Η Έρη Ρίτσου στην εκπομπή ΠΕΣ ΤΑ ΟΛΑ

Παρασκευή, 18/12/2020 - 15:24
Αυτή την Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου στην εκπομπή ΠΕΣ ΤΑ ΟΛΑ καλεσμένη της δημοσιογράφου Άννας Ματθαίου η συγγραφέας και κόρη του αείμνηστου μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου,Έρη!
Η Έρη Ρίτσου μιλάει για την Ελλάδα του πρίν και του σήμερα!
Στις 16:00-17:00 συντονίσου ΕΡΤopen 106,7fm www.ertopen.com &  live24.gr 
Εδώ ακούς καλά!

«Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου στο Faust

Τετάρτη, 15/01/2020 - 19:55

Από τις 14 Φεβρουαρίου 2019

                                
κάθε Παρασκευή στις 21:00

                    
για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων


Μετά την επιτυχία της μουσικοθεατρικής παράστασης «ΜΑΝΑ» και της κοινωνικής κωμωδίας «550» στο Θέατρο Faust, ο Σταμάτης Πακάκης επιστρέφει στον ίδιο χώρο με τη σκηνοθεσία του έργου του Γιάννη Ρίτσου «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος», από την Παρασκευή  14 Φεβρουαρίου 2020.

 

 

Λίγα λόγια για το έργο

 

Το 1956 ο Γιάννης Ρίτσος γράφει το ποίημα «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» το οποίο εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση». Ποίημα για το οποίο έλαβε το κρατικό βραβείο ποίησης. Με τη συνοδεία της «Σονάτας του Σεληνόφωτος» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και συγκεκριμένα του πρώτου μέρους αυτής, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιστορία μιας ηλικιωμένης Γυναίκας. Βλέπουμε τον χρόνο που τρέχει αδίστακτος δίχως να αφήνει χώρο για ζωή. Η Γυναίκα εξομολογείται σε έναν Νέο την ιστορία τόσο τη δική της αλλά και της χώρας μας. Παρατηρούμε την κοινωνία να αλλάζει και να προχωρά με μία νέα δυναμική. Μέσα από αυτό το έργο γινόμαστε μάρτυρες της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής της Ελλάδας του τότε.

 

Σημείωμα Σκηνοθέτη

Ένα όνειρο ζωής εκπληρώνεται! Η ποίηση είναι μία αγαπημένη μου ενασχόληση. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι ο αγαπημένος μου ποιητής. Θυμάμαι στην παιδική μου ηλικία να τραγουδάω, ως μέλος παιδικής χορωδίας, μελοποιημένη την ποίησή του και να προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τα νοήματα της. Δεν τα κατάφερνα τότε, ωστόσο με είχαν κερδίσει. Κάτι μαγικό συνέβαινε μέσα μου. Στο Λύκειο ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Ήταν στη διδακτέα ύλη του μαθήματος της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι ώρες ανάλυσης με τη φιλόλογό μας, καθώς και η φαντασία μου, έκαναν αυτό το θεατροποιημένο ποίημα να έχει την πρώτη θέση στην καρδιά μου. Θέση που ακόμη και τώρα, μετά από αρκετά χρόνια, δεν κατάφερε να την πάρει κάποιο άλλο. Έτσι, θέλοντας να παρουσιάσω τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» σύμφωνα με την αισθητική και τις καλλιτεχνικές ιδέες μου, πήρα την απόφαση να σκηνοθετήσω αυτό το αριστούργημα της ελληνικής ποίησης. Θέλησα να μείνω πιστός στο κείμενο και να δώσω μία προσωπική σφραγίδα στην παρουσίασή του και στην αποκωδικοποίηση των νοημάτων του, λαμβάνοντας υπόψιν και μελετώντας τη ζωή και το έργο του Γιάννη Ρίτσου.

