Το σκοινί που ακροβατεί ο σχοινοβάτης... ή ο καλλιτέχνης.
Μια performance που ακουμπάει εξίσου στη μουσική και στο θέατρο.
Η βιολονίστα Ίρις Λουκά ξετυλίγει μια σύνθεση στοιχείων, βασισμένη σε μουσικά έργα και κείμενα «ποιητών» - δημιουργών. Το κοινό παρακολουθεί και ακούει. Ηχογραφημένα κείμενα, βίντεο, σόλο βιόλα και κινήσεις μηχανικές ή όχι, πάνω στην σκηνή.
T. S. Eliot, Ζαν Ζενέ, Καρυωτάκης, J. S. Bach, P. Hindemith, J. P. Westhoff, Ηράκλειτος, K. Thorr, C.Rovelli, Γαλιλαίος...
Ιδιαίτερη σημασία στο ότι η Ίρις Λουκά σκηνοθείται από τον γιο της Άρη Κακλέα, στην πρώτη τους επίσημη συνεργασία.
«Μια σύνθεση στοιχείων που ακουμπάει στους ώμους γιγάντων για να δει πάνω και πέρα και πίσω και πριν και μετά από τον εαυτό της και ελπίζει να μεταφέρει μικρά και όμορφα μηνύματα, τόσο κοντά, όσο το πιο κοντινό άτομο θεατή και τόσο μακριά όσο το Voyager.
Όλα τα υπόλοιπα είναι ακόμη μυστικά ή μπορεί και όχι.
Σε μιαν απέραντη έρημη πολιτεία στέκεται μια αλλόκοτη εκκλησία με μια τεράστια, ακόμη πιο αλλόκοτη, σκοτεινή καμπάνα που έχει το χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Όσο κι αν τραβάς τη γλώσσα της κανένας ήχος δεν βγαίνει πια. Όλα ξεκίνησαν το 1191 μετά τον Χριστό, κι ακόμα συνεχίζουν. Το χωριό της Ευλογιάς ήταν για αιώνες ο «Παράδεισος», όμως μια γενοκτονία, που βρίσκει ένοχους τους κατοίκους της, κάνει το Στόμα του Θεού να πάψει. Το ξέσπασμα του λιμού που μετατρέπεται σε επιδημία είναι το μόνο που τους αναγκάζει να ψάξουν τον τρόπο για να επανορθώσουν και να επιστρέψουν στην εποχή της ευμάρειας.
Άραγε τι θα πει Δικαιοσύνη και τι Αγάπη;
Η ομάδα RODEZ δημιουργεί μια παράσταση με τέσσερις ηθοποιούς, συνεχώς επί σκηνής, με εργαλεία το σώμα τους και τη φωνή τους. Η μουσική είναι πρωτότυπη, επηρεασμένη από δημοτικά τραγούδια, μοιρολόγια και εκκλησιαστικούς ύμνους.
Σκοπός μας είναι να δημιουργήσουμε μια «χειροποίητη» παράσταση η οποία θα εξετάσει τις βασικές θεματικές του έργου: πώς επηρεάζεται κάποιος όταν αναλαμβάνει εξουσία, πώς μια κοινωνία υποδέχεται τους πρόσφυγες, πώς αντιμετωπίζουν οι πολίτες το ξέσπασμα μιας επιδημίας και τελικά πώς χωράει μέσα σε αυτά η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθηση.
Ένα έργο γραμμένο το 2003, με ζητήματα τόσο επίκαιρα που απασχολούν την κοινωνία μέχρι και σήμερα. Η «Μουγγή Καμπάνα» είναι μια ιστορία που μας άγγιξε από την πρώτη ανάγνωση και ευχόμαστε να αγγίξει και τον κάθε θεατή ξεχωριστά.
Η Oμάδα Rodez δημιουργήθηκε το 2019 κι ο πυρήνας της αποτελείται από τέσσερα άτομα. Είμαστε η Ηλέκτρα Σαρρή, η Ανθή Σαββάκη, ο Μάριος Κρητικόπουλος και η Σόνια Καλαϊτζίδου, απόφοιτοι/ες του Θεάτρου Τέχνης από την ίδια τάξη του 2017.
Το όνομα της ομάδας μας το δανειστήκαμε από μια μικρή πόλη της νότιας Γαλλίας όπου νοσηλεύτηκε τα τελευταία του χρόνια ο Αντονέν Αρτώ. Στην ψυχιατρική κλινική της Rodez, υποβλήθηκε σε αμέτρητα και ισχυρά ηλεκτροσόκ. Εκεί έζησε την πιο οδυνηρή, απεγνωσμένη και ταυτόχρονα την πιο παραγωγική περίοδο της ζωής του.
