Μιχάλης Σεβαστέρης: «Είμαι βίγκαν» στο θέατρο Άβατον
Δευτέρα, 21/02/2022 - 20:00Πρεμιέρα 11/3
Αφού δοκίμασε τα κείμενά του με επιτυχία σε μπαράκια, καφέ, open mic και φεστιβάλ, και έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα λόγω lockdown και περιορισμών, είναι έτοιμος για το επόμενο, μεγάλο βήμα: Ο Μιχάλης Σεβαστέρης έρχεται στο θέατρο Άβατον με την πρώτη ολοκληρωμένη σόλο παράστασή του «Είμαι Βιγκαν», διακωμωδώντας τις τραγικές καταστάσεις που πέρασε σαν παιδί, έφηβος, ενήλικας, και που ακολουθώντας την μαθηματική ακολουθία θα περάσει και σαν γέρος. Γεγονότα που τον σημάδεψαν και τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα: Ένας πολύ ξεχωριστός, φωτεινός, γεμάτος χιούμορ νέος άνθρωπος. Και βίγκαν.
Στο stand-up show του «Είμαι Βίγκαν» θα μοιραστεί, μεταξύ άλλων, τις περιπέτειές του ως vegan:
Να βρει κοπέλα
Ν’ αποκτήσει φίλους
Να επιβιώσει σε ελληνικό εστιατόριο
και σε γυμναστήριο με ετήσια συνδρομή 39 €
Να εξημερώσει τον θείο του
Ενώ θα αποκαλύψει με τι κόλπο κατόρθωσε να κάνει τη γιαγιά του βίγκαν (οι κρεατοβιομηχανίες τον μισούν!)
Εντελώς ακίνητος για 60’στη σκηνή, με poker face και κωμικός. Με μια πρώτη ματιά, κάτι δεν πάει καλά στην εξίσωση. Και όμως ο Μιχάλης Σεβαστέρης-επαγγελματίας παίκτης πόκερ-προσεγγίζει το stand up με μια φρέσκια, ανατρεπτική ματιά. Μπορεί το ανέκφραστο πρόσωπό του και η έλλειψη κινήσεων να καθιστούν δύσκολο να καταλάβει κανείς τι σκέφτεται, τι έχει στο μυαλό του ή να τον «διαβάσει», αλλά είναι το κείμενό του αυτό που-ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής- υπόσχεται μια βραδιά ανακουφιστικού γέλιου, αισιοδοξίας και ανεμελιάς, κόντρα στις σκοτεινές εποχές που ζούμε.
Ο ίδιος σημειώνει: «Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανα stand up: Ήταν το 2018 και είχα τόσο άγχος που νόμιζαν πως υποδυόμουν κάποιου είδους περσόνα. Η αβολοσύνη μου είχε επιτέλους ένα μέρος που μπορούσε να αξιοποιηθεί. Fun fact: Το πρώτο αστείο που είπα εκείνη τη βραδιά είναι ακόμα το πρώτο αστείο που χρησιμοποιώ και τώρα. Είχα δώσει και την κάμερα στον ξάδερφό μου να με βγάλει. Πήγα σπίτι ενθουσιασμένος και την άνοιξα για να βρω τελικά ένα μόνο βίντεο με τον ξάδερφο μου να λέει ''νόμιζα το πάτησα το κουμπί''. Αν τότε μου έλεγε κανείς πως σε τέσσερα χρόνια η παράστασή μου θα παίξει σε θέατρο, θα του έλεγα πως μπορούσε να μου πει κάτι πιο χρήσιμο με τις μαντικές του ικανότητες. Από την Παρασκευή 11 Μαρτίου, για 10 παραστάσεις στο Θέατρο Άβατον, λοιπόν! Το άγχος είναι από τις κύριες αιτίες πρόωρου θανάτου, όποτε για σιγουριά θα έκλεινα για την πρώτη ή τη δεύτερη».
Ταυτότητα παράστασης
Είμαι Βίγκαν
Μιχάλης Σεβαστέρης
Πρεμιέρα: 11 Μαρτίου
Πού: Θέατρο Άβατον, Ευπατριδών 3, Κεραμεικός.