Συντελεστές:

 

Σκηνοθεσία-Μουσική & Κινησιολογική Επιμέλεια: Σταμάτης Πακάκης

Βοηθός Σκηνοθέτη-Χορογραφία: Νικόλας Μαρμαράς

Φωτισμοί-Φωτογραφίες-Video: Αναστασία Λουκρέζη

Σκηνικά-Κοστούμια: Νίκος Παπάζογλου

Mua: Cathy Jones

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Παίζουν:

 

Μαρία Τζανουκάκη

Τάσος Χρυσόπουλος

Trailer παράστασης: https://youtu.be/y7oX_GYtnTY

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Κάθε Παρασκευή στις 21:00, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων

Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό:12€

Μειωμένο (φοιτητές - άνεργοι - ατέλειες):10€

Ομαδικό (από 8 άτομα και άνω): 10€

Κρατήσεις θέσεων:

Τηλ θεάτρου: 210 3234095, 6946680633

Official Facebook Page του Σταμάτη Πακάκη:

https://www.facebook.com/StamatisPak/

Ευχαριστούμε την ομάδα "Πείρα(γ)μα" για την παραχώρηση του χώρου τους.

Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο σήμερα Κυριακή 5 Μαΐου στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Οpen και την εκπομπή "Κάτω από το φως των αστεριών" με την Αριστέα Κοντόζογλου

Κυριακή, 05/05/2019 - 09:00
Αφιέρωμα στο έργο και τη ζωή του μεγάλου πανανθρώπινου ποιητή της Αγάπης και της Ειρήνης Γιάννη Ρίτσου σήμερα Κυριακή 5 Μαΐου τα μεσάνυχτα στην εκπομπή  «Κάτω από το φως των αστεριών» με την Αριστέα Κοντόζογλου.

*Συντονιστείτε στο ελεύθερο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στους 106.7 στα fm στην Αττική και διαδικτυακά σε ολόκληρο τον κόσμο στην ιστοσελίδα της www.ertopen.com/radio ή στο www.live24.gr

Το πρόγραμμά αναμεταδίδεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Εργατικού Κέντρου της Εύβοιας στους 96,5 και
από τον ραδιοφωνικό σταθμό του σωματείου Εργαζομένων Αλουμινίου στους 97,3 στη Βοιωτία, τη Φωκίδα, και την Βόρεια Πελοπόννησο,

καθώς και από διάφορους άλλους σταθμούς στην Ελλάδα.

Για τη συμμετοχή σας! Μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα 210 6002909-10 ή να στείλετε αποστολή SMS γράφοντας: 
1Π(κενό) και μετά το ΜΗΝΥΜΑ στο 54045


Καλή ακρόαση!!!




ΙΣΜΗΝΗ ΤΟΥ Γ. ΡΙΤΣΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ

Δευτέρα, 07/01/2019 - 14:09

ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ

«ΙΣΜΗΝΗ» Γ.ΡΙΤΣΟΥ

Από Σάββατο,12 Ιανουαρίου, έως και την  Κυριακή, 10 Μαρτίου

 

 Στις 12 Ιανουαρίου 2019, στο Θέατρο "Φούρνος", ανεβαίνει ξανά η «Ισμήνη» του Γιάννη Ρίτσου. Η συγκεκριμένη παράσταση πρωτοπαίχτηκε, με μεγάλη επιτυχία, στον ίδιο χώρο, την Άνοιξη του 2016.

 

 Η «Ισμήνη», ο ποιητικός μονόλογος του Γιάννη Ρίτσου είναι μέρος της συλλογής «Τέταρτη Διάσταση»(1956-1972). Δικαίως τα κείμενα αυτά θεωρούνται από τα σημαντικότερα του Ποιητή.

 

  Η «Ισμήνη» είναι ένα συγκλονιστικό σχόλιο του συγγραφέα πάνω στην "Αντιγόνη", μέσα από τη ματιά της  επιζώσης αδελφής της τραγικής ηρωίδας. 

Ανατρεπτικό κι "αιρετικό" κείμενο, μας δείχνει την "άλλη όψη" των πραγμάτων, παρουσιάζοντας  μιαν άλλη αλήθεια και μιαν άλλη διάσταση του γνωστού μύθου...