Η Rodez του Αρτώ μάς θυμίζει, συνεχώς, πως δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς ασχήμια, όπως δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς προσωπική θυσία. Τώρα, 5 χρόνια μετά την δημιουργία της ομάδας μας, έχουμε αναπτύξει, σιγά σιγά, ένα δίκτυο συνεργατών που επιστρέφει ή ανανεώνεται. Κύριος στόχος μας είναι να νιώθουμε ελεύθεροι/ες να δοκιμαζόμαστε σε όλα τα στάδια της δημιουργίας μιας παράστασης. Διατηρώντας τον συνεχή διάλογο μέσα στην ομάδα, προσφέρουμε απλόχερα μεταξύ μας καθώς και στους ανθρώπους που μας παρακολουθούν ό,τι έχουμε ανακαλύψει ως καλλιτέχνες μέχρι τώρα.
Το σκοινί που ακροβατεί ο σχοινοβάτης... ή ο καλλιτέχνης.
Μια performance που ακουμπάει εξίσου στη μουσική και στο θέατρο.
Η βιολονίστα Ίρις Λουκά ξετυλίγει μια σύνθεση στοιχείων, βασισμένη σε μουσικά έργα και κείμενα «ποιητών» - δημιουργών. Το κοινό παρακολουθεί και ακούει. Ηχογραφημένα κείμενα, βίντεο, σόλο βιόλα και κινήσεις μηχανικές ή όχι, πάνω στην σκηνή.
T. S. Eliot, Ζαν Ζενέ, Καρυωτάκης, J. S. Bach, P. Hindemith, J. P. Westhoff, Ηράκλειτος, K. Thorr, C.Rovelli, Γαλιλαίος...
Ιδιαίτερη σημασία στο ότι η Ίρις Λουκά σκηνοθείται από τον γιο της Άρη Κακλέα, στην πρώτη τους επίσημη συνεργασία.
«Μια σύνθεση στοιχείων που ακουμπάει στους ώμους γιγάντων για να δει πάνω και πέρα και πίσω και πριν και μετά από τον εαυτό της και ελπίζει να μεταφέρει μικρά και όμορφα μηνύματα, τόσο κοντά, όσο το πιο κοντινό άτομο θεατή και τόσο μακριά όσο το Voyager.
Όλα τα υπόλοιπα είναι ακόμη μυστικά ή μπορεί και όχι.
ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ ή Άσε τους Νεκρούς να πεθάνουν
του Γιάννη Αποσκίτη
από 5 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Μπέλλος, Κέκροπος 1, Αθήνα
κάθε Δευτέρα και Τρίτη || 21:15
Ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης, ένας ξεχασμένος τηλεοπτικος σταρ μιας οικογενειακής σειράς του ‘90, δέχεται επίσκεψη από τρεις δημοσιογράφους με αφορμή ένα σκάνδαλο σχετικά με τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας του. Επιτέλους, μια ευκαιρία για να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο- αυτοί όμως έχουν ένα άλλο, πολύ πιο “σατανικό” σχέδιο στο μυαλό τους.
ΣΟΚ: «ΜΑΚΑΒΡΙΑ ΦΑΡΣΑ», «ΠΕΝΘΙΜΟ ΝΤΕΛΙΡΙΟ», «ΦΡΟΫΔΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ», χαρακτηρισμοί που πιθανώς να δώσουν οι κριτικοί του μέλλοντος για την «ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ». Πιθανώς και όχι.
Πάντως, το έργο «ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ ή Άσε τους νεκρούς να πεθάνουν» είναι το δεύτερο έργο του συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιάννη Αποσκίτη («Οι Προβοκάτορες» - Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών Εθνικού Θεάτρου, 2022-2023, Σκην. Ορέστης Σταυρόπουλος): μετά από την μαύρη πολιτική σάτιρα της εποχής της μετά-αλήθειας και των fake news, ο νέος δημιουργός στρέφει το βλέμμα στην «ρίζα του κακού» της χώρας μας: στην απέθαντη ελληνική οικογένεια.
Μια εφιαλτική φαρσοκωμωδία η οποία διαπραγματεύεται τις προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και την «διεστραμμένη» ενηλικίωση της γενιάς των millennials, που μεγαλώνοντας με το όνειρο μιας βέβαιης «συνταγής επιτυχίας», με «αποπνικτική» αγάπη και ένα «σίγουρο μέλλον» που κατακρημνίστηκε, και κάνοντας αυτό που διδάχθηκαν πως είναι σωστό, κατέληξαν να κοιτούν με αμηχανία την ιστορία να τους προσπερνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σε έναν κόσμο που φαντάζει όλο και πιο λάθος.
Η ομάδα The Young Quill, παρουσιάζει στο θέατρο Μπέλλος -του οποίου έχει αναλάβει από πέρυσι την καλλιτεχνική διεύθυνση- το έργο του σύγχρονου Ρουμάνου συγγραφέα Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου.
