Αυξάνονται συνεχώς οι ωρομίσθιοι, «παγωμένοι» οι κατώτατοι μισθοί

Αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο ο αριθμός των ωρομίσθιων εργαζομένων στη χώρα μας, ο οποίος για το 2016 ανήλθε στα 102.588 άτομα με εβδομαδιαία απασχόληση από 1-20 ώρες, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός το 2015 ήταν 92.123 εργαζόμενοι. Ουσιαστικά αφορά σε εργαζόμενους που απασχολούνται σε εκ περιτροπής εργασία μερικές ώρες την εβδομάδα, των οποίων οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης μετατράπηκαν σε συμβάσεις εκ περιτροπής εργασίας, είτε με τη σύμφωνη γνώμη τους είτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη.

Η εικόνα αυτή, όπως αποτυπώνεται στην ετήσια έκθεση του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για το 2016, συμπληρώνεται και από την ετήσια έκθεση για τη «Συγκριτική ανάλυση για την εργασία στην Ευρώπη» που δημοσίευσαν από κοινού η Συνομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (CES) και το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Συνδικάτων (ETUI), σύμφωνα με την οποία ο ωριαίος μικτός μισθός στη χώρα μας ανέρχεται στα 3,35 ευρώ. Στην έκθεσή τους για τις μισθολογικές εξελίξεις στις χώρες της Ένωσης, τα ευρωπαϊκά συνδικάτα επισημαίνουν ότι παρά τη σχετική ανάκαμψη των οικονομιών, οι κατώτατοι μισθοί παρέμειναν ουσιαστικά «παγωμένοι», ακόμη και στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης.


Στην έρευνά του το Ινστιτούτο Τεκμηρίωσης συγκρίνει τη μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών μισθών κατά την περίοδο προ της κρίσης (2001-2008) σε σχέση με την περίοδο της κρίσης (2009-2016) και δείχνει πώς η κρίση, και ιδίως οι πολιτικές διαχείρισης της κρίσης με βάση τη λιτότητα και την εσωτερική υποτίμηση άλλαξαν τη δυναμική της αύξησης των πραγματικών μισθών.


Διαπιστώνεται επίσης ότι η αποκατάσταση των πραγματικών μισθών μετά την ύφεση του 2008 συνεχίζεται με άνισο τρόπο στις χώρες της Ε.Ε., οι οποίες με βάση τις μισθολογικές εξελίξεις διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες οι μισθοί αυξήθηκαν με ρυθμούς υψηλότερους του 3% την περσινή χρονιά, στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου οι μισθοί αυξήθηκαν από 1% έως 3% και τέλος στις χώρες του Νότου, όπου οι μισθοί ή παραμένουν στάσιμοι ή αυξήθηκαν οριακά.

Η πρώτη ομάδα με υψηλούς κατώτατους μισθούς αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το Λουξεμβούργο βρίσκεται στην πρώτη θέση με € 11.27 ανά ώρα, ακολουθούμενο από τη Γαλλία (€ 9,76), τη Ολλανδία (€ 9,52), το Βέλγιο (€ 9,28) και την Ιρλανδία (9,25 €). Στο κάτω μέρος αυτής της πρώτης ομάδας βρίσκουμε τη Γερμανία (€ 8,84) και το Ηνωμένο Βασίλειο (€ 8,79), με την επισήμανση ότι «χωρίς την υποτίμηση περίπου κατά 13% της βρετανικής λίρας έναντι του ευρώ το 2016, ο ωριαίος κατώτατος μισθός για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι 9,92 ευρώ, ο δεύτερος υψηλότερος στην Ευρώπη.

Η δεύτερη ομάδα χωρών με τους κατώτατους μισθούς ανά ώρα να κυμαίνονται από 3 ευρώ έως και 5 ευρώ, περιλαμβάνει τη Σλοβενία με 4,65 ευρώ και ακολουθούν οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, δηλαδή η Μάλτα, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία, με τους κατώτατους μισθούς μεταξύ 3,35 ευρώ και 4,29 ευρώ. Η τρίτη ομάδα με τους κατώτατους μισθούς κάτω των 3 ευρώ περιλαμβάνει αποκλειστικά χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Επίσης, μέσα σε αυτή την ομάδα υπάρχουν δύο υπο-ομάδες χωρών, καθώς η Ρουμανία με 1,65 ανά ώρα και η Βουλγαρία με 1,42 ευρώ ανά ώρα υστερούν κατά πολύ από τις υπόλοιπες οκτώ χώρες, στις οποίες ο ωριαίος κατώτατος μισθός κυμαίνεται από τα 2,25 (Λετονία) έως τα 2,78 ευρώ στην Εσθονία.



























Αναδημοσίευση από το ergasianet