Η φθορά, ο θάνατος, ο ανομολόγητος έρωτας, το καθήκον, η ματαιοδοξία της δόξας, οι χαμένες ζωές, η ματαιότητα της εξουσίας, είναι μερικά μ’ονο από τα θέματα που εκφράζονται ανάγλυφα και μέσα απο εξαίσιες εικόνες, δίνοντας στο κείμενο μια ιδιαίτερη ζωντάνια και θεατρικότητα.

Τελικά μέσα από το έργο αυτό του Ρίτσου η Ισμήνη αναδεικνύεται σε τραγική ηρωίδα, μέσα από την αδυναμία της να ζήσει όπως θα επιθυμούσε, σε συμφωνία με την προσωπική της κοσμοθεωρία. 

 

Στον ρόλο της Ισμήνης, η Μαριάνθη Σοντάκη.

Δίπλα της, στον ρόλο του νεαρού αξιωματικού, αποδέκτη του ποιητικού παραληρήματος της ηρωίδας, ο νέος ηθοποιός, Στράτος Χατζηηλίας.

Βιολοντσέλο παίζει «ζωντανά» στην παράσταση η Καίτη Πάντζαρη.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαίδης

Σκηνικός χώρος, κοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος

Μουσική σύνθεση: Πλάτων Ανδριτσάκης

Κινησιολογική επιμέλεια: Έφη Καρακώστα.

Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος.

Βοηθός σκηνοθέτη: Σταυρούλα Πετρέλλη

Φωτογραφίες: Σωτηρία Ψαρρού, 

Ειδικό μακιγιάζ: Κατερίνα Πεφτίτση.

Παραγωγή:Motivating Mind’s Nobleness

 

Θέατρο «Φούρνος»
Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων
Τηλ. Κρατήσεων: 210.64.60.748

 

Παραστάσεις: κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 9μμ

Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 12 ευρώ, Μειωμένο 10 ευρώ, Ατέλειες 5 ευρώ

Διάρκεια: 1 ώρα και 15 λεπτά

 

«ΙΣΜΗΝΗ» του Γ.ΡΙΤΣΟΥ στο Θέατρο "Φούρνος"

Πέμπτη, 29/11/2018 - 18:27

Από Σάββατο,12 Ιανουαρίου, έως και την  Κυριακή, 10 Μαρτίου

  Στις 12 Ιανουαρίου 2019, στο Θέατρο "Φούρνος", ανεβαίνει ξανά η «Ισμήνη» του Γιάννη Ρίτσου. Η συγκεκριμένη παράσταση πρωτοπαίχτηκε, με μεγάλη επιτυχία, στον ίδιο χώρο, την Άνοιξη του 2016.

  Η «Ισμήνη», ο ποιητικός μονόλογος του Γιάννη Ρίτσου είναι μέρος της συλλογής «Τέταρτη Διάσταση»(1956-1972). Δικαίως τα κείμενα αυτά θεωρούνται από τα σημαντικότερα του Ποιητή.

   Η «Ισμήνη» είναι ένα συγκλονιστικό σχόλιο του συγγραφέα πάνω στην "Αντιγόνη", μέσα από τη ματιά της  επιζώσης αδελφής της τραγικής ηρωίδας. 

Ανατρεπτικό κι "αιρετικό" κείμενο, μας δείχνει την "άλλη όψη" των πραγμάτων, παρουσιάζοντας  μιαν άλλη αλήθεια και μιαν άλλη διάσταση του γνωστού μύθου...

Η φθορά, ο θάνατος, ο ανομολόγητος έρωτας, το καθήκον, η ματαιοδοξία της δόξας, οι χαμένες ζωές, η ματαιότητα της εξουσίας, είναι μερικά μ’ονο από τα θέματα που εκφράζονται ανάγλυφα και μέσα απο εξαίσιες εικόνες, δίνοντας στο κείμενο μια ιδιαίτερη ζωντάνια και θεατρικότητα.

Τελικά μέσα από το έργο αυτό του Ρίτσου η Ισμήνη αναδεικνύεται σε τραγική ηρωίδα, μέσα από την αδυναμία της να ζήσει όπως θα επιθυμούσε, σε συμφωνία με την προσωπική της κοσμοθεωρία. 