Μία επιλογή καθόλου τυχαία, καθώς μετά την επιτυχημένη πρώτη χρονιά (2022-2023) επαναλειτουργίας του ιστορικού θεάτρου της Πλάκας, η οποία ήταν αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική δραματουργία, η ομάδα επέλεξε ο φετινός καλλιτεχνικός προγραμματισμός να εστιάσει σε ελληνικά και ξένα έργα που γράφτηκαν τον 21ο αιώνα.
Ο Ματέι Βίζνιεκ γράφει το έργο του αυτό στις αρχές του 2000 θέτοντας το νευραλγικό ερώτημα: Τι θεωρούμε «πρόοδο» τον 21ο αιώνα και τι γίνεται με την «ανθρώπινη ψυχή» όταν βάλλεται από εθνικές έριδες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και διεθνή οικονομικά συμφέροντα;
Οι «Αριστερόχειρες» είναι ένα έργο ανθρωποκεντρικό και βαθιά αλληγορικό. Βασισμένο σε αληθινά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο του Ελληνικού Εμφυλίου, διαπραγματεύεται την έννοια της συλλογικής μνήμης ενός λαού που αρνείται να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν του και επιμένει να επαναλαμβάνει τα λάθη του. Με αφορμή τα Ιδρύματα που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη προκειμένου να κερδίσει έδαφος έναντι των αντιπάλων της και να ενισχύσει την επιρροή της στην διακυβέρνηση της χώρας, έρχονται στο φως ιστορίες παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στην αιματηρή εμφυλιακή σύρραξη και εργαλειοποιήθηκαν στα χέρια της επικρατούσας εξουσίας.
Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και παρουσιάστηκε την σεζόν 2021-2022 στη σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά,την επόμενη σεζόν 2022-2023 στο θέατρο Μπέλλος και επιστρέφει για 3η χρονιά για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης, ένας ξεχασμένος τηλεοπτικος σταρ μιας οικογενειακής σειράς του ‘90, δέχεται επίσκεψη από τρεις δημοσιογράφους με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας του. Επιτέλους, μια ευκαιρία για να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο- αυτοί όμως έχουν ένα άλλο, σατανικό σχέδιο στο μυαλό τους.
Το έργο «Μαύρη Μαγεία ή Άσε τους νεκρούς να πεθάνουν» είναι το δεύτερο έργο του συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιάννη Αποσκίτη, μετά τους «Προβοκάτορες».
Μια εφιαλτική φαρσοκωμωδία η οποία διαπραγματεύεται τα προβλήματα της ελληνικής σκληροπυρηνικής οικογένειας και την «διεστραμμένη» ενηλικίωση της γενιάς των millennials, που μεγαλώνοντας με το όνειρο μιας βέβαιης «συνταγής επιτυχίας», με ένα «σίγουρο μέλλον» που κατακρημνίστηκε, και κάνοντας αυτό που διδάχθηκαν πως είναι σωστό, κατέληξαν να κοιτούν με αμηχανία την ιστορία να τους προσπερνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σε έναν κόσμο που φαντάζει όλος λάθος.
Σε μιαν απέραντη έρημη πολιτεία στέκεται μια αλλόκοτη εκκλησία με μια τεράστια, ακόμη πιο αλλόκοτη σκοτεινή καμπάνα που έχει το χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Όσο κι αν τραβάς τη γλώσσα της κανένας ήχος δεν βγαίνει πια. Όλα ξεκίνησαν το 1191 μετά τον Χριστό, κι ακόμα συνεχίζουν…
Πρόκειται για ένα διήγημα γραμμένο από τον συγγραφέα το 2003 με μια θεματική πιο επίκαιρη από ποτέ. Πώς η εξουσία αλλάζει ή μετακινεί τις αποφάσεις των ανθρώπων και πώς τελικά αλλάζει τον ίδιο τον άνθρωπο; Μπορεί κανείς να παραμείνει ηθικά ακέραιος κρατώντας την εξουσία στα χέρια του; Το καλό φαίνεται να συνυπάρχει με το κακό και με την πρώτη ευκαιρία το ένα υπερκεράζει το άλλο. Με όχημα τις πανδημίες, τον ρατσισμό και τις γενοκτονίες ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τελικά την σαθρότητα της πολιτικής εξουσίας.
Μια παράσταση με τέσσερις ηθοποιούς, συνεχώς επί σκηνής, με εργαλεία το σώμα τους, τη φωνή τους, τα κοστούμια και ένα σκηνικό που θα «μεταμορφώνεται» στον χώρο έτσι ώστε να εξυπηρετεί την σκηνική αφήγηση. Η πρωτότυπη μουσική θα παράγεται ζωντανά στην σκηνή και θα είναι επηρεασμένη από δημοτικά τραγούδια, ψαλμούς και μοιρολόγια.
«Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»
του Ματέι Βίζνιεκ
Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 18:00
Επιπλέον εορταστικές παραστάσεις:
Τρίτη 26/12/2023 στις 18:00
Τρίτη 2/1/2024 στις 21:00
Τι θεωρείται «πρόοδος» τον 21ο αιώνα;
H ομάδα The Young Quill παρουσιάζει το έργο του Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου.
