­γία συ­μπα­ρα­στά­θη­καν και σχε­δόν όλοι οι κά­τοι­κοι του νη­σιού.

Ο τε­λι­κός απο­λο­γι­σμός των συ­γκρού­σε­ων ήταν τέσ­σε­ρις απερ­γοί νε­κροί και δε­κά­δες τραυ­μα­τί­ες. Επί­σης, κατά τη διάρ­κεια των συ­μπλο­κών σκο­τώ­θη­καν τρεις χω­ρο­φύ­λα­κες και σχε­δόν όλη η δύ­να­μη της χω­ρο­φυ­λα­κής ήταν τραυ­μα­τι­σμέ­νη και άοπλη.

Στις αρχές Σε­πτεμ­βρί­ου φτά­νει το πο­λε­μι­κό πλοίο «Αυλίς», με 250 στρα­τιώ­τες και δι­κα­στι­κούς από τη Σύρο, που απο­κα­τέ­στη­σαν «το νόμο και την τάξη». Η διοί­κη­ση του σω­μα­τεί­ου και με­ρι­κοί ακόμα ερ­γά­τες θα φυ­λα­κι­στούν στη Σύρο.

Τε­λι­κά η αι­μα­τη­ρή απερ­γία έληξε με με­ρι­κή ικα­νο­ποί­η­ση των αι­τη­μά­των των με­ταλ­λω­ρύ­χων(οκτά­ω­ρο, αύ­ξη­ση ημε­ρο­μι­σθί­ων και έλεγ­χος του ασφα­λι­στι­κού τα­μεί­ου αλ­λη­λο­βο­ή­θειας).

Όμως η εκ­με­τάλ­λευ­ση και τα «ατυ­χή­μα­τα» των ερ­γα­τών συ­νε­χί­στη­καν μέχρι το 1963. Τότε, οικλη­ρο­νό­μοι του Γρό­μαν βρή­καν πλου­σιό­τε­ρες φλέ­βες με­ταλ­λευ­μά­των και πιο εξα­θλιω­μέ­νους ερ­γά­τες στη Νότια Αφρι­κή και εγκα­τέ­λει­ψαν τα με­ταλ­λεία της Σε­ρί­φου.

Ο χώρος όπου έγινε η σύ­γκρου­ση στο Με­γά­λο Λι­βά­δι, αλλά και τα με­ταλ­λεία, όπου θυ­σιά­στη­καν πολ­λές αν­θρώ­πι­νες ζωές, είναι από τους πολ­λούς ιστο­ρι­κούς τό­πους αγώ­νων της ερ­γα­τι­κής τάξης της χώρας μας.

Η με­γά­λη αυτή ερ­γα­τι­κή εξέ­γερ­ση και η με­ρι­κή επί­τευ­ξη των στό­χων της ήταν η αρχή ενός νέου κύ­κλου ερ­γα­τι­κών αγώ­νων μετά το 1916 σε όλη τη χώρα, που και με την προ­ω­θη­τι­κή δύ­να­μη της επα­νά­στα­σης των μπολ­σε­βί­κων το 1917, οδή­γη­σε στην ανά­πτυ­ξη του ερ­γα­τι­κού συν­δι­κα­λι­σμού και στην συ­γκρό­τη­ση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ.

Το επί­και­ρο μή­νυ­μα της εξέ­γερ­σης των με­ταλ­λω­ρύ­χων της Σε­ρί­φου είναι ότι, όπως τότε σε πολύ πιο δύ­σκο­λες συν­θή­κες η ερ­γα­τι­κή τάξη βρήκε τον τρόπο να ορ­γα­νω­θεί, να αντι­στα­θεί και να εξε­γερ­θεί, έτσι και σή­με­ρα στις ζο­φε­ρές συν­θή­κες του μνη­μο­νί­ου οι ερ­γα­ζό­με­νοι θα βρουν τον τρόπο να ανοί­ξουν ένα νέο κύκλο αγώ­νων, για να πο­λε­μή­σουν την σύγ­χρο­νη κοι­νω­νι­κή αδι­κία και να ανα­τρέ­ψουν τις βάρ­βα­ρες μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές και όσους τις εφαρ­μό­ζουν ή τις στη­ρί­ζουν και ν’ ανοί­ξουν ένα νέο ελ­πι­δο­φό­ρο εναλ­λα­κτι­κό δρόμο για το λαό, τη νε­ο­λαία και την χώρα.