 

Στον ρόλο της Ισμήνης, η Μαριάνθη Σοντάκη.

Δίπλα της, στον ρόλο του νεαρού αξιωματικού, αποδέκτη του ποιητικού παραληρήματος της ηρωίδας, ο νέος ηθοποιός, Στράτος Χατζηηλίας.

Βιολοντσέλο παίζει «ζωντανά» στην παράσταση η Καίτη Πάντζαρη.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαίδης

Σκηνικός χώρος, κοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος

Μουσική σύνθεση: Πλάτων Ανδριτσάκης

Κινησιολογική επιμέλεια: Έφη Καρακώστα.

Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος.

Βοηθός σκηνοθέτη: Σταυρούλα Πετρέλλη

Φωτογραφίες: Σωτηρία Ψαρρού,

Ειδικό μακιγιάζ: Κατερίνα Πεφτίτση.

Προβολή – Επικοινωνία: BrainCo (υπεύθυνη project Σταυρούλα Κεντιέ)


Στην κριτική του για την παράσταση, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», στις 9/4/2016, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει μεταξύ άλλων:

 

[…]Ο μονόλογος «Ισμήνη» του Ρίτσου, σκηνοθετημένος με σεβασμό στον λόγο, στον ρυθμό μιας ουσιαστικής ποιητικής γλώσσας και στη ρέουσα μουσική του Ρίτσου, ανέβηκε από τον Βασίλη Νικολαΐδη, στο θέατρο Φούρνος.

Η μουσική που εμβάθυνε τον λόγο του Πλάτωνα Ανδριτσάκη παιγμένη επί σκηνής από τη βιολοντσελίστα Καίτη Πάντζαρη, η κινησιολογική καθοδήγηση της Εφης Καρακώστα και τα εικαστικά του Δημήτρη Ντάσιου, καθώς και η «φωνήεσσα σιωπή» του ακροατή Στράτου Χατζηηλία δημιούργησαν το κάδρο για να λειτουργήσει η έξοχη υποκριτική παρουσία της Μαριάνθης Σοντάκη, ενός σωματικού και φωνητικού οργάνου που σπάνια χαιρόμαστε στην ελληνική σκηνή!

 

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου

«Ισμήνη»

 

Θέατρο «Φούρνος»
Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων
Τηλ. Κρατήσεων: 210.64.60.748

 

Παραστάσεις: κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 9μμ

Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 12 ευρώ, Μειωμένο 10 ευρώ, Ατέλειες 5 ευρώ

Διάρκεια: 1 ώρα και 15 λεπτά

 

Γιάννης Ρίτσος στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας

Τετάρτη, 22/08/2018 - 13:58

Το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» παρουσιάζεται στον βιομηχανικό χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αισχυλείων. Μόνο για μια παράσταση, την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της Νάνας Παπαδάκη.

 

Γιάννης Ρίτσος

Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού

Φεστιβάλ «Aισχύλεια 2018»

Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου στις 20:30

Video trailer https://youtu.be/4FTmYmgtZY4

Το «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» ανήκει στους ποιητικούς μονολόγους της αριστουργηματικής «Τέταρτης Διάστασης» κι έχει ανέβει ελάχιστες φορές στη σκηνή. Γράφτηκε το 1960 και, αν και δε φέρει το όνομα της μυθικής ηρωίδας Ηλέκτρας, αναφέρεται στον κύκλο των Ατρειδών. Εδώ ο ποιητής συναντά την ηρωίδα σε ένα ερειπωμένο σπίτι στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού να εξομολογείται στην σιωπηλή τροφό της, που όπως λέει κι ο ίδιος στον πρόλογο «δεν μπορείς να καταλάβεις αν η σιωπή της είναι κούραση, σοφία, άγνοια, ανοχή, κατανόηση, γενική καταδίκη, γενική παραδοχή, στοργή, κατάφαση, άρνηση, εχθρότητα, ηλιθιότητα ή ένα δικό της ξεχωριστό όνειρο». Η δύναμη της γραφής του Ρίτσουυπερβαίνει τα όρια της στείρας αναπαράστασης του μύθου και ανοίγεται σε ερωτήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο.Το νήμα της μνήμης ξετυλίγεται, ατομικά και συλλογικά πάθη διατρέχουν την ιστορία και φτάνουν στο σήμερα. Η παράσταση ύστερα απ’ την επιτυχημένη πορεία της σε κλειστό χώρο παρουσιάζεται στον ανοιχτό χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου Ελευσίνας καιταξιδεύει στη σκηνή της ποίησης. Ή στην ποίηση της σκηνής.