Πότε: Από τις 11 Μαρτίου και κάθε Παρασκευή έως τις 20 Μαΐου (πλην της Παρασκευής 15/4)
Εισιτήριο: 10 € (τα 30 πρώτα εισιτήρια κάθε παράστασης με μειωμένη τιμή 8 €)
Προπώληση: https://www.viva.gr/tickets/standupcomedy/eime-vigkan/
Προβολή και Επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will
Who is who
Ο Μιχάλης Σεβαστέρης γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου του 1994, μεγάλωσε με τη γιαγιά του και στα 23 του ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή. Ήταν τότε που κατάλαβε ότι είναι ερωτευμένος με το stand up. Έκτοτε παίζει τακτικά, ενώ παράλληλα διοργανώνει το εβδομαδιαίο Open Mic στο Foka Negra, όπου νέοι κωμικοί κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Εκτός σκηνής, ασχολείται επαγγελματικά με το online poker. Η άλλη μεγάλη αγάπη του είναι το σκυλί του, η Μπομπ. Δηλώνει φιλόζωος, ασχολείται με τον ακτιβισμό υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, ενώ για ένα διάστημα υπήρξε εθελοντής σε καταφύγιο ζώων στη Μούρθια της Ισπανίας.
Μπορείτε να πάρετε μια πρώτη, πολύ αντιπροσωπευτική γεύση για τον ίδιο, τη φιλοσοφία του και τη δουλειά του, ακολουθώντας τον στα social media του.
Tik Tok: https://bit.ly/3sACxZH
YouTube: https://bit.ly/3BkeSk6
Instagram: https://bit.ly/3kEzKc8
ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ
Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή
Πρόκειται για μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, σε σκηνοθεσία της Μελίνας Σκούφου με την Χριστίνα Λυκοτσέτα με δραματοποιημένα αποσπάσματα αφηγήσεων από Χιώτες πρόσφυγες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1941-1944) βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πείνα και το θανάτο που έπληξε το νησί, οι κάτοικοι του οποίου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους ξεκινώντας ένα μακρύ ταξίδι με πολλούς κινδύνους. Πρώτος σταθμός τους η Τουρκία για να διοχετευθούν στη συνέχεια σε Κύπρο, Μέση Ανατολή, Συρία, Παλαιστίνη κ.λ.π. Αυτή η πτυχή της Ιστορίας, έχει καταγραφεί από τον Γιάννη Μακριδάκη στο πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Συρματένιοι Ξεσυρματένιοι· Όλοι» εμπνέοντας αυτόν τον θεατρικό μονόλογο σε μια περίοδο που η λήθη οδηγεί πολλούς Έλληνες να ξεχνούν ότι υπήρξαν στη θέση των προσφύγων αναγκαζόμενοι και εκείνοι κάποτε να εγκαταλείψουν τη χώρα τους καθώς δυο ήταν οι δρόμοι, όπως αναφέρεται και από Χιώτες εκείνης της εποχής: «ή το νεκροταφείο ή η βάρκα για την Τουρκία» και μετά από εκεί ποιος ξέρει για πού.
Όσοι επέζησαν αφηγούνται τις συνθήκες πείνας κι ανέχειας, τις νυχτερινές παράτολμες αποδράσεις από το νησί, τον φόβο των γερμανών, την μάχη με τα κύματα, τη ζωή στον στρατό της Μέσης Ανατολής, στους προσφυγικούς καταυλισμούς, τα χίλια άτομα σε στρατόπεδο – καταυλισμό στο Πορτ Σαίντ , τον εγκλεισμό στα «σύρματα», τον Ιερό Λόχο και την απελευθέρωση. Κάποιοι από αυτούς χάθηκαν στη διαδρομή. Παρόμοιες σκηνές με αυτές που βιώνουν οι σημερινοί πρόσφυγες.
Σε ένα σκηνικό αποτελούμενα από προσωπικά αντικείμενα, από ενδύματα και φωτογραφίες μέχρι σκεύη κουζίνας, βιβλία και βαλίτσες, ανασυνθέτοντας επί σκηνής τον οικείοι χώρο ενός σπιτιού της νησιωτικής επαρχίας. Μια αφήγηση με νόημα, με δράση, με άποψη, με απόλυτη συμμετοχή κάθε εκφραστικού μέσου της ηθοποιού, Χριστίνας Λυκοτσέτα, που ενσαρκώνει πολλούς ρόλους, μπαίνει σε διάφορες ψυχολογίες και αποκτά άλλη χροιά η φωνή της, για να συνεπάρει τους θεατές σε αυτό το ταξίδι ζωής και σκέψης.