Η ομάδα The Young Quill, επιστρέφει τη νέα θεατρική σεζόν ανεβάζοντας στο θέατρο Μπέλλος -του οποίου έχει αναλάβει από πέρυσι την καλλιτεχνική διεύθυνση- το έργο του σύγχρονου Ρουμάνου συγγραφέα Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξηπρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα». Μία επιλογή καθόλου τυχαία, καθώς μετά την επιτυχημένη πρώτη χρονιά (2022-2023) επαναλειτουργίας του ιστορικού θεάτρου της Πλάκας, η οποία ήταν αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική δραματουργία, η ομάδα επέλεξε ο φετινός καλλιτεχνικός προγραμματισμός να εστιάσει σε ελληνικά και ξένα έργα που γράφτηκαν τον 21ο αιώνα.
Ο Ματέι Βίζνιεκ γράφει το έργο του αυτό στις αρχές του 2000 θέτοντας το νευραλγικό ερώτημα: Τι θεωρούμε «πρόοδο» τον 21ο αιώνα και τι γίνεται με την «ανθρώπινη ψυχή» όταν βάλλεται από εθνικές έριδες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και διεθνή οικονομικάσυμφέροντα;
Το έργο:
Μέσα από ένα υπερρεαλιστικό πλαίσιο που όλα μοιάζουν να είναι φάλτσα, διαδραματίζεται μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία ενός οποιουδήποτε πολέμου του τώρα, του τότε ή του μετά. Ο συγγραφέας εμπνέεται από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και μέσα από το έργο του, δίνει χώρο στην ανθρώπινη ψυχή να πενθήσει την ύπαρξη της που ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να χαθεί, αν «ο ισχυρός» το θελήσει.
Στο έργο, ο Βίγκαν και η Γιάσμινσκα επαναπατρίζονται στο χωριό τους μετά τη λήξη του εμφυλίου αναζητώντας τη σορό του Βίμπκο, του χαμένου τους γιού που πολεμούσε. Η τοπική κοινωνία τους αντιμετωπίζει με καχυποψία αναζητώντας τρόπους να εκμεταλλευτεί οικονομικά το πένθος τους. Οι άνθρωποι, ζωντανοί ή νεκροί, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μέσα εκμετάλλευσης για την παραγωγή κέρδους. Η μοναδική πηγή εσόδων του ζευγαριού είναι η κόρη τους, Ίντα, η οποία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μπλέχτηκε σε κύκλωμα σωματεμπορίας και πλέον εκπορνεύεται στην κεντρική Ιταλία. Η Ίντα βιώνει μια παράλληλη ιστορία εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ξεχασμένο από όλους -από το κράτος, τους διεθνείς φορείς, τους φίλους, τους συγγενείς ακόμα και από την ίδια τη ζωή- και μη έχοντας δικαίωμα διεκδικήσεων, καθώς στερείται οικονομικών πόρων, το ζευγάρι αποφασίζει να ανακαλύψει μόνο του το νήμα της οικογενειακής του ιστορίας. Μέσα από την προσωπική τους διαδρομή, προκύπτει η ιστορία της πολεμικής φρίκης ολόκληρου του 20ου αιώνα.
Η ομάδα The Young Quill καταπιάνεται με το έργο αυτό είκοσι χρόνια αφότου γράφτηκε, επικαιροποιεί το ερώτημα και αναρωτιέται αν η «πρόοδος» είναι τελικά η αξία που πρέπει να καθορίζει την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, ακόμα και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο συγγραφέας:
Ο Ματέι Βίζνιεκ γεννήθηκε το 1956 στη Ρουμανία. Μεγαλώνοντας υπό τον σκιώδη φόβο ενός καταπιεστικού καθεστώτος, από πολύ νέος παθιάζεται με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Το 1984 δημοσιεύει και βραβεύεται για τα ποιήματα του. Ωστόσο, τα θεατρικά του έργα λογοκρίθηκαν και απαγορεύτηκαν, καθώς δεν θέλησε να μείνει σιωπηλός απέναντι στο καθεστώς. Τον Σεπτέμβριο του 1987 ζήτησε πολιτικό άσυλο στο Παρίσι και έκτοτε ζει στη Γαλλία, όπου και εργάζεται ως δημοσιογράφος και γράφει θεατρικά έργα στα γαλλικά.
Η θαρραλέα λογοτεχνική του προσέγγιση και η στάση του απέναντι σε πολιτικοκοινωνικά θέματα έχουν αποσπάσει αναγνώριση και θαυμασμό παγκοσμίως. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν παρουσιαστεί σε θέατρα σε όλο τον κόσμο. Στη Ρουμανία, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος έγινε ένας από τους πιο πολυπαιγμένους συγγραφείς της χώρας, με τριάντα και πλέον έργα του ανεβασμένα στο Βουκουρέστι και σε άλλες πόλεις της χώρας. Το 2009, το έργο του «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Αβινιόν.