Κριτικές της παράστασης

«Ρίτσος για πάντα «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» με την εκπληκτικής πλαστικότητας και σκηνικής δεξιοτεχνίας Νάνα Παπαδάκη σε ένανερμηνευτικό άθλο που θα συζητηθεί, αφού εικονοποίησε το Άρρητο κι έδωσε μορφή στο Ασύλληπτο» | Κωνσταντίνος Μπούρας

«Στη λίστα των πλέον επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων της νέας χρονιάς το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «Κάτω απ’ τον Ίσκιο του Βουνού» σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της Νάνας Παπαδάκη» | ΜανόληςΠολέντας

«Το βάρος πέφτει στο απαιτητικό, γεμάτο γλαφυρές περιγραφές και συμβολισμούς, κείμενο του Γιάννη Ρίτσου και στην απόδοσή του διαμέσου μιας συγκλονιστικής ερμηνείας» | ΒαγγέληςΜαστορόπουλος

«Ένας καθηλωτικός μονόλογος, αγαπημένος τρόπος έκφρασης του Ρίτσου άλλωστε, μια γυναίκα, ένα μισογρεμισμένο αρχοντικό στο βουνό, κατά τη διάρκεια μιας φθινοπωρινής νύχτας και η αιώνια πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Νάνα Παπαδάκη, η οποία και ερμηνεύει μοναδικά το ρόλο» | Γιώτα Σάλμα

Λίγα λόγια για τη Νάνα Παπαδάκη

Η Νάνα Παπαδάκη είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις και ποιήτρια. Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, έχει εργαστεί ως ηθοποιός σε κρατικές και ιδιωτικές θεατρικές σκηνές.  Το «Encore- Γυναίκες της Οδύσσειας» είναι η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της. Στο Φεστιβάλ «Αισχύλεια» έχει παρουσιάσει επίσης σε δική της σκηνοθεσία τον πλατωνικό διάλογο «Ίων».

Ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Νάνα Παπαδάκη 

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Ζορμπάς

Σκηνικά- Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου

Μουσική: Βασίλης Τζαβάρας

Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Ζορμπάς

Βοηθός σκηνοθέτη: Σπύρος Μπέτσης

Φωτογραφίες: Κατερίνα Τζιγκοτζίδου

Παραγωγή: Μαλντορόρ

Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

*Επί σκηνής ο μουσικός και συνθέτης της παράστασης Βασίλης Τζαβάρας.

ΙΝFO

Γενική είσοδος: €5

Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας, Κανελλοπούλου 1, Ελευσίνα

Προπώληση εισιτηρίων στο viva.gr και στο ταμείο του θεάτρου.

Πληροφορίες- Ταμείο θεάτρου: 210-5565613 | website: www.aisxylia.gr

Διάρκεια παράστασης: 75’

Στα πλαίσια του φεστιβάλ «Αισχύλεια 2018»

Avantgarde: Ο Βασίλης Μπισμπίκης διαβάζει Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι την Κυριακή 24 Ιουνίου στις 10:00 το πρωί στο ραδιόφωνο της ERT Οpen

Σάββατο, 23/06/2018 - 23:00
Το Avantgarde στη συχνότητα της *ERTopen !