Η σκηνοθεσία της Μελίνας Σκούφου βασίστηκε πολύ στο σκηνικό περιβάλλον που δημιούργησε η Γεωργία Μπούρδα, στην εκπληκτική μουσική επιλογή του Αντρέα Σκούφου και βέβαια στη διδασκαλία της ηθοποιού που από την πρώτη στιγμή αιχμαλώτισε την προσοχή του θεατή και απευθύνθηκε ευθέως στο θυμικό του για να παρακινήσει την σκέψη του. « Όπως σωστά επισημαίνει η σκηνοθέτης, ο πρόσφυγας δεν έχει ούτε φύλο, ούτε ηλικία». Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει διασώζοντας ό,τι μπορεί από την οικογένειά του, από την αξιοπρέπειά του, ένας άνθρωπος που διατηρεί αναμμένη μέσα του τη σπίθα της ζωής.
TEXNES PLUS
Από την Μυρτώ Παπαιωάννου
Στο θέατρο Άβατον, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ύστερα από την θερμή ανταπόκριση του κοινού, ανεβαίνουν και πάλι οι «Συρματένιοι Ξεσυρματένιοι· Όλοι». Πρόκειται για μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο γράφτηκε το 2006.
Ο συγγραφέας
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά και το 1997 ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου. Οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, ο οποίος εδώ συγκέντρωσε και κατέγραψε προσωπικές αφηγήσεις από πρόσφυγες της Χίου που εγκατέλειψαν τον τόπο τους και (δι)έφυγαν με βάρκες από Χίο προς Μέση Ανατολή (Συρία, Κύπρο, Παλαιστίνη) μέσω Τουρκίας, κατά τη διάρκεια των ετών 1941-1944. Οι επιζήσαντες εξιστορούν στο βιβλίο αυτό τις συνθήκες πείνας κι εξαθλίωσης στη Χίο μετά την άφιξη των Γερμανών, τις απόπειρες απόδρασης από το νησί με βάρκες, τις περιπέτειες στη θάλασσα, την υποδοχή τους σε Τουρκία και Κύπρο, την ζωή στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Μέσης Ανατολής, τον εγκλεισμό τους στα «σύρματα», τον Ιερό Λόχο και μέχρι και την απελευθέρωση και την επιστροφή –για κάποιους- στο νησί.
Το έργο
Το έργο μέσα από αυτές τις μαρτυρίες μας ταξιδεύει στα γεγονότα της περιόδου εκείνης με μια χρονολογική συνοχή, ξεκινώντας από την επίταξη της Χίου από τους Γερμανούς, την περίοδο της κατοχής. Η ζωή των κατοίκων εξαθλιωμένη, δεν τους μένει άλλη επιλογή παρά να φύγουν. Ξεκινούν οι προσφυγικές ροές από τη Χίο προς τα τουρκικά παράλια με απώτερο προορισμό τη Μέση Ανατολή. Πολλοί πρόσφυγες προωθούνται από την Αγγλία μέσω της Τουρκίας στην Κύπρο, που ήταν βρετανική αποικία, όπου και γίνεται μία διαλογή ανάμεσα σε «στρατεύσιμους» και «άμαχους».
Οι «στρατεύσιμοι» προωθούνται εν συνεχεία στην Αίγυπτο, στη Συρία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη και αλλού για εκπαίδευση και οι «άμαχοι» οδηγούνται σε προσφυγικούς καταυλισμούς στην Παλαιστίνη, στο Σινά, στο Λίβανο, μέχρι και το Βελγικό Κονγκό και την Γκάνα. Το 1942 οι Βρετανοί αποφασίζουν να μεταφέρονται πλέον οι Έλληνες πρόσφυγες από τα Μικρασιατικά παράλια κατευθείαν στο Χαλέπι της Συρίας, διασχίζοντας με τρένα την Τουρκική ενδοχώρα. Στη Συρία πλέον θα γίνεται ο διαχωρισμός των προσφύγων σε «στρατεύσιμους» μη «στρατεύσιμους» και θα προωθούνται εν συνεχεία ανάλογα στους προορισμούς τους. Είναι αυτοί », αυτούς που αποκαλούνται στο έργο «συρματένιοι» και «ξεσυρματένιοι». Το 1943 ξεκινά η διαλογή των στρατολογημένων από τους Άγγλους Ιερολοχίτες, για να πολεμήσουν σε διάφορες μάχες. Το 1944 αποχωρούν οι Γερμανοί από τη Χίο, ωστόσο οι Χιώτες πρόσφυγες, οι «συρματένιοι» και οι «ξεσυρματένιοι», επιστρέφουν πίσω στον τόπο τους μέσα τα επόμενα δύο χρόνια.