Τέσσερις νεαρές γυναίκες - όλες κάτω των τριάντα ετών - συμβιώνουν σ’ ένα διαμέρισμα της πιο σικάτης περιοχής του Λονδίνου. Η κάθε μία προέρχεται από διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, αλλά όλες τους αποκτούν ενός είδους κοινής και μοιραίας σχέσης με τον χώρο στον οποίο συν-υπάρχουν.
Για όλες ο χώρος αυτός, είναι ένας προσωρινός σταθμός, μία στάση ανάπαυσης πριν απ’ το μεγάλο βήμα, πριν απ’ τη μεγάλη απόσταση και την προσωπική διαδρομή που έχει να διανύσει η κάθε μία. Είναι ο τόπος αναμονής τους, ο τόπος συνενοχής τους, ο τόπος που ανασαίνουν λίγο πριν το μακροβούτι, αλλά κι ένας τόπος που μπορούν να ανοιχθούν, να μοιραστούν, να ουρλιάξουν, να πιουν, να γελάσουν, να φοβηθούν, μαζί. Αυτό το «μαζί» είναι που είναι άξιο προς ανακάλυψη.
Βρισκόμαστε ακόμα, στην ταραχώδη για τη γυναίκα και όλες τις θηλυκότητες, δεκαετία του 1970. Τέσσερις γυναίκες στην ακμή τους, σφύζουν από δύναμη, σεξουαλικότητα, ζωή. Επεξεργάζονται το πως θα μπορέσουν να έχουν ένα κομμάτι από την ήδη μοιρασμένη πίτα της κοινωνικής ιεραρχίας. Αναρωτιούνται αν οι επιτακτικές τους επιθυμίες είναι ουτοπίες, αν υπάρχει κίνδυνος στην επιθυμία, αν μπορούν να τολμήσουν να υπάρξουν. Κοιτάζουν τη ζωή πίσω από ένα γυάλινο παραπέτασμα, μακριά από την πρώτη γραμμή κι ας βρίσκονται ολοκληρωτικά στη μάχη. Η κάθε μια παλεύει με τον δικό της τρόπο, διωκόμενη από τον προσωπικό της δαίμονα.
Μέσα από τα μάτια 4 νέων ηθοποιών, βλέπουμε μια εποχή́ που οι γυναίκες παρακολουθούν την ανδρική́ κούρσα ταχύτητας από́ τις κερκίδες. Καταλαβαίνουμε τη δύναμη του δεσμού τους μέσα από τα ξαφνικά γέλια τους, τις εκκωφαντικές κραυγές, τους ξέφρενους χορούς και τις μεγάλες σιωπές τους.
Το έργο «Dusa - Fish - Stas and Vi» ήταν το πρώτο φεμινιστικό θεατρικό έργο που κατάφερε να ανέβει με μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στο West End του Λονδίνου. Είχε πρωτοανέβει με τον τίτλο «Νεκρά Ψάρια» στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου 1977.
Εμβληματικό για την εποχή του, αποτελεί ντοκουμέντο της φεμινιστικής γραφής του 70. Με το έργο αυτό η Pam Gems αναδεικνύεται στην Αγγλία, ως η κατεξοχήν φεμινίστρια θεατρική συγγραφέας της γενιάς της.
Τα δικά μας «Ψάρια στη Γυάλα» ψάχνουν τη φεμινιστική γραφή, την αισθητική και την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70 βρίσκοντας συνδέσεις με το σήμερα.
«Ψάρια στη Γυάλα»
Βασισμένο στο θεατρικό έργο “Dusa, Fish, Stas and Vi” της Pam Gems
Eυχαριστούμε από καρδιάς για την πολύτιμη βοήθειά τους:
Τον Βασίλη Χαραλαμπίδη και όλη την υπέροχη ομάδα του BIOS για τη γενναιοδωρία και τη φιλοξενία.
Τη Μάτα Μάρρα και τον Θάνο Δερμάτη για τη σοφία και τη γνώση.
Λίγα λόγια για την Pam Gems
Ξεκίνησε να γράφει σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει την απομόνωση που ένιωθε εξ αιτίας του κοινωνικού της ρόλου ως νοικοκυρά και μητέρα. Το 1970 μετακόμισε με την οικογένειά της στο Λονδίνο όπου ήρθε σε επαφή με το δεύτερο κύμα του φεμινιστικού κινήματος ή αλλιώς “τον ακαδημαϊκό φεμινισμό”. Εκεί έγραψε διηγήματα, μονολόγους και θεατρικά έργα γύρω από τη ζωή και τη σεξουαλικότητα των γυναικών, τα οποία παίζονταν σε μικρά και δημοφιλή Λονδρέζικα θέατρα. Η επιτυχία των έργων της, αλλά και άλλων γυναικών συγγραφέων, οδήγησε στο να γίνει μια αποκλειστικά φεμινιστική θεατρική σεζόν στο ριζοσπαστικό Almost Free Theatre στο Soho, υπό την διεύθυνση του σκηνοθέτη και ακτιβιστή Ed Berman. Αυτό το εμβληματικό για την εποχή του θέατρο, λειτουργούσε με όρους κολεκτίβας όπου οι θεατές πλήρωναν ανάλογα με τις δυνατότητες τους αλλά… όχι λιγότερο μια πένα (1 σεντ). Η εκρηκτική ενέργεια αυτής της θεατρικής χρονιάς οδήγησε στη δημιουργία δύο σημαντικών ομάδων. Η πρώτη, ήταν η ελευθεριακή Women’s Theatre Group και ήταν ανοιχτή σε όσες γυναίκες ήθελαν να συμμετέχουν, ανεξαρτήτου εμπειρίας. Η δεύτερη ονομάστηκε Monstrous Regiment και έδωσε έμφαση στην ανάγκη ύπαρξης γυναικών στον επαγγελματικό θεατρικό χώρο, και ανάγκη ενασχόλησης αυτών των γυναικών-επαγγελματιών με την ποιοτική θεατρική έρευνα γύρω από τις γυναικεία ζητήματα.
Στη δεκαετία του ’70, τα έργα της Pam Gems συχνά προκαλούσαν έντονες διαμαρτυρίες από την Κίνηση της Απελευθέρωσης των Γυναικών που αντιδρούσε στην ύπαρξη ανδρών στη σκηνή. Παρόλα αυτά ήταν από τις πρώτες συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τη θέση της γυναίκας στο θέατρο δημιουργώντας πολύπλοκους γυναικείους χαρακτήρες πράγμα σπάνιο την εποχή εκείνη.
Ένας Κοινοτάρχης που κρατάει βίτσα και μιλάει με «νι» και «λι», μια απροσάρμοστη Τρόφιμος που της αρέσει να τρέχει, μια ανύπαντρη Ομαδάρχισσα που αμφιταλαντεύεται, μια κουρασμένη Μητέρα που ψάχνει ασταμάτητα με σεντόνια στα χέρια, ένας μαλλιαρός Άντρας που κάνει ισορροπία, μια Βασίλισσα με γούνα και υπαρξιακές αγωνίες, μια Ρωσίδα χορεύτρια που έπαιξε τον μαύρο κύκνο στα Μπαλσόι, ένας Δημοσιογράφος που προσπαθεί να βρει την αλήθεια; ένας Χωροφύλακας που σιχαίνεται το κρύο και σέρνει τα πόδια του, αυτός που μιλάει με ντοκουμέντα, μια Ελληνοαμερικάνα που ψάχνει από πού κρατάει η σκούφια της, ένας Αριστερόχειρας που στρώνει το κρεβάτι του φάκελο και δεν μπορεί να πει το «ρ», ένας κανονικός Φαντάρος με αρβύλες και όπλο και ο Ντιμίτρι ή Δημήτρης, ένας ερωτευμένος Πολυτεχνίτης που πήγε από την Κόνιτσα στην Τασκένδη, συνομιλούν και διεκδικούν τη θέση τους στην Ιστορία.
Το έργο αντλεί την έμπνευσή του από τις «Παιδοπόλεις», τα αμφιλεγόμενα ιδρύματα που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου, καθώς και από ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου που διαμόρφωσαν την σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα.
Ακούγεται ο Σταύρος Γιαννουλάδης και η Ευαγγελία Καρακατσάνη.
Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και παρουσιάστηκε την σεζόν 2021-2022 στη σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά,την επόμενη σεζόν 2022-2023 στο θέατρο Μπέλλος και επιστρέφει για 3η χρονιά για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Οι Αριστερόχειρες είναι ένα έργο ανθρωποκεντρικό και βαθιά αλληγορικό. Βασισμένο σε αληθινά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο του Ελληνικού Εμφυλίου, διαπραγματεύεται την έννοια της συλλογικής μνήμης ενός λαού που αρνείται να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν του και επιμένει να επαναλαμβάνει τα λάθη του. Με αφορμή τα Ιδρύματα που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη προκειμένου να κερδίσει έδαφος έναντι των αντιπάλων της και να ενισχύσει την επιρροή της στην διακυβέρνηση της χώρας, έρχονται στο φως ιστορίες παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στην αιματηρή εμφυλιακή σύρραξη και εργαλειοποιήθηκαν στα χέρια της επικρατούσας εξουσίας.
Οι Αριστερόχειρεςείναι ένα έργο χαρακτήρων. Οι χαρακτήρες είναι αυτοί που άλλοτε ως θύτες και άλλοτε ως θύματα συνθέτουν μπροστά στα μάτια μας το θολό παρελθόν που διαμόρφωσε την μεταπολεμική ελληνική ιστορία συλλήβδην κι ωστόσο, απουσιάζει από τα σχολικά βιβλία ακόμη και σήμερα. Η ιδέα της «Εθνικής Συμφιλίωσης», όπως την ευαγγελίστηκαν οι κυβερνήσεις του ’80 χτίστηκε πάνω σε εκατομμύρια καμένα αρχεία και την επιταγή μιας επίπλαστης ομόνοιας, χωρίς ιδεολογικά πρόσημα. Όμως, οι σκελετοί στη ντουλάπα της Ελληνικής ιστορίας και οι ανεπούλωτες πληγές του Εμφυλίου εμφανίζονται με κάθε ευκαιρία και μας υπενθυμίζουν την απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των πεπραγμένων.
«Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»
του Ματέι Βίζνιεκ
Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 18:00
Τι θεωρείται «πρόοδος» τον 21ο αιώνα;
H ομάδα The Young Quill παρουσιάζει το έργο του Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα»σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου.
Η ομάδα The Young Quill, επιστρέφει τη νέα θεατρική σεζόν ανεβάζοντας στο θέατρο Μπέλλος -του οποίου έχει αναλάβει από πέρυσι την καλλιτεχνική διεύθυνση- το έργο του σύγχρονου Ρουμάνου συγγραφέα Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξηπρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα». Μία επιλογή καθόλου τυχαία, καθώς μετά την επιτυχημένη πρώτη χρονιά (2022-2023) επαναλειτουργίας του ιστορικού θεάτρου της Πλάκας, η οποία ήταν αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική δραματουργία, η ομάδα επέλεξε ο φετινός καλλιτεχνικός προγραμματισμός να εστιάσει σε ελληνικά και ξένα έργα που γράφτηκαν τον 21ο αιώνα.
Ο Ματέι Βίζνιεκ γράφει το έργο του αυτό στις αρχές του 2000 θέτοντας το νευραλγικό ερώτημα: Τι θεωρούμε «πρόοδο» τον 21ο αιώνα και τι γίνεται με την «ανθρώπινη ψυχή» όταν βάλλεται από εθνικές έριδες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και διεθνή οικονομικάσυμφέροντα;
Το έργο:
Μέσα από ένα υπερρεαλιστικό πλαίσιο που όλα μοιάζουν να είναι φάλτσα, διαδραματίζεται μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία ενός οποιουδήποτε πολέμου του τώρα, του τότε ή του μετά. Ο συγγραφέας εμπνέεται από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και μέσα από το έργο του, δίνει χώρο στην ανθρώπινη ψυχή να πενθήσει την ύπαρξη της που ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να χαθεί, αν «ο ισχυρός» το θελήσει.
Στο έργο, ο Βίγκαν και η Γιάσμινσκα επαναπατρίζονται στο χωριό τους μετά τη λήξη του εμφυλίου αναζητώντας τη σορό του Βίμπκο, του χαμένου τους γιού που πολεμούσε. Η τοπική κοινωνία τους αντιμετωπίζει με καχυποψία αναζητώντας τρόπους να εκμεταλλευτεί οικονομικά το πένθος τους. Οι άνθρωποι, ζωντανοί ή νεκροί, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μέσα εκμετάλλευσης για την παραγωγή κέρδους. Η μοναδική πηγή εσόδων του ζευγαριού είναι η κόρη τους, Ίντα, η οποία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μπλέχτηκε σε κύκλωμα σωματεμπορίας και πλέον εκπορνεύεται στην κεντρική Ιταλία. Η Ίντα βιώνει μια παράλληλη ιστορία εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ξεχασμένο από όλους -από το κράτος, τους διεθνείς φορείς, τους φίλους, τους συγγενείς ακόμα και από την ίδια τη ζωή- και μη έχοντας δικαίωμα διεκδικήσεων, καθώς στερείται οικονομικών πόρων, το ζευγάρι αποφασίζει να ανακαλύψει μόνο του το νήμα της οικογενειακής του ιστορίας. Μέσα από την προσωπική τους διαδρομή, προκύπτει η ιστορία της πολεμικής φρίκης ολόκληρου του 20ου αιώνα.
Η ομάδα The Young Quill καταπιάνεται με το έργο αυτό είκοσι χρόνια αφότου γράφτηκε, επικαιροποιεί το ερώτημα και αναρωτιέται αν η «πρόοδος» είναι τελικά η αξία που πρέπει να καθορίζει την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, ακόμα και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο συγγραφέας:
Ο Ματέι Βίζνιεκ γεννήθηκε το 1956 στη Ρουμανία. Μεγαλώνοντας υπό τον σκιώδη φόβο ενός καταπιεστικού καθεστώτος, από πολύ νέος παθιάζεται με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Το 1984 δημοσιεύει και βραβεύεται για τα ποιήματα του. Ωστόσο, τα θεατρικά του έργα λογοκρίθηκαν και απαγορεύτηκαν, καθώς δεν θέλησε να μείνει σιωπηλός απέναντι στο καθεστώς. Τον Σεπτέμβριο του 1987 ζήτησε πολιτικό άσυλο στο Παρίσι και έκτοτε ζει στη Γαλλία, όπου και εργάζεται ως δημοσιογράφος και γράφει θεατρικά έργα στα γαλλικά.
Η θαρραλέα λογοτεχνική του προσέγγιση και η στάση του απέναντι σε πολιτικοκοινωνικά θέματα έχουν αποσπάσει αναγνώριση και θαυμασμό παγκοσμίως. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν παρουσιαστεί σε θέατρα σε όλο τον κόσμο. Στη Ρουμανία, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος έγινε ένας από τους πιο πολυπαιγμένους συγγραφείς της χώρας, με τριάντα και πλέον έργα του ανεβασμένα στο Βουκουρέστι και σε άλλες πόλεις της χώρας. Το 2009, το έργο του «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Αβινιόν.
Ένας Κοινοτάρχης που κρατάει βίτσα και μιλάει με «νι» και «λι», μια απροσάρμοστη Τρόφιμος που της αρέσει να τρέχει, μια ανύπαντρη Ομαδάρχισσα που αμφιταλαντεύεται, μια κουρασμένη Μητέρα που ψάχνει ασταμάτητα με σεντόνια στα χέρια, ένας μαλλιαρός Άντρας που κάνει ισορροπία, μια Βασίλισσα με γούνα και υπαρξιακές αγωνίες, μια Ρωσίδα χορεύτρια που έπαιξε τον μαύρο κύκνο στα Μπαλσόι, ένας Δημοσιογράφος που προσπαθεί να βρει την αλήθεια; ένας Χωροφύλακας που σιχαίνεται το κρύο και σέρνει τα πόδια του, αυτός που μιλάει με ντοκουμέντα, μια Ελληνοαμερικάνα που ψάχνει από πού κρατάει η σκούφια της, ένας Αριστερόχειρας που στρώνει το κρεβάτι του φάκελο και δεν μπορεί να πει το «ρ», ένας κανονικός Φαντάρος με αρβύλες και όπλο και ο Ντιμίτρι ή Δημήτρης, ένας ερωτευμένος Πολυτεχνίτης που πήγε από την Κόνιτσα στην Τασκένδη, συνομιλούν και διεκδικούν τη θέση τους στην Ιστορία.
Το έργο αντλεί την έμπνευσή του από τις «Παιδοπόλεις», τα αμφιλεγόμενα ιδρύματα που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου, καθώς και από ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου που διαμόρφωσαν την σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα.
Ακούγεται ο Σταύρος Γιαννουλάδης και η Ευαγγελία Καρακατσάνη.
Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και παρουσιάστηκε την σεζόν 2021-2022 στη σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά,την επόμενη σεζόν 2022-2023 στο θέατρο Μπέλλος και επιστρέφει για 3η χρονιά για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Οι Αριστερόχειρες είναι ένα έργο ανθρωποκεντρικό και βαθιά αλληγορικό. Βασισμένο σε αληθινά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο του Ελληνικού Εμφυλίου, διαπραγματεύεται την έννοια της συλλογικής μνήμης ενός λαού που αρνείται να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν του και επιμένει να επαναλαμβάνει τα λάθη του. Με αφορμή τα Ιδρύματα που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη προκειμένου να κερδίσει έδαφος έναντι των αντιπάλων της και να ενισχύσει την επιρροή της στην διακυβέρνηση της χώρας, έρχονται στο φως ιστορίες παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στην αιματηρή εμφυλιακή σύρραξη και εργαλειοποιήθηκαν στα χέρια της επικρατούσας εξουσίας.
Οι Αριστερόχειρεςείναι ένα έργο χαρακτήρων. Οι χαρακτήρες είναι αυτοί που άλλοτε ως θύτες και άλλοτε ως θύματα συνθέτουν μπροστά στα μάτια μας το θολό παρελθόν που διαμόρφωσε την μεταπολεμική ελληνική ιστορία συλλήβδην κι ωστόσο, απουσιάζει από τα σχολικά βιβλία ακόμη και σήμερα. Η ιδέα της «Εθνικής Συμφιλίωσης», όπως την ευαγγελίστηκαν οι κυβερνήσεις του ’80 χτίστηκε πάνω σε εκατομμύρια καμένα αρχεία και την επιταγή μιας επίπλαστης ομόνοιας, χωρίς ιδεολογικά πρόσημα. Όμως, οι σκελετοί στη ντουλάπα της Ελληνικής ιστορίας και οι ανεπούλωτες πληγές του Εμφυλίου εμφανίζονται με κάθε ευκαιρία και μας υπενθυμίζουν την απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των πεπραγμένων.