  Κάθε Κυριακή στις 10:00 το πρωί,

"Ένα ποίημα - μια ζωή", ένα εγχείρημα του Κέντρου Πολιτισμού και Ανάπτυξης Avantgarde με τα σπουδαιότερα ποιήματα Ρώσων και Σοβιετικών ποιητών.
(Το τελευταίο για το καλοκαίρι.)
Απαγγέλλουν στα ελληνικά γνωστοί καλλιτέχνες.



Σήμερα ο ηθοποιός Βασίλης Μπισμπίκης διαβάζει ένα απόσπασμα από το τετράπτυχο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
Σύννεφο με τα παντελόνια, που ο 22χρονος ποιητής έγραψε το 1914-1915.
Διαβάζει από τη σκηνή του Θεάτρου Παλλάς, που φωτίστηκε εκείνη την ώρα της πρόβας της παράστασης Αναζητώντας τον Αττίκ για χάρη του μεγάλου Ρώσου, που έβαλε τέρμα στη ζωή του 88 χρόνια και μια εβδομάδα πριν, στις 14 Απριλίου του 1930.
Στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου πίστευε, ότι είχε όλη τη ζωή μπροστά του και είχε όλο το δικαίωμα να κατακεραυνώνει τον κόσμο:


Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης....




Το ποίημα ανησύχησε και αναστάτωσε τη τσαρική λογοκρισία, και πρωτοδημοσιεύτηκε με πολλές περικοπές: ακόμα και ο τίτλος άλλαξε – αντί για Δεκατος τρίτος απόστολος ονομάστηκε Σύννεφο με τα παντελόνια, και μ’ αυτό το όνομα ταξίδεψε στην αιωνιότητα. Δημοσιεύτηκε ολόκληρο 100 χρόνια πριν ακριβώς, το 1918, από τους εκδότες της Επανάστασης, που δεν είχε τη λογοκρισία ανάμεσα στις προτεραιότητές της... Προλογίζοντας την πρώτη κανονική έκδοση, ο Μαγιακόφσκι γράφει, ότι το ποίημα αποτελείται από 4 μέρη: «Κάτω τον έρωτά σας», «Κάτω την τέχνη σας», «Κάτω το καθεστώς σας», «Κάτω τη θρησκεία σας». Μόνο ένας 22χρονος μπορούσε να πιστέψει, ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό...



Απόσπασμα από το «Σύννεφο με τα παντελόνια» του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι ακούγεται σε μετάφραση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου
 

*Συντονιστείτε στο ελεύθερο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στους 106.7 στα fm στην Αττική και διαδικτυακά σε ολόκληρο τον κόσμο στην ιστοσελίδα της www.ertopen.com/radio ή στο www.live24.gr

Το πρόγραμμά αναμεταδίδεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Εργατικού Κέντρου της Εύβοιας στους 96,5 και
από τον ραδιοφωνικό σταθμό του σωματείου Εργαζομένων Αλουμινίου στους 97,3 στη Βοιωτία, τη Φωκίδα, και την Βόρεια Πελοπόννησο,
καθώς και από διάφορους άλλους σταθμούς στην Ελλάδα.

Για τη συμμετοχή σας! Μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα 210 6002909-10 ή να στείλετε αποστολή SMS γράφοντας: 
(κενό) και μετά το ΜΗΝΥΜΑ στο 54045



Καλή ακρόαση!!!




Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909. Στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του: "Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο"

Τρίτη, 01/05/2018 - 14:05
Σαν σήμερα, Πρωτομαγιά, γεννήθηκε ο κομμουνιστής ποιητής Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990).
Από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, με διεθνή φήμη και ακτινοβολία.
Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Το έργο του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά και πολλά άλλα.

Οι στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του, που ακολουθούν : «Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο».

I

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέ-
      στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
      πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γε-
      νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
      με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη 
      νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε 
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II

Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
      της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
      μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
      τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
      του Aλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
      απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
      λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
      η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας 
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
      καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά
      σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρε΄i το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
      το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρό-
      φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το 
      αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο 
      δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κρι-
      θαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα-
      κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού –
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
      πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και 
      τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυ-
      ρώσει τις δαγκάνες του.