Μέσα από τους μονολόγους που ερμηνεύει η Χριστίνα Λυκοτσέτα, οι αφηγήσεις παίρνουν σάρκα και οστά. Ενσαρκώνει διαδοχικά πολλούς ρόλους, ανδρών και γυναικών, μεγάλων και μικρών με πολύ πάθος και εκφραστικότητα, μεταδίδοντας και στους θεατές όλο το κλίμα της εποχής εκείνης μαζί με τα συναισθήματα του καθενός από τις ιστορίες. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα κατά την γνώμη μου το γεγονός ότι παρά την διάκριση της μιας ιστορίας από την άλλη, μέσω του φωτισμού, τη μουσικής και της διακριτικής αλλαγή ύφους από την ερμηνεύτρια, ωστόσο δίνονται στα πρόσωπα των προσφύγων μια συνέχεια, μια ομοιότητα στην υπόστασή τους. Η σκηνοθέτιδα Μελίνα Σκούφου αναδεικνύει με μεγάλη αμεσότητα αυτό το στοιχείο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η συνέχεια στην δραματοποίηση των προσώπων αποτελεί τον σημαντικότερο συμβολισμό, καθώς ενώνει τις ιστορίες αλλά και τα προφίλ των προσφύγων, διαπιστώνοντας όλοι μας αυτή την τραγικότητα ακόμα βαθύτερα: ότι οι πρόσφυγες είναι παντού και πάντα ίδιοι, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, ηλικία και σύνορο.
Κατά τα άλλα πρόκειται για μια σκηνοθετική ματιά που επενδύει στην απλότητα, μέσα από την οποία το ανθρώπινο δράμα αποκαλύπτεται ωστόσο χωρίς επίκληση στο συναίσθημα και χωρίς διαθέσεις θυματοποίησης, επικεντρώνοντας στην κάθε ανθρώπινη ιστορία, όπως εκείνη βιώθηκε.
Τα σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα ήταν κατάλληλα με την ιστορική περίσταση, τα πιο βασικά και απαραίτητα αντικείμενα της εποχής, καθημερινής ως επί το πλείστον χρήσης, το ίδιο και τα κοστούμια, που αποτελούνταν από ρούχα εποχής τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Η μουσική από τον Ανδρέα Σκούφο ήταν εξίσου ταιριαστή με το κλίμα και την δραματικότητα της εποχής.
Πρόκειται για μια παράσταση που δημιουργεί προβληματισμούς ως προς το ζήτημα της προσφυγιάς, και της ατέρμονης διαιώνισής της μέσα στις εποχές. Είναι πραγματικά ανατριχιαστικό να ακούς και να έρχεσαι κοντά στις δραματικές ιστορίες των Χιωτών προσφύγων, όταν στις μέρες μας είναι η Χίος ένα από τα νησιά που υποδέχεται τους πρόσφυγες που συρρέουν στην Ελλάδα.
Το έργο αυτό αποτελεί μια ιδανική ευκαιρία για όσους δεν γνωρίζουν αυτή την πτυχή της ελληνικής ιστορίας, αλλά και για όσους θεωρούν πως γνωρίζουν, να ξανασκεφτούν κι ίσως να αναπλαισιώσουν τις σκέψεις τους για τις πανανθρώπινες αυτές οντότητες, τους πρόσφυγες. Επιπλέον, πέρα από τους ενήλικες θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να παρακολουθήσουν την παράσταση και μαθητές Λυκείου, καθώς πρόκειται για μια παράσταση καθόλου δυσνόητη για την ηλικία τους, που θα τους πρόσφερε αφορμή για προβληματισμούς και παραλληλισμούς.