III

Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του μα-
      τιού μας
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας 
      που σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια
      μπρος απ’ τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του
      στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από 
      τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και
      μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βε-
      λονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη 
      φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην
      καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι
      αψύς κει πάνου.

΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλο-
      πάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά
      ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογ-
      γίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα 
      στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξε-
      κολλήσει πάνου απ’ το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι
      αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύ-
      μησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν
      καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιά-
      κουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον
      αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει
      τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα
      μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε
      πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάμαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

IV

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου
      που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρου-
      θούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικά
      στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού
      και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να
      ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη
      σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα
      του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς
      μύριζε το χώμα –
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα 
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – περμένουνε την ώρα, δεν
      κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

V

Kάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε
      στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε
      τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθι-
      νοπώρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο
      στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά με-
      γάλωνε πολύ
κ’ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό
      της σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα
      σάπια πλατανόφυλλα
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
      σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το
      λελέκι του χιονιού;
Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα 
      μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη
      ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ’ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με
      τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας 
      τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
      λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνά
      ή κάτου απ’ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρω-
      τήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή
      μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρούν
      το ψωμί και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρ-
      τούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Kαμένο
      το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’
      άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερό
      στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρε-
      χει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.
Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το 
      δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Tο ξέρεις. Kαλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η
      γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Mέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας
      τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα
      τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.

K’ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
      άντικρυ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της 
      Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού
      στον κόρφο της λιακάδας.
K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την 
      καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

VI

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την
      αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της 
      δίψας
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύ-
      δια μπρος στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο 
      ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και
      τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την 
      αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και
      τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια
      καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει 
      τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρω-
      μένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυ-
      παρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά
      στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι
      μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η
      οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος
      στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.

Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια. 
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν
      το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι,
      δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο με-
      γάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής
      σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε
      βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις
      λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ’ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν
      στην κουβέρτα του ίσκιου –
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό 
      σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο τη ρώγα της γυ-
      ναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας 
      του πατρικού σπιτιού σου.

VII

Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην 
      αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.
Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφή-
      γκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του
      φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμί-
      λητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο
      σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού
      καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της 
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μου-
      ριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρω-
      τοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ’ η κάπαρη.
Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
στρογγυλή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
Kάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιο του
απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Kουρ-
      ντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοί ανά-
      μεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλο-
      καιριάτικα άστρα
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνά-
      ξουμε: αγαπώ.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα
      χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πα-
      τρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατί αυτός έχει γνω-
      ρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το
      θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά
      του Θεού.
Kαι την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια
      στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ τα κάγκελα του μπαλ-
      κονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων
      και των αδελφών του.

Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη (από τα Ποιήματα 1930-1960, B΄, Kέδρος 1961)  – Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού – Νέα Ελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμός. 

«Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου στο ΙΜΚ

Δευτέρα, 30/04/2018 - 22:03
Θεατρικός μονόλογος σε σκηνοθεσία/Ερμηνεία Νεοκλή Νοεκλέους



Παρασκευή, 11 Μαΐου & Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

στο black box

Ώρα 21:00

Είσοδος ελεύθερη

«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου

το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου,

ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,

οδηγού ταξί το επάγγελμα, πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα

τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

-Γιάννης Ρίτσος



Το Σπίτι της Κύπρου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, παρουσιάζουν το μεγαλειώδες ποίημα «Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου ως ένα θεατρικά δομημένο εσωτερικό μονόλογο του ήρωα του απελευθερωτικού Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959 Γρηγόρη Αυξεντίου, στην κρύπτη του, λίγο πριν τον θάνατο του.

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον «Αποχαιρετισμό» δύο μόλις μέρες μετά τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου που προκάλεσε το θαυμασμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Η θυσία του Αυξεντίου στο κρησφύγετο του Μαχαιρά, συντελέστηκε στις 3 του Μάρτη 1957. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ήταν μόλις 29 ετών.

Στο ποίημα και στην παράσταση που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του ΝεοκλήΝεοκλέους και υπό τις μελωδικές συνθέσεις του Γιώργου Καλογήρου, ο ήρωας αποχαιρετά τον κόσμο, τη ζωή, τον τόπο του. Μόνος με την Ιστορία, προσπαθεί να αντιμετωπίσει το θάνατο που έρχεται με βεβαιότητα. Χωρίς εξάρσεις και μεγαλοστομίες, ο ήρωας αναπολεί τη ζωή του καιαποφασίζει το πέρασμα απ’ τη ζωή στο θάνατο.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στη Λευκωσία (Θέατρο ΘΟΚ) στις αρχές Μαρτίου του 2016, παρουσία της αδερφής του ήρωα. Την παραγωγή έκανε ο Σύνδεσμος Αγωνιστών Απελευθερωτικού Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959 με τη στήριξη του Υπουργείου Παιδείας & Πολιτισμού της Κύπρου.

Στην Αθήνα ο «Αποχαιρετισμός» παρουσιάστηκε για πρώτη και ίσως μοναδική φορά αμέσως μετά τη χούντα, τη σεζόν 1974/75, από το θέατρο «Κάβα» του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Νίκου Χατζίσκου και σκηνικά-κουστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Στην παράσταση προβλήθηκαν κινηματογραφικές σκηνές –με σπάνια ντοκουμέντα- από το φιλμ «Ένας ήρως με μνημοσκόπιο» του Γιώργου Φιλή, που είχε αποσπάσει δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (παραγωγής και μουσικής) το 1973.



Ταυτότητα παράστασης

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ του Γιάννη Ρίτσου

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Νεοκλής Νεοκλέους

Μουσική: Γιώργος Καλογήρου



Παίζουν οι μουσικοί:

Γιώργος Καλογήρου: λαούτο – τραγούδι

Νεφέλη Καραγιώργη: βιολοντσέλο

Εύα Σταύρου: φλάουτο






Πληροφορίες

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας), Ταύρος, Τ.Κ. 177 78, Τηλ. 210 3418550 & 210 3418579

Facebook:ΊδρυμαΜιχάληςΚακογιάννης - Michael Cacoyannis Foundation

Twitter: @MCF_MCacoyannis

Instagram: @mcf.gr | Hashtag: #MCF

Youtube: MCacoyannisF



Ημέρες παραστάσεων: Παρασκευή 11 &Σάββατο 12 Μαΐου 2018, στο blackbox του ΙΜΚ, στις 21:00

Διάρκεια: 45’



Είσοδος ελεύθερη.

Απαραίτητη η κράτηση θέσεων στα ταμεία του Ιδρύματος και τηλεφωνικά στο 210 3418579 (Δευτ. - Παρασκ. 11:00 – 14:00)



Σήμερα συμπληρώνονται 27 χρόνια από τότε που «έφυγε» από τη ζωή ο Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, 11/11/2017 - 15:10
Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, με διεθνή φήμη και ακτινοβολία.
Ανήκε στην Αριστερά και συγκεκριμένα στο ΚΚΕ. Πολλά έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.

Ο Ρίτσος που νόσησε από φυματίωση ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες.
 Ο Ρίτσος, στο σανατόριο του «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον Μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις.

Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο ΕΑΜ, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε., στο οποίο παρέμεινε πιστός έως τον θάνατό του.

Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην ΕΔΑ.
Το 1956 ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών, εξορίστηκε και πάλι, στη Γυάρο, αρχικά, και, κατόπιν, στη Λέρο. Με το πέρας της δικτατορίας, στη μεταπολίτευση, ο Ρίτσος, έγινε ευρέως γνωστός, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο εξωτερικό, ενώ ακολούθησαν πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα μεγαλύτερα ποιήματα του ποιητή, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη, κ.ά.



 Πολλά ποιήματα του Ρίτσου, έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά κ.ά.

